.
.
Σοφοκλής Φιλοκτήτης στίχοι 255-316
-Η εγκατάλειψη του Φιλοκτητη στη Λήμνο
painting
χνκουβελης cncouvelis
μεταφράζοντας
Σοφοκλής Φιλοκτήτης στίχοι 255-316
-Η εγκατάλειψη του Φιλοκτητη στη Λήμνο
Φιλοκτήτης
ω πόσο ταλαιπωρημενος,
ω πόσο παρατημένος απ'τους θεους
που για μένα καμια ειδηση πως έτσι βρίσκομαι
στην πατρίδα δεν έφτασε
μήτε στης Ελλάδας τη γη πουθενά δεν διαδοθηκε,
αλλά εκείνοι που απανθρωπα έξω με πέταξαν
γελούν και κρατούν σιωπή,
ενώ η αρρώστια μου πάντα επιδεινώνεται
και εξαπλώνεται,
παιδι μου ,γιε τού πατέρα σου Αχιλλεα,
εδω'μαι κείνος για σένα,που ίσως ακούς
πώς των όπλων του Ηρακλή κύριος κατοχος ειναι
του Ποιαντα ο γιος ο Φιλοκτητη,
οι δυο στρατηγοί κι ο βασιλιάς των Κεφαλληνων
χωρίς ντροπή μ'ερριξαν εδώ
έρημο μ'αφησαν κακια αρρώστια να με φθειρει αφανιζει,
απ'τ'αγριο δάγκωμα πληγωμένος της οχιας
τής φονικής για τους ανθρώπους,
μαζί μ'αυτην εκείνοι,παιδί μου,αφού δω μ'αφησαν
μοναχο απομακρύνθηκαν,
όταν απ'την παράλια Χρυσα
εδώ έφτασα επιβάτης
στου στόλου τα καραβια,
τότε χαρούμενοι οταν μ'ειδαν
απ'τη πολλή θαλασσοταραχη
στην ακτή πανω να κοιμάμαι
σε θολωτο μέσα βράχο με παράτησαν
κι εφυγαν,
πετωντας μου όπως σ'άνθρωπο δύστυχο κουρέλια
και ελάχιστα φαγώσιμα να πορευτώ,
ότι ετυχε να'χουν,
συ,παιδί μου,τι είδους νομίζεις σήκωμα
απ'τον ύπνο για μένα τοτε ηταν
αφού αυτοί έφυγαν;
ποια δάκρυα να χύσω;
ποια κακά με κραυγές να θρηνήσω;
βλέποντας τα καραβια,που μ'αυτα έχω εκστρατεύσει,
να'χουν όλα φυγει,
και κανέναν άνθρωπο ντόπιο,
ούτε κάποιον που να με βοηθήσει μπορούσε,
ούτε κάποιον την αρρώστια μου να περιποιηθει,
κοιτώντας παντού τίποτα δεν ευρισκα
παρά μόνο ότι σ'αφθονια μεγαλη να με βασανίζει
να'ναι παρον,
κι ο χρόνος με τον χρόνο για μένα περνουσε
κι έπρεπε κάτω απ' αυτή τη στέγη με λιγοστσ
μοναχος να τα βγάζω περα,
για τη κοιλιά αυτό δω το ωφέλιμο τόξο
μου'βρισκε τροφή,
τα χαμηλά πετώντας αγριοπεριστερα χτυπώντας,
και γι'αυτό,
όπου το τεντωμένο χτυπούσε βέλος
εγώ ο δύστυχος σερνομουν,
το πονεμενο μου πόδι συροντας,
και γι'αυτό,αν έπρεπε κάτι να πάρω για να πιω
η' κάπου έλιωνε ο παγος,όπως τον χειμώνα,
κάποιο ξύλο να σπάσω,
αυτά σέρνωντας ο δύστυχος να τα καταφέρω
προσπαθούσα,
κι έπειτα όταν φωτιά δεν υπήρχε,τότε τρίβωντας
πέτρα σε πέτρες
μόλις ένα αφανες φως να φανεί εκανα,
και που αυτό πάντα ζωντανό με κρατει,
γιατί,αληθεια,μια στέγη που κατοικειται
μαζί με τη φωτιά τα πάντα παρεχει,
εκτός απ'το να μην ειμαι άρρωστος,
έλα,παιδί μου,τώρα και για το νησί να μάθεις,
σ'αυτο με τη θέληση του κανένας ναυτικός
δεν πλησιάζει,
γιατί όρμος κανένας δεν είναι,
ούτε κάπου με κέρδος να εμπορευτει ,
η' να φιλοξενηθεί,
ούτε εδώ τόπος φρόνιμοι να καταπλεουν άνθρωποι,
ίσως όμως και κάποιος εδώ χωρίς τη θέληση του να'ρθε,
γιατί πολλά μέσα στον μακρύ των ανθρώπων χρόνο
μπορεί να γινουν,
αυτοί,όταν έρθουν,παιδι μου,με λόγια με λυπούνται,
και καπου-καπου μερίδα απ'τη τροφή τους
μου δίνουν επειδή με συμπονουν,
η' κάποιο ρούχο,
εκείνο όμως κανείς,αν το αναφέρω,δεν θέλει,
να με σώσει σπίτι μου να με πάει,
αλλά ο δύστυχος αφανίζομαι, ήδη αυτος δω
ο δέκατος χρονος
μέσα στη πεινα και στις συμφορές,
αυτή την αχορταγη τρέφοντας αρρωστια,
τέτοια μου'χουν κάνει,παιδί μου,οι Ατρειδες
και του Οδυσσέα η σκληρή επιβολη,
τέτοια ας δώσουν κάποτε σ' αυτούς οι Ολύμπιοι θεοί
ανταποδοση γι'αυτα που εγώ επαθα
Φιλοκτητης
ὦ πόλλ᾽ ἐγὼ μοχθηρός, ὦ πικρὸς θεοῖς,255
οὗ μηδὲ κληδὼν ὧδ᾽ ἔχοντος οἴκαδε
μηδ᾽ Ἑλλάδος γῆς μηδαμοῦ διῆλθέ που.
ἀλλ᾽ οἱ μὲν ἐκβαλόντες ἀνοσίως ἐμὲ
γελῶσι σῖγ᾽ ἔχοντες, ἡ δ᾽ ἐμὴ νόσος
ἀεὶ τέθηλε κἀπὶ μεῖζον ἔρχεται.260
ὦ τέκνον, ὦ παῖ πατρὸς ἐξ Ἀχιλλέως,
ὅδ᾽ εἴμ᾽ ἐγώ σοι κεῖνος, ὃν κλύεις ἴσως
τῶν Ἡρακλείων ὄντα δεσπότην ὅπλων,
ὁ τοῦ Ποίαντος παῖς Φιλοκτήτης, ὃν οἱ
δισσοὶ στρατηγοὶ χὠ Κεφαλλήνων ἄναξ265
ἔῤῥιψαν αἰσχρῶς ὧδ᾽ ἔρημον, ἀγρίᾳ
νόσῳ καταφθίνοντα, τῆς ἀνδροφθόρου
πληγέντ᾽ ἐχίδνης ἀγρίῳ χαράγματι·
ξὺν ᾗ μ᾽ ἐκεῖνοι, παῖ, προθέντες ἐνθάδε
ᾤχοντ᾽ ἔρημον, ἡνίκ᾽ ἐκ τῆς ποντίας
Χρύσης κατέσχον δεῦρο ναυβάτῃ στόλῳ.270
τότ᾽ ἄσμενοί μ᾽ ὡς εἶδον ἐκ πολλοῦ σάλου
εὕδοντ᾽ ἐπ᾽ ἀκτῆς ἐν κατηρεφεῖ πέτρᾳ,
λιπόντες ᾤχονθ᾽, οἷα φωτὶ δυσμόρῳ
ῥάκη προθέντες βαιὰ καί τι καὶ βορᾶς
ἐπωφέλημα σμικρόν, οἷ᾽ αὐτοῖς τύχοι.275
σὺ δή, τέκνον, ποίαν μ᾽ ἀνάστασιν δοκεῖς
αὐτῶν βεβώτων ἐξ ὕπνου στῆναι τότε;
ποῖ᾽ ἐκδακρῦσαι, ποῖ᾽ ἀποιμῶξαι κακά;
ὁρῶντα μὲν ναῦς, ἃς ἔχων ἐναυστόλουν,
πάσας βεβώσας, ἄνδρα δ᾽ οὐδέν᾽ ἔντοπον,280
οὐχ ὅστις ἀρκέσειεν οὐδ᾽ ὅστις νόσου
κάμνοντι συλλάβοιτο· πάντα δὲ σκοπῶν
ηὕρισκον οὐδὲν πλὴν ἀνιᾶσθαι παρόν,
τούτου δὲ πολλὴν εὐμάρειαν, ὦ τέκνον.
ὁ μὲν χρόνος δὴ διὰ χρόνου προύβαινέ μοι,285
κἄδει τι βαιᾷ τῇδ᾽ ὑπὸ στέγῃ μόνον
διακονεῖσθαι. γαστρὶ μὲν τὰ σύμφορα
τόξον τόδ᾽ ἐξηύρισκε, τὰς ὑποπτέρους
βάλλον πελείας· πρὸς δὲ τοῦθ᾽, ὅ μοι βάλοι
νευροσπαδὴς ἄτρακτος, αὐτὸς ἂν τάλας290
εἰλυόμην, δύστηνον ἐξέλκων πόδα,
πρὸς τοῦτ᾽ ἄν· εἴ τ᾽ ἔδει τι καὶ ποτὸν λαβεῖν,
καί που πάγου χυθέντος, οἷα χείματι,
ξύλον τι θραῦσαι, ταῦτ᾽ ἂν ἐξέρπων τάλας
ἐμηχανώμην· εἶτα πῦρ ἂν οὐ παρῆν,295
ἀλλ᾽ ἐν πέτροισι πέτρον ἐκτρίβων μόλις
ἔφην᾽ ἄφαντον φῶς, ὃ καὶ σῴζει μ᾽ ἀεί.
οἰκουμένη γὰρ οὖν στέγη πυρὸς μέτα
πάντ᾽ ἐκπορίζει πλὴν τὸ μὴ νοσεῖν ἐμέ.
φέρ᾽, ὦ τέκνον, νῦν καὶ τὸ τῆς νήσου μάθῃς.300
ταύτῃ πελάζει ναυβάτης οὐδεὶς ἑκών·
οὐ γάρ τις ὅρμος ἔστιν οὐδ᾽ ὅποι πλέων
ἐξεμπολήσει κέρδος ἢ ξενώσεται.
οὐκ ἐνθάδ᾽ οἱ πλοῖ τοῖσι σώφροσιν βροτῶν.
τάχ᾽ οὖν τις ἄκων ἔσχε· πολλὰ γὰρ τάδε305
ἐν τῷ μακρῷ γένοιτ᾽ ἂν ἀνθρώπων χρόνῳ·
οὗτοί μ᾽, ὅταν μόλωσιν, ὦ τέκνον, λόγοις
ἐλεοῦσι μέν, καί πού τι καὶ βορᾶς μέρος
προσέδοσαν οἰκτίραντες ἤ τινα στολήν·
ἐκεῖνο δ᾽ οὐδείς, ἡνίκ᾽ ἂν μνησθῶ, θέλει,310
σῶσαί μ᾽ ἐς οἴκους, ἀλλ᾽ ἀπόλλυμαι τάλας
ἔτος τόδ᾽ ἤδη δέκατον ἐν λιμῷ τε καὶ
κακοῖσι βόσκων τὴν ἀδηφάγον νόσον.
τοιαῦτ᾽ Ἀτρεῖδαί μ᾽ ἥ τ᾽ Ὀδυσσέως βία,
ὦ παῖ, δεδράκασ᾽, οἷ᾽ Ὀλύμπιοι θεοὶ315
δοῖέν ποτ᾽ αὐτοῖς ἀντίποιν᾽ ἐμοῦ παθεῖν.
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου