.
.
χνκουβελης cncouvelis
Εβδοκιά και Κωνσταντάκης
Σαράντα μήλα σ’ένα μαντήλι δεμένα,
σαράντα μέρες σε ζητώ, αγάπη μου,εσένα
κι ο Κωνσταντάκης ο μικρός
ο μικροκωνσταντινος
έζωσε το σπαθακι του τον μαυρον καβαλικεψε
και πήρε το δρόμο το στρατι στης Εβδοκιας
να παει
κι ήρθαν του μαντάτα μαύρα και πικρα
την Εβδοκια σου κλέψανε
ξένος αποξενος την άρπαξε
με συνοδεια τους δράκους
την πήρε πέρα απ'τα ψηλά βουνά
σε κάστρο εκλεισε δίχως κλειδιά στις πόρτες
ως τ'ακουσε ο Κωνσταντής βαριά φωνή εβγάζει
Βδοκια μου ως την αυγή αν δεν σε βρω
βολιουμαι να πεθανω
τον μαύρο του εκεντησε σαν άνεμος εχύθη
τρια βουνά επερασε τρία ποτάμια μαυρα
εννιά γεφύρια γκρέμισε εννιά θεριά σκοτωνει
κι έφτασε στον ξένο πύργο νύχτα χωρίς φεγγαρι
τη πόρτα με το σπαθί εχτύπησε κι οι πέτρες εραγισαν
κι η γη εβογγηξε και τα δεντρά τσακισαν
και βγήκε ο άρπαγας με εκατό πολεμισταδες
κι ο Κωνσταντάκης δεν εδηλιασε
απάνω τους σαν λιοντας τους χυμαει
κόβει κεφάλια συριζα
κι όσο να'ρθει το μεσημέρι
στο χώμα τούς αρραδιασε
να πλεν στο αιμα
επηρεν την καλή του σιμα στο άλογο καβάλα
και στη πατρίδα εγύρισέ την
παντοτινή γυναικα
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου