I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Σωσαννα και οι δυο γεροι -Δανιηλ- κεφ. 1-27,Παλαιά Διαθήκη (μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Η Σωσαννα και οι δυο γεροι

-Δανιηλ- κεφ. 1-27,Παλαιά Διαθήκη 

(μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Η Σωσαννα και οι δυο γεροι

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Η Σωσαννα και οι δυο γεροι

Δανιηλ- κεφ. 1-27,Παλαιά Διαθήκη 

(μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)


ήταν ένας άντρας που κατοικούσε στην Βαβυλώνα και το όνομα του

Ιωακειμ,και πήρε γυναίκα,το όνομα Σωσαννα,κόρη του Χελκιου,

όμορφη πολυ και με φόβο Κυριου,και οι γονείς της δίκαιοι και δίδαξαν 

την κόρη τους κατά τον νόμο του Μωυσή,και ήταν ο Ιωακείμ πλούσιος 

πολυ,και γειτονικά με το σπίτι του είχε κήπο με δέντρα,και σ' αυτόν

πήγαιναν οι Ιουδαίοι επειδή ήταν ο  επιφανέστερος όλων,

και αναδείχτηκαν εκείνη τη χρονιά δυο γέροι από τον λαό ως κριτές,

για τους οποίους είπε ο Κύριος:ότι ανομία εξήλθε από την Βαβυλώνα 

από γέρους κριτές,οι οποίοι νομίζονταν κυβερνήτες του λαου,

αυτοί παρέμεναν στο σπίτι του Ιωακείμ,κι έρχονταν σ'αυτους όλοι οι 

κρινόμενοι,και το μεσημέρι μόλις έφευγαν οι άνθρωποι,εμπαινε

η Σωσαννα και περπατούσε μέσα στον κήπο του άντρα της,και κάθε

μέρα την έβλεπαν οι γέροι να μπαίνει και να περπατά  κι ένιωθαν

επιθυμία γι'αυτη,κι ο νους τους διαστραφηκε και χαμηλωναν τα μάτια 

να μην βλέπουν στον ουρανό,και ξεχασαν τις δίκαιες εντολες,

κι ήσαν κι οι δυο πολύ τσιμπημενοι μ'αυτη,και δεν είπε ο ένας στον 

άλλον τον καημό του,γιατί ντρέπονταν να πουν την επιθυμία τους ότι 

ήθελαν να σμιξουν μ'αυτη,και προσπαθούσαν κάθε μέρα να την κοιτανε,

κι είπε ο ένας στον άλλον,ας πάμε στα σπίτια μας γιατι είναι η ώρα να 

φάμε,και βγαίνοντας έξω χωρίστηκαν,και πίσω γύρισαν και ρωτώντας  

ο ένας τον αλλο τον λόγο,ομολόγησαν την επιθυμία τους,και από κοινου

συμφώνησαν να βρουν την ευκαιρια να την ξεμοναχιασουν,

και  συνέβη ενώ  παραφυλαγαν να βρουν την κατάληλλη στιγμη να μπει 

όπως συχνά έκανε με δύο μόνο κορίτσια στο κήπο κι ήθελε να λουστεί,

γιατί έκανε κάμα,και δεν ήταν κανένας άλλος εκτός από τους δυο γέρους 

που ηταν κρυμμένοι και την  επερναν  μάτι,και είπε στα κορίτσια:φέρτε

μου λάδι και αρωματικα σαπούνια  και τις πόρτες του κήπου κλείστε,

για να λουστω,κι εκαναν όπως είπε κι εκλεισαν τις πόρτες του κήπου

και βγήκαν απ' τις πλαϊνές πόρτες για να φέρουν αυτά που τις παράγγειλε

και δεν είδαν τους γέρους,γιατί ήσαν κρυμμένοι,κι όταν βγήκαν έξω τα 

κορίτσια σηκώθηκαν οι δυο γεροι κι έτρεξαν σ'αυτη,και είπαν:οι πόρτες

του κήπου είναι κλειστές,και κανένας δεν μας βλέπει,και σένα ποθούμε,

γι'αυτό να μας κάτσεις και να σμίξουμε,αν όμως όχι,θα μαρτυρησομε 

πώς μαζί σου  ήταν ένας νεαρός και γι'αυτό έδιωξες τα κορίτσια από

σενα,κι αναστεναξε η Σωσαννα κι είπε:με παγιδεψατε από παντού,

γιατι αν αυτό κάνω,θα θανατωθω,αν δεν το κάνω,δεν ξεφεύγω 

απ' τα χέρια σας,προτιμότερο μού είναι μην κάνοντας αμαρτία να πέσω 

στα χέρια σας παρά να αμαρτήσω ενώπιον του Κυρίου,και φώναξε

η Σωσαννα,φώναξαν και οι δυο γέροι που ήταν κοντά της,και τρέχοντας

ο ένας άνοιξε τις πόρτες του κήπου,όταν άκουσαν τη φωνή στο κήπο

αυτοί που ήταν στο σπίτι όρμησαν μέσα απ' την πλαϊνή πόρτα να δουν 

τι συνέβηκε σ'αυτη,μόλις είπαν οι γέροι τα ψεματα τους,ένιωσαν 

μεγάλοι ντροπή οι υπηρέτες,γιατί ποτέ δεν ειπώθηκε τέτοιος λόγος

για την Σωσαννα.

.

.

1ΚΑΙ ἦν ἀνὴρ οἰκῶν ἐν Βαβυλῶνι, καὶ ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιωακείμ. 2 καὶ ἔλαβε 

γυναῖκα, ᾗ ὄνομα Σωσάννα, θυγάτηρ Χελκίου, καλὴ σφόδρα και' φοβουμένη 

τὸν Κύριον· 3 καὶ οἱ γονεῖς αὐτῆς δίκαιοι καὶ ἐδίδαξαν τὴν θυγατέρα αὐτῶν 

κατὰ τὸν νόμον Μωυσῆ. 4 καὶ ἦν ᾿Ιωακεὶμ πλούσιος σφόδρα, καὶ ἦν αὐτῷ 

παράδεισος γειτνιῶν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ· καὶ πρὸς αὐτὸν προσήγοντο οἱ 

᾿Ιουδαῖοι διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐνδοξότερον πάντων. 5 καὶ ἀπεδείχθησαν δύο πρεσβύτεροι 

ἐκ τοῦ λαοῦ κριταὶ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ, περὶ ὧν ἐλάλησεν 

ὁ δεσπότης, ὅτι ἐξῆλθεν ἀνομία ἐκ Βαβυλῶνος ἐκ πρεσβυτέρων κριτῶν, 

οἳ ἐδόκουν κυβερνᾶν τὸν λαόν. 6 οὗτοι προσεκαρτέρουν ἐν τῇ οἰκίᾳ ᾿Ιωκείμ, 

καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτοὺς πάντες οἱ κρινόμενοι. 7 καὶ ἐγένετο ἡνίκα 

ἀπέτρεχεν ὁ λαὸς μέσον ἡμέρας, εἰσεπορεύετο Σωσάννα καὶ περιεπάτει 

ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς. 8 καὶ ἐθεώρουν αὐτὴν οἱ δύο

πρεσβύτεροι καθ᾿ ἡμέραν εἰσπορευομένην καὶ περιπατοῦσαν καὶ ἐγένοντο 

ἐν ἐπιθυμίᾳ αὐτῆς. 9 καὶ διέστρεψαν τὸν ἑαυτῶν νοῦν καὶ ἐξέκλιναν τοὺς ὀφθαλμοὺς

 αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν εἰς τὸν οὐρανόν, μηδὲ μνημονεύειν 

κριμάτων δικαίων. 10 καὶ ἦσαν ἀμφότεροι κατανενυγμένοι περὶ αὐτῆς 

καὶ οὐκ ἀνήγγειλαν ἀλλήλοις τὴν ὀδύνην αὐτῶν, 11 ὅτι ᾐσχύνοντο 

ἀναγγεῖλαι τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν ὅτι ἤθελον συγγενέσθαι αὐτῇ. 12 καὶ παρετηροῦσαν

 φιλοτίμως καθ' ἡμέραν ὁρᾶν αὐτήν. 13 καὶ εἶπαν ἕτερος 

τῷ ἑτέρῳ· πορευθῶμεν δὴ εἰς οἶκον, ὅτι ἀρίστου ὥρα ἐστί. καὶ ἐξελθόντες διεχωρίσθησαν

 ἀπ' ἀλλήλων, 14 καὶ ἀνακάμψαντες ἦλθον ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀνετάζοντες ἀλλήλους τὴν

 αἰτίαν, ὡμολόγησαν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν· καὶ 

τότε κοινῇ συνετάξαντο καιρὸν ὅτε αὐτὴν δυνήσονται εὑρεῖν μόνην. 15 

καὶ ἐγένετο ἐν τῷ παρατηρεῖν αὐτοὺς ἡμέραν εὔθετον εἰσῆλθέ ποτε 

καθὼς ἐχθὲς καὶ τρίτης ἡμέρας μετὰ δύο μόνων κορασίων καὶ ἐπεθύμησε λούσασθαι 

ἐν τῷ παραδείσῳ, ὅτι καῦμα ἦν. 16 καὶ οὐκ ἦν οὐδεὶς ἐκεῖ 

πλὴν οἱ δύο πρεσβύτεροι κεκρυμμένοι καὶ παρατηροῦντες αὐτήν. 17 καὶ 

εἶπε τοῖς κορασίοις· ἐνέγκατε δή μοι ἔλαιον καὶ σμήγματα καὶ τὰς θύρας 

τοῦ παραδείσου κλείσατε, ὅπως λούσωμαι. 18 καὶ ἐποίησαν καθὼς εἶπε 

καὶ ἀπέκλεισαν τὰς θύρας τοῦ παραδείσου καὶ ἐξῆλθαν κατὰ τὰς πλαγίας 

θύρας ἐνέγκαι τὰ προστεταγμένα αὐταῖς καὶ οὐκ εἴδοσαν τοὺς πρεσβυτέρους, 

ὅτι ἦσαν κεκρυμμένοι. 19 καὶ ἐγένετο ὡς ἐξήλθοσαν τὰ κοράσια, καὶ 

ἀνέστησαν οἱ δύο πρεσβῦται καὶ ἐπέδραμον αὐτῇ 20 καὶ εἶπον· ἰδοὺ αἱ 

θύραι τοῦ παραδείσου κέκλεινται, καὶ οὐδεὶς θεωρεῖ ἡμᾶς, καὶ ἐν ἐπιθυμίᾳ 

σού ἐσμεν· διὸ συγκατάθου ἡμῖν καὶ γενοῦ μεθ' ἡμῶν· 21 εἰ δὲ μή, καταμαρτυρήσομέν 

σου ὅτι ἦν μετὰ σοῦ νεανίσκος καὶ διὰ τοῦτο 

ἐξαπέστειλας τὰ κοράσια ἀπὸ σοῦ. 22 καὶ ἀνεστέναξε Σωσάννα καὶ εἶπε· 

στενά μοι πάντοθεν· ἐάν τε γὰρ τοῦτο πράξω, θάνατός μοί ἐστιν, ἐάν τε 

μὴ πράξω, οὐκ ἐκφεύξομαι τὰς χεῖρας ὑμῶν. 23 αἱρετώτερόν μοί ἐστι μὴ πράξασαν

 ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας ὑμῶν ἢ ἁμαρτεῖν ἐνώπιον Κυρίου. 24 καὶ ἀνεβόησε φωνῇ μεγάλῃ

 Σωσάννα, ἐβόησαν δὲ καὶ οἱ δύο πρεσβῦται 

κατέναντι αὐτῆς. 25 καὶ δραμὼν ὁ εἷς ἤνοιξε τὰς θύρας τοῦ παραδείσου. 

26 ὡς δὲ ἤκουσαν τὴν κραυγὴν ἐν τῷ παραδείσῳ οἱ ἐκ τῆς οἰκίας, 

εἰσεπήδησαν διὰ τῆς πλαγίας θύρας ἰδεῖν τὸ συμβεβηκὸς αὐτῇ. 27 

ἡνίκα δὲ εἶπαν οἱ πρεσβῦται τοὺς λόγους αὐτῶν, κατῃσχύνθησαν 

οἱ δοῦλοι σφόδρα, ὅτι πώποτε οὐκ ἐρρήθη λόγος τοιοῦτος περὶ 

Σωσάννης.

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου