I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

 .

.

Wolfgang Rihm (1952-2024) Wölfli-Liederbuch (1980/81)

https://youtu.be/RWA3TWwaWzo?is=L9WNwB2ivVu155sW


χνκουβελης cncouvelis

3 ώρες του Adolf Wölfli

μεσα στο άσυλο Waldau, 


Ο θεός κατασκεύασε τον κόσμο για να μην είναι μόνος του μεσα στη σιωπη


Πρώτη ώρα 7:00

Στις επτά ακριβώς χτύπησε το κουδούνι.

Ο Adolf Wölfli άνοιξε τα μάτια του.

Δεν σηκώθηκε.

Έμεινε ξαπλωμένος και κοίταξε την οροφή του δωματίου.Ήταν λευκή,αλλά εκείνο το πρωί δεν ήταν λευκή.Είχε πάνω της έναν τεράστιο χάρτη.

Τρεις δρόμοι ξεκινούσαν από το κεφάλι του και κατέληγαν σε τρεις πόλεις που δεν υπήρχαν ακόμη.

Η πρώτη λεγόταν Saint-Adolf.

Η δεύτερη Wölfli-City.

Η τρίτη δεν είχε όνομα.

Για την τρίτη πόλη χρειαζόταν μουσική.

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε...-

Μετρούσε τα δοκάρια.

Ύστερα τα παράθυρα.

Ύστερα τις σανίδες.

Ύστερα τις αναπνοές των ανθρώπων που βρίσκονταν στα διπλανά δωμάτια.

Κάθε αριθμός ήταν ένα καρφί στον κόσμο.

Αν σταματούσε να μετρά,ο κόσμος θα ξεκολλούσε από τον τοίχο.

Σηκώθηκε.

Φόρεσε το σακάκι του.

Στην τσέπη του υπήρχε ένα μικρό κομμάτι χαρτί.

Το είχε διπλώσει τέσσερις φορές.

Το άνοιξε.

Είχε γράψει:

ADOLF WÖLFLI

ΓΕΝΝΗΣΙΣ: 1

ΓΗ: 2

ΟΥΡΑΝΟΣ: 3

ΜΟΥΣΙΚΗ: 4

ΘΑΝΑΤΟΣ: 5

ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΚΟΜΗ.

Κοίταξε το τελευταίο.

-Όχι ακόμη,είπε.

Στο διάδρομο ακούστηκε ένα βήμα.

Ύστερα άλλο ένα.

Η νοσοκόμα πέρασε μπροστά από την πόρτα.

-Καλημέρα, Wölfli.

Ο Wölfli δεν απάντησε.

Άκουγε κάτι άλλο.

Μια τρομπέτα.

Μακρινή.

Πολύ μακρινή.

Ίσως από την Αμερική.

Ίσως από τον ουρανό.

Ίσως από μέσα του.

Πήρε το μολύβι.

Στο χαρτί σχεδίασε μια τεράστια τρομπέτα.

Η τρομπέτα ήταν τόσο μεγάλη ώστε η καμπάνα της έκλεινε μέσα της τον ήλιο.

Στη συνέχεια έγραψε κάτω από αυτή:

ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ.

Και τότε άκουσε το πρώτο χτύπημα.

07:17.

Ο κόσμος είχε αρχίσει.


Δεύτερη ώρα 8:00

Στις οκτώ ο Wölfli βρισκόταν ήδη στο τραπέζι.

Μπροστά του υπήρχε το χαρτί.

Μπροστά από το χαρτί υπήρχε το μολύβι.

Μπροστά από το μολύβι υπήρχε το χέρι του.

Αλλά ο Wölfli δεν έβλεπε το χέρι.

Έβλεπε έναν δρόμο.

Ο δρόμος ήταν μακρύς και είχε στις δύο πλευρές του εκατόν είκοσι τέσσερα δέντρα.

Κάθε δέντρο είχε επτά κλαδιά.

Κάθε κλαδί είχε έντεκα φύλλα.

Κάθε φύλλο είχε πάνω του ένα μάτι.

Τα μάτια τον κοιτούσαν.

-Μη φοβάστε,τους είπε.

Ένα από τα μάτια έκλεισε.

Ο Wölfli χαμογέλασε.

-Το είδα.

Έγραψε έναν αριθμό.

Μετά έναν δεύτερο.

Μετά έναν τρίτο.

Οι αριθμοί άρχισαν να πολλαπλασιάζονται.

Δεν ήταν πια αριθμοί.

Ήταν στρατιώτες.

Μπήκαν ο ένας πίσω από τον άλλο στην πόλη που σχεδίαζε.

Ένας στρατός από αριθμούς.

Ο 1 ήταν ο στρατηγός.

Ο 2 ήταν το άλογό του.

Ο 3 ήταν η τρομπέτα.

Ο 4 ήταν η φυλακή.

Ο 5 ήταν η μητέρα.

Ο 6 ήταν η θάλασσα.

Ο 7 ήταν ο ίδιος.

Σταμάτησε.

Κοίταξε τον αριθμό 7.

Τον κύκλωσε.

-Εγώ είμαι εδώ.

Ύστερα πήρε ένα άλλο φύλλο.

Άρχισε να σχεδιάζει μια πόλη.

Σπίτια.

Πύργους.

Γέφυρες.

Σιδηροδρόμους.

Αερόπλοια.

Ζώα με ανθρώπινα πρόσωπα.

Ανθρώπους με φτερά.

Έναν τεράστιο ήλιο με δώδεκα μάτια.

Στο κέντρο της πόλης έφτιαξε ένα δωμάτιο.

Στο δωμάτιο υπήρχε ένα τραπέζι.

Στο τραπέζι υπήρχε ένα χαρτί.

Στο χαρτί υπήρχε ένα σχέδιο.

Το σχέδιο ήταν η πόλη.

Σταμάτησε ξανά.

Κατάλαβε.

Η πόλη που σχεδίαζε βρισκόταν μέσα στην πόλη που σχεδίαζε.

Και η πόλη μέσα στην πόλη μέσα στην πόλη δεν είχε τέλος.

-Τώρα μπορώ να φύγω,είπε.

Σηκώθηκε.

Έκανε δύο βήματα προς την πόρτα.

Ύστερα σταμάτησε.

Δεν μπορούσε να φύγει.

Γιατί η πόρτα βρισκόταν μέσα στο σχέδιό του.

Και το σχέδιο βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο.

Και το δωμάτιο βρισκόταν μέσα στο άσυλο.

Και το άσυλο βρισκόταν μέσα στον κόσμο.

Και ο κόσμος βρισκόταν μέσα στο κεφάλι του.

Κάθισε πάλι.

-Εντάξει», είπε.

«Θα φύγω αργότερα.

Κοίταξε το ρολόι.

08:42.

Έμεναν δεκαοκτώ λεπτά.

Τα δεκαοκτώ λεπτά έγιναν δεκαοκτώ χρόνια.

Τα δεκαοκτώ χρόνια έγιναν δεκαοκτώ αιώνες.

Ο Wölfli ακούμπησε το αυτί του στο τραπέζι.

Άκουσε θάλασσα.


Τρίτη ώρα 9:00

Στις εννέα ο ήλιος είχε ανέβει.

Ο Wölfli καθόταν μπροστά στο παράθυρο.

Έξω υπήρχε ο κήπος.

Τα δέντρα ήταν ακίνητα.

Οι νοσοκόμοι περνούσαν.

Κάποιος μιλούσε.

Κάποιος γελούσε.

Κάποιος έβηχε.

Όλα συνέβαιναν κανονικά.

Αλλά για τον Wölfli η ώρα είχε ήδη τελειώσει.

Η ενάτη ώρα δεν ήταν ώρα.

Ήταν πόρτα.

Πίσω από την πόρτα υπήρχε ένας άλλος Wölfli.

Τον έβλεπε.

Ήταν μεγαλύτερος.

Είχε μακριά λευκά μαλλιά.

Κρατούσε ένα τεράστιο βιβλίο.

-Ποιος είσαι; ρώτησε ο Wölfli.

Ο άλλος δεν απάντησε.

Άνοιξε το βιβλίο.

Οι σελίδες ήταν γεμάτες μουσική.

Όχι νότες.

Αριθμούς.

Γράμματα.

Σχήματα.

Πόλεις.

Άστρα.

Ζώα.

Τρένα.

Βουνά.

Γυναίκες.

Πλοία.

Και στη μέση κάθε σελίδας υπήρχε πάντα ένας άνθρωπος.

Ο ίδιος άνθρωπος.

Ο Adolf.

Ο Wölfli άγγιξε το τζάμι.

-Εγώ είμαι;

Ο άλλος έγνεψε.

-Και πού είμαστε;

Ο άλλος έδειξε το βιβλίο.

Ο Wölfli κατάλαβε.

Δεν υπήρχε έξοδος.

Το βιβλίο ήταν ο κόσμος.

Και ο κόσμος ήταν το βιβλίο.

Και εκείνος ήταν ο άνθρωπος που το έγραφε.

Ξαφνικά το κουδούνι χτύπησε.

Ο ήχος ήταν τόσο δυνατός ώστε όλα τα δέντρα έγειραν.

Ο Wölfli σηκώθηκε.

Το χαρτί έπεσε στο πάτωμα.

Έσκυψε να το πάρει.

Στην τελευταία του σελίδα είχε εμφανιστεί κάτι που δεν είχε γράψει ο ίδιος.

Μία μόνο φράση:

ADOLF, ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΝΑ ΒΓΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΣΕΛΙΔΑ ΣΟΥ.

Ο Wölfli διάβασε τη φράση τρεις φορές.

Ύστερα πήρε το μολύβι.

Και από κάτω έγραψε:

ΤΟΤΕ ΘΑ ΦΤΙΑΞΩ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ.

Σχεδίασε έναν κύκλο.

Μέσα στον κύκλο έναν δεύτερο.

Μέσα στον δεύτερο έναν τρίτο.

Μέσα στον τρίτο έναν τέταρτο.

Στον τέταρτο έβαλε έναν ήλιο.

Στον ήλιο έβαλε ένα μάτι.

Στο μάτι έβαλε τον εαυτό του.

Και στον εαυτό του έβαλε ένα μικρό μολύβι.

Στις δέκα ακριβώς, άφησε κάτω το μολύβι.

Για πρώτη φορά μέσα σε τρεις ώρες δεν υπήρχε κανένας αριθμός.

Μόνο σιωπή.

Ο Wölfli κοίταξε έξω.

Ο κόσμος εξακολουθούσε να υπάρχει.

Τα δέντρα.

Ο ουρανός.

Ο τοίχος.

Η αυλή.

Οι άνθρωποι.

Το παράθυρο.

Και τότε χαμογέλασε.

Γιατί είχε καταλάβει κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να καταλάβει:

ο κόσμος δεν είχε φτιαχτεί για να κατοικείται.

Είχε φτιαχτεί για να σχεδιάζεται ξανά.

Πήρε το μολύβι.

Και άρχισε πάλι από την αρχή.

Ένα.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου