.
Π-
Literature Λογοτεχνία
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
.χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
.ν.κουβελης c.n.couvelis
.
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Θουκυδίδης, Ιστορία τού Πελοποννησιακού Πολέμου
Βιβλίο Γ',83
-Κερκυραικα,Η Παθολογια τού Πολεμου
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Εμφύλιο Σύμπτωμα
είχαν ναρκοθετησει ολες τις θέσεις
κανεις σκοτωμένος ένθεν και ένθεν
δεν δικαιούται αναστασης
νεκροί είναι
έτσι κάθε ειδος επικράτησε ηθικής διαστροφής εξαιτίας των εμφυλίων
συγκρούσεων στον ελληνικό κόσμο,και η ευπρέπεια τού ήθους,που με την ανωτερότητα τού χαρακτήρα συνδέεται,αφού γελοιοποιήθηκε εξελιπε,ενώ η αναμεταξύ τους αντιπαράθεση τής δυσπιστίας πολύ διήρκησε.
γιατί για να φέρει λύση δεν υπήρχε ούτε λόγος αξιόπιστος ούτε δεσμευτικός
όρκος,αλλά αν και όλοι πολύ ικανοί ήταν στη λογική κάτι ανέλπιστο στην
ασφαλεια τους να μην πάθουν μαλλον έπαιρναν μέτρα,παρά εμπιστοσύνη
μπορούσαν να έχουν.
και οι χειρότεροι στη σύνεση συνήθως επικρατούσαν,γιατί φοβούμενοι και την
δική τους ανεπαρκεια και τών αντιπαλων την ικανότητα,μηπως υστερήσουν στα
επιχειρήματα και εξαιτίας της πολυμήχανης σκέψης τους προφθάσουν να τους
επιβουλευτουν,χωρίς δισταγμό στη δράση προχωρούσαν.
αυτοί όμως που σε αυτά δεν εδιναν σημασια και οτι να προβλέψουν μπορούσαν
και ότι καμία δράση αυτοί δεν πρεπει να αναλάβουν για όσα με τη λογική
αντιμετωπίζονται,απροστάτευτοι σε μεγάλο αριθμό σκοτωνονταν.
83] [83.1] Οὕτω πᾶσα ἰδέα κατέστη κακοτροπίας διὰ τὰς στάσεις τῷ Ἑλληνικῷ, καὶ τὸ εὔηθες, οὗ τὸ γενναῖον πλεῖστον μετέχει, καταγελασθὲν ἠφανίσθη, τὸ δὲ ἀντιτετάχθαι ἀλλήλοις τῇ γνώμῃ ἀπίστως ἐπὶ πολὺ διήνεγκεν· [83.2] οὐ γὰρ ἦν ὁ διαλύσων οὔτε λόγος ἐχυρὸς οὔτε ὅρκος φοβερός, κρείσσους δὲ ὄντες ἅπαντες λογισμῷ ἐς τὸ ἀνέλπιστον τοῦ βεβαίου μὴ παθεῖν μᾶλλον προυσκόπουν ἢ πιστεῦσαι ἐδύναντο. [83.3] καὶ οἱ φαυλότεροι γνώμην ὡς τὰ πλείω περιεγίγνοντο· τῷ γὰρ δεδιέναι τό τε αὑτῶν ἐνδεὲς καὶ τὸ τῶν ἐναντίων ξυνετόν, μὴ λόγοις τε ἥσσους ὦσι καὶ ἐκ τοῦ πολυτρόπου αὐτῶν τῆς γνώμης φθάσωσι προεπιβουλευόμενοι, τολμηρῶς πρὸς τὰ ἔργα ἐχώρουν. [83.4] οἱ δὲ καταφρονοῦντες κἂν προαισθέσθαι καὶ ἔργῳ οὐδὲν σφᾶς δεῖν λαμβάνειν ἃ γνώμῃ ἔξεστιν, ἄφαρκτοι μᾶλλον διεφθείροντο.
.
.
..
.
χνκουβελης cncouvelis
Ecco Homo
τού Hieronymous Bosh
Ο πίνακας «Ecce Homo» τού Hieronymus Bosch είναι μια έντονα δραματική και συμβολική απεικόνιση της στιγμής όπου ο Χριστός παρουσιάζεται στο πλήθος πριν από τη σταύρωση.
Στο κέντρο της σύνθεσης στέκεται ο Χριστός, πληγωμένος, με το σώμα του γυμνό στο πάνω μέρος, φορώντας το ακάνθινο στεφάνι. Το βλέμμα του είναι ήρεμο αλλά βαθιά θλιμμένο, σχεδόν αποστασιοποιημένο από τη βία που τον περιβάλλει. Η στάση του αποπνέει μια εσωτερική αξιοπρέπεια και αποδοχή της μοίρας του.
Δίπλα του βρίσκεται ο Πόντιους Πιλατους, ο οποίος, με μια χειρονομία προς το πλήθος, «παρουσιάζει» τον Χριστό λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος» (Ecce Homo). Η μορφή του Πιλάτου αποπνέει αμφιβολία ,και μια ψυχρή αποστασιοποίηση, σαν να μεταθέτει την ευθύνη στο πλήθος.
Το πλήθος καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της σκηνής. Τα πρόσωπα είναι παραμορφωμένα, σχεδόν καρικατουρίστικα, με έντονα χαρακτηριστικά που αποδίδουν κακία, ειρωνεία ,βία. Αυτή η παραμόρφωση είναι χαρακτηριστική του ύφους του Bosch: δεν αποδίδει απλώς ανθρώπους, αλλά την ηθική τους κατάσταση — τη διαφθορά, την αγριότητα, την πνευματική τύφλωση.
από τα στοματα τών μορφών φαινεται να βγαίνουν φωνές όπου εκφράζεται η καταδίκη («σταύρωσον αυτόν»). Αυτό προσδίδει μια σχεδόν θεατρική, αφηγηματική διάσταση στο έργο.
Στο βάθος, η αρχιτεκτονική είναι αυστηρή και ψυχρή, δημιουργώντας μια αντίθεση ανάμεσα στη σταθερότητα του χώρου και το χάος των ανθρώπινων παθών στο προσκήνιο.
Ο Bosch δεν ενδιαφέρεται για μια ρεαλιστική αναπαράσταση, αλλά για μια ηθική και πνευματική αλληγορία:
ο Χριστός ως σύμβολο αθωότητας και θυσίας, απέναντι σε μια ανθρωπότητα αλλοιωμένη από το μίσος και την άγνοια.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η εικόνα «Calvary» τού Pseudo Jan Wellens de Kock (περ. 1520) ανήκει στην παράδοση της βόρειας αναγεννησιακής ζωγραφικής και αποδίδει τη σκηνή της Σταύρωσης με έντονη δραματικότητα και αφηγηματική πυκνότητα.
Στο κέντρο δεσπόζει ο σταυρός του Ιησού Χριστου, υψωμένος πάνω στον λόφο του Γολγοθά. Το σώμα του είναι αποδυναμωμένο, με εμφανή τα σημάδια του μαρτυρίου, ενώ η στάση του αποπνέει ταυτόχρονα πόνο και μια υπερβατική γαλήνη.
Δεξιά και αριστερά υψώνονται οι σταυροί των δύο ληστών, που εντείνουν την τραγικότητα της σκηνής. Κάτω από τον σταυρό συγκεντρώνεται πλήθος μορφών:
Η Παναγία, συντετριμμένη, συχνά λιποθυμά ή υποβαστάζεται, εκφράζοντας τον απόλυτο μητρικό θρήνο.
Ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στέκεται κοντά της, με στάση πένθους και περισυλλογής.
Άλλες γυναικείες μορφές (Μυροφόρες) εκδηλώνουν έντονα συναισθήματα θρήνου.
Γύρω τους απλώνεται ένα πολυπληθές και χαοτικό πλήθος στρατιωτών, ιππέων και θεατών. Οι μορφές αυτές αποδίδονται με λεπτομέρεια, χαρακτηριστική της φλαμανδικής ζωγραφικής: εκφράσεις, ενδυμασίες και κινήσεις δημιουργούν μια ζωντανή, σχεδόν θεατρική αφήγηση.
Η σύνθεση είναι πολυεπίπεδη, με έντονη προοπτική που οδηγεί το βλέμμα από το πλήθος προς τον σταυρό.
Τα χρώματα είναι συχνά σκούρα και γήινα, με αντιθέσεις φωτός–σκότους που υπογραμμίζουν τη δραματικότητα.
Η λεπτομερής απόδοση (πρόσωπα, πανοπλίες, τοπία) φανερώνει την επίδραση της φλαμανδικής σχολής.
Η εικόνα δεν παρουσιάζει μόνο ένα θρησκευτικό γεγονός, αλλά μια κοσμική τραγωδία:
η ανθρώπινη σκληρότητα, η αδιαφορία του πλήθους και ο απόλυτος πόνος συνυπάρχουν με τη σιωπηλή ιερότητα της θυσίας.
Ο θεατής καλείται να κινηθεί ανάμεσα σε δύο κόσμους:
τον θορυβώδη, βίαιο κόσμο των ανθρώπων
και τον υπερβατικό, σχεδόν ακίνητο κόσμο του Εσταυρωμένου
Πρόκειται για ένα έργο που συνδυάζει:
αφηγηματική πολυπλοκότητα
έντονη συναισθηματική φόρτιση
και θεολογικό βάθος
χαρακτηριστικά που κάνουν τη σκηνή της Σταύρωσης όχι απλώς μια εικόνα, αλλά μια δραματική εμπειρία θέασης.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Ανάσταση
τού Κωνσταντίνου Παρθένη
Η «Ανάσταση» του Κωνσταντίνου Παρθένη, είναι ένα έργο που συνδυάζει τη βυζαντινή πνευματικότητα με μοντερνιστική, εξπρεσιονιστική γραφή.
Στο κέντρο δεσπόζει η μορφή του Ιησού Χριστου, όρθιος, επιμήκης, σχεδόν αιωρούμενος. Το σώμα του αποδίδεται με φωτεινές, ψυχρές αποχρώσεις (λευκά, γαλάζια, πρασινωπά), που του δίνουν μια άυλη, πνευματική διάσταση. Δεν είναι ένα σώμα βαρύ και γήινο· μοιάζει να έχει ήδη υπερβεί τη φθορά και τον θάνατο. Πίσω του σχηματίζεται μια αψιδωτή, φωτοειδής μορφή, σαν αύρα ή μανδύας δόξας, που υποδηλώνει τη θεϊκή του φύση.
Γύρω του κινούνται στρατιώτες,φρουροί του τάφου,που αποδίδονται με έντονη παραμόρφωση και ένταση. Στα αριστερά, δύο μορφές σαν να αιφνιδιάζονται από το θαύμα,η στάση τους είναι γεμάτη φόβο και σύγχυση. Στο κέντρο αριστερά, ένας στρατιώτης με πράσινο ένδυμα στρέφεται προς τον αναστημένο Χριστό, μεταξύ απορίας και εγρήγορσης. Στα δεξιά, άλλη μορφή υψώνει το δόρυ της,μοιάζει αποσβολωμένη.
Το τοπίο στο βάθος είναι σχηματοποιημένο: λόφοι, δέντρα και αρχιτεκτονικά στοιχεία αποδίδονται με γεωμετρική λιτότητα και διακοσμητικό ρυθμό. Οι γραμμές είναι έντονες, κοφτές, ρυθμικές, επιρροές από τον μοντερνισμό και τον συμβολισμό.
Η σύνθεση είναι κάθετη και ιεραρχική:
στο κέντρο το θείο, φωτεινό και ήρεμο
γύρω του το ανθρώπινο, ταραγμένο και ασταθές
Το έργο δεν επιδιώκει ρεαλισμό αλλά πνευματική ένταση. Η Ανάσταση δεν παρουσιάζεται ως ιστορικό γεγονός, αλλά ως κοσμική μεταμόρφωση: η νίκη τού φωτός πάνω στο σκοτάδι, της ζωής πάνω στον θάνατο.
.
.
. .
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο Νεκρός Che Guevara
στο δωμάτιο τού νοσοκομείου τής Βαγιεγκράντε το νεκρό σώμα τού Ernesto Che Guevara τοποθετημένο πάνω σε ένα ξυλινο τραπέζι.
Τον είχαν περικυκλωμένο.
Κάποιος διόρθωσε τη στάση τού κεφαλιου,άλλος τράβηξε το λευκό σεντονι αφήνοντας
το στήθος γυμνο.
Τα μάτια του ήταν μισάνοιχτα.
-Κλειστε τα,φώναξε κάποιος,μας κοιταει.
-Οχι,αντέδρασε ένας άλλος,αφήστε τον να μας κοιταει Αυτό θέλω.
Απομακρύνθηκαν,ανοιξαν τον κύκλο.
Ένας φωτογράφος στάθηκε απέναντι.
-Φωτογραφισε,μια φωνή τον διέταξε.
Εκείνος σήκωσε τη μηχανή αργά. Η σκηνοθετημένη σκηνή που αντίκριζε δεν ήταν
απλώς η εικόνα ενός πτώματος.Του φάνηκε παράξενα οικεία,κάτι τού θυμισε.
Ναι,ήταν ο πίνακας:
Lamentation over the Dead Christ τού Andrea Mantegna
Το νεκρό σώμα μπροστά του είχε την ίδια αυστηρή οριζοντιόποιηση,την ίδια ωχρη αποχρωση τής σάρκας,καμια ωραιοποιηση.Τα πόδια προτεταμένα με το βάρος τού θανάτου να τα τραβά προς τα κατω.Καμια εξιδανίκευση στο προσωπο.Ενα πρόσωπο ανθρώπινο,φθαρτό,στην ακινησία τού θανάτου.
Ακούστηκε το κλικ τής φωτογραφικής μηχανής.
-Αλλη μια φορά φωτογράφισε τον,ακούστηκε η φωνή διαταγής.
Το κλικ ακούστηκε δεύτερη φορά.
-Και τρίτη,μια φωνή διέταξε.
Το τρίτο κλικ.
Η εικόνα ενός νεκρού σώματος,εκτεθειμένου στο τέλος τού θανάτου του,όχι για να
το θρηνήσουν,ούτε σύμβολο ήρωα,ενός αντάρτη,αλλά μια εικόνα-τεκμηριο να ιδωθεί,
ότι τελείωσαν μ'αυτον και τις επαναστάσεις του.
Περικύκλωσαν το τραπέζι,ένας σταυρωκοπηθηκε επιδεικτικά,ενας γέλασε δυνατά περιπαικτικα,απομακρύνθηκαν και βγήκαν από το δωμάτιο.Εκλεισαν τη πορτα
Η Ιστορία σφραγιστηκε με εικονογραφία.
.
.
.
Νίκος Πουλαντζας
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Άνοδος τού Νίκου Πουλαντζα
Λίγο πριν από την πτώση
η κοινωνία ήταν ένα σύνολο από έννοιες που είχαν αποκολληθεί από τούς ανθρώπους.
Στέκονταν στο κλειστό παράθυρο.
-Το κράτος,σκέφτηκε,δεν είναι πράγμα.Είναι σχέση που επιβάλλεται.Αυτο πάντα το ήξερα.
Ανοίγει το παράθυρο.
-Αλλα τι γίνεται,συνεχίζει,όταν το υποκείμενο αποσύρεται;
.Η 'τάξη',η 'εξουσία',η 'ηγεμονία' λέξεις που άλλοτε είχαν βάρος, τώρα αιωρούνταν άδειες.
Σε λίγο θα πέσουν εκκωφαντικά.
Θυμήθηκε τον Καρλ Μαρξ:
-Οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους
Ναι,αλλά όχι πάντα υπό συνθήκες που μπορούν να αντέξουν-
Είδε στο δωμάτιο σκορπισμένα τα παιχνίδια τού παιδιού.
-Μήπως η θεωρία είναι μια μορφή άμυνας απέναντι στο χάος;
κάποτε στην αρχαιότητα έγραψε.
Μήπως το να εξηγείς τον κόσμο είναι ένας τρόπος να καθυστερείς την κατάρρευση;
Ένιωθε το σώμα του να είναι ακόμη εκεί,βαρύ,
υλικό διαλυσης.
Στο βάθος,η πόλη ξαπλωμένη στο νυχτερινό κρεβάτι της αδιάφορη.
Έσκυψε στο παράθυρο,στο βάθος κατω ο δρομος,κενός,σκοτεινός.
-Η πτώση μου,σκέφτηκε,μια συμπυκνωση από μνήμες,αγώνες,ήττες.
Είδε καθαρά τη θάλασσα τής Ελλάδας,το Ιονιο,το Αιγαιο.
Ίσως στη χώρα μου,σκέφτηκε,η ελευθερία να μην ήταν ποτέ πολιτική έννοια.
Το χέρι του άγγιξε το περβάζι.Δεν τον παραξένεψε η ψυχρη πραγματικότητα του.
Όλα τώρα έγιναν καθαρά:
καμιά θεωρία,ουτε ιστορία,ούτε κράτος. Μόνο ένα όριο.
Η απουσία κάθε ανάγκης για εξηγηση.
Πεφτοντας σκέφτονταν: πως το τέλος τού υποκειμένου είναι μια
μεταβαση,συνέχεια διαλυομενη.
Παρακαλώ καμία θεωρία να μην ενοχοποιηθει.
.
.
..
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Θουκυδίδης Ιστορία τού Πελοποννησιακού Πολέμου Βιβλίο Σ',88 -Οι Αθηναιοι στα λατομεία τών Συρακουσών αυτούς λοιπόν στα λατομεία οι Συρακούσιοι σκληρά τον πρώτο καιρό μεταχειρίστηκαν,γιατί σε βαθύ χώρο βρίσκονταν και σε μικρό πολλοί, και οι καύσωνες τού ήλιου και η πνιγερη ατμοσφαιρα επιπλέον τούς βασάνιζε αφού ήταν άστεγαστος ο χωρις,και οι νύχτες που ακολουθούσαν αντίθετα ήταν φθινοπωριατικες και ψυχρές και μ'αυτη τη μεταβολή αρρωστεναν και όλα τα έκαναν αυτοί εξαιτιας τής στενοτητας στον ίδιο χώρο, και επιπλέον οι νεκροί μαζί ο ένας με τον άλλον ήταν σωριασμενοι, οι οποιοι και από τα τραύματα και εξαιτίας τής μεταβολής τού καιρού και τέτοια πεθαιναν,και οι μυρωδιές δεν υποφερονταν,και από πείνα συνάμα και δίψα υπεφεραν,(γιατί τους έδωναν στον καθενα για οκτώ μήνες μια κοτύλη νερου και δυο κοτυλες σιταριου),αλλά και όσα είναι φυσικό σε τέτοιο χώρο όποιοι τύχει να βρεθούν να κακοπαθησουν, τίποτε δεν υπήρξε που να μην συνέβηκε σ'αυτους,και για περίπου εβδομήντα μέρες έτσι ζούσαν συγκεντρωμενοι,έπειτα εκτός τών Αθηναίων και κάποιους τών Σικελιωτων η' τών Ιταλιωτων που είχαν εκστρατεύσει μαζί τους, τους άλλους πούλησαν,και όλοι μαζί που συνελήφθηκαν,με ακρίβεια βέβαια είναι δύσκολο να ειπωθεί,όμως όχι λιγότεροι τών εφτά χιλιαδων ήταν, και συνεβει το (ελληνικο) αυτό γεγονός κατά τον πόλεμο αυτον εδω να είναι το πιο μεγαλο απο όσα εγιναν,και σε μένα φαίνεται να ειναι και από όσα εξ ακοής τών ελληνικών γνωρίζουμε,και σ'αυτους που επικράτησαν το πιο λαμπρο και σ' αυτούς που καταστράφηκαν το πιο δυστυχες,γιατί σε όλα ολοκληρωτικά νικηθηκαν και τιποτα λίγο σε τίποτα δεν κακοπαθησαν, πανωλεθρία επαθαν πραγματι όπως λέγεται,και το πεζικό και τα καράβια και τίποτε δεν έμεινε που να μην χαθηκε και λίγοι από τους πολλούς στο σπιτι επέστρεψαν, αυτά είναι λοιπόν οσα στη Σικελία εγιναν. [88] [88.1] τοὺς δ’ ἐν ταῖς λιθοτομίαις οἱ Συρακόσιοι χαλεπῶς τοὺς πρώτους χρόνους μετεχείρισαν. ἐν γὰρ κοίλῳ χωρίῳ ὄντας καὶ ὀλίγῳ πολλοὺς οἵ τε ἥλιοι τὸ πρῶτον καὶ τὸ πνῖγος ἔτι ἐλύπει διὰ τὸ ἀστέγαστον καὶ αἱ νύκτες ἐπιγιγνόμεναι τοὐναντίον μετοπωριναὶ καὶ ψυχραὶ τῇ μεταβολῇ ἐς ἀσθένειαν ἐνεωτέριζον, [2] πάντα τε ποιούντων αὐτῶν διὰ στενοχωρίαν ἐν τῷ αὐτῷ καὶ προσέτι τῶν νεκρῶν ὁμοῦ ἐπ’ ἀλλήλοις ξυννενημένων, οἳ ἔκ τε τῶν τραυμάτων καὶ διὰ τὴν μεταβολὴν καὶ τὸ τοιοῦτον ἀπέθνῃσκον, καὶ ὀσμαὶ ἦσαν οὐκ ἀνεκτοί, καὶ λιμῷ ἅμα καὶ δίψῃ ἐπιέζοντο (ἐδίδοσαν γὰρ αὐτῶν ἑκάστῳ ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας κοτύλην ὕδατος καὶ δύο κοτύλας σίτου), ἄλλα τε ὅσα εἰκὸς ἐν τῷ τοιούτῳ χωρίῳ ἐμπεπτωκότας κακοπαθῆσαι, οὐδὲν ὅτι οὐκ ἐπεγένετο αὐτοῖς· [88.3] καὶ ἡμέρας μὲν ἑβδομήκοντά τινας οὕτω διῃτήθησαν ἁθρόοι· ἔπειτα πλὴν Ἀθηναίων καὶ εἴ τινες Σικελιωτῶν ἢ Ἰταλιωτῶν ξυνεστράτευσαν, τοὺς ἄλλους ἀπέδοντο. [88.4] ἐλήφθησαν δὲ οἱ ξύμπαντες, ἀκριβείᾳ μὲν χαλεπὸν ἐξειπεῖν, ὅμως δὲ οὐκ ἐλάσσους ἑπτακισχιλίων. [88.5] ξυνέβη τε ἔργον τοῦτο [Ἑλληνικὸν] τῶν κατὰ τὸν πόλεμον τόνδε μέγιστον γενέσθαι, δοκεῖν δ’ ἔμοιγε καὶ ὧν ἀκοῇ Ἑλληνικῶν ἴσμεν, καὶ τοῖς τε κρατήσασι λαμπρότατον καὶ τοῖς διαφθαρεῖσι δυστυχέστατον· [88.6] κατὰ πάντα γὰρ πάντως νικηθέντες καὶ οὐδὲν ὀλίγον ἐς οὐδὲν κακοπαθήσαντες πανωλεθρίᾳ δὴ τὸ λεγόμενον καὶ πεζὸς καὶ νῆες καὶ οὐδὲν ὅτι οὐκ ἀπώλετο, καὶ ὀλίγοι ἀπὸ πολλῶν ἐπ’ οἴκου ἀπενόστησαν. ταῦτα μὲν τὰ περὶ Σικελίαν γενόμενα.
.
.
.
..
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Βίνσεντ βαν Γκογκ
Στην Αρλ το κίτρινο φως είναι σαν λεπιδα.
Είχε συμβεί ο καυγάς με τον Πωλ Γκωγκέν.
Λέξεις βλέμματα που πια δεν θυμάται.
Είχε βραδυασει όταν μπήκε στο πορνείο,η γυναίκα τον κοίταξε με απορία,έδιωξε
τον πελάτη,σε ένα μαντηλι τυλιγμένο τής έδωσε το αυτί του,
εκείνη άνοιξε το μαντήλι,είδε,χαμογελασε αμηχανα.
Επειτα είδε τη θλίψη στο βλέμμα της,
-στο δίνω δωρο,τής είπε και εφυγε.
Ο Βίνσεντ δεν θυμόταν τον ακρωτηριασμό,μόνο το αίμα ψυχρο,και μια περιεργη
αίσθηση ελαφρότητας.
Γυρίζοντας βρήκε μέσα στο δωμάτιο τη Σιέν,
-Που ήσουν;την αγκάλιασε,σε έψαχνα,φοβήθηκα,
έφαγες;
Η κοπέλα έτρεμε.
-κοιμησου,να ξεκουραστείς.
Τη σκέπασε με μια κουβέρτα,
Την επόμενη μέρα την σχεδίασε,ήταν έγκυος,
το μολύβι ακολουθούσε με τρυφερότητα την καμπύλη τής κοιλιάς της,
Λίγο μετά τον επισκέφτηκε ο Πολ Γκασέ.
-Πονάς;τον ρώτησε.
Ο Βίνσεντ χαμογέλασε.
-Όχι τώρα πια.
Ο γιατρός είδε τον πίνακα με το κίτρινο δωμάτιο.
-Ζωγραφιζω,γιατί δεν υπάρχω αλλιως,τού ειπε.
Τη νύχτα έγραψε ένα γράμμα στον αδελφο του Τεο.
Αγαπημένε μου Τεό,
Δεν ξέρω αν αυτό που ζω είναι ζωή ή σκιά ζωης.Οι άνθρωποι εδώ με κοιτούν σαν
να είμαι κάτι παραξενο.Και ίσως να έχουν δίκιο.
Σήμερα σχεδίασα ξανά τη Σιέν.Ειναι έγκυος. Σκέφτομαι πως η ζωή επιμένει ακόμα
και μέσα στη φθορά.Και ίσως αυτό να είναι το μόνο που αξίζει να ζωγραφίσω.
Δεν ξέρω αν θα σου στείλω αυτό το γράμμα.
Σταμάτησε να γράφει,δίπλωσε το χαρτί, αλλά δεν το έβαλε στο φάκελο.Το άφησε
δίπλα στα σχέδια τής Σιέν.
Το πρωί,το κιτρινο φως στο δωμάτιο.
Βγήκε έξω και περπάτησε στα χωραφια,τα σπαρτά κυμάτιζαν σαν θάλασσα,
ενα-δυο κοράκια πετούσαν σαν μαύροι γλάροι.
Για μια στιγμή όλα στάθηκαν ακίνητα.Και έμειναν ακινητα.
Κάτω από τον έναστρο ουρανό.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η πιθανή συνάντηση
(Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Γκριγκορι Περελμαν, Ρασκόλνικωφ,Νικολάι Σταβρογκιν,Παίκτης)
(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)
Το υπόγειο καζίνο στη Αγία Πετρουπολη με χαμηλό.φωτισμο,γεμάτο καπνο.
Πάνω στα τραπέζια οι μάρκες.
Σε ένα από αυτά όρθιος ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.
Δίπλα του ο Γκριγκόρι Περελμάν,δεν κοιτούσε τα χρήματα,ούτε τους παίκτες,κοιτούσε
τα μοτίβα,τα επαναλαμβανόμενα λάθη.
-Εδώ,είπε ο Ντοστογιέφσκι,ο άνθρωπος αποκαλύπτεται.Οχι όταν κερδίζει,αλλά όταν επιμένει να χάνει.
Ο Περελμάν απαντησε: -Δεν είναι τυχαιότητα. Είναι τοπολογία τής απελπισίας.
Πλησίασε ο Ρασκόλνικωφ,ήταν φανερά νευρικός,εσφιγγε κάποια ενοχή στις μαρκες,
κάθε ρίψη στη ρουλέτα ήταν σαν αποκάλυψη τού εγκλήματος,κάθε αριθμός που
πετυχαινε μια λύτρωση.
Απέναντί του ήρθε και στάθηκε ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς Σταβρόγκιν χαμογελοντας προκλητικα.Σχεδον βίαια επιθετικα.
-Δεν παιζω για να κερδίσω,τούς είπε, παιζω για να αποδείξω ότι τίποτα δεν έχει σημασία. Έσπρωχνε τις μάρκες στο τραπέζι με μια τρομακτικη αδιαφορία.
-Τι είναι η ηθική;συνέχισε ο Σταβρόγκιν,ένα παιχνίδι σαν κι αυτό στημένο.
Ο Ρασκόλνικωφ τον κοίταξε ειρωνικα.
-Και όμως πληρώνεις,τού είπε.Πάντα δέχεσαι να πληρώνεις.
Τότε ακούστηκε ένας θόρυβος,γύρισαν και κοίταξαν.Στη μέση τής αίθουσας ενα σώμα
είχε πρσει στο πάτωμα. Ήταν ενας άντρας χλωμός.Αρχισε να σπαρταρά,το στόμα του γεμάτο αφρούς,τα μάτια του είχαν γυρίσει ανάποδα.
-Μολις γύρισε από τα
Γκουλάγκ τής Σιβηρίας,είπε κάποιος παικτης.
Ο Περελμάν παρατηρούσε την κρίση σαν να ήταν ένα φαινόμενο που μπορούσε να περιγραφεί.
-Το σύστημα καταρρέει, είπε ήσυχα, Υπερφόρτωση.Άπειρη επανάληψη χωρίς λύση.
Ο άντρας όταν συνήλθε σηκωθηκε.Πηγε πάλι στη ρουλέτα.
-Δεν υπάρχει λύση, ψιθύρισε,Μόνο επανάληψη.
Ο Ντοστογιέφσκι είπε:
-Τον καταλαβαίνω,έχει μια επίμονη ανάγκη να ξαναπαίξει.Να ξαναχάσει. Να ξαναδοκιμάσει να προκαλέσει τον θεό τής τυχης.Τον ξέρω.Ειναι εγώ.
Ο Παικτης εσπρωξε ό,τι είχε μπροστά του στο κόκκινο.
Η ρουλέτα γύρισε.
Ο Ρασκόλνικωφ κρατούσε την αναπνοή του.
Ο Σταβρόγκιν χαμογελούσε ψυχρα. Ο Ντοστογιέφσκι έτρεμε ελαφρά.Ο Περελμάν
έκλεισε τα μάτια υπολογίζοντας το αποτέλεσμα.
Η μπίλια σταμάτησε.
Μα κανείς δεν κοίταξε τον αριθμό.
Σημασία δεν είχε η επιτυχία.
.
.
.
The Possible Encounter
(Fyodor Dostoevsky, Grigori Perelman, Rodion Raskolnikov, Nikolai Stavrogin, The Gambler)
The underground casino in Saint Petersburg, dimly lit, filled with smoke.
On the tables, the chips.
At one of them stood Fyodor Dostoevsky.
Beside him, Grigori Perelman did not look at the money, nor at the players; he looked at patterns, at recurring mistakes.
“Here,” said Dostoevsky, “man reveals himself. Not when he wins, but when he insists on losing.”
Perelman replied: “It is not randomness. It is the topology of despair.”
Raskolnikov approached, visibly nervous; he clenched some guilt in the chips. Every spin of the roulette was like the revelation of a crime, every number that hit a redemption.
Opposite him came and stood Nikolai Vsevolodovich Stavrogin, smiling provocatively—almost violently, aggressively.
“I do not play to win,” he told them, “I play to prove that nothing matters.” He pushed the chips onto the table with terrifying indifference.
“What is morality?” Stavrogin continued. “A game like this—rigged.”
Raskolnikov looked at him ironically.
“And yet you pay,” he said. “You always accept to pay.”
Then a noise was heard; they turned and looked. In the middle of the hall, a body had fallen to the floor. It was a pale man. He began to convulse; his mouth filled with foam, his eyes rolled back.
“He has just returned from the Gulags of Siberia,” said a player.
Perelman observed the seizure as if it were a phenomenon that could be described.
“The system collapses,” he said quietly. “Overload. Infinite repetition without solution.”
When the man recovered, he stood up. He went again to the roulette.
“There is no solution,” he whispered. “Only repetition.”
Dostoevsky said:
“I understand him. He has a persistent need to play again. To lose again. To try again to provoke the god of chance. I know him. He is me.”
The Gambler pushed everything he had onto red.
The roulette spun.
Raskolnikov held his breath.
Stavrogin smiled coldly.
Dostoevsky trembled slightly.
Perelman closed his eyes, calculating the outcome.
The ball stopped.
But no one looked at the number.
Success did not matter.
.
.
La rencontre possible
(Fiodor Dostoïevski, Grigori Perelman, Rodion Raskolnikov, Nikolai Stavroguine, Le Joueur)
Le casino souterrain de Saint Petersburg, faiblement éclairé, rempli de fumée.
Sur les tables, les jetons.
À l’une d’elles se tenait Fiodor Dostoïevski.
À ses côtés, Grigori Perelman ne regardait ni l’argent ni les joueurs ; il observait les motifs, les erreurs répétées.
« Ici, dit Dostoïevski, l’homme se révèle. Non pas quand il gagne, mais quand il insiste à perdre. »
Perelman répondit : « Ce n’est pas le hasard. C’est la topologie du désespoir. »
Raskolnikov s’approcha, visiblement nerveux ; il serrait une culpabilité dans les jetons. Chaque lancer de la roulette était comme la révélation du crime, chaque numéro touché une rédemption.
En face de lui vint se placer Nikolaï Vsevolodovitch Stavroguine, souriant de manière provocante—presque violemment, agressivement.
« Je ne joue pas pour gagner, leur dit-il, je joue pour prouver que rien n’a d’importance. » Il poussa les jetons sur la table avec une indifférence terrifiante.
« Qu’est-ce que la morale ? poursuivit Stavroguine. Un jeu comme celui-ci—truqué. »
Raskolnikov le regarda ironiquement.
« Et pourtant tu paies, lui dit-il. Tu acceptes toujours de payer. »
Alors un bruit se fit entendre ; ils se retournèrent. Au milieu de la salle, un corps était tombé au sol. C’était un homme pâle. Il se mit à convulser ; sa bouche pleine d’écume, ses yeux révulsés.
« Il vient de revenir des goulag de Sibérie », dit un joueur.
Perelman observait la crise comme un phénomène descriptible.
« Le système s’effondre, dit-il doucement. Surcharge. Répétition infinie sans solution. »
Lorsque l’homme reprit conscience, il se releva. Il retourna à la roulette.
« Il n’y a pas de solution, murmura-t-il. Seulement la répétition. »
Dostoïevski dit :
« Je le comprends. Il a un besoin obstiné de rejouer. De reperdre. D’essayer encore de provoquer le dieu du hasard. Je le connais. C’est moi. »
Le Joueur poussa tout ce qu’il avait sur le rouge.
La roulette tourna.
Raskolnikov retint son souffle.
Stavroguine souriait froidement.
Dostoïevski tremblait légèrement.
Perelman ferma les yeux, calculant le résultat.
La bille s’arrêta.
Mais personne ne regarda le numéro.
Le succès n’avait aucune importance.
.
.
Die mögliche Begegnung
(Fjodor Dostojewski, Grigori Perelman, Raskolnikow, Nikolai Stavrogin, Der Spieler)
Das unterirdische Kasino in Sankt Petersburg, schwach beleuchtet, voller Rauch.
Auf den Tischen lagen die Jetons.
An einem davon stand Fjodor Dostojewski.
Neben ihm beachtete Grigori Perelman weder das Geld noch die Spieler; er betrachtete Muster, wiederkehrende Fehler.
„Hier“, sagte Dostojewski, „offenbart sich der Mensch. Nicht wenn er gewinnt, sondern wenn er darauf besteht zu verlieren.“
Perelman antwortete: „Es ist kein Zufall. Es ist die Topologie der Verzweiflung.“
Raskolnikow näherte sich, sichtbar nervös; er umklammerte Schuld in den Jetons. Jeder Dreh des Roulette-Rads war wie die Offenbarung eines Verbrechens, jede getroffene Zahl eine Erlösung.
Ihm gegenüber trat Nikolai Vsewolodowitsch Stavrogin und blieb stehen, mit provokativem Lächeln—fast gewaltsam, aggressiv.
„Ich spiele nicht, um zu gewinnen“, sagte er, „ich spiele, um zu beweisen, dass nichts Bedeutung hat.“ Er schob die Jetons mit erschreckender Gleichgültigkeit über den Tisch.
„Was ist Moral?“, fuhr Stavrogin fort. „Ein Spiel wie dieses—manipuliert.“
Raskolnikow sah ihn ironisch an.
„Und doch zahlst du“, sagte er. „Du akzeptierst immer zu zahlen.“
Dann war ein Geräusch zu hören; sie drehten sich um. In der Mitte des Saals lag ein Körper am Boden. Es war ein blasser Mann. Er begann zu krampfen, Schaum vor dem Mund, die Augen verdreht.
„Er ist gerade aus den Gulags Sibiriens zurückgekehrt“, sagte ein Spieler.
Perelman beobachtete den Anfall, als wäre er ein beschreibbares Phänomen.
„Das System kollabiert“, sagte er leise. „Überlastung. Unendliche Wiederholung ohne Lösung.“
Als der Mann wieder zu sich kam, stand er auf. Er ging erneut zum Roulette.
„Es gibt keine Lösung“, flüsterte er. „Nur Wiederholung.“
Dostojewski sagte:
„Ich verstehe ihn. Er hat das zwanghafte Bedürfnis, wieder zu spielen. Wieder zu verlieren. Den Gott des Zufalls erneut herauszufordern. Ich kenne ihn. Er ist ich.“
Der Spieler setzte alles, was er hatte, auf Rot.
Das Roulette drehte sich.
Raskolnikow hielt den Atem an.
Stavrogin lächelte kalt.
Dostojewski zitterte leicht.
Perelman schloss die Augen und berechnete das Ergebnis.
Die Kugel stoppte.
Aber niemand schaute auf die Zahl.
Der Erfolg spielte keine Rolle.
.
.
Il possibile incontro
(Fëdor Dostoevskij, Grigorij Perelman, Raskol'nikov, Nikolaj Stavrogin, Il Giocatore)
Il casinò sotterraneo di San Pietroburgo, debolmente illuminato, pieno di fumo.
Sui tavoli le fiches.
A uno di essi era in piedi Fëdor Dostoevskij.
Accanto a lui Grigorij Perelman non guardava il denaro né i giocatori; osservava i modelli, gli errori ripetuti.
«Qui», disse Dostoevskij, «l’uomo si rivela. Non quando vince, ma quando insiste nel perdere.»
Perelman rispose: «Non è casualità. È la topologia della disperazione.»
Raskol’nikov si avvicinò, visibilmente nervoso; stringeva una colpa nelle fiches. Ogni giro della roulette era come la rivelazione di un crimine, ogni numero centrato una redenzione.
Di fronte a lui si fermò Nikolaj Vsevolodovič Stavrogin, sorridendo in modo provocatorio—quasi violento, aggressivo.
«Non gioco per vincere», disse, «gioco per dimostrare che nulla ha importanza.» Spinse le fiches sul tavolo con una freddezza terribile.
«Che cos’è la morale?», continuò Stavrogin. «Un gioco come questo—truccato.»
Raskol’nikov lo guardò con ironia.
«Eppure paghi», disse. «Accetti sempre di pagare.»
All’improvviso si udì un rumore; si voltarono. Al centro della sala un corpo era caduto a terra. Era un uomo pallido. Cominciò a contorcersi, la bocca piena di schiuma, gli occhi rovesciati.
«È appena tornato dai gulag della Siberia», disse un giocatore.
Perelman osservava la crisi come un fenomeno descrivibile.
«Il sistema collassa», disse piano. «Sovraccarico. Ripetizione infinita senza soluzione.»
Quando l’uomo si riprese, si alzò. Tornò alla roulette.
«Non c’è soluzione», sussurrò. «Solo ripetizione.»
Dostoevskij disse:
«Lo capisco. Ha un bisogno ossessivo di giocare ancora. Di perdere ancora. Di sfidare ancora il dio del caso. Lo conosco. Sono io.»
Il Giocatore spinse tutto ciò che aveva sul rosso.
La roulette girò.
Raskol’nikov trattenne il respiro.
Stavrogin sorrideva freddamente.
Dostoevskij tremava leggermente.
Perelman chiuse gli occhi, calcolando il risultato.
La pallina si fermò.
Ma nessuno guardò il numero.
Il successo non aveva importanza.
.
.
El posible encuentro
(Fiódor Dostoievski, Grigori Perelman, Raskólnikov, Nikolái Stavrogin, El jugador)
El casino subterráneo en San Petersburgo, con luz tenue, lleno de humo.
Sobre las mesas, las fichas.
En una de ellas estaba de pie Fiódor Dostoievski.
A su lado, Grigori Perelman no miraba el dinero ni a los jugadores; observaba los patrones, los errores repetidos.
—Aquí —dijo Dostoievski— el hombre se revela. No cuando gana, sino cuando insiste en perder.
Perelman respondió: —No es azar. Es la topología de la desesperación.
Se acercó Raskólnikov, visiblemente nervioso; apretaba la culpa en las fichas. Cada giro de la ruleta era como la revelación de un crimen, cada número acertado una redención.
Frente a él apareció Nikolái Vsevolodovich Stavrogin, sonriendo provocativamente—casi con violencia, de forma agresiva.
—No juego para ganar —les dijo—, juego para demostrar que nada importa. Empujó las fichas sobre la mesa con una indiferencia aterradora.
—¿Qué es la moral? —continuó Stavrogin—. Un juego como este, amañado.
Raskólnikov lo miró con ironía.
—Y sin embargo pagas —dijo—. Siempre aceptas pagar.
Entonces se oyó un ruido; se giraron. En el centro del salón un cuerpo había caído al suelo. Era un hombre pálido. Empezó a convulsionar, la boca llena de espuma, los ojos en blanco.
—Acaba de regresar de los gulags de Siberia —dijo un jugador.
Perelman observaba la crisis como si fuera un fenómeno describible.
—El sistema colapsa —dijo en voz baja—. Sobrecarga. Repetición infinita sin solución.
Cuando el hombre se recuperó, se levantó. Volvió a la ruleta.
—No hay solución —susurró—. Solo repetición.
Dostoievski dijo:
—Lo entiendo. Tiene una necesidad persistente de volver a jugar. De volver a perder. De volver a desafiar al dios del azar. Lo conozco. Soy yo.
El Jugador empujó todo lo que tenía al rojo.
La ruleta giró.
Raskólnikov contuvo la respiración.
Stavrogin sonreía fríamente.
Dostoievski temblaba ligeramente.
Perelman cerró los ojos, calculando el resultado.
La bola se detuvo.
Pero nadie miró el número.
El éxito no importaba.
.
.
O encontro possível
(Fiódor Dostoiévski, Grigori Perelman, Raskólnikov, Nikolai Stavróguin, O Jogador)
O casino subterrâneo em São Petersburgo, com luz fraca, cheio de fumo.
Sobre as mesas, as fichas.
Num delas estava de pé Fiódor Dostoiévski.
Ao seu lado, Grigori Perelman não olhava para o dinheiro nem para os jogadores; observava padrões, erros repetidos.
—Aqui —disse Dostoiévski— o homem revela-se. Não quando vence, mas quando insiste em perder.
Perelman respondeu: —Não é acaso. É a topologia do desespero.
Aproximou-se Raskólnikov, visivelmente nervoso; apertava a culpa nas fichas. Cada giro da roleta era como a revelação de um crime, cada número acertado uma redenção.
À sua frente surgiu Nikolai Vsevolodovich Stavróguin, sorrindo de forma provocadora—quase violenta, agressiva.
—Não jogo para ganhar —disse-lhes—, jogo para provar que nada importa. Empurrou as fichas sobre a mesa com uma indiferença aterradora.
—O que é a moral? —continuou Stavróguin—. Um jogo como este, manipulado.
Raskólnikov olhou para ele com ironia.
—E no entanto pagas —disse—. Aceitas sempre pagar.
Então ouviu-se um barulho; eles viraram-se. No centro da sala um corpo tinha caído ao chão. Era um homem pálido. Começou a ter convulsões, a boca cheia de espuma, os olhos revirados.
—Acabou de regressar dos gulags da Sibéria —disse um jogador.
Perelman observava a crise como se fosse um fenómeno descritível.
—O sistema colapsa —disse baixinho—. Sobrecarga. Repetição infinita sem solução.
Quando o homem recuperou, levantou-se. Voltou à roleta.
—Não há solução —sussurrou—. Apenas repetição.
Dostoiévski disse:
—Compreendo-o. Ele tem uma necessidade persistente de voltar a jogar. De voltar a perder. De voltar a desafiar o deus do acaso. Eu conheço-o. Sou eu.
O Jogador empurrou tudo o que tinha para o vermelho.
A roleta girou.
Raskólnikov prendeu a respiração.
Stavróguin sorria friamente.
Dostoiévski tremia levemente.
Perelman fechou os olhos, calculando o resultado.
A bola parou.
Mas ninguém olhou para o número.
O sucesso não importava.
.
.
.






.jpg)
















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου