I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ -TRANSLATING ANCIENT GREEK TEXTS -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis -4

.
.

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

-TRANSLATING ANCIENT GREEK TEXTS

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis 

-4

.

.
Λουκιανός
Πῶς δεῖ ἱστορίαν συγγράφειν
Περί των Κολάκων Ιστορικων
-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

12. Ὥστ᾽ οὐδὲ τυγχάνουσιν οὗ μάλιστα ἐφίενται· οἱ γὰρ ἐπαινούμενοι πρὸς αὐτῶν μισοῦσι μᾶλλον καὶ ἀποστρέφονται ὡς κόλακας, εὖ ποιοῦντες, καὶ μάλιστα ἢν ἀνδρώδεις τὰς γνώμας ὦσιν· ὥσπερ Ἀριστόβουλος μονομαχίαν γράψας Ἀλεξάνδρου καὶ Πώρου, καὶ ἀναγνόντος αὐτῷ τοῦτο μάλιστα
τὸ χωρίον τῆς γραφῆς [17] — ᾤετο γὰρ χαριεῖσθαι τὰ μέγιστα τῷ βασιλεῖ ἐπιψευδομενος ἀριστείας τινὰς αὐτῷ καὶ ἀναπλάττων ἔργα μείζω τῆς ἀληθείας — λαβὼν ἐκεῖνος τὸ βιβλίον — πλέοντες δὲ ἐτύγχανον ἐν τῷ ποταμῷ τῷ Ὑδάσπῃ — ἔῤῥιψεν ἐπὶ κεφαλὴν ἐς τὸ ὕδωρ ἐπειπών, Καὶ σὲ δὲ οὕτως ἐχρῆν, ὦ Ἀριστόβουλε, τοιαῦτα ὑπὲρ ἐμοῦ μονομαχοῦντα καὶ ἐλέφαντας ἑνὶ ἀκοντίῳ φονεύοντα.
Καὶ ἔμελλέ γε οὕτως ἀγανακτήσειν ὁ Ἀλέξανδρος, ὅς γε οὐδὲ τὴν τοῦ ἀρχιτέκτονος τόλμαν ἠνέσχετο, ὑποσχομένου τὸν Ἄθω εἰκόνα ποιήσειν αὐτοῦ καὶ μετακοσμήσειν τὸ ὄρος εἰς ὁμοιότητα τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ κόλακα εὐθὺς ἐπιγνοὺς τὸν ἄνθρωπον οὐκετ᾽ οὐδ᾽ ἐς τὰ ἄλλα ὁμοίως ἐχρῆτο.

12 ώστε τίποτα δεν πετυχαίνουν από αυτά που επιθυμούν,γιατί οι επαινουμενοι πιο πολύ τους σιχαίνονται και τους αποστρέφονται σαν κόλακες,και καλά κάνουν,και πολύ ορθό είναι αν έχουν αξιοπρεπεια,όπως ο Αριστόβουλος ο οποίος έγραψε την μονομαχία του Αλέξανδρου και του Πώρου και διαβάζοντας σ'αυτον εκείνο μάλιστα το χωρίο της γραφης-γιατί νόμιζε πως θα ευχαριστησει
τα μέγιστα τον βασιλιά λέγοντας ψέματα για τα κατορθώματα του και πλάθοντας τις πράξεις του πιο πάνω σπ'την αληθεια-παιρνωντας εκείνος το βιβλιο-ετυχε να πλέουν στον ποταμό Υδάσπη-το πέταξε με δύναμη κάτω στα νερά λεγοντας,Και για σένα το ίδιο έπρεπε να κάνω, Αριστόβουλε,τέτοιες για μένα να κανεις μονομαχίες κι ελέφαντες με μια ακοντιά να σκοτωνεις,Και φυσικό επόμενο ήταν έτσι να αγανακτήσει ο Αλέξανδρος,ο οποίος ούτε το θράσος του αρχιτέκτονα ανέχθηκε,που του προτεινε το Άθως να κάνει εικόνα του και να μεταμορφωσει το όρος να μοιαζει με τον βασιλιά,αλλ'αμεσως καταλαβαίνοντας πως κόλακας ήταν ο άνθρωπος ποτέ σε τίποτα αλλο ομοίως δεν τον χρησιμοποιησε
.
.

Rare Late 17th Century Brussels Historical Tapestry, Alexander and Porus



Ο Αλέξανδρος και το όρος Άθως (Η πρόταση του Δεινοκρατη του Ρόδιου)
.
.
Η συνάντηση του νικητή Αλέξανδρου με τον ηττημένο βασιλιά Πωρο
Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής (Πλούταρχος)
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

XI....
τὸ τοῦ Πώρου δεῦρο μετενεγκεῖν. Ἐκεῖνος γὰρ ὡς ἤχθη πρὸς Ἀλέξανδρον αἰχμάλωτος,
πυθομένου πῶς αὐτῷ χρήσηται,

«βασιλικῶς» εἶπεν «ὦ Ἀλέξανδρε.»
Πάλιν δ´ ἐπερομένου

«μή τι ἄλλο;»
«οὐδέν» εἶπε «πάντα γὰρ ἐστιν ἐν τῷ βασιλικῶς.»

Κι αυτό του Πώρου εδώ μεταγραφω.
Αφού εκείνος προσηχθει στον Αλέξανδρο αιχμάλωτος αυτος τον ρώτησε πώς θέλει να
τον μεταχειριστεί

'βασιλικως' απαντησε 'Αλεξανδρε'

Και ξαναρωτωντας τον
'μηπως και κάτι άλλο;'

'τιποτα' απαντησε 'γιατι τα πάντα βρίσκονται στο βασιλικως'
.
.
.
.

Αντιγονη του Σοφοκλη-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο ΡΗΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΙΣΜΗΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΣΙΓΝΗΤΗ ΑΝΤΙΓΟΝΗ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

[Αντιγονη του Σοφοκλη,στιχοι 49-68]
-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ισμήνη
οἴμοι. φρόνησον, ὦ κασιγνήτη, πατὴρ
ὡς νῷν ἀπεχθὴς δυσκλεής τ᾽ ἀπώλετο,50
πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων διπλᾶς
ὄψεις ἀράξας αὐτὸς αὐτουργῷ χερί.
ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή, διπλοῦν ἔπος,
πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον·
τρίτον δ᾽ ἀδελφὼ δύο μίαν καθ᾽ ἡμέραν55
αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω μόρον
κοινὸν κατειργάσαντ᾽ ἐπαλλήλοιν χεροῖν.
νῦν δ᾽ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει
ὅσῳ κάκιστ᾽ ὀλούμεθ᾽, εἰ νόμου βίᾳ
ψῆφον τυράννων ἢ κράτη παρέξιμεν.60
ἀλλ᾽ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο μὲν γυναῖχ᾽ ὅτι
ἔφυμεν, ὡς πρὸς ἄνδρας οὐ μαχουμένα.
ἔπειτα δ᾽ οὕνεκ᾽ ἀρχόμεσθ᾽ ἐκ κρεισσόνων,
καὶ ταῦτ᾽ ἀκούειν κἄτι τῶνδ᾽ ἀλγίονα.
ἐγὼ μὲν οὖν αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς65
ξύγγνοιαν ἴσχειν, ὡς βιάζομαι τάδε,
τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι πείσομαι· τὸ γὰρ
περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα.

Ισμήνη
αλίμονο,συλλογισου,αδελφή μου,πως ο πατέρας
ως μιαρος κι ατιμασμένος αφανίσθηκε,50
απ'τ' αμαρτήματα π'αυτός ο ίδιος φανέρωσε
τα δυό μάτια με το ίδιο του ξεριζώνοντας το χέρι,
έπειτα η μητέρα κι η γυναίκα,τα δυό αυτά τη λες,
με σχοινιού θηλειά ολέθρια τερμάτησε το βίο.
τρίτο σε μιά τα δυό μας αδέλφια μέσα μέρα 55
αλληλοσκοτώθηκαν τα δύσμοιρα θάνατο
κοινό ετοίμασαν με του ενός και τ'άλλου τα χέρια  ,
τώρα πάλι εμείς,σκεψου,που μόνες έχουμε απομείνει
πόσο κακά θα χαθούμε,αν του νόμου την ισχύ
απόφαση τυράννων κι εξουσία παραβουμε, 60
αλλά να καταλάβεις αυτό πρέπει γυναίκες ότι
γεννηθήκαμε,προς τους άντρες να μην μαχόμαστε,
έπειτα ένεκα που κυβερνιόμαστε από πιό ισχυρούς
κι αυτά να υπακούμε κι ακόμα απ'αυτά δω οδυνηρότερα.
εγώ λοιπόν αφού ζητήσω απ΄τους κατω απ'τη γη 65
συγχωρεση να παράσχουν,πως αυτά δω αναγκάζομαι να κάνω,
σ'αυτούς που σ'εξουσία έχουν ανέλθει να υπακούσω,γιατί
να πράττεις πάν'απ'αυτά που μπορείς δεν έχει κανένα νόημα

Ο ΡΗΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΙΣΜΗΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΣΙΓΝΗΤΗ ΑΝΤΙΓΟΝΗ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η  τραγωδια Αντιγονη του Σοφοκλη παρουσιαστηκε το 441 π.Χ στην Αθηνα πιθανον στα
Μεγαλα Διονυσια
Εκεινη την εποχη,μεσα του 5ου αι,ειχε θεμελιωθει η Ρητορικη,ως συστηματικη  Τεχνη
του Λογου,απο τους Σοφιστες,τον Πρωταγορα [490-420 π.Χ],τον Γοργια τον Λεοντινο[483-
375 π.Χ ],τον ρητορα Αντιφωντα Ραμνουσιο [480-410 π.Χ],επομενως ο Σοφοκλης[ 496-
406 π.Χ ]την γνωριζε,
Το 'να μιλα καλα ' καποιος,να ειναι ευγλωτος ειναι χαρισμα,και μπορει οποιοσδηποτε
να το εχει απο τη φυση του,
Η διαφορα της Ρητορικης  ειναι οτι ειναι συστηματικη τεχνη του λογου,την οποια καποιος
επιμελως διδασκεται  και μαθαινει να εφαρμοζει,
Ο Αριστοτελης στη Ρητορικη του ξεχωριζει τρεις ρητορικους λογους:
α]Συμβουλευτικο Λογος,ο οποιος προτρεπει η' απορριπτει προς οφελος  πραξεις [γενικα η'
προσωπων για πραξεις] οι οποιες θα συμβουν στο μελλον
β]Δικανικος Λογος,ο οποιος κατηγορει η' υπερασπιζει πραξεις,[γενικα η' προσωπων για πραξεις]αδικες η'δικαιες,οι οποιες εχουν συμβει  στο παρελθον
γ]Επιδεικτικος Λογος,ο οποιος επαινει η' ψεγει πραξεις [γενικα η' προσωπων για πραξεις]
οι οποιες εχουν συμβει  στο παρον

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΝ Α'
[μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]

ὥστ’ ἐξ ἀνάγκης ἂν εἴη τρία γένη τῶν λόγων τῶν ῥητορικῶν, συμβουλευτικόν, δικα-
νικόν, ἐπιδεικτικόν. συμβουλῆς δὲ τὸ μὲν προτροπή, τὸ δὲ ἀποτροπή· ἀεὶ γὰρ καὶ οἱ ἰδίᾳ συμβουλεύοντες καὶ οἱ (10) κοινῇ δημηγοροῦντες τούτων θἄτερον ποιοῦσιν. δίκης δὲ τὸ μὲν κατηγορία, τὸ δ’ ἀπολογία· τούτων γὰρ ὁποτερονοῦν ποιεῖν ἀνάγκη τοὺς
ἀμφισβητοῦντας. ἐπιδεικτικοῦ δὲ τὸ μὲν ἔπαινος τὸ δὲ ψόγος. χρόνοι δὲ ἑκάστου τούτων εἰσὶ τῷ μὲν συμβουλεύοντι ὁ μέλλων (περὶ γὰρ τῶν ἐσομένων συμβου(15) λεύει ἢ προτρέπων ἢ ἀποτρέπων), τῷ δὲ δικαζομένῳ ὁ γενόμενος (περὶ γὰρ τῶν πεπραγμένων ἀεὶ
ὁ μὲν κατηγορεῖ ὁ δὲ ἀπολογεῖται), τῷ δ’ ἐπιδεικτικῷ κυριώτατος μὲν ὁ παρών (κατὰ γὰρ τὰ ὑπάρχοντα ἐπαινοῦσιν ἢ ψέγουσιν πάντες),

επομενως αναγκαστικα θα υπαρχουν τρια ειδη ρητορικων λογων,ο συμβουλευτικος,
ο δικανικος,ο επιδεικτικος,της συμβουλης για να προτρεψει  η' να αποτρεψει,γιατι παντοτε
κι αυτοι που κατ'ιδια συμβουλευουν κι αυτοι που δημοσια δημογορουν κανουν απο αυτα
το ενα η' το αλλο.της δικης ο στοχος ειναι η κατηγορια η' η απολογια.γιατι απο αυτα το ενα
απο τα δυο κανουν αναγκαστικά οι αντιδικοι.του δε επιδεικτικου ο στοχος ειναι ο επαινος
η' ο ψογος. σε καθεναν απο αυτους οι χρονοι ειναι στον μεν συμβουλευτικον ο μελλον
γιατι γι'αυτα που προκειται να συμβουν συμβουλευει προτρεπωντας η' αποτρεπωντας].
στους δικαζομενους ο παρελθον[γιατι γι'αυτα που εχουν πραχθει παντοτε ο μεν κατηγορει,
ο δε απολογειται].στον δε επιδεικτικο κυριως  περισσοτερο ο παρον[γιατι για τα παροντα
επαινουν η' ψεγουν παντες],

η τεχνη της ρητορικης και στα τρια ειδη του λογου,συμβουλευτικου,δικανικου,επιδεικτικου
εχει στοχο να πεισει τον εκαστοτε ακροατη της η' τους εκαστοτε ακροατες της,αντιστοιχα
ειτε προς ωφελος ,ειτε προς καταδικη η' υπερασπιση,ειτε προς επαινο η' ψογο,επομενως
ο ρητορας για να προκαλεσει την πειθω  μεταχειριζεται τρεις τροπους:
1]τη λογικη
2]το ηθος του
3]το παθος[το συναισθημα] του ακροατη[των ακροατων]
και το πετυχαινει με τους καταλληλους ρητορικους συλλογισμους:
-τα ενθυμηματα:
συλλογισμοι[επιχειρηματα] στα οποια μια προκειμενη προταση η' το συμπερασμα
ειναι εικοτα,ευκολως εννοουμενα,ετσι ειναι,εχουν,παραδεγμενα
-τα παραδειγματα:
λογικα επιχειρηματα που εξαγονται απο καποιο γεγονος η' καποια παρατηρηση

συμφωνα με τον Πρωταγορα για καθε πραγμα υπαρχουν δυο γνωμες[δισσοι λογοι],
.το Α ειτε ειναι προς ωφελος  ειτε ειναι προς ζημια
.το Α ειτε ειναι προς καταδικη ειτε ειναι προς αθωωση
.το Α ειτε ειναι προς επαινο ειτε ειναι προς ψογο ,

Ας κανουμε ποιητικη αδεια μια υποθεση:
η Ισμηνη εχει σπουδασει ρητορικη τεχνη και ευλογως λοιπον την χρησιμοποιει για να
συμβουλεψει  την Αντιγονη[Συμβουλευτικος Ρητορικος Λογος],
να την αποτρεψει απο την αποφαση της: εναντια στο νομο του βασιλια Κρεοντα να θαψει
τον σκοτωμενο αδελφο τους Πολυνεικη,φανατικα επικαλουμενη τον αγραφο νομο περι
ταφης των νεκρων και να την προτρεψει να μην την πραγματοποιησει  προς ωφελος της.

Στοχος της λοιπον της Ισμηνης,δια του στοματος του μεγαλου τραγωδου ποιητου Σοφοκλη,
ειναι να την μεταπεισει,[να την πεισει] μεταχειριζομενη ρητορικους συλλογισμους,
επιχειρηματα,που θα ειναι λογικοι,θα δειχνουν το ηθος της,και θα προκαλεσουν το παθος,
το συναισθημα,της Αντιγονης,του ακροατη του Συμβουλευτικου Ρητορικου Λογου,
με την βοηθεια παραδειγματων και ενθυμηματων[εικοτων,ετσι εχουν τα πραγματα,
παραδεγμενων]

ΙΣΜΗΝΗ
οἴμοι. φρόνησον, ὦ κασιγνήτη,
αλίμονο,συλλογισου,αδελφή μου,

το οἴμοι[αλίμονο],το φρόνησον[συλλογισου] στοχευουν να προκαλεσουν το παθος.
το φοβο,στην Αντιγονη
με το ὦ κασιγνήτη,δειχνει το ηθος της,ειναι ομομητρια και ομοπατρια αδελφη της,
ομαιμος,αρα θελει το καλο της,το ωφελος της,κι επομενως ευνοικα να την ακουσει στην
προτροπη-συμβουλη της
.
πατὴρ
ὡς νῷν ἀπεχθὴς δυσκλεής τ᾽ ἀπώλετο,50
πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων διπλᾶς
ὄψεις ἀράξας αὐτὸς αὐτουργῷ χερί.

πως ο πατέρας
ως μιαρος κι ατιμασμένος αφανίσθηκε,50
απ'τ' αμαρτήματα π'αυτός ο ίδιος φανέρωσε
τα δυό μάτια με το ίδιο του ξεριζώνοντας το χέρι,

σε αυτον τον αποδεικτικο συλλογισμο[ενθυμημα/παραδειγμα],που ειναι ατελης
λειπει η προκειμενη προταση[εικως]:

.η ανθρωποκτονια και η αιμομιξια ειναι τιμωρητεα αμαρτηματα
επομενως:
.οποιος διαπραττει ανθρωποκτονια και αιμομιξια τιμωρειται
τοτε συμπληρωμενος ο συλλογισμος γινεται:
.ο Οιδιποδας σκοτωσε τον πατερα του Λαιο και παντρευτηκε την μανα του Ιοκαστη
.ο Οιδιποδας διεπραξε ανθρωποκτονια και αιμομιξια
επομενως:
.ο Οιδιποδας [αυτο]τιμωρηθηκε για ανθρωποκτονια και αιμομιξια

επισης: με το πατήρ,δηλωνει το ηθος της,μιλαει για τον κοινο πατερα τους,την κοινη τους
μοιρα,αρα αδυνατον να μην θελει το καλο της
και τις εκφρασεις:ἀπεχθὴς δυσκλεής τ᾽ ἀπώλετο,ἀμπλακημάτων.επιδιωκει,ομοιοπαθητικα,
πως αν δεν ακουσει τη συμβουλη της θα αφανισθει κι αυτη οπως ο πατερας τους μισητη
κι ατιμασμενη,

σ'αυτον και στον επομενο συλλογισμο ο χρονος ειναι ο παρελθοντικος[ᾶυτα εγιναν στο
παρελθον,ειναι περασμενα],
.
ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή, διπλοῦν ἔπος,
πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον·

έπειτα η μητέρα κι η γυναίκα,τα δυό αυτά τη λες,
με σχοινιού θηλειά ολέθρια τερμάτησε το βίο.

και σε αυτον τον αποδεικτικο συλλογισμο[ενθυμημα/παραδειγμα],που ειναι ατελης
λειπει η προκειμενη προταση[εικως]:

.η αιμομιξια ειναι καταδικαστεα πραξη
.η Ιοκαστη διεπραξε αιμομιξια
επομενως:
.η Ιοκαστη [μήτηρ καὶ γυνή, διπλοῦν ἔπος]τιμωρηθηκε
[απο ντροπη αυτοτιμωρηθηκε,πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον·]

μ'αυτο το παραδειγμα τονωνει η ομιλητρια-Ισμηνη το ηθος της,μετεχουν την ιδια
τραγικη μοιρα,τη μοιρα των Λαβδακιδων,
η οποια προσθετικα κλιμακωνεται τραγικα στο τριτο παραδειγμα,σε χρονο συγχρονο,
παροντα: την κοινη  μοιρα [μόρον κοινὸν,θανατο κοινο] των αδελφων τους Πολυνεικη
και Ετεοκλη

τρίτον δ᾽ ἀδελφὼ δύο μίαν καθ᾽ ἡμέραν55
αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω μόρον
κοινὸν κατειργάσαντ᾽ ἐπαλλήλοιν χεροῖν.

τρίτο σε μιά τα δυό μας αδέλφια μέσα μέρα 55
αλληλοσκοτώθηκαν τα δύσμοιρα θάνατο
κοινό ετοίμασαν με του ενός και τ'άλλου τα χέρια ,

Ατελης[ελλειπων]συλλογισμος:

.οποιος κινειται εναντιον της πατριδος ειναι προδοτης  και τιμωρειται με θανατο αταφος
.ο Πολυνεικης κινηθηκε εναντιον της πατριδος
επομενως:
.ο Πολυνεικης ειναι προδοτης και τιμωρειται με θανατο αταφος
.
με τον συλλογισμο που ακολουθει,ως συνεπεια,των τριων παραπανω,θελει
να προκαλεσει το φοβο,παθος,στην Αντιγονη γιατι τους χειροτερα τους περιμενουν
νῦν δ᾽ αὖ [τωρα παλι]αν εμμεινει στην αρχικη της αποφαση:να θαψει τον νεκρο Πολυνεικη,
της τονιζει σκόπει:[σκεψου]:

νῦν δ᾽ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει
ὅσῳ κάκιστ᾽ ὀλούμεθ᾽, εἰ νόμου βίᾳ
ψῆφον τυράννων ἢ κράτη παρέξιμεν.60

τώρα πάλι εμείς,σκεψου,που μόνες έχουμε απομείνει
πόσο κακά θα χαθούμε,αν του νόμου την ισχύ
απόφαση τυράννων κι εξουσία παραβουμε, 60

τωρα,αφου εχασαν πατερα,μητερα και τα δυο αδελφια εμειναν μονες κι ορφανες,
κι αν δεν υπακουσουν στον ισχυοντα νομο θα χαθουν,

 ο συλλογισμος ειναι:
.η ανυπακουη στους νομους τιμωρειται αυστηροτατα
.η Αντιγονη[και συνακολουθα η Ισμηνη ως αδελφη της ]δεν υπακουει στους νομους
επομενως:
.η Αντιγονη[και συνακολουθα η Ισμηνη ως αδελφη της ]θα τιμωρηθουν αυστηροτατα
.
τοτε η Ισμηνη προχωρωντας τον συμβουλευτικο ρητορικο της λογο λεει

ἀλλ᾽ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο μὲν γυναῖχ᾽ ὅτι
ἔφυμεν, ὡς πρὸς ἄνδρας οὐ μαχουμένα.

αλλά να καταλάβεις αυτό πρέπει γυναίκες ότι
γεννηθήκαμε,προς τους άντρες να μην μαχόμαστε,

εδω εχουμε τον εξης συλλογισμο,επιχειρημα[φυσικου νομου]:

.στη φυση το ισχυροτερο ον υπερεχει του  αδυνατοτερου οντος
.ο αντρας και οι γυναικα ειναι φυσικα οντα
.ο αντρας ως ισχυροτερος υπερεχει της γυναικας ως αδυνατοτερης
επομενως:
.η Αντιγονη και η Ισμηνη ως γυναικες που ειναι πρεπει να υποτασονται στους αντρες

επομενως,εδω γινεται[οπως και με το:ἀλλ᾽ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο,αλλά να καταλάβεις αυτό πρέπει] επικληση στο παθος,στο συναισθημα του φοβου για τιμωρια,μη οφελος:

ἔπειτα δ᾽ οὕνεκ᾽ ἀρχόμεσθ᾽ ἐκ κρεισσόνων,
καὶ ταῦτ᾽ ἀκούειν κἄτι τῶνδ᾽ ἀλγίονα.

έπειτα ένεκα που κυβερνιόμαστε από πιό ισχυρούς
κι αυτά να υπακούμε κι ακόμα απ'αυτά δω οδυνηρότερα.
.
παρακατω η ρητορας  Ισμηνη για να καταφερει να μεταστρεψει την Αντιγονη απο την
εμμονη της,πιστη,στους αγραφους νομους των χθονιων για τον σεβασμο και ταφη των
νεκρων κανει τον εξης συλλογισμο[να αρει την αντισταση της,να της δωσει ηθικο
αιτιολογητικο απεναντι στους χθονιους]

.οι χθονιοι ως αγαθοι καταλαβαινουν την αναγκη των θνητων και συγχωρουν
.εμεις,εγω η Ισμηνη κι εσυ η Αντιγωνη,θνητες,ειμαστε υπο τον εξαναγκασμο των κυβερνωντων
επομενως:
εμας,εμενα την Ισμηνη κι εσενα την Αντιγονη,θνητες,θα μας συγχωρεσουν

και γι'αυτο το σκοπο[να αρει τους ενδοιασμους της] ακριβως της λεει:

ἐγὼ μὲν οὖν αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς65
ξύγγνοιαν ἴσχειν, ὡς βιάζομαι τάδε,
τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι πείσομαι·

εγώ λοιπόν αφού ζητήσω απ΄τους κατω απ'τη γη 65
συγχωρεση να παράσχουν,πως αυτά δω αναγκάζομαι να κάνω,
σ'αυτούς που σ'εξουσία έχουν ανέλθει να υπακούσω,

ετσι ὴ Ισμηνη περατωνοντας τον Συμβουλευτικο  Ρητορικο της Λογο προς την Αντιγονη
για να την πεισει να αλλαξει την σταση της,προτρεποντας την προς οφελος της και
αποτρεποντας της απο τον ολεθρο της, αποφαινεται με την γνωμη,σκεψη,γνωμικο
[αποφθεγμα:συντομη συμβουλευτικη φραση αναντιρρητης αληθειας]:

τὸ γὰρ
περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα.

γιατί
να πράττεις πάν'απ'αυτά που μπορείς δεν έχει κανένα νόημα.
.
.
Βεβαια γνωριζουμε οτι η Αντιγονη του Σοφοκλη δεν μεταπειστηκε,κι ακολουθεισαι την τραγικη της μοιρα:
μεσα στη σπηλια-φυλακη που την εκλεισε ο Κρεων κρεμαστηκε αυτοκτονοντας,
κι επειτα εγιναν ολα τα υπολοιπα κακα:
.ο Αιμων,ο αρραβωνιαστικος της,γιος του Κρεοντα,οταν την βρηκε κρεμασμενη αυτοκτο-
νησε,
.η μητερα του Ευριδικη οταν εμαθε για την αυτοκτονια του γιου της αυτοκτοκτονησε
.ο ιδιος ο Κρεων συνετριμενος αυτοεξοριστηκε.
Η Ισμηνη συμπαρασταθηκε στην αδελφη της Αντιγονη,απειληθηκε με τιμωρια,η οποια
ομως δεν εκτελεσθηκε
.
.
.


Στρεψιάδης Φειδιππίδης και Σωκράτης,Αριστοφάνης Νεφέλες,
χαρακτικό του Joannes Sambucus,1564

ΑΦΟΡΜΗ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΙΔΙΟΛΕΚΤΟΥ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ,
ΛΟΞΥΓΚΑΣ,ΣΟΦΙΖΟΜΑΙ.
Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ Ο ΛΟΞΥΓΚΑΣ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ,ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ,
Ο ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΣΤΙΣ ΝΕΦΕΛΕΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ
-μεταφραση αρχαιων κειμενων χ,ν,κουβελης c,n,couvelis

-λόξυγκας,μ'έπιασε λόξυγκας,λυγκιάζω,τον έπιασε λόξυγκας
ο λόξυγκας είναι μιά ακούσια γρήγορη εισπνοή αέρα που με το κλείσιμο του λάρυγκα ακούγεται ήχος,ο λόξυγκας,
είναι σωματικό αντανακλαστικό που προκαλείται από την ξαφνική σύσπαση του διαφράγματος και των μεσοπλεύριων μυών,
λύγξ,λυγκός,λύζω βήχω,καταπίνω,λόξυγκ,λόξυγκας,λυγκιάζω
.
[Πλάτων Συμπόσιον]
[ο σκωπτικός και πειραχτήρι Αριστοφάνης έχοντας,η' μάλλον προσποιούμενος
λόξυγκα,ότι τον έπιασε λόξυγκας αναβάλλει την ομιλία του:Τι είναι ο Έρωτας,στο
Συμπόσιο δίνοντας τη σειρά του στον γιατρό Εριξύμαχο δοκιμάζοντας την ιατρική
[ιπποκρατική] του επάρκεια, και κυρίως πειράζοντας την σοβαρότητα της ατμόσφαιρας,
της παρέας,και την σοβαροφάνεια της συζήτησης με τον αστεισμό του λόξυγκα,
είναι σαν να τους υπενθύμιζε πως ό βήχας κι ο έρωτας δεν κρύβονται ',
Επομένως ο Αριστοφάνης προσωποποιήται ως λόξυγκας.Αριστοφάνης ο Λόξυγκας]

Παυσανίου δὲ παυσαμένου , διδάσκουσι γάρ με ἴσα λέγειν οὑτωσὶ οἱ σοφοί , ἔφη ὁ Ἀριστόδημος δεῖν μὲν Ἀριστοφάνη λέγειν, τυχεῖν δὲ αὐτῷ τινὰ ἢ ὑπὸ πλησμονῆς ἢ ὑπό τινος ἄλλου λύγγα ἐπιπεπτωκυῖαν καὶ οὐχ οἷόν τε εἶναι λέγειν, [185d] ἀλλ᾽ εἰπεῖν αὐτόν , ἐν τῇ κάτω γὰρ αὐτοῦ τὸν ἰατρὸν Ἐρυξίμαχον κατακεῖσθαι , Ὦ Ἐρυξίμαχε, δίκαιος εἶ ἢ παῦσαί με τῆς λυγγὸς ἢ λέγειν ὑπὲρ ἐμοῦ, ἕως ἂν ἐγὼ παύσωμαι. καὶ τὸν Ἐρυξίμαχον εἰπεῖν· Ἀλλὰ ποιήσω ἀμφότερα ταῦτα· ἐγὼ μὲν γὰρ ἐρῶ ἐν τῷ σῷ μέρει, σὺ δ᾽ ἐπειδὰν παύσῃ, ἐν τῷ ἐμῷ. ἐν ᾧ δ᾽ ἂν ἐγὼ λέγω, ἐὰν μέν σοι ἐθέλῃ ἀπνευστὶ ἔχοντι πολὺν χρόνον παύεσθαι ἡ λύγξ· εἰ δὲ μή, ὕδατι [185e] ἀνακογχυλίασον. εἰ δ᾽ ἄρα πάνυ ἰσχυρά ἐστιν, ἀναλαβών τι τοιοῦτον οἵῳ κινήσαις ἂν τὴν ῥῖνα, πτάρε· καὶ ἐὰν τοῦτο ποιήσῃς ἅπαξ ἢ δίς, καὶ εἰ πάνυ ἰσχυρά ἐστι, παύσεται. Οὐκ ἂν φθάνοις λέγων, φάναι τὸν Ἀριστοφάνη· ἐγὼ δὲ ταῦτα ποιήσω.

[μετάφραση χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
ο Παυσανίας αφού έπαυσε,για να το εκφράσω με ταυτολογία όπως ακριβώς διδάσκουν οι σοφοί,είπε ο Αριστόδημος,έπρεπε ο Αριστοφάνης να μιλήσει,συνέβαινε όμως σ'αυτόν
από κάτι η΄ από πολυφαγία η΄από κάποιο άλλο λογο  λόξυγκας να τον έχει πιάσει και δεν
 ήταν έτσι να μιλήσει,[185d] αλλ'είπε,γιατί κοντά του ο γιατρός Εριξύμαχος ήταν ξαπλω-
μένος,Εριξύμαχε,σωστό είναι η΄να μου πάψεις τον λόξυγκα η' να μιλήσεις πριν από μένα,
μέχρι γω να πάψω,και ο Εριξύμαχος είπε.αλλά και το΄να και τ'άλλο απ' αυτά θα κάνω,
γιατί έγώ θα μιλήσω στο δικό σου μέρος,εσύ όταν θα πάψει,στο δικό μου,ενώ γω
θα μιλώ,αν εσύ θέλεις κράτα να μην αναπνέεις πολύ ώρα να πάψει ο λόξυγκας,αν όχι,με
νερό[185e] κάνε γαργάρα.αν όμως πάρα πολύ δυνατός είναι,παίρνωντας κάτι τι βάλτο
μέσ'τη μύτη,φταρνίσου,κι αν αυτό το κάνεις μιά η' δυό φορά,κι αν πάρα πολύ δυνατός
είναι,θα πάψει.Μην καθυστερείς να μιλήσεις,είπε ο Αριστοφάνης,εγώ αυτά θα κάνω.

έτσι μαθαίνουμε πως η αρχαία  ελληνική ιατρική με τον Ιπποκράτη αντιμετώπιζε
τον λόξυγκα:
-κρατάς την αναπνοή
-κάνεις  γαργάρες με νερό
-φταρνίζεσε
[εμείς κάναμε κι ένα τέταρτο:χτυπούσαμε δυνατά στη πλάτη τον πάσχοντα,αυτόν που
τον είχε πίασει λόξυγκας,λυγκιάζει]
.
τι σοφίζεται;,τι σοφίζεσαι;,
οἱ δὲ σοφοὶ καὶ σοφισταὶ ἐκαλοῦντο· καὶ οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ οἱ ποιηταὶ σοφισταί, καθὰ καὶ Κρατῖνος ἐν Ἀρχιλόχοις  τοὺς περὶ Ὅμηρον καὶ Ἡσίοδον ἐπαινῶν οὕτως καλεῖ.
[Διογένης ο Λαέρτιος., Βίοι Φιλοσόφων. 1.12].
Σοφιστές,αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι που δίδασκαν ότι η αλήθεια είναι σχετική
Κάποιοι οπαδοί των σοφιστών έκαναν το άσπρο μαύρο και το μαύρο άσπρο ώστε το
σοφίζομαι να πάρει αρνητική έννοια και να σημαίνει:έντεχνα,με συγκαλυμμένο τρόπο,
παραβιάζοντας τη λογική υποστηρίζω  η΄απορρίπτω κάτι ,
μέχρι που έφτασε να είναι συνώνυμο του:'σκέφτομαι να ξεφύγω,να ξεγελάσω,να
εντυπωσιάσω,
στη κωμωδια του Νεφελαι ο Αριστοφανης σοφιζεται σατυριζοντας,γελοιοποιοντας
τον Σωκρατη ως Σοφιστη,
.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ ΝΕΦΕΛΑΙ/ΤΟ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
οι Νεφέλες παρουσιάσθηκαν στα Μεγάλα Διονύσια το 423 π.Χ και πήραν το τρίτο βραβείο,
ο Αριστοφάνης[445 π.Χ -386 π.Χ] τη διόρθωσε κι αυτή σώζεται,
σατυρίζει τους Σοφιστές,και τον Σωκράτη ως Σοφιστή,ο Σωκράτης όμως δεν ήταν Σοφιστής,
οι Νεφέλες είναι προσωποκοποίηση τως νεφελώδων ιδέων της φιλοσοφίας των Σοφιστών,
οι οποιοι θεωρούν το Χάος ,τη Δίνη,και τη Γλώσσα θεούς
Οι Νεφέλες,αναμφισβήτητα ένα αριστούργημα,είναι η Μεγάλη Αδικία που έγινε στον
Μεγάλο Φιλόσοφο Σωκράτη[470 π.Χ-399 π.Χ]
Γνωρίζουμε ότι ο Σωκράτης κατηγορήθηκε πως εισάγει καινα δαιμόνια και διαφθείρει
του νέους και καταδικάσθηκε σε θάνατο με κώνειο το 399 π.Χ,
το γεγονός αυτό προκάλεσε τύψεις στον Αριστοφάνη
Αν τη δούμε όμως από άλλη άποψη,οι Νεφέλες είναι Υπέρ του Σωκράτη: επιδεικνύει πως
ο Άδικος Λόγος μπορεί να διαστρέψει τον Δίκαιο Λόγο,αυτόν του Σωκράτη
...
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ ΝΕΦΕΛΑΙ
[μεταφραση αποσπασματων χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]
ΤΑ ΑΡΧΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΕΨΙΑΔΗ
Ο Στρεψιαδης ειναι καταχρεωμενος απο τον ασωτο γιο του Φειδιππιδη,ο οποιος σπαταλα
την περιουσια του στα αλογα,στα στοιχηματα του ιπποδρομου,
Αδυνατωντας να αποπληρωσει τους δανειστες που τον πιεζουν αποφασιζει να στειλει
τον Φειδιππιδη να μαθει στους Σοφιστες την Τεχνη του Λογου για να αποφυγει την
πληρωμη των χρεων,
Ο Φειδιππιδης τεμπελης κι αυθαδης δεν δεχεται και τοτε ο Στρεψιαδης πηγαινει ο ιδιος
να μαθει στους Σοφιστες τη Τεχνη του Αδικου Λογου ο οποιος νικα τον Δικαιο Λογο

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
άνοιξε τα γκαβά σου να δεις
βλέπεις αυτή τη πορτούλα και το παραγκάκι;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
τι στραβούλιακας είμαι,και τι'ναι,μπαμπά;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
για ψυχές να κάνει σοφές είναι παραμορφωτήριον
μέσα κει κάθονται άντρες ξύπνιοι ο ουρανός
λένε είναι σα καμίνι που μας ζώνει
γύρα γύρα,κι εμείς ήμαστε τα κάρνα,
αυτήνοι σε μαθαίνουν αν ευρώ τους δώσεις
στα λόγια να νικάς και δίκια κι άδικα
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
ποιοί είναι; 100
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ακριβώς δεν ξέρω τα ονόματα,
πάντως είναι λεπτολόγοι επιστήμονες ψείρες φίνοι
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
α παπά σκατά ,τους  ξέρω,πένιες,
χτικιάριδες,αυτούς τους ξυπόλητους λες,
το λαμόγιο ο Σωκράτης κι ο ΧαίρεΦώντας

...αδύνατο δια λόγου να τον πείσει...
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
και τι στον Κόρακα γουστάρεις να μάθω;
[ο Κόρακας δεν είναι αυτός που κάνει κρα αλλά ο σικελός σοφιστής δικηγόρος
Κόρακας ο Συρακούσιος,5ος αι. π.Χ]
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
αυτοί λένε πως διπλά έχουνε τα λόγια,
τα δυνατά χαρτιά,να πούμε,και τα λιμά.
κι αυτός ο αδύνατος λένε λόγος νικάει
τον αλλόνε όσο πολύ κι αν αδικάει,
αν λοιπόν μου μάθεις τον άδικο το λόγο,
όσα γιά σε τώρα χρωστάω,απ'τα χρέη αυτά
τίποτα δεν θα γυρίσω ούτ΄ένα δα ευρώ

...ούτ' όμως και πάλι πείθει τον αλογομούρη Φιδιππιδι
κι αναγκάζεται ο Στρεψιάδης να πάει αυτός να σπουδάσει στρεψοδίκης...

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
πως γέρος εγώ με φουλ αλτσχάιμερ κι αργόστροφος
τέτοιας ακρίβειας  περικοκλάδες λογικής 130
πολυσχιδείς θα μάθω;όμως ανάγκη να πάω,
τι χάνω καιρό;και τη πόρτα δε χτυπώ;ε παιδί,παιδοίων
ΜΑΘΗΤΗΣ
άει στο Κόρακα,ποιός χτυπά τη πόρτα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ.
του Φείδωνα ο γιός ο Στρεψιάδης απ΄τις Κουκουβάονες
ΜΑΘΗΤΗΣ
είσ'απολίτιστος,μα τη πίστη μου,ένα ζώο τόσο 135
που δε σε νοιάζει τη πόρτα να κλωτσοκοπανάς
και την ιδέα  που ήβρα μου την απόρριξες
ΣΤΡΕΨΙΑ∆ΗΣ
συχώραμε,πέρα μακρυά στα χωράφια ζω,
αλλά πε μου το  πράμα π'απόρριξες
ΜΑΘΗΤΗΣ
α δεν κάνει,μόνο στους μαθητές το λένε 140
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
έλα πε μου τώρα ανοικτά,γιατ'εγώ αυτός εδώ
ήρθα γιά μαθητής στο παραμορφωτήριο
ΜΑΘΗΤΗΣ
ε τότε να σου πω,αλλ'όμως αυτά μεταξύ μας μυστικά
ρώτησε πριν  από λίγο τον ΧαίρεΦώντα ο Σωκράτης
ο ψύλλος πόσες φορές πηδάει τη πατούσα του,145
γιατί αφού δάγκωσε του ΧαίρεΦώντα το φρύδι
πάνω στο κεφάλι του Σωκράτη πετάχτηκε
ΣΤΡΕΨΙΑ∆ΗΣ
πως λοιπόν το μέτρησε;
ΜΑΘΗΤΗΣ
πάρα πολύ επιδέξια,έλιωσε κερί,έπειτα τον ψύλλο   
πιάνοντας βούτηξε μέσ'το κερί τα πόδια του, 150
κι όταν κρύωσε γύρω τους κόλλησαν παντουφλάκια,
αυτά αφού τα'βγαλε μέτρησε την απόσταση
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ω μα το θεό,τι λεπτοδουλειά του νου
ΜΑΘΗΤΗΣ
και τι λοιπόν θα πεις,αν μι'άλλη μάθεις του Σωκράτη ιδέα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ποιά;παρακαλώ,πές τη μου
ΜΑΘΗΤΗΣ
τον ρώτησε ο ΧαίρεΦώντας απ'τα Σπάτα,
ποιό τα δυό νομίζει,τα κουνούπια
απ'το στόμα τραγωδούν η' απ'τον κώλο
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τι λοιπόν εκείνος είπε γιά το.κουνούπι
ΜΑΘΗΤΗΣ
είπε του κουνουπιού το έντερο είναι στενό,
μεσ'απ'αυτό που'ναι λεπτό ο αέρας
προχωρα μ'ορμή στο κώλο, έπειτα
η κωλοτρυπίδα όντας σούφρα εκεί
που'ναι στενή πορδίζει απ΄την ορμή τ'αέρα
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ.
σάλπιγγα λοιπόν είναι ο κώλος των κουνουπιών,
τρισευλογημένος που έτσι κολονοσκοπευοκλάνει,
αλήθεια πόσο εύκολα μπορεί ν'απαλλαχθεί σε δίκη
όποιος διατρύπησε καλά  το έντερο του κουνουπιού

...εισχωρούν στο οικίδιον και βλέπει τα οικεία τους σοφίσματα κι απορεί να μάθει
τα καθέκαστα

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
προς θεού,τι στο καλό είν'όλ'αυτά;πες μου
ΜΑΘΗΤΗΣ
η αστρονομία είν'αυτή
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
και τούτο κει τι;
ΜΑΘΗΤΗΣ
γεωμετρία
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
και σε τι λοιπόν είναι χρήσιμη;
ΜΑΘΗΤΗΣ
στο μέτρημα της γης
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ποιά απ'όλες;αυτή πού σου΄λαχε σε κλήρο;
ΜΑΘΗΤΗΣ
όχι,αλλά την όλη
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
έυφυές,γιατί αυτό το σόφισμα δημοκρατικό και χρήσιμο
ΜΑΘΗΤΗΣ
ωρίστε της γης όλης ο γεωγραφικός χάρτης,τον βλέπεις;
να δω η Αθήνα
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
μα τι μου λες; δεν το πιστεύω,
επειδής δικαστές δεν βλέπω καθησμένους
ΜΑΘΗΤΗΣ
και τούτ'εδώ η χώρα αλήθεια είν'η Αττική
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
και που'ναι οι Κουκουβαονιώτες οι χωριανοί μου
ΜΑΘΗΤΗΣ
μέσα δω βρίσκονται,να κι η Εύβοια,όπως βλέπεις,
αυτή δω η απομεμακρυσμένη πέρα ως πέρα
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
βλέπω,απομεμακρύνθηκε κι από μας κι απ΄τον Περικλή,
αλλά η Λακεδαιμωνία που στο δίαολο είναι;
ΜΑΘΗΤΗΣ
που είναι; να αυτή δω
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τόσο κοντά μας,αυτό πολύ πολύ να φροντίστε,
αυτή από μας πολύ πολύ μακρυά να τραβήξτε
ΜΑΘΗΤΗΣ
α αυτό δεν γίνεται
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τότε μα το θεό θα θρηνήστε
[βλέπει ξαφνικά τον Σωκράτη κρεμασμένο ψηλά μεσα σ'ένα καλάθι]
ώπα στάσου,ποιός είναι κείνος ο άνθρωπος που ταρνανιέται στη καλάθα ;
ΜΑΘΗΤΗΣ
Αυτός
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τι Αυτός;
ΜΑΘΗΤΗΣ
ο Σωκράτης
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
 ε Σωκράτη,
έλα βάλτου μιά φωνή γιά μένα
ΜΑΘΗΤΗΣ
όχι,φωναξέ τον ο ίδιος,δεν είναι δουλειά μου
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σωκράτη
ω Σωκρατούλη
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
τι με φωνάζεις,θνητέ;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
πρώτα πρώτα,σε παρακαλώ,τι στο διάτανο κάνεις εκεί πάνω,πε μου
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αεροβατώ και περιεργάζομαι τον ήλιο
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
και γιατί από καβαλημένο καλάμι τους θεούς υπέρ νοείς
κι όχι απ'τη γη;πως έτσι;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
γιατί ποτέ δεν θα'βρησκα σωστά τα μετέωρα πράγματα,
αν δεν κρέμαγα το νου και το λεπτό συλλογισμό
δεν έσμιγα με τον όμοιο αέρα,
αν χάμω ήμουνα και τα πάνω από κάτω κοίταζα
ποτέ δεν θα τα'βρησκα,αφού η γη μ'ορμή τραβά
σ'αυτήν την δύναμη τη ζωντάνια της σκέψης,
το ίδιο ακριβώς παθαίνει και το κάρδαμο
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τι μου λες;
η σκέψη τραβά τη ζωντάνια στο κάρδαμο;
έλα τώρα,κατέβαινε,Σωκρατούλη,σε με,
να με διδάξεις αυτά γιά τα οποία έχω έρθει
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
και γιατί ήρθες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
επειδής θέλω να μάθω να μιλάω,
γιατί από τοκογλύφους κερδοσκόπους κι ανάλγητους
άγομαι και φέρομαι,τη περιουσία μου βγάζουν στο σφυρί
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
από που χρεωμένος βγήκες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
η αρρώστεια των αλόγων με σύντριψε,φοβερή φαγάνα,
αλλ'όμως τον άλλον δίδαξέ με απ'τους δυό σου λόγους,
αυτόν που τίποτε δεν δίνεις,κι ότι πληρωμή ζητήσεις
θα στη καταθέσω ορκίζομαι μα τους θεούς
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ε σε ποιούς θεούς ορκίζεσαι;πρώτα πρώτα αφού των θεών
σε μας δεν υφίσταται το νόμισμα

 ...ο Σωκράτης του εισάγει τους νέους θεούς,τις Νεφέλες,βροντερές...
.
ο Στρεψιάδης βλέπει τις Νεφέλες και τις ακούει να βροντούν κι απ΄τη τρομάρα
δύσκολα θα κρατηθεί να μην χεστεί πάνω του

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
σας σέβομαι,πολυδοξασμένες,και θέλω ν'απαντήσω με πορδές
στις βροντές σας,πόσο τις τρέμω και τις φοβάμαι,κι αν πρέπον
είναι,τώρα, η΄ δεν είναι πρέπον,πάνω μου θα χεστώ
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
μην κοροιδεύεις και μη κάνεις όπως οι κακομοίρηδες κωμικοί ποιητές

...και συνεχίζονται τα παινέματα των Νεφελών...

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αυτές πως είναι θεές ούτ'ήξερες ούτε νόμιζες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
μα το θεό,αλλά ομίχλη και δροσιά πίστευα και καπνός πως είναι
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
καθόλου όμως,μα το θεό,μάθε δεν είναι έτσι,πάρα πολλούς
αυτές τρέφουν σοφιστές,προφήτες απ'το Θούριο,
ψευτογιατρούς,μαλλιαροδακτυλιδοβρωμονυχάτους
και κυκλικών χορών διθυραμβοτραγουδολυγιστάδες,
απατεώνες αστρολόγους θρέφουν τεμπελχανάδες,μόνο
και μόνο γιατί με ύμνους που γράφουν γιάυτές τις δοξολογούν

...και συνεχίζουν θεολογικά και φυσικά...

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
γιατί αυτές είναι οι μοναδικές θεές,όλα τ'άλλα είναι αερολογίες
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ο Δίας σε μας,έλα πες,μα τη Γη,ο Ολύμπιος δεν είναι θεός;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ποιός Δίας ,μη λες ανοησίες,δεν υπάρχει ο Δίας
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τι μου λες;αλλά ποιός βρέχει;πρώτα σ'άυτό απ'όλα απαντησέ μου
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αυτές βεβαίως,και μ'ατράνταχτα στοιχεία αυτό θα στ'αποδείξω,
σκέψου,πότε ποτέ χωρίς Νεφέλες έχεις δει να βρέχει ;
κι όμως έπρεπε σ'αιθρία αυτός να βρέχει,ενώ αυτές λείπουν
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
μα τον Απόλλωνα,τούτο δω τώρα με λόγια ωραία το ταίριαξες,
μπροστύτερα εγώ,αλήθεια,νόμιζα πως ο Δίας μέσ'από κόσκινο κατουράει ,
αλλ'όμως τώρα ποιός βροντάει πες μου,που με κάνει να τρέμω
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αυτές βροντάνε καθώς κυλάνε
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
με ποιό τρόπο;τα πάντα εσύ τολμάς
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
όταν γεμίσουν με νερό πολύ κι αναγκασθούν να κινηθούν,
κάτω γκρεμίζονται απ'το μέγάλο φορτίο της βροχής,έπειτα
βαρειές η μιά στην άλλη πάνω πέφτουν σκάνε και μπουμπουνίζουν
...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
....όμως τίποτα  γιά το μπουμπούνισμα και τη βροντή δεν με δίδαξες
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
μα δεν μ'άκουσες που είπα ότι οι Νεφέλες γεμάτες με νερό
καθώς πέφτουν η μιά πάνω στην άλλη βροντούν λόγω πυκνότητας
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ξηγησέ το μου,αυτό να το πιστέψω
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
από σένα τον ίδιο θα σου δείξω,δεν συνέβει στα Παναθήναια
με ζωμό αφού φούσκωσες έπειτα να ταράχτηκε το στομάχι σου,
και ο κλονισμός ξαφνικα το κάνει να γουργουρίζει
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
μα το θεό,πολύ,αμέσως,με πονάει και ταράζεται κι όπως ακριβώς η βροντή
το ζουμί μπουμπουνίζει και φοβερά φωνάζει,αργά στην αρχή παππάξ παππάξ,
κι έπειτα συνεχίζει παπαπαππάξ,κι οταν χεζω,συνεχώς βροντά παπαπαππὰξ
όπως ακριβώς εκείνες
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
σκέψου από'να τόσο δα τέτοιο στομαχάκι πόσο τέτοιες ρίχνεις πορδές,
ο αέρας που΄ναι τόσο απέραντος,πως να μην τόσο φοβερά βροντάει;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
α γι'αυτό και τα ονόματα και των δύο,βροντή και πορδή,μοιάζουν

...τώρα να μάθει γιά τον κεραυνό θέλει...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
δεν ξέρω,αλλά συ ωραία τα λες φαίνεται,όμως τι σόι ο κεραυνός είναι;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
όταν σ'άυτες αέρας ξηρός ανεβαίνοντας κλειστεί απ'ολούθε
από μεσα αυτές όπως ακριβώς φούσκα φυσά,και τότε απ΄την πίεση
σχίζοντάς τες έξω βγαίνει ορμητικός εξ αιτίας της πυκνότητας,
κι απ΄τη ορμη και την δυναμή του πιάνει φωτιά και καίγεται
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
μα το θεο,κι εγώ αδέξια το'παθα αυτό εδώ κάποτε στα Διάσια,
ψήνοντας κοιλιά στους συγγενείς,αμέλησα όμως να τη σχίσω,
επόμενο ήταν αυτή φούσκωσε,κι έπειτα  ξαφνικά σκάζοντας με κρότο
τα μάτια μου πιτσίλησε και μου κατάκαψε το πρόσωπο

...τώρα ήρθε η ώρα κι ο Στρεψιάδης ζητάει απ' τις Νεφέλες να μάθει το
στριψοδικείν...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
όχι μεγάλες ιδέες εγώ να λέω,γιατί τέτοιες δεν επιθυμώ,
αλλ'όσα γιά να στρεψοδικώ κι απ΄τους δανειστές να ξεφεύγω

...ξεκινούν τα σοφιστικά μαθήματα...

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αλλά σύντομα να σε ρωτήσω θέλω,
έχεις καλή μνήμη;
 ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
κατά δύο τρόπους,μα το θεό,
αν κάτι μου χρωστούν έχω πολύ μεγάλη μνήμη
αν όμως χρωστάω φοβερά πολύ ξεχασιάρης

...τα μαθήματα περιπλέκονται με σοφιστείες,και ο Στρεψιάδης αγανακτεί
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ο ίδιος ότι θέλεις πρώτα βρες και λέγε
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
άκουσες χιλιάδες φορές αυτό που εγώ θέλω,
γιά τους τόκους,όπως σε κανέναν να μην πληρώνω

...ο Στρεψιάδης μπλέκεται στα νεφελώδη μαθηματα,,μέτρα αντιμέτρα αρσενικά που΄ναι θηλυκά, απογοητεύεται και τα παρατά,
τελικα πείθεται ο Φειδιππιδης να σπουδάσει και γίνεται άριστος μαθητής του Άδικου
Λόγου,τον εφαρμόζει με συνέπεια ο πατέρας του Στρεψιάδης να έχει περισσότερα
βάσανα από πριν
π.χ
ο Στρεψιαδης πατερας χτυπουσε τον γιο  Φειδιππιδη οταν ηταν μικρος για το καλο του
ο Στρεψιαδης πατερας ειναι γερος και κανει παλαβομαρες που δεν ειναι για το καλο του
..........................................................................................................................
επομενως:
ο γιος Φειδιππιδης πρεπει να χτυπησει τον Στρεψιαδη πατερα για το καλο του
...κτλ  σοφιστικα

...όπου μετά από πολλα Αδίκου και Δικαίου Λόγου περιπέτειες  κι αφού καμένος για καμένος
πυρπολεί το παραμορφωτήριον φθάνουμε στο τέλος
ΧΟΡΟΣ
1510 ας εξέρθουμε,γιατί έχουμε χορέψει όσο αρμόζει σήμερα
ΧΟΡΟΣ
1510 Ἡγεῖσθ᾿ ἔξω· κεχόρευται γὰρ μετρίως τό γε τήμερον ἡμῖν

.
.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Δεῦρό νυν ἀπόβλεπε.
Ὁρᾷς τὸ θύριον τοῦτο καὶ τοἰκίδιον ;
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Ὁρῶ. Τί οὖν τοῦτ᾿ ἐστὶν ἐτεόν, ὦ πάτερ ;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ψυχῶν σοφῶν τοῦτ᾿ ἐστὶ φροντιστήριον.
Ἐνταῦθ᾿ ἐνοικοῦσ᾿ ἄνδρες οἳ τὸν οὐρανὸν
λέγοντες ἀναπείθουσιν ὡς ἔστιν πνιγεύς,
κἄστιν περὶ ἡμᾶς οὗτος, ἡμεῖς δ᾿ ἅνθρακες.
Οὗτοι διδάσκουσ᾿, ἀργύριον ἤν τις διδῷ,
λέγοντα νικᾶν καὶ δίκαια κἄδικα.
[100] ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Εἰσὶν δὲ τίνες ;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Οὐκ οἶδ᾿ ἀκριβῶς τοὔνομα.
Μεριμνοφροντισταὶ καλοί τε κἀγαθοί.
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Αἰβοῖ, πονηροί γ᾿, οἶδα. Τοὺς ἀλαζόνας,
τοὺς ὠχριῶντας, τοὺς ἀνυποδήτους λέγεις,
ὧν ὁ κακοδαίμων Σωκράτης καὶ Χαιρεφῶν.
...
ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ
Καὶ τί σοι μαθήσομαι ;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Εἶναι παρ᾿ αὐτοῖς φασὶν ἄμφω τὼ λόγω,
τὸν κρείττον᾿, ὅστις ἐστί, καὶ τὸν ἥττονα.
Τούτοιν τὸν ἕτερον τοῖν λόγοιν, τὸν ἥττονα,
νικᾶν λέγοντά φασι τἀδικώτερα.
Ἤν οὖν μάθῃς μοι τὸν ἄδικον τοῦτον λόγον,
ἃ νῦν ὀφείλω διὰ σέ, τούτων τῶν χρεῶν
οὐκ ἂν ἀποδοίην οὐδ᾿ ἂν ὀβολὸν οὐδενί.
...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
πῶς οὖν γέρων ὢν κἀπιλήσμων καὶ βραδὺς
λόγων ἀκριβῶν σκινδαλάμους μαθήσομαι; 130
ἰτητέον. τί ταῦτ᾽ ἔχων στραγγεύομαι,
ἀλλ᾽ οὐχὶ κόπτω τὴν θύραν; παῖ, παιδίον.
ΜΑΘΗΤΗΣ
Βάλλ᾿ εἰς κόρακας. Τίς ἐσθ᾿ ὁ κόψας τὴν θύραν ;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Φείδωνος υἱὸς Στρεψιάδης Κικυννόθεν.
ΜΑΘΗΤΗΣ
Ἀμαθής γε νὴ Δί᾿, ὅστις οὑτωσὶ σφόδρα
ἀπεριμερίμνως τὴν θύραν λελάκτικας
καὶ φροντίδ᾿ ἐξήμβλωκας ἐξηυρημένην.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σύγγνωθί μοι· τηλοῦ γὰρ οἰκῶν τῶν ἀγρῶν.
Ἀλλ᾿ εἰπέ μοι τὸ πρᾶγμα τοὐξημβλωμένον.
ΜΑΘΗΤΗΣ
Ἀλλ᾿ οὐ θέμις πλὴν τοῖς μαθηταῖσιν λέγειν.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Λέγε νυν ἐμοὶ θαρρῶν· ἐγὼ γὰρ οὑτοσὶ
ἥκω μαθητὴς εἰς τὸ φροντιστήριον.
ΜΑΘΗΤΗΣ
Λέξω, νομίσαι δὲ ταῦτα χρὴ μυστήρια.
Ἀνήρετ᾿ ἄρτι Χαιρεφῶντα Σωκράτης
ψύλλαν ὁπόσους ἅλλοιτο τοὺς αὑτῆς πόδας.
Δακοῦσα γὰρ τοῦ Χαιρεφῶντος τὴν ὀφρῦν
ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τὴν Σωκράτους ἀφήλατο.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Πῶς δῆτα διεμέτρησε ;
ΜΑΘΗΤΗΣ
Δεξιώτατα.
Κηρὸν διατήξας, εἶτα τὴν ψύλλαν λαβὼν
[150] ἐνέβαψεν εἰς τὸν κηρὸν αὐτῆς τὼ πόδε,
κᾆτα ψυχείσῃ περιέφυσαν Περσικαί.
Ταύτας ὑπολύσας ἀνεμέτρει τὸ χωρίον.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, τῆς λεπτότητος τῶν φρενῶν.
ΜΑΘΗΤΗΣ
Τί δῆτ᾿ ἄν, ἕτερον εἰ πύθοιο Σωκράτους φρόντισμα ;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Ποῖον ; Ἀντιβολῶ, κάτειπέ μοι.
ΜΑΘΗΤΗΣ
Ἀνήρετ᾿ αὐτὸν Χαιρεφῶν ὁ Σφήττιος
ὁπότερα τὴν γνώμην ἔχοι, τὰς ἐμπίδας
κατὰ τὸ στόμ᾿ ᾄδειν ἢ κατὰ τοὐρροπύγιον.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Τί δῆτ᾿ ἐκεῖνος εἶπε περὶ τῆς ἐμπίδος ;
ΜΑΘΗΤΗΣ
Ἐφασκεν εἶναι τοὔντερον τῆς ἐμπίδος
στενόν, διὰ λεπτοῦ δ᾿ ὄντος αὐτοῦ τὴν πνοὴν
βίᾳ βαδίζειν εὐθὺ τοὐρροπυγίου·
ἔπειτα κοῖλον πρὸς στενῷ προσκείμενον
τὸν πρωκτὸν ἠχεῖν ὑπὸ βίας τοῦ πνεύματος.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
Σάλπιγξ ὁ πρωκτός ἐστιν ἄρα τῶν ἐμπίδων.
Ὦ τρισμακάριος τοῦ διεντερεύματος.
Ἦ ῥᾳδίως φεύγων ἂν ἀποφύγοι δίκην
ὅστις δίοιδε τοὔντερον τῆς ἐμπίδος.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
πρὸς τῶν θεῶν, τί γὰρ τάδ᾽ ἐστίν; εἰπέ μοι.
ΜΑΘΗΤΗΣ
 ἀστρονομία μὲν αὑτηί.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
 τουτὶ δὲ τί;
ΜΑΘΗΤΗΣ
γεωμετρία.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τοῦτ᾽ οὖν τί ἐστι χρήσιμον;
ΜΑΘΗΤΗΣ
γῆν ἀναμετρεῖσθαι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
πότερα τὴν κληρουχικήν;
ΜΑΘΗΤΗΣ
οὔκ, ἀλλὰ τὴν σύμπασαν.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ἀστεῖον λέγεις.
205τὸ γὰρ σόφισμα δημοτικὸν καὶ χρήσιμον.
ΜΑΘΗΤΗΣ
 αὕτη δέ σοι γῆς περίοδος πάσης. ὁρᾷς;
αἵδε μὲν Ἀθῆναι.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τί σὺ λέγεις; οὐ πείθομαι,
ἐπεὶ δικαστὰς οὐχ ὁρῶ καθημένους.
ΜΑΘΗΤΗΣ
 ὡς τοῦτ᾽ ἀληθῶς Ἀττικὸν τὸ χωρίον.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
καὶ ποῦ Κικυννῆς εἰσιν οὑμοὶ δημόται; 210
ΜΑΘΗΤΗΣ
 ἐνταῦθ᾽ ἔνεισιν. ἡ δέ γ᾽ Εὔβοι᾽, ὡς ὁρᾷς,
ἡδὶ παρατέταται μακρὰ πόρρω πάνυ.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
 οἶδ᾽· ὑπὸ γὰρ ἡμῶν παρετάθη καὶ Περικλέους.
ἀλλ᾽ ἡ Λακεδαίμων ποῦ ᾽στιν;
ΜΑΘΗΤΗΣ
ὅπου ᾽στίν; αὑτηί.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ὡς ἐγγὺς ἡμῶν. τοῦτο πάνυ φροντίζετε,215
ταύτην ἀφ᾽ ἡμῶν ἀπαγαγεῖν πόρρω πάνυ.
ΜΑΘΗΤΗΣ
ἀλλ᾽ οὐχ οἷόν τε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
νὴ Δί᾽, οἰμώξεσθ᾽ ἄρα.
φέρε, τίς γὰρ οὗτος οὑπὶ τῆς κρεμάθρας ἀνήρ;
ΜΑΘΗΤΗΣ
αὐτός.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τίς αὐτός;
ΜΑΘΗΤΗΣ
 Σωκράτης.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ὦ Σώκρατες.—
ἴθ᾽ οὗτος, ἀναβόησον αὐτόν μοι μέγα.220
ΜΑΘΗΤΗΣ
αὐτὸς μὲν οὖν σὺ κάλεσον· οὐ γάρ μοι σχολή.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ὦ Σώκρατες,
ὦ Σωκρατίδιον.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ.
τί με καλεῖς, ὦφήμερε;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
πρῶτον μὲν ὅ τι δρᾷς, ἀντιβολῶ, κάτειπέ μοι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ἀεροβατῶ καὶ περιφρονῶ τὸν ἥλιον.225
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ἔπειτ᾽ ἀπὸ ταρροῦ τοὺς θεοὺς ὑπερφρονεῖς,
ἀλλ᾽ οὐκ ἀπὸ τῆς γῆς, εἴπερ;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
οὐ γὰρ ἄν ποτε
ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα,
εἰ μὴ κρεμάσας τὸ νόημα καὶ τὴν φροντίδα
λεπτὴν καταμείξας εἰς τὸν ὅμοιον ἀέρα.230
εἰ δ᾽ ὢν χαμαὶ τἄνω κάτωθεν ἐσκόπουν,
οὐκ ἄν ποθ᾽ ηὗρον· οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ἡ γῆ βίᾳ
ἕλκει πρὸς αὑτὴν τὴν ἰκμάδα τῆς φροντίδος.
πάσχει δὲ ταὐτὸ τοῦτο καὶ τὰ κάρδαμα.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τί φῄς;235
ἡ φροντὶς ἕλκει τὴν ἰκμάδ᾽ εἰς τὰ κάρδαμα;
ἴθι νυν, κατάβηθ᾽, ὦ Σωκρατίδιον, ὡς ἐμέ,
ἵνα με διδάξῃς ὧνπερ οὕνεκ᾽ ἐλήλυθα.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ἦλθες δὲ κατὰ τί;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
βουλόμενος μαθεῖν λέγειν.
ὑπὸ γὰρ τόκων χρήστων τε δυσκολωτάτων 240
ἄγομαι, φέρομαι, τὰ χρήματ᾽ ἐνεχυράζομαι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
πόθεν δ᾽ ὑπόχρεως σαυτὸν ἔλαθες γενόμενος;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
νόσος μ᾽ ἐπέτριψεν ἱππική, δεινὴ φαγεῖν.
ἀλλά με δίδαξον τὸν ἕτερον τοῖν σοῖν λόγοιν,
τὸν μηδὲν ἀποδιδόντα· μισθὸν δ᾽ ὅντιν᾽ ἂν 245
πράττῃ μ᾽ ὀμοῦμαί σοι καταθήσειν τοὺς θεούς.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ποίους θεοὺς ὀμεῖ σύ; πρῶτον γὰρ θεοὶ
ἡμῖν νόμισμ᾽ οὐκ ἔστι.
...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
καὶ σέβομαί γ᾽, ὦ πολυτίμητοι, καὶ βούλομαι ἀνταποπαρδεῖν
πρὸς τὰς βροντάς· οὕτως αὐτὰς τετρεμαίνω καὶ πεφόβημαι·
295κεἰ θέμις ἐστίν, νυνί γ᾽ ἤδη, κεἰ μὴ θέμις ἐστί, χεσείω.
ΣΩ. οὐ μὴ σκώψεις μηδὲ ποήσεις ἅπερ οἱ τρυγοδαίμονες οὗτοι
...
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ταύτας μέντοι σὺ θεὰς οὔσας οὐκ ᾔδεις οὐδ᾽ ἐνόμιζες;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ὁμίχλην καὶ δρόσον αὐτὰς ἡγούμην καὶ καπνὸν εἶναι.330
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
οὐ γάρ, μὰ Δί᾽, οἶσθ᾽ ὁτιὴ πλείστους αὗται βόσκουσι σοφιστάς,
Θουριομάντεις, ἰατροτέχνας, σφραγιδονυχαργοκομήτας,
κυκλίων τε χορῶν ᾀσματοκάμπτας,—ἄνδρας μετεωροφένακας
οὐδὲν δρῶντας βόσκουσ᾽ ἀργούς, ὅτι ταύτας μουσοποιοῦσιν.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὗται γάρ τοι μόναι εἰσὶ θεαί, τἄλλα δὲ πάντ᾽ ἐστὶ φλύαρος.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗς
ὁ Ζεὺς δ᾽ ὑμῖν, φέρε, πρὸς τῆς Γῆς, οὑλύμπιος οὐ θεός ἐστιν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ποῖος Ζεύς; οὐ μὴ ληρήσεις· οὐδ᾽ ἐστὶ Ζεύς.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τί λέγεις σύ;
ἀλλὰ τίς ὕει; τουτὶ γὰρ ἔμοιγ᾽ ἀπόφηναι πρῶτον ἁπάντων.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὗται δήπου· μεγάλοις δέ σ᾽ ἐγὼ σημείοις αὐτὸ διδάξω.
φέρε, ποῦ γὰρ πώποτ᾽ ἄνευ Νεφελῶν ὕοντ᾽ ἤδη τεθέασαι;370
καίτοι χρῆν αἰθρίας ὕειν αὐτόν, ταύτας δ᾽ ἀποδημεῖν.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
νὴ τὸν Ἀπόλλω, τοῦτό γέ τοι ‹δὴ› τῷ νῦν λόγῳ εὖ προσέφυσας·
καίτοι πρότερον τὸν Δί᾽ ἀληθῶς ᾤμην διὰ κοσκίνου οὐρεῖν.
ἀλλ᾽ ὅστις ὁ βροντῶν ἐστὶ φράσον, τοῦθ᾽ ὅ με ποιεῖ τετρεμαίνειν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὗται βροντῶσι κυλινδόμεναι. 375
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τῷ τρόπῳ, ὦ πάντα σὺ τολμῶν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ὅταν ἐμπλησθῶσ᾽ ὕδατος πολλοῦ κἀναγκασθῶσι φέρεσθαι,
κατακρημνάμεναι πλήρεις ὄμβρου δι᾽ ἀνάγκην, εἶτα βαρεῖαι
εἰς ἀλλήλας ἐμπίπτουσαι ῥήγνυνται καὶ παταγοῦσιν.
...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
...ἀτὰρ οὐδέν πω περὶ τοῦ πατάγου καὶ τῆς βροντῆς μ᾽ ἐδίδαξας.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
οὐκ ἤκουσάς μου τὰς Νεφέλας ὕδατος μεστὰς ὅτι φημὶ
ἐμπιπτούσας εἰς ἀλλήλας παταγεῖν διὰ τὴν πυκνότητα;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
φέρε, τουτὶ τῷ χρὴ πιστεύειν; 385
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ἀπὸ σαυτοῦ ᾽γώ σε διδάξω.
ἤδη ζωμοῦ Παναθηναίοις ἐμπλησθεὶς εἶτ᾽ ἐταράχθης
τὴν γαστέρα, καὶ κλόνος ἐξαίφνης αὐτὴν διεκορκορύγησεν;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
νὴ τὸν Ἀπόλλω, καὶ δεινὰ ποεῖ γ᾽ εὐθύς μοι, καὶ τετάρακται
χὤσπερ βροντὴ τὸ ζωμίδιον παταγεῖ καὶ δεινὰ κέκραγεν·
ἀτρέμας πρῶτον παππὰξ παππάξ, κἄπειτ᾽ ἐπάγει παπαπαππάξ 390
χὤταν χέζω, κομιδῇ βροντᾷ παπαπαππὰξ ὥσπερ ἐκεῖναι.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
σκέψαι τοίνυν ἀπὸ γαστριδίου τυννουτουὶ οἷα πέπορδας·
τὸν δ᾽ ἀέρα τόνδ᾽ ὄντ᾽ ἀπέραντον, πῶς οὐκ εἰκὸς μέγα βροντᾶν;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ταῦτ᾽ ἄρα καὶ τὠνόματ᾽ ἀλλήλοιν, βροντὴ καὶ πορδή, ὁμοίω.
...
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὗται γάρ τοι μόναι εἰσὶ θεαί, τἄλλα δὲ πάντ᾽ ἐστὶ φλύαρος.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ὁ Ζεὺς δ᾽ ὑμῖν, φέρε, πρὸς τῆς Γῆς, οὑλύμπιος οὐ θεός ἐστιν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ποῖος Ζεύς; οὐ μὴ ληρήσεις· οὐδ᾽ ἐστὶ Ζεύς.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τί λέγεις σύ;
ἀλλὰ τίς ὕει; τουτὶ γὰρ ἔμοιγ᾽ ἀπόφηναι πρῶτον ἁπάντων.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὗται δήπου· μεγάλοις δέ σ᾽ ἐγὼ σημείοις αὐτὸ διδάξω.
φέρε, ποῦ γὰρ πώποτ᾽ ἄνευ Νεφελῶν ὕοντ᾽ ἤδη τεθέασαι;370
καίτοι χρῆν αἰθρίας ὕειν αὐτόν, ταύτας δ᾽ ἀποδημεῖν.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
νὴ τὸν Ἀπόλλω, τοῦτό γέ τοι ‹δὴ› τῷ νῦν λόγῳ εὖ προσέφυσας·
καίτοι πρότερον τὸν Δί᾽ ἀληθῶς ᾤμην διὰ κοσκίνου οὐρεῖν.
ἀλλ᾽ ὅστις ὁ βροντῶν ἐστὶ φράσον, τοῦθ᾽ ὅ με ποιεῖ τετρεμαίνειν.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὗται βροντῶσι κυλινδόμεναι. 375
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
τῷ τρόπῳ, ὦ πάντα σὺ τολμῶν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ὅταν ἐμπλησθῶσ᾽ ὕδατος πολλοῦ κἀναγκασθῶσι φέρεσθαι,
κατακρημνάμεναι πλήρεις ὄμβρου δι᾽ ἀνάγκην, εἶτα βαρεῖαι
εἰς ἀλλήλας ἐμπίπτουσαι ῥήγνυνται καὶ παταγοῦσιν.
...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
οὐκ οἶδ᾽· ἀτὰρ εὖ σὺ λέγειν φαίνει. τί γάρ ἐστιν δῆθ᾽ ὁ κεραυνός;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
ὅταν εἰς ταύτας ἄνεμος ξηρὸς μετεωρισθεὶς κατακλεισθῇ,
ἔνδοθεν αὐτὰς ὥσπερ κύστιν φυσᾷ, κἄπειθ᾽ ὑπ᾽ ἀνάγκης 405
ῥήξας αὐτὰς ἔξω φέρεται σοβαρὸς διὰ τὴν πυκνότητα,
ὑπὸ τοῦ ῥοίβδου καὶ τῆς ῥύμης αὐτὸς ἑαυτὸν κατακαίων.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
νὴ Δί᾽, ἐγὼ γοῦν ἀτεχνῶς ἔπαθον τουτί ποτε Διασίοισιν·
ὀπτῶν γαστέρα τοῖς συγγένεσιν, κᾆτ᾽ οὐκ ἔσχων ἀμελήσας·
ἡ δ᾽ ἄρ᾽ ἐφυσᾶτ᾽, εἶτ᾽ ἐξαίφνης διαλακήσασα πρὸς αὐτὼ 410
τὠφθαλμώ μου προσετίλησεν καὶ κατέκαυσεν τὸ πρόσωπον.
...
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
μή μοί γε λέγειν γνώμας μεγάλας· οὐ γὰρ τούτων ἐπιθυμῶ,
ἀλλ᾽ ὅσ᾽ ἐμαυτῷ στρεψοδικῆσαι καὶ τοὺς χρήστας διολισθεῖν
...
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
..., ἀλλὰ βραχέα σου πυθέσθαι βούλομαι.
ἦ μνημονικὸς εἶ;
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
 δύο τρόπω, νὴ τὸν Δία·
ἢν μέν γ᾽ ὀφείληταί τι μοι, μνήμων πάνυ·
485ἐὰν δ᾽ ὀφείλω σχέτλιος, ἐπιλήσμων πάνυ.
...
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
αὐτὸς ὅ τι βούλει πρῶτος ἐξευρὼν λέγε.
ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ
ἀκήκοας μυριάκις ἁγὼ βούλομαι,
περὶ τῶν τόκων, ὅπως ἂν ἀποδῶ μηδενί.
...
ΧΟΡΟΣ
1510 Ἡγεῖσθ᾿ ἔξω· κεχόρευται γὰρ μετρίως τό γε τήμερον ἡμῖν
.
.
.


Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ  ΡΑΜΨΙΝΙΤΟΣ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΛΕΦΤΗΣ
ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ,Βιβλιο Β' Ευτέρπη
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]

[η μεταφραση πρεπει να διατηρει,οσο γινεται,το ιδιαιτερο υφος του συγγραφεα,τις
γραμματικες και συντακτικες του προτιμησεις,επισης οι λεξεις,πρωτοτυπου κειμενου
και μεταφρασης του,να αγγιζουν στενα,πραγματα που μπορει να επιτευχθουν αφου
προκειται για ενδομεταφραση,στο εσωτερικο[ενδον]της ιδιας γλωσσας,απο την
αρχαια στην νεωτερη,
αυτη ειναι μια απο τις μεταφρασεις που μπορουν γινουν,απο τις πλεον πιστες στο
αρχαιο κειμενο εως τις πλεον ελευθερες αποδοσεις


2.121.1 Πρωτέος δὲ ἐκδέξασθαι τὴν βασιληίην Ῥαμψίνιτον ἔλεγον, ὃς μνημόσυνα ἐλίπετο τὰ προπύλαια τὰ πρὸς ἑσπέρην τετραμμένα τοῦ Ἡφαιστείου, ἀντίους δὲ τῶν προπυλαίων ἔστησε ἀνδριάντας δύο, ἐόντας τὸ μέγαθος πέντε καὶ εἴκοσι πηχέων, τῶν Αἰγύπτιοι τὸν μὲν πρὸς βορέω ἑστεῶτα καλέουσι θέρος, τὸν δὲ πρὸς νότον χειμῶνα· καὶ τὸν μὲν καλέουσι θέρος, τοῦτον μὲν προσκυνέουσί τε καὶ εὖ ποιέουσι, τὸν δὲ χειμῶνα καλεόμενον τὰ ἔμπαλιν τούτων ἔρδουσι. [ 121A ] πλοῦτον δὲ τούτῳ τῷ βασιλέι γενέσθαι ἀργύρου μέγαν, τὸν οὐδένα τῶν ὕστερον ἐπιτραφέντων βασιλέων δύνασθαι ὑπερβαλέσθαι οὐδ᾽ ἐγγὺς ἐλθεῖν. βουλόμενον δὲ αὐτὸν ἐν ἀσφαλείῃ τὰ χρήματα θησαυρίζειν οἰκοδομέεσθαι οἴκημα λίθινον, τοῦ τῶν τοίχων ἕνα ἐς τὸ ἔξω μέρος τῆς οἰκίης ἔχειν. τὸν δὲ ἐργαζόμενον ἐπιβουλεύοντα τάδε μηχανᾶσθαι· τῶν λίθων παρασκευάσασθαι ἕνα ἐξαιρετὸν εἶναι ἐκ τοῦ τοίχου ῥηιδίως καὶ ὑπὸ δύο ἀνδρῶν καὶ ὑπὸ ἑνός. 2 ὡς δὲ ἐπετελέσθη τὸ οἴκημα, τὸν μὲν βασιλέα θησαυρίσαι τὰ χρήματα ἐν αὐτῷ· χρόνου δὲ περιιόντος τὸν οἰκοδόμον περὶ τελευτὴν τοῦ βίου ἐόντα ἀνακαλέσασθαι τοὺς παῖδας (εἶναι γὰρ αὐτῷ δύο), τούτοισι δὲ ἀπηγήσασθαι ὡς ἐκείνων προορῶν, ὅκως βίον ἄφθονον ἔχωσι, τεχνάσαιτο οἰκοδομέων τὸν θησαυρὸν τοῦ βασιλέος· σαφέως
δὲ αὐτοῖσι πάντα ἐξηγησάμενον τὰ περὶ τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ λίθου δοῦναι τὰ μέτρα αὐτοῦ, λέγοντα ὡς ταῦτα διαφυλάσσοντες ταμίαι τῶν βασιλέος χρημάτων ἔσονται. 3 καὶ τὸν μὲν τελευτῆσαι τὸν βίον, τοὺς δὲ παῖδας οὐκ ἐς μακρὴν ἔργου ἔχεσθαι, ἐπελθόντας δὲ ἐπὶ τὰ βασιλήια νυκτὸς καὶ τὸν λίθον
ἐπὶ τῷ οἰκοδομήματι ἀνευρόντας ῥηιδίως μεταχειρίσασθαι καὶ τῶν χρημάτων πολλὰ ἐξενείκασθαι.
[ 121B ] ὡς δὲ τυχεῖν τὸν βασιλέα ἀνοίξαντα τὸ οἴκημα, θωμάσαι ἰδόντα τῶν χρημάτων καταδεᾶ τὰ ἀγγήια, οὐκ ἔχειν δὲ ὅντινα ἐπαιτιᾶται, τῶν τε σημάντρων ἐόντων σόων καὶ τοῦ οἰκήματος κεκληιμένου. ὡς δὲ αὐτῷ καὶ δὶς καὶ τρὶς ἀνοίξαντι αἰεὶ ἐλάσσω φαίνεσθαι τὰ χρήματα (τοὺς γὰρ κλέπτας οὐκ ἀνιέναι κεραΐζοντας), ποιῆσαί μιν τάδε· πάγας προστάξαι ἐργάσασθαι καὶ ταύτας περὶ τὰ ἀγγήια ἐν τοῖσι τὰ χρήματα ἐνῆν στῆσαι. 2 τῶν δὲ φωρῶν ὥσπερ ἐν τῷ πρὸ τοῦ χρόνῳ ἐλθόντων καὶ ἐσδύντος τοῦ ἑτέρου αὐτῶν, ἐπεὶ πρὸς τὸ ἄγγος προσῆλθε, ἰθέως τῇ πάγῃ ἐνέχεσθαι. ὡς δὲ γνῶναι αὐτὸν ἐν οἵῳ κακῷ ἦν, ἰθέως καλέειν τὸν ἀδελφεὸν καὶ δηλοῦν αὐτῷ τὰ παρεόντα, καὶ κελεύειν τὴν ταχίστην ἐσδύντα ἀποταμεῖν αὐτοῦ τὴν κεφαλήν, ὅκως μὴ αὐτὸς ὀφθεὶς καὶ γνωρισθεὶς ὃς εἴη προσαπολέσῃ κἀκεῖνον. τῷ δὲ δόξαι εὖ λέγειν, καὶ ποιῆσαί μιν πεισθέντα ταῦτα, καὶ καταρμόσαντα τὸν λίθον ἀπιέναι ἐπ᾽ οἴκου, φέροντα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀδελφεοῦ. [ 121C ] ὡς δὲ ἡμέρη ἐγένετο, ἐσελθόντα τὸν βασιλέα ἐς τὸ οἴκημα ἐκπεπλῆχθαι ὁρῶντα τὸ σῶμα τοῦ φωρὸς ἐν τῇ πάγῃ ἄνευ τῆς κεφαλῆς ἐόν, τὸ δὲ οἴκημα ἀσινὲς καὶ οὔτε ἔσοδον οὔτε ἔκδυσιν οὐδεμίαν ἔχον. ἀπορεύμενον δέ μιν τάδε ποιῆσαι· τοῦ φωρὸς τὸν νέκυν κατὰ τοῦ τείχεος κατακρεμάσαι, φυλάκους δὲ αὐτοῦ καταστήσαντα ἐντείλασθαί σφι, τὸν ἂν ἴδωνται ἀποκλαύσαντα ἢ κατοικτισάμενον, συλλαβόντας ἄγειν πρὸς ἑωυτόν. 2 ἀνακρεμαμένου δὲ τοῦ νέκυος τὴν μητέρα δεινῶς φέρειν, λόγους δὲ πρὸς τὸν περιεόντα παῖδα ποιευμένην προστάσσειν αὐτῷ ὅτεῳ τρόπῳ δύναται μηχανᾶσθαι ὅκως τὸ σῶμα τοῦ ἀδελφεοῦ καταλύσας κομιεῖ· εἰ δὲ τούτων ἀμελήσει, διαπειλέειν αὐτὴν ὡς ἐλθοῦσα πρὸς τὸν βασιλέα μηνύσει αὐτὸν ἔχοντα τὰ χρήματα. [ 121D ] ὡς δὲ χαλεπῶς ἐλαμβάνετο ἡ μήτηρ τοῦ περιεόντος παιδὸς καὶ πολλὰ πρὸς αὐτὴν λέγων οὐκ ἔπειθε, ἐπιτεχνήσασθαι τοιάδε μιν· ὄνους κατασκευασάμενον καὶ ἀσκοὺς πλήσαντα οἴνου ἐπιθεῖναι ἐπὶ τῶν ὄνων καὶ ἔπειτα ἐλαύνειν αὐτούς· ὡς δὲ κατὰ τοὺς φυλάσσοντας ἦν τὸν κρεμάμενον νέκυν, ἐπισπάσαντα τῶν ἀσκῶν δύο ἢ τρεῖς ποδεῶνας αὐτὸν λύειν ἀπαμμένους· 2 ὡς δὲ ἔῤῥεε ὁ οἶνος, τὴν κεφαλήν μιν κόπτεσθαι μεγάλα βοῶντα ὡς οὐκ ἔχοντα πρὸς ὁκοῖον τῶν ὄνων πρῶτον τράπηται. τοὺς δὲ φυλάκους ὡς ἰδεῖν πολλὸν ῥέοντα τὸν οἶνον, συντρέχειν ἐς τὴν ὁδὸν ἀγγήια ἔχοντας, καὶ τὸν ἐκκεχυμένον οἶνον συγκομίζειν ἐν κέρδεϊ ποιευμένους· 3 τὸν δὲ διαλοιδορέεσθαι πᾶσι ὀργὴν προσποιεύμενον, παραμυθευμένων δὲ αὐτὸν τῶν φυλάκων χρόνῳ πρηΰνεσθαι προσποιέεσθαι καὶ ὑπίεσθαι τῆς ὀργῆς, τέλος δὲ ἐξελάσαι αὐτὸν τοὺς ὄνους ἐκ τῆς ὁδοῦ καὶ κατασκευάζειν. 4 ὡς δὲ λόγους τε πλέους ἐγγίνεσθαι καί τινα καὶ σκῶψαι μιν καὶ ἐς γέλωτα προαγαγέσθαι, ἐπιδοῦναι αὐτοῖσι τῶν ἀσκῶν ἕνα· τοὺς δὲ αὐτοῦ ὥσπερ εἶχον κατακλιθέντας πίνειν διανοέεσθαι, καὶ ἐκεῖνον παραλαμβάνειν καὶ κελεύειν μετ᾽ ἑωυτῶν μείναντα συμπίνειν· τὸν δὲ πεισθῆναί τε δὴ καὶ καταμεῖναι. 5 ὡς δέ μιν παρὰ τὴν πόσιν φιλοφρόνως ἠσπάζοντο, ἐπιδοῦναι αὐτοῖσι καὶ ἄλλον τῶν ἀσκῶν· δαψιλέι δὲ τῷ ποτῷ χρησαμένους τοὺς φυλάκους ὑπερμεθυσθῆναι καὶ κρατηθέντας ὑπὸ τοῦ ὕπνου αὐτοῦ ἔνθα περ ἔπινον κατακοιμηθῆναι. 6 τὸν δέ, ὡς πρόσω ἦν τῆς νυκτός, τό τε σῶμα τοῦ ἀδελφεοῦ καταλῦσαι καὶ τῶν φυλάκων ἐπὶ λύμῃ πάντων ξυρῆσαι τὰς δεξιὰς παρηίδας, ἐπιθέντα δὲ τὸν νέκυν ἐπὶ τοὺς ὄνους ἀπελαύνειν ἐπ᾽ οἴκου, ἐπιτελέσαντα τῇ μητρὶ τὰ προσταχθέντα. [ 121E ] τὸν δὲ βασιλέα, ὡς αὐτῷ ἀπηγγέλθη τοῦ φωρὸς
ὁ νέκυς ἐκκεκλεμμένος, δεινὰ ποιέειν· πάντως δὲ βουλόμενον εὑρεθῆναι ὅστις κοτὲ εἴη ὁ ταῦτα μηχανώμενος, ποιῆσαί μιν τάδε, ἐμοὶ μὲν οὐ πιστά· 2 τὴν θυγατέρα τὴν ἑωυτοῦ κατίσαι ἐπ᾽ οἰκήματος, ἐντειλάμενον πάντας τε ὁμοίως προσδέκεσθαι, καὶ πρὶν συγγενέσθαι, ἀναγκάζειν λέγειν αὐτῇ ὅ τι δὴ ἐν τῷ βίῳ ἔργασται αὐτῷ σοφώτατον καὶ ἀνοσιώτατον· ὃς δ᾽ ἂν ἀπηγήσηται τὰ περὶ τὸν φῶρα γεγενημένα, τοῦτον συλλαμβάνειν καὶ μὴ ἀπιέναι ἔξω. 3 ὡς δὲ τὴν παῖδα ποιέειν τὰ ἐκ τοῦ πατρὸς προσταχθέντα, τὸν φῶρα πυθόμενον τῶν εἵνεκα ταῦτα ἐπρήσσετο, βουληθέντα πολυτροπίῃ τοῦ βασιλέος περιγενέσθαι ποιέειν τάδε· 4 νεκροῦ προσφάτου ἀποταμόντα ἐν τῷ ὤμῳ τὴν χεῖρα ἰέναι αὐτὸν ἔχοντα αὐτὴν ὑπὸ τῷ ἱματίῳ. ἐσελθόντα δὲ ὡς τοῦ βασιλέος τὴν θυγατέρα καὶ εἰρωτώμενον τά περ καὶ οἱ ἄλλοι, ἀπηγήσασθαι ὡς ἀνοσιώτατον μὲν εἴη ἐργασμένος ὅτι τοῦ ἀδελφεοῦ ἐν τῷ θησαυρῷ τοῦ βασιλέος ὑπὸ πάγης ἁλόντος ἀποτάμοι τὴν κεφαλήν, σοφώτατον δὲ ὅτι τοὺς φυλάκους καταμεθύσας καταλύσειε τοῦ ἀδελφεοῦ κρεμάμενον τὸν νέκυν. 5 τὴν δὲ ὡς ἤκουσε ἅπτεσθαι αὐτοῦ. τὸν δὲ φῶρα ἐν τῷ σκότεϊ προτεῖναι αὐτῇ τοῦ νεκροῦ τὴν χεῖρα· τὴν δὲ ἐπιλαβομένην ἔχειν, νομίζουσαν αὐτοῦ ἐκείνου τῆς χειρὸς ἀντέχεσθαι· τὸν δὲ φῶρα προέμενον αὐτῇ οἴχεσθαι διὰ θυρέων φεύγοντα. [ 121F ] ὡς δὲ καὶ ταῦτα ἐς τὸν βασιλέα ἀνηνείχθη, ἐκπεπλῆχθαι μὲν ἐπὶ τῇ πολυφροσύνῃ τε καὶ τόλμῃ τοῦ ἀνθρώπου, τέλος δὲ διανέμοντα ἐς πάσας τὰς πόλις ἐπαγγέλλεσθαι ἀδείην τε διδόντα καὶ μεγάλα ὑποδεκόμενον ἐλθόντι ἐς ὄψιν τὴν ἑωυτοῦ. 2 τὸν δὲ φῶρα πιστεύσαντα ἐλθεῖν πρὸς αὐτόν, Ῥαμψίνιτον δὲ μεγάλως θωμάσαι, καί οἱ τὴν θυγατέρα ταύτην συνοικίσαι ὡς πλεῖστα ἐπισταμένῳ ἀνθρώπων. Αἰγυπτίους μὲν γὰρ τῶν ἄλλων προκεκρίσθαι, ἐκεῖνον δὲ Αἰγυπτίων.

τον Πρωτεα διαδεχθηκε στη βασιλεια ο Ραμψινιτος ελεγαν,ο οποιος μνημεια αφησε
τα προπυλαια τα προς τη δυση στραμμενα του Ηφαιστειου,απεναντι δε απ'τα προπυλαια
εστησε δυο αντριαντες,εχοντας εικοσι πεντε πηχεις μεγεθος,οι Αιγυπτιοι αυτον που
στεκεται προς βορρα καλουν καλοκαιρι,αυτον προς νοτο χειμωνα,και τον καλεσμενο
καλοκαιρι,αυτον και τον προσκυνουν και τον προσεχουν,στον δε που καλουν χειμωνα
τα εντελως αντιθετα αυτων εκτελουν,
αυτος ο βασιλιας απεκτησε παρα πολυ μεγαλο πλουτο σε ασημι,τον οποιο κανενας,
απ'τους μετεπειτα απογονους του βασιλιαδες δεν μπορεσε να υπερβει ουτε να πλησιασει,
θελοντας δε μ'ασφαλεια τα χρηματα να φυλαξει οικοδομησε ενα λιθινο οικημα,του
οποιου ενας απ΄τους τοιχους στο εξω μερος της οικιας του στηριζεται,ο δε εργαζομενος
πονηρα σκεφτομενος αυτο εδω μηχανευτηκε,απ΄τους λιθους προσαρμοσε εναν να
αποτραβηχθει απ'τον τοιχο ευκολα κι απο δυο αντρες κι απο εναν,
οταν τελειωσε το οικημα, ο βασιλιας φυλαξε τον θησαυρο του μεσα σ'αυτο,με το
περασμα του χρονου ο οικοδομος στο τελος του βιου οντας καλεσε τα παιδια του [γιατι
ειχε δυο],σ'αυτα ειπε πως για εκεινα προβλεπωντας,οπως βιο πλουσιο να εχουν,
αυτο που μηχανευτηκε οικοδομωντας το θησαυρο του βασιλια,με σαφηνεια σ'αυτους
τα παντα εξηγησε για το τραβηγμα του λιθου,τους εδωσε και τα μετρα που βρισκεται
αυτος,λεγοντας πως αυτα αν τηρησουν καλα εκταμιευτες των χρηματων του βασιλια
θα ειναι,
κι οταν αυτος τελειωσε το βιο,τα παιδια δεν χρονοτριβησαν να καταπιαστουν με το εργο,
ηρθαν στ'ανακτορα του βασιλια νυχτα και το λιθο στο οικοδομημα  βρισκοντας ευκολα
τον τραβηξαν με τα χερια και πολλα απ'τα χρηματα αρπαξαν,
οταν συνεβηκε ο βασιλιας ν'ανοιξει το οικημα,απορησε πολυ βλεποντας λειψα τα αγγεια,
δεν μπορουσε καποιον να θεωρησει υπαιτιο,αφου και οι σφαγιδες ηταν ανεπαφες και
το οικημα κλεισμενο,οταν ομως αυτος και δυο και τρεις ανοιξε και παντοτε ελαττωμενα
του φανηκαν τα χρηματα[γιατι οι κλεφτες δεν επαυσαν να λεηλατουν],εκανε αυτο εδω:
παγιδες προσταξε να κατασκευασθουν κι αυτες γυρω απο τα αγγεια μεσα στα οποια
τα χρηματα ηταν εστησε,
οι κλεφτες οπως ακριβως και προηγουμενα ηρθαν και μπηκε μεσα ο ενας απ'αυτους,
επειδη προς το αγγειο πλησιασε ευθυς στη παγιδα πιαστηκε,οταν καταλαβε σε τι
μπλεχτηκε,ευθυς καλεσε τον αδελφο και φανερωσε σ'αυτον τα συμβαινοντα,και του
ζητησε πολυ γρηγορα μπαινοντας μεσα να του κοψει το κεφαλι του,οπως να μην
τον δουν κι αφου τον γνωρισουν ποιος ειναι να χαθει κι εκεινος,σ'αυτον φανηκε
πως καλα λεει,και αφου πεισθηκε του εκανε αυτα,και ξαναπροσαρμοζοντας το λιθο
εφυγε για το σπιτι,φερνοντας το κεφαλι του αδελφου,
οταν ξημερωσε,μπαινοντας μεσα ο βασιλιας στο οικημα επαθε καταπληξη βλεποντας
το σωμα του κλεφτη στη παγιδα χωρις το κεφαλι να ειναι,το οικημα ανεπαφο και
ουτε εισοδο ουτε διαφυγη καμια δεν ειχε,οντας σε απορια αυτο εδω εκανε:του κλεφτη
το νεκρο σωμα στο τειχος κρεμασε,φυλακες  του αφου εγκατεστησε τους εδωσε εντολη,
οποιον κι αν δουν να κλαιει η' να βαριολυπαται,αφου τον συλλαβουν να τον φερουν προς
αυτον,
απο το κρεμασμα του νεκρου η μητερα ταραχτηκε,κουβεντα στο παιδι που επεζησε
αφου εκανε ζητησε απ'αυτο με οποιον τροπο μπορει να μηχανευτει οπως το σωμα του
αδελφου αφου κατεβασει να το παρει,αν αυτα αμελησει,τον απειλουσε πως αυτη θα ερθει
στο βασιλια να τον καταγγειλει οτι εχει τα χρηματα,
οπως πολυ βασανιστικα μεταχειριζονταν η μητερα το παιδι που επεζησε εκεινο πολλα
προς αυτη λεγοντας δεν επειθε,σχεδιασε αυτο εδω:γαιδουρια αφου προετοιμασε και
ασκια γεμιζοντας με κρασι φορτωσε πανω στα γαιδουρια κι επειτα εσυρε αυτα εξω,οταν
ηταν κοντα σ'αυτους που φυλαγαν τον κρεμασμενο νεκρο.τραβωντας απο δυο η΄τρεις
ασκους τους λαιμους λυνει τα δεσιματα,
καθως ετρεχε το κρασι,αυτος το κεφαλι του χτυπουσε δυνατα φωναζοντας πως δεν ηξερε
σε ποιο απ'τα γαιδουρια πρωτα να στραφει,οι δε φυλακες οταν ειδαν πολυ να τρεχει το
κρασι,ορμησαν στο δρομο αγγεια εχοντας,και το κρασι που χυνονταν να μαζεψουν
ωφελουμενοι,
αυτος καταβριζε τους παντες και τον οργισμενο προσποιουνταν,επειδη οι φυλακες τον
παρηγορουσαν σε λιγο πως καταπραυνθηκε προσποιηθηκε και υποχωρησε η οργη,και
τελος εσυρε τα γαιδουρια απ'το δρομο και εφτιαξε το φορτωματα,
και καθως περισσοτερες κουβεντες εγιναν και καποιος τον αστειεψε και σε γελιο τον
εφερε,εδωσε σ'αυτους απο τα ασκια ενα,κι αυτοι εκει ακριβως που ειχαν ξαπλωσει να
πιουν ηταν σε διαθεση κι εκεινον να περιλαβουν και του προτειναν μ'αυτους μενωντας
να πινει μαζι τους,κι αυτος λοιπον πεισθηκε και εμεινε,
κι οπως κατα το πιοτο με φιλικα αισθηματα τον αγκαλιαζαν,εδωσε σ'αυτους κι αλλο
απ'τους ασκους,με το αφθονο κρασι που καταναλωσαν οι φυλακες καταμεθυσαν
και νικηθεντες απο τον υπνο εκει οπου επιναν επεσαν και κοιμηθηκαν,
αυτος,καθως προχωρημενη ηταν η νυχτα,και το σωμα του αδερφου κατεβασε και των
φυλακων για τη γελοιοποιηση παντων ξυρησε τα δεξια μαγουλα,και φορτωνοντας
τον νεκρο στα γαιδουρια τραβαει για το σπιτι,αφου εκτελεσε στη μητερα αυτα που
προσταχτηκαν,
ο βασιλιας,οταν σ'αυτον αναγγελθηκε πως του κλεφτη το νεκρο σωμα εχει κλεφτει,παρα
πολυ ταραχτηκε,κι οπωσδηποτε θελωντας να βρεθει οποιος και να ηταν αυτος που αυτα
μηχανευτηκε,εκανε αυτα εδω,που σε μενα δεν ειναι πιστευτα.
την δικη του θυγατερα τοποθετησε σ'ενα οικημα,της εδωσε εντολη τους παντες ομοια
να δεχεται,και πριν συνευρεθει ερωτικα,να τους αναγκαζει να λενε σ'αυτη οτιδηποτε
στο βιο εκανε ο καθενας το πιο σοφο και το πιο ανοσιο,κι οποιος θα ελεγε αυτα που
εχουν γινει σχετικα με τον κλεφτη,εκεινον να συλλαμβανει και να μην αφησει να
ξεφυγει,
καθως η κοπελα εκανε αυτα που απο τον πατερα προσταχτηκαν,ο κλεφτης αφου εμαθε
για ποιο λογο αυτα επραττε,θελωντας με την εξυπναδα τον βασιλια να νικησει εκανε
αυτο εδω,
προσφατα νεκρου κοβωντας απο τον ωμο το χερι το μετεφερε εχοντας το κατω απο το
ρουχο του,οταν πηγε στη θυγατερα του βασιλια και ρωτηθηκε αυτα οπως και οι αλλοι,
ειπε πως το πιο ανοσιο να εχει κανει ειναι οτι του αδελφου που μεσα στο θησαυρο του
βασιλια στη παγιδα πιαστηκε εκοψε το κεφαλι,και το πιο σοφο οτι τους φυλακες αφου
καταμεθυσε κατεβασε του αδελφου το κρεμασμενο νεκρο σωμα ,
αυτη οταν ακουσε τον επιασε,ο κλεφτης στο σκοταδι απλωσε σ'αυτη του νεκρου το χερι,
αυτη τραβωντας κρατουσε,νομιζοντας οτι εκεινου το δικο του χερι βαστουσε,ο κλεφτης
αφηνοντας το σ'αυτη εξαφανιστηκε μεσα απο τη πορτα φευγοντας
οταν κι αυτα στο βασιλια εγιναν ακουστα,εξεπλαγει και με την  ευφυια και με την τολμη
του ανθρωπου, τελος προκηρυσσοντας σε ολες τις πολεις αναγγειλε οτι και αφεση δινει
και μεγαλη υποδοχη θα κανει αν ερθει αυτοπροσωπως,
ο κλεφτης τον πιστεψε και ηρθε προς αυτον,ο Ραμψινιτος πολυ τον θαυμασαι και την
θυγατερα αυτη του εδωσε να συζησει ως τον πιο πολυ ψηλα ευρισκομενο απ'τους
ανθρωπους,γιατι οι Αιγυπτιοι απ'των αλλους εχουν επιλεχθει,κι εκεινος απ'τους
Αιγυπτιους.
.
.
.


ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΤΩΝ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΥΡΑΝΝΩΝ ΤΟ 404 π.Χ
Ο ἀποκοτταβισμός του Θηραμένη
ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Βιβλιο Β 49-56
(μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)

[2.3.49] εἰ δ' ἔχεις εἰπεῖν, ὦ Κριτία, ὅπου ἐγὼ σὺν τοῖς δημοτικοῖς ἢ τυραννικοῖς τοὺς καλούς τε κἀγαθοὺς ἀποστερεῖν πολιτείας ἐπεχείρησα, λέγε: ἐὰν γὰρ ἐλεγχθῶ ἢ νῦν ταῦτα πράττων ἢ πρότερον πώποτε πεποιηκώς, ὁμολογῶ τὰ πάντων ἔσχατα παθὼν ἂν δικαίως ἀποθνῄσκειν.[2.3.50]ὡς δ' εἰπὼν ταῦτα ἐπαύσατο, καὶ ἡ βουλὴ δήλη ἐγένετο εὐμενῶς ἐπιθορυβήσασα, γνοὺς ὁ Κριτίας ὅτι εἰ ἐπιτρέψοι τῇ βουλῇ διαψηφίζεσθαι περὶ αὐτοῦ, ἀναφεύξοιτο, καὶ τοῦτο οὐ βιωτὸν ἡγησάμενος, προσελθὼν καὶ διαλεχθείς τι τοῖς τριάκοντα ἐξῆλθε, καὶ ἐπιστῆναι ἐκέλευσε τοὺς τὰ ἐγχειρίδια ἔχοντας φανερῶς τῇ βουλῇ ἐπὶ τοῖς δρυφάκτοις.[2.3.51]πάλιν δὲ εἰσελθὼν εἶπεν: Ἐγώ, ὦ βουλή, νομίζω προστάτου ἔργον εἶναι οἵου δεῖ, ὃς ἂν ὁρῶν τοὺς φίλους ἐξαπατωμένους μὴ ἐπιτρέπῃ. καὶ ἐγὼ οὖν τοῦτο ποιήσω.καὶ γὰρ οἵδε οἱ ἐφεστηκότες οὔ φασιν ἡμῖν ἐπιτρέψειν, εἰ ἀνήσομεν ἄνδρα τὸν φανερῶς τὴν ὀλιγαρχίαν λυμαινόμενον. ἔστι δὲ ἐν τοῖς καινοῖς νόμοις τῶν μὲν ἐν τοῖς τρισχιλίοις ὄντων μηδένα ἀποθνῄσκειν ἄνευ τῆς ὑμετέρας ψήφου, τῶν δ' ἔξω τοῦ καταλόγου κυρίους εἶναι τοὺς τριάκοντα θανατοῦν. ἐγὼ οὖν, ἔφη, Θηραμένην τουτονὶ ἐξαλείφω ἐκ τοῦ καταλόγου, συνδοκοῦν ἅπασιν ἡμῖν. καὶ τοῦτον, ἔφη, ἡμεῖς θανατοῦμεν.
[2.3.52]ἀκούσας ταῦτα ὁ Θηραμένης ἀνεπήδησεν ἐπὶ τὴν ἑστίαν καὶ εἶπεν: Ἐγὼ δ', ἔφη, ὦ ἄνδρες, ἱκετεύω τὰ πάντων ἐννομώτατα, μὴ ἐπὶ Κριτίᾳ εἶναι ἐξαλείφειν μήτε ἐμὲ μήτε ὑμῶν ὃν ἂν βούληται, ἀλλ' ὅνπερ νόμον οὗτοι ἔγραψαν περὶ τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ, κατὰ τοῦτον καὶ ὑμῖν καὶ ἐμοὶ τὴν κρίσιν εἶναι.[2.3.53]καὶ τοῦτο μέν, ἔφη, μὰ τοὺς θεοὺς οὐκ ἀγνοῶ, ὅτι οὐδέν μοι ἀρκέσει ὅδε ὁ βωμός, ἀλλὰ βούλομαι καὶ τοῦτο ἐπιδεῖξαι, ὅτι οὗτοι οὐ μόνον εἰσὶ περὶ ἀνθρώπους ἀδικώτατοι, ἀλλὰ καὶ περὶ θεοὺς ἀσεβέστατοι. ὑμῶν μέντοι, ἔφη, ὦ ἄνδρες καλοὶ κἀγαθοί, θαυμάζω, εἰ μὴ βοηθήσετε ὑμῖν αὐτοῖς, καὶ ταῦτα γιγνώσκοντες ὅτι οὐδὲν τὸ ἐμὸν ὄνομα εὐεξαλειπτότερον ἢ τὸ ὑμῶν ἑκάστου.
[2.3.54] ἐκ δὲ τούτου ἐκέλευσε μὲν ὁ τῶν τριάκοντα κῆρυξ τοὺς ἕνδεκα ἐπὶ τὸν Θηραμένην: ἐκεῖνοι δὲ εἰσελθόντες σὺν τοῖς ὑπηρέταις, ἡγουμένου αὐτῶν Σατύρου τοῦ θρασυτάτου τε καὶ ἀναιδεστάτου, εἶπε μὲν ὁ Κριτίας: Παραδίδομεν ὑμῖν, ἔφη, Θηραμένην τουτονὶ κατακεκριμένον κατὰ τὸν νόμον:[2.3.54] ὑμεῖς δὲ λαβόντες καὶ ἀπαγαγόντες οἱ ἕνδεκα οὗ δεῖ τὰ ἐκ τούτων πράττετε. ὡς δὲ ταῦτα εἶπεν, εἷλκε μὲν ἀπὸ τοῦ βωμοῦ ὁ Σάτυρος, εἷλκον δὲ οἱ ὑπηρέται. ὁ δὲ Θηραμένης ὥσπερ εἰκὸς καὶ θεοὺς ἐπεκαλεῖτο καὶ ἀνθρώπους καθορᾶν τὰ γιγνόμενα. ἡ δὲ βουλὴ ἡσυχίαν εἶχεν, ὁρῶσα καὶ τοὺς ἐπὶ τοῖς δρυφάκτοις ὁμοίους Σατύρῳ καὶ τὸ ἔμπροσθεν τοῦ βουλευτηρίου πλῆρες τῶν φρουρῶν, καὶ οὐκ ἀγνοοῦντες ὅτι ἐγχειρίδια ἔχοντες παρῆσαν. [2.3.56] οἱ δ᾽ ἀπήγαγον τὸν ἄνδρα διὰ τῆς ἀγορᾶς μάλα μεγάλῃ τῇ φωνῇ δηλοῦντα οἷα ἔπασχε. λέγεται δ᾽ ἓν ῥῆμα καὶ τοῦτο αὐτοῦ. ὡς εἶπεν ὁ Σάτυρος ὅτι οἰμώξοιτο, εἰ μὴ σιωπήσειεν, ἐπήρετο· Ἂν δὲ σιωπῶ, οὐκ ἄρ᾽, ἔφη, οἰμώξομαι; καὶ ἐπεί γε ἀποθνῄσκειν ἀναγκαζόμενος τὸ κώνειον ἔπιε, τὸ λειπόμενον ἔφασαν ἀποκοτταβίσαντα εἰπεῖν αὐτόν· Κριτίᾳ τοῦτ᾽ ἔστω τῷ καλῷ.καὶ τοῦτο μὲν οὐκ ἀγνοῶ, ὅτι ταῦτα ἀποφθέγματα οὐκ ἀξιόλογα, ἐκεῖνο δὲ κρίνω τοῦ ἀνδρὸς ἀγαστόν, τὸ τοῦ θανάτου παρεστηκότος μήτε τὸ φρόνιμον μήτε τὸ παιγνιῶδες ἀπολιπεῖν ἐκ τῆς ψυχῆς.

[2.3.49]αν δε εχεις να πεις,Κριτια,οπου εγω μαζι με τους δημοκρατικους η' με τους
τυραννικους τους καλους και εναρετους να αποστερησω απο την πολιτεια επιχειρησα,
λεγε.Γιατι αν αποδειχθω η' τωρα αυτα πραττω η' προτυτερα καποτε εχω κανει,
παραδεχομαι τα χειροτερα απο ολα να παθω και δικαια  να πεθανω.[2.3.50]οταν ειπε
αυτα επαυσε να μιλα,και η βουλη φανερα διατιθεμενη ευμενως επικροτησε,
καταλαβαινωντας ο Κριτιας οτι αν επιτρεψει στη βουλη να αποφασισει με ψηφο γι'αυτον,
θα ξεφυγει,κι αυτο μη ανεκτο αφου θεωρουσε, πλησιαζοντας και συζητοντας για λιγο με
τους τριακοντα βγηκε εξω, και να σταθουν διεταξε αυτους που ειχαν τα μαχαιρια
απροκαλυπτα στη βουλη μπροστα στον ξυλινο διαχωριστικο φρακτη.[2.3.51]παλι δε
μπαινοντας μεσα ειπε:εγω,βουλη,νομιζω προστατη οπως πρεπει το εργο ειναι,αν
βλεπει τους φιλους εξαπατωμενους να μη το επιτρεπει.κι εγω λοιπον αυτο θα κανω.και
γιατι αυτοι εδω που στεκονται δεν συναινουν σε μας να το επιτρεψουν,αν απαλλαξουμε
αντρα ο οποιος φανερα την ολιγαρχια βλαπτει.συμβαινει με τους νεους νομους απο
αυτους που ειναι στους τρεις χιλιαδες κανενας δεν θανατωνεται χωρις τη δικη σας
ψηφο,απο αυτους δε εξω του καταλογου κυριοι ειναι οι τριακοντα να θανατωνουν.
εγω λοιπον,ειπε,τον Θηραμενη  αυτον εδω διαγραφω απο τον καταλογο,με ομοφωνια
ολων μας.κι αυτον,ειπε,εμεις θανατωνουμε.[2.3.52] ακουγωντας αυτα ο Θηραμενης
πεταχτηκε στο βωμο και ειπε:εγω,αντρες,ικετευω στα πιο εννομα των παντων,να μην
δοθει στο Κριτια να διαγραφει μητε εμενα μητε απο εσας οποιον αν θελει,αλλα με οποιον
βεβαια  νομο  εγραψαν γι'αυτους στον καταλογο,κατα αυτον και σε σας και σε μενα η
κριση να γινει..[2.3.53]κι αυτο,ειπε,μα τους θεους δεν αγνοω,οτι τιποτα σε μενα δεν θα
βοηθησει αυτος εδω ο βωμος,αλλα θελω κι αυτο να δειξω,οτι αυτοι οχι μονο ειναι με
τους ανθρωπους παρα πολυ αδικοι,αλλα και με τους θεους παρα πολυ ασεβεις.με σας
ομως,ειπε,αντρες καλοι κι εναρετοι,απορω,εαν δεν προστατευσετε τους εαυτους σας
απ'αυτους,κι αυτα αφου γνωριζεται οτι καθολου το δικο μου ονομα δεν ειναι περισσοτερο
ευκολο για σβησιμο παρα του καθενα απο εσας.[2.3.54]μετα δε αυτο προσταξε ο κηρυκας
των Τριακοντα τους εντεκα εναντιον του Θηραμενη,εκεινοι δε αφου μπηκαν μεσα μαζι με
τους βοηθους,με αρχηγο αυτων τον Σατυρο τον πιο θρασυ και τον πιο αναιδη,ειπε ο
Κριτιας.Σας παραδιδουμε,ειπε,τον Θηραμενη αυτον εδω που εχει καταδικαστει κατα τον
νομον.[2.3.55]εσεις δε αφου τον αρπαξτε  και τον παρτε οι εντεκα οπου πρεπει αυτα που επονται να κανεται,μολις δε αυτα ειπε,τον τραβουσε απ'τον βωμο ο Σατυρος,τραβουσαν κι οι βοηθοι,ο δε Θηραμενης οπως φυσικο ηταν επικαλουνταν και θεους και ανθρωπους να δουν αυτα που γινονταν,η δε βουλη αδρανουσε,βλεπωντας κι αυτους στο ξυλινο φρακτη
ομοιους με τον Σατυρο και το μπροστινο μερος του βουλευτηριου γεματο απο φρουρους,
και μη αγνοωντας οτι εχοντας εγχειριδια παρευβρισκονταν.[2.3.56] αυτοι δε πηραν τον
αντρα δια μεσου της αγορας ο οποιος με παρα πολυ δυνατη φωνη εδειχνε αυτα τα οποια
επασχε.λεγεται μια φραση και τουτη αυτου ειναι.οταν ειπε ο Σατυρος θα κλαψει αν δεν
σωπασει,ρωτησε:αν σωπασω,τοτε ,ειπε,δεν θα κλαψω;και αφου για να πεθανει ηταν
αναγκασμενος το κωνειο ηπιε,το υπολειπομενο ειπαν αφου το τιναξε οπως παιζοντας
κοτταβο αυτος ειπε:στον Κριτια αυτο ας ειναι τον ωραιο.κι αυτο δεν αγνοω,οτι τετοια
αποφθεγματα δεν ειναι αξιολογα,εκεινο δε κρινω του αντρα αξιοθαυμαστο,παροντος του
θανατου μητε η φρονιμαδα μητε η παιγνιωδη διαθεση δεν ελειψε απο την ψυχη
.
.

Η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 404 π.Χ
ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Βιβλιο Β 49-56
(μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)

[2.2.3]Ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις τῆς Παράλου ἀφικομένης νυκτὸς ἐλέγετο ἡ συμφορά, καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων·
ὥστ’ ἐκείνης τῆς νυκτὸς οὐδεὶς ἐκοιμήθη, οὐ μόνον τοὺς ἀπολωλότας πενθοῦντες, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἔτι αὐτοὶ ἑαυτούς, πείσεσθαι νομίζοντες οἷα ἐποίησαν Μηλίους τε Λακεδαιμονίων ἀποίκους ὄντας, κρατήσαντες πολιορκίᾳ, καὶ Ἱστιαιέας καὶ Σκιωναίους καὶ Τορωναίους καὶ Αἰγινήτας καὶ ἄλλους πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων.
[2.2.4]Τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐκκλησίαν ἐποίησαν, ἐν ᾗ ἔδοξε τούς τε λιμένας ἀποχῶσαι πλὴν ἑνὸς καὶ τὰ τείχη εὐτρεπίζειν καὶ φυλακὰς ἐφιστάναι καὶ τἆλλα πάντα ὡς εἰς πολιορκίαν παρασκευάζειν τὴν πόλιν.

[2.2.3]στην Αθηνα με τον ερχομο της Παραλου νυχτα ανακοινωθηκε η συμφορα,κι ο
θρηνος απ'τον Πειραια διαμεσω των μακρων τειχων στη πολη διαδωθηκε,ο ενας στον
αλλον αναγγελωντας.ωστε εκεινη τη νυχτα κανεις δεν κοιμηθηκε,οχι μονο τους χαμενους
πενθωντας,αλλα ακομα πολυ περισσοτερο αυτους τους ιδιους,νομιζοντας οτι θα παθουν
αυτα τα οποια εκαναν και στους Μηλιους των Λακεδαιμονιων αποικους οντας,αφου
επικρατησαν με πολιορκια,και στους Ιστιαιους και στους Σκιωναιους και στους
Τορωναιους και αλλους πολλους των Ελληνων.
[2.2.4]Την επομενη εκαναν εκκλησια,στην οποια αποφασιστηκε και τα λιμανια να
επιχωσουν εκτος απο ενα και τα τειχοι να επιδιορθωσουν και φυλακες να εγκαταστησουν
και ολα τ'αλλα καθως σε πολιορκια να προετοιμαζουν την πολη
.
.
.


ὅτι τὸν κάλαμον εἶχε
Η ΣΥΝΟΜΩΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΜΙΩΝ ΣΤΗ ΧΙΟ 406 π.Χ
πελοποννησιακος πολεμος
ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Βιβλιο Β [2.1.1]-[2.1.3]
(μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)

[2.1.1] Οἱ δ᾽ ἐν τῇ Χίῳ μετὰ τοῦ Ἐτεονίκου στρατιῶται ὄντες, ἕως μὲν θέρος ἦν, ἀπό τε τῆς ὥρας ἐτρέφοντο καὶ ἐργαζόμενοι μισθοῦ κατὰ τὴν χώραν· ἐπεὶ δὲ χειμὼν ἐγένετο καὶ τροφὴν οὐκ εἶχον γυμνοί τε ἦσαν καὶ ἀνυπόδητοι, συνίσταντο ἀλλήλοις καὶ συνετίθεντο ὡς τῇ Χίῳ ἐπιθησόμενοι· οἷς δὲ ταῦτα ἀρέσκοι κάλαμον φέρειν ἐδόκει, ἵνα ἀλλήλους μάθοιεν ὁπόσοι εἴησαν.[2.1.2] πυθόμενος δὲ τὸ σύνθημα ὁ Ἐτεόνικος, ἀπόρως μὲν εἶχε τί χρῷτο τῷ πράγματι διὰ τὸ πλῆθος τῶν καλαμηφόρων· τό τε γὰρ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς ἐπιχειρῆσαι σφαλερὸν ἐδόκει εἶναι, μὴ εἰς τὰ ὅπλα ὁρμήσωσι καὶ τὴν πόλιν κατασχόντες καὶ πολέμιοι γενόμενοι ἀπολέσωσι πάντα τὰ πράγματα, ἂν κρατήσωσι, τό τ᾽ αὖ ἀπολλύναι ἀνθρώπους συμμάχους πολλοὺς δεινὸν ἐφαίνετο εἶναι, μή τινα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας διαβολὴν σχοῖεν καὶ οἱ στρατιῶται δύσνοι πρὸς τὰ πράγματα ὦσιν·τό τε γὰρ ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς ἐπιχειρῆσαι σφαλερὸν ἐδόκει εἶναι, μὴ εἰς τὰ ὅπλα ὁρμήσωσι καὶ τὴν πόλιν κατασχόντες καὶ πολέμιοι γενόμενοι ἀπολέσωσι πάντα τὰ πράγματα, ἂν κρατήσωσι,τό τ᾽ αὖ ἀπολλύναι ἀνθρώπους συμμάχους πολλοὺς δεινὸν ἐφαίνετο εἶναι, μή τινα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας διαβολὴν σχοῖεν καὶ οἱ στρατιῶται δύσνοι πρὸς τὰ πράγματα ὦσιν·
[2.1.3] ἀναλαβὼν δὲ μεθ᾽ ἑαυτοῦ ἄνδρας πεντεκαίδεκα ἐγχειρίδια ἔχοντας ἐπορεύετο κατὰ τὴν πόλιν, καὶ ἐντυχών τινι ὀφθαλμιῶντι ἀνθρώπῳ ἀπιόντι ἐξ ἰατρείου, κάλαμον ἔχοντι, ἀπέκτεινε.[2.1.4] θορύβου δὲ γενομένου καὶ ἐρωτώντων τινῶν διὰ τί ἀπέθανεν ὁ ἄνθρωπος, παραγγέλλειν ἐκέλευεν ὁ Ἐτεόνικος, ὅτι τὸν κάλαμον εἶχε. κατὰ δὲ τὴν παραγγελίαν ἐρρίπτουν πάντες ὅσοι εἶχον τοὺς καλάμους, ἀεὶ ὁ ἀκούων δεδιὼς μὴ
ὀφθείη ἔχων.   

[2.1.1.] οι δε στρατιωτες στη Χιο με τον Ετεονικο οντες,οσο καλοκαιρι ηταν,και απο
τα εποχικα τρεφονταν και εργαζομενοι με μισθο στα χωραφια.οταν δε χειμωνιασε και
τροφη δεν ειχαν και γυμνοι ησαν και ξυπολητοι,μαζευτηκαν και συνομωτησαν στη Χιο
να επιτεθουν.σε οσους δε αυτο αρεσει καλαμι να κρατουν αποφασιστηκε,για να μεταξυ
τους μαθουν ποσοι ησαν.[2.1.2]οταν δε πληροφορηθηκε τη συνομωσια ο Ετεονικος,
 σε αδιεξοδο ηταν τι επρεπε να κανει για το ζητημα λογω του πληθους  των καλαμοφορων.
φανερα ομως να επεμβει επικινδυνο του φαινονταν να ειναι,μηπως στα οπλα ορμησουν
και την πολη αφου καταλαβουν κι εχθροι γινουν καταστρεψουν τα παντα,αν επικρατη-
σουν,επισης το να σκοτωθουν ανθρωποι συμμαχοι τοσοι πολλοι ολεθριο φαινεται να ειναι,
μηπως καποια και στους αλλους Ελληνες κατηγορια μπορει να εχουν και οι στρατιωτες
δυσαρεστημενοι με τα πραγματα μπορει να γινουν.[2.1.3]τοτε παιρνωντας  μαζι του
αντρες δεκαπεντε εχοντας μαχαιρια βαδισε κατα τη πολη,και τυχαινοντας με καποιον
πασχοντα απο οφθαλμια ανθρωπο καθως εβγαινε  απο ιατρειο,καλαμι εχοντα ,τον
σκοτωσε.[2.1.4]επειδη θορυβος εγινε και ρωτουσαν καποιοι για ποιο λογο πεθανε
ο ανθρωπος,να αναγγελθει διεταξε ο Ετεονικος,οτι το καλαμι ειχε.κατα συνεπεια απο
την αγγελια πετουν ολοι οσοι ειχαν τα καλαμια,καθενας που την ακουγε γιατι φοβονταν
μηπως τον δουν να το εχει
.
.
.

Προμηθεας Δεσμωτης,κυλικας,διαμετρο 15εκ

Ο ΑΤΕΓΚΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΑΙΣΧΥΛΟΥ,ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ
Προοίμιον 1-10
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]

τo  Κράτος και η Βια μαζι με τον Ηφαιστο οδηγουν τον Προμηθεα στα περατα του κοσμου
να τον αλυσσοδεσουν σε πανηψυλο βραχο μεσα σ'απατητη ερημια να τιμωρηθει για την
φιλανθρωπια του

Κράτος

Χθονὸς μὲν ἐς τηλουρὸν ἥκομεν πέδον,
Σκύθην ἐς οἷμον, ἄβατον εἰς ἐρημίαν.
Ἥφαιστε, σοὶ δὲ χρὴ μέλειν ἐπιστολὰς
ἅς σοι πατὴρ ἐφεῖτο, τόνδε πρὸς πέτραις
ὑψηλοκρήμνοις τὸν λεωργὸν ὀχμάσαι 5
ἀδαμαντίνων δεσμῶν ἐν ἀρρήκτοις πέδαις.
τὸ σὸν γὰρ ἄνθος, παντέχνου πυρὸς σέλας,
θνητοῖσι κλέψας ὤπασεν.τοιᾶσδέ τοι
ἁμαρτίας σφε δεῖ θεοῖς δοῦναι δίκην,
ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα 10
στέργειν, φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου.


Κράτος

της γης στο πιό απόμακρο φθάσαμε τοπο
της Σκυθίας το δρόμο,την αδιάβατη ερημιά
Ήφαιστε,σε σένα το χρέος είναι να εκτελέσεις
όσα σε σένα ο πατέρας πρόσταξε,τον λαοπλάνο
αυτόν εδώ στα ψηλόγκρεμνα βράχια  να δέσεις 5
με χαλύβδινα δεσμά σ'άσπαστες χειροπέδες
αφού το άνθο σου,της πάντων των τεχνών φωτιάς
τη λάμψη στους θνητούς κλέβοντας πρόσφερε.
για τέτοια στους θεούς αμαρτία  πρέπει να δικασθεί
όπως να διδαχθεί του Δία την εξουσία να σέβεται 10
του φιλανθρώπου δε τον τρόπο να παρατήσει
.
.
.

Αρχιλοχος,παπυρος Κολωνια, Γερμανια. (P. Köln II 58]

ΤΟ ΑΘΥΡΟΣΤΟΜΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ ΤΟΝ 7ο αι. π.Χ
[ελευθεριως μεταφραζων και σκηνοθετων αρχιλοχου αποσπασματα  χ.ν.κουβελης
c.n.couvelis]

ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ΠΑΡΙΟΣ ΚΑΤΑ ΠΑΤΡΟΣ ΛΥΚΑΜΒΕΩΣ ΚΟΡΗΣ ΤΕ ΝΕΟΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΗΣ ΑΥΤΗΣ ΔΙΑ  ΤΗΝ ΑΘΕΤΗΣΙΝ ΤΩΝ ΓΑΜΕΩΝ ΠΑΤΡΩΩΝ ΝΟΜΩΝ

 ο Παριανος μισθοφορος Αρχιλοχος,ευφυης ποιητης,ευαισθητος ως ανθρωπος αλλα και
ακρως εκδικητικος,δεν συγχωρει την αθετηση της συμφωνιας για γαμο με την Νεοβουλη,
αυτη,ο πατερας της ο Λυκαμβης και η αδελφη της διαπομπευονται οικογενειακως χωρις
ελεος απο τους αιχμηρους φαρμακερους,στιχους του μεχρι τελος.
Ἓν δ' ἐπίσταμαι μέγα,
τὸν κακῶς με δρῶντα δέννοις ἀνταμείβεσθαι κακοῖς
[ενα να ξερεις καλα,
αν σε μενα κακο κανουν πολυ πιο ακριβα θα το πληρωσουν ]


Ἤμβλακον, καὶ ποὺ τιν' ἄλλον ἥδ' ἄτη κιχήσατο.
αποβλακωθηκα,κι ισως απ'αυτο κι αλλος θα καταστραφει
Δωτάδης
σκορποχερης ειμαι
Οἴην Λυκάμβεω παῖδα τὴν ὑπερτέρην.
αχ του Λυκαμβη η κορη ποσο μεγαλη πουτανα
Ἔχουσα θαλλὸν μυρσίνης ἐτέρπετο
ῥοδῆς τε καλὸν ἄνθος, ἡ δὲ οἱ κόμη
ὤμους κατεσκίαζε καὶ μετάφρενα.
κρατωντας ντουρο κλαρι μυρσινης χαιδευεται
οπως και μ'ωραιο τριανταφυλλο,τα μαλλια της
πισω στις πλατες ριγμενα  μεχρι τη μεση
Ἐσμυρισμέναι κόμας
καὶ στῆθος, ὡς ἄν καὶ γέρων ἠράσσατο
τα μοσχομυριστα μαλλακια
και βυζακια και γερο αναστατωνουν
ω να γινοταν χερι να βαλω στη Νεοβουλη
Πολλὰς δὲ τυφλὰς ἐγχέλυας ἐδέξω.
που τοσα τυφλα χελια πνιγει μεσα της
Φὰβ' οὖλος εἵλκυσας φίλους.
ω διπροσωπη ποσους εραστες ξεμεδουλιασες
Ναὶ ναὶ μὰ μήκωνος χλόην
μα τη χλοερη παπαρουνα σου
Γυναῖκα σ' εἷλον γαμέτιν, ἧς λεωφόρου
τύχησα
γυναικα σε διαλεξα για γαμο ,και σε πεζοδρομιου
ετυχα
Πῆ βήσεαι νέορτον ἐπιγαμέειν πόσιν;
Τίθει δ' ὀχῇα βατράχῳ Σεριφίῳ·
κᾆτ' εὐπορήσεις διψέουσ', ἐὰν δ' ἄρα
βινητιήσῃς, στριφνὰ βινηθήσεαι·
αληθεια,ποιος σοβαρος αντρας θα σε παντρευτει;
μαλλον θα παρεις κανενα βατραχι σεριφιωτικο
κι οταν καλοπερασεις διψασμενη,τραβα να γαμηθεις,
ξεσκισου
γυναῖκα βινέων
γυναικα γαμιαδων
Φῦμα μηρίων μεταξύ
Φθειρσὶ μοχθήσοντα.
που τα μουνοχειλα αναμεσα στα μπουτια σου
μουνοψειρες γλειφουν και ρουφουνε
Ἀηδονιδεὺς
αιδειομουνα
Λέγαι δὲ γυναῖκες.
διεφθαρμενη γυναικα
Μυσάχνη, ἐργάτις, δῆμος,
περὶ σφυρὸν παχεῖα μισήτη γυνή.
βρωμιαρα,σκουπιδιαρα,δημοσια,
χοντροκωλαρου παλιογυνηδιο
Οὐκ ἄν μύρισι γρηῦς ἐοῦσ' ἠλείφεο.
κι η μανα σου γρια γυναικα δεν ντρεπεται
μ'αρωματα ν'αλειφεται η πουτανα
Καὶ πεσεῖν δρήστην ἐπ' ἀσκὸν κἀπὶ γαστρὶ γαστέρα
προσβαλεῖν μηροὺς τε μηροῖς.
αχ πανω σου να πεσω κοιλια με κοιλια
τα μπουτια μου στα μπουτια σου να μπλεξω
Πυρὸς δ' ἐν αὐτῷ φεψάλυξ.
και φωτια να μας καψαλισει
Ἀλλ' ἄλλος ἄλλῳ καρδίην ἰαίνεται.
αλλ'αλλουνου τωρα τη καβλα αναβεις και σβηνεις
Συκῆ πετραίη πολλὰς βόσκουσα κορώνας
εὐήθης ξείνων δέκτρια Πασιφίλη.
σαν τη συκια στα βραχια που πολλα τρεφει κορακια
το ιδιο και συ πονοψυχη ολους τους δεχεσαι Ερωτιαρα
Ἀμισθὶ γὰρ σε πάμπαν οὐ διάξομεν
φυσικα οχι και αμισθι
Ἀλκιβίη πλοκάμων ἱερὴν ἀνέθηκε καλύπτρην
Ἥρῃ κουριδίων εὖτ' ἐκύρησε γάμων.
κι αυτη η  Αλκιβιη η αδερφη σου πεταξε στη θεα
το μαντηλι της σεμνοτητας απ' τα μαλλια της
κι ολο καβλα τρεχει να σπασει τη παρθενια της
Ἀλλ' ἀπερρώγασί μοι
μύκεω τένοντες.
αλλα μενανε απ'το φουσκωμα
πανε να σπασουν του πουτσου μου τα νευρα
Ἓν δ' ἐπίσταμαι μέγα,
τὸν κακῶς με δρῶντα δέννοις ἀνταμείβεσθαι κακοῖς
να ξερεις πως οποιος κακο σε μενα κανει
με πιο μεγαλο να πληρωσειθα τον κανω
Ὑφ' ἡδονῆς σαλευομένη κορώνη.
θυμασαι,οταν σ'ειχα, σπαρταρουσες σαν εχυνες οπως η καρακαξα
Οὔτε τι γὰρ κλαίων ἰήσομαι οὔτε κάκιον
θήσω τερπωλὰς καὶ θαλίας ἐφέπων
δεν θα με γιατρεψουν τα κλαματα το ξερω
ας το ριξω,λοιπον,εξω με γλεντια κι απολαυσεις
] Ὦ τρισμακάριστε ὅστις [
] τοιαῦτα τέκνα.[
ω τρισευτυχισμενος που΄ναι ο Λυκαμβης
να΄χει τετοιες πουτανες κορες
.
.
.


ο λοιμός της Αθήνας το 430 π.Χ- χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν νόσον γενόμενα.
[ο λοιμός της Αθήνας το 430 π.Χ]
ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
ΒΙΒΛΙΟ Β' 47-54
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]

[47] [47.1] ετσι εγινε η ταφη στον χειμωνα τουτο,και με το περασμα του το πρωτο ετος
του πολεμου αυτου εδω τελειωσε.[47.2] απο δε την αρχη του καλοκαιριου οι Πελοποννη-
σιοι και οι συμμαχοι με τα δυο μερη οπως ακριβως και πριν εισεβαλαν στην Αττικη[υπο την
ηγεσια του Αρχιδαμου του Ζευξιππου των Λακεδαιμονιων βασιλια]κι αφου στρατοπεδευ-
σαν λεηλατουσαν τη χωρα.[47.3]και οταν συνεβαιναν αυτα δεν ηταν πολλες μερες που
στην Αττικη  η νοσος πρωτοαρχισε να μεταδινεται στους Αθηναιους,η οποια λεγονταν
και πρωτυτερα σε πολλα αλλα μερη ενεσκηψε και στη Λημνο και σ'αλλες χωρες,ομως
τετοιας εκτασης νοσος  ουτε τοση μεγαλη απωλεια ανθρωπων  πουθενα δεν μνημο-
νευεται να εγινε.[47.4]γιατι ουτε οι γιατροι κατορθωναν αρχικα να την θεραπευσουν
λογω αγνοιας,αλλα κι αυτοι οι ιδιοι πεθαιναν οσο πιο πολυ την πλησιαζαν,ουτε αλλα
ανθρωπινη τεχνη καμια.και οσα στα ιερα ικετευαν η΄ στα μαντεια και στα τετοια
επιχειρουσαν,τα παντα ανωφελα ηταν,και στο τελος απ'αυτα παρατηθηκαν απο το
 κακο νικημενοι.
  [48] [48.1] το πρωτο αρχισε,καθως λεγεται,απο την Αιθιοπια νοτια της Αιγυπτου,επειτα
δε και στην Αιγυπτο και τη Λιβυη μεταφερθηκε και στου βασιλια το μεγαλυτερο μερος
της χωρας.[48.2] στη δε πολη των Αθηναιων ξαφνικα επεσε,και πρωτο στον Πειραια
κολλησε τους ανθρωπους,ετσι ωστε και ειπωθηκε απ'αυτους πως οι Πελοποννησιου
δηλητηρια πεταξαν μεσα στα πηγαδια,γιατι βρυσες ακομη δεν ηταν εκει.υστερα δε
και στην πανω πολη εφτασε,και πεθαιναν παρα πολυ τωρα πια.48.3]να λεει μπορει
λοιπον γι'αυτη ο καθενας οπως γνωριζει και γιατρος και ιδιωτης,απο που πιθανως αυτη
προεκυψε,και τις αιτιες οποιες νομιζει τετοια μεγαλη μεταβολη ηταν ικανες σε δυναμη
διαταρασοντας να φερουν.εγω δε και αυτο που εγινε θα πω,κι απ'αυτα τα συμπτωματα
αν καποιος να εξετασει,εαν καποτε και παλι πεσει,πολυ καλυτερα αν εχει κατι απο πριν
γνωρισμενο να μην αγνοει,αυτα αναφερω κι ο ιδιος αφου νοσησα κι ο ιδιος αφου ειδα
αλλους να πασχουν.
[49] [49.1] το μεν ετος λοιπον,καθως ωμολογειται,καθ'ολα πραγματικα ανοσο απο αλλες
ασθενειες τυχαινε να ηταν.κι αν δε καποιος προηγουμενως επασχε κατι,σ'αυτη ολα αντα-
ποκρινονταν.[49.2]τους αλλους δε χωριας καμια προειδοποιηση,αλλα ξαφνικα ενω ηταν
υγιεις,πρωτα με ισχυρη θερμη του κεφαλιου και με κοκκινισμα ματιων και φλεγμονη τους
προσβαλε,και τα εντος,οπως και ο φαρυγκας και η γλωσσα,αμεσως αιματωδη ηταν και η
αναπνοη ασυνηθιστη και με δυσωδια εβγαινε.[49.3]επειτα απ'αυτα πταρνισμα και
βραγχνιασμα επακολουθουσε,κι οχι σε πολυ χρονο κατεβαινε στο στηθος ο πονος με
βηχα ισχυρο.κι οταν στο στομαχι εφτασε,το ανακατεψε και απεκκρισεις της χολης ολες
οσες απο τους γιατρους  περιγραφομενες ειναι επακολουθησαν,κι αυτες με μεγαλη
ταλαιπωρια.[49.4] και λοξυγκας στους περισσοτερους ακολουθουσε υποκουφος,
σπασμο προκαλωντας ισχυρο,στους μεν μετα απ'αυτα σταματουσε,στους δε και πολυ
υστερα.[49.5]και εξωτερικα αγγιζομενο το σωμα  ουτε υπερβολικα θερμο ηταν ουτε
ωχρο,αλλα κοκκινωπο,πελιδνο,με μικρες φουσκαλες κι εξανθηματα.τα δε εσωτερικα
τοσο καιγονταν ωστε μητε των πολυ λεπτων ενδυματων και σεντονιων το σκεπασμα
μητε αλλο κατι παρα γυμνοι ανεχονταν,και πολυ μεγαλη ελαφρωση αν σε νερο ψυχρο
τους εαυτους τους ριξουν.και πολλοι αυτο απο τους παραμελημενους ανθρωπους επραξαν
κι επεσαν στα πηγαδια,απο την απαυστη διψα κατεχομενοι.και στη ιδια κατασταση ηταν
και με το περισσοτερο  και με το λιγοτερο πιομα.[49.6]και η δυσφορια να μην ησυχαζουν
και η αγρυπνια τους βασανιζε διαρκως.και το σωμα,για οσο χρονο και η νοσος ειναι
σ'ακμη,δεν εξασθενουσε,αλλα παραδοξα αντεχε στη ταλαιπωρια,ωστε η' πεθαιναν οι
περισσοτεροι στην ενατη και εβδομη ημερα απο το εσωτερικη καουρα,ακομα εχοντας
καποια δυναμη,η' αν διεφευγαν,κατεβαινοντας η νοσος στη κοιλια και ελκος σ'αυτη ισχυρο
δημιουργουνταν και διαρροια ταυτοχρονα ακρατη αφου επακολουθουσε οι πολλοι
μετα απ'αυτη την εξασθενιση πεθαιναν.[49.7]γιατι διερχονταν δια μεσου ολου του
σωματος αφου απο πανω αρχιζε στο κεφαλι να πρωτοπιανει το κακο,κι αν καποιος
απ'τα πιο μεγαλα επιζουσε,στα ακρα τα σημαδια της αφηνε.[49.8]γιατι διαδιδωνταν
στα γεννητικα οργανα  και στα ακρα των χεριων και των ποδιων,και πολλοι αφου τα
στερουνταν ξεφευγαν,ειναι καποιοι δε και τα ματια.κι αλλοι παλι τη μνημη εχαναν
αμεσως μολις επανερχονταν  παντελως,και δεν αναναγνωριζαν κι αυτους τους ιδιους
και τους οικειους.
[50][50.1]το ειδος λοιπον της νοσου ηταν πολυ πανω απ΄τα λογια και τ'αλλα πιο δυσχερη
για την ανθρωπινη φυση σε καθεναν που προσβαλε,και σ'αυτο εδω εδειξε καθαρα μαλιστα
οτι αλλο ηταν παρα απ'τα συνειθισμενα κατι.γιατι τα ορνια και τα τετραποδα οσα τους
ανθρωπους αγγιζουν,αν και πολλοι αταφοι βρισκονταν η' δεν τους πλησιαζαν η' αν τους
ετρωγαν πεθαιναν.[50.2]αποδειξη δε οτι τετοιων πουλιων εξαφανιση παντελης εγινε,και
δεν φαινονταν ουτε αλλου ουτε γυρω τετοιο κανενα.τα δε σκυλια αισθηση μαλλον εκαναν
αφου καταφευγουν για να συμφαγουν.
[51][51.1]το μεν λοιπον νοσημα,πολλα και αλλα παραλιποντας παραξενα,στον καθενα
τυχαινε κατα τι να ειναι διαφορετικο απο τον εναν στον αλλο,τετοιο ηταν κατα πασα
εικονα.και αλλο δεν ενοχλουσε κατα εκεινο το καιρο κανενα απο τα συνειθισμενα.κι οποιο
συνεβαινε,σ'αυτο τελειωνε.[51.2]αλλοι δε πεθαιναν απο παραμελειση,και αλλοι καλα
φροντισμενοι.και ουτε ενα παρουσιαστηκε γιατρικο για να πω οτι μπορεσε να προσφερει
ωφελεια.γιατι στον εναν το συμφερον  αλλον αυτο εβλαπτε.[51.3]και σωμα ανθεκτικο να
ειναι κανενα δεν ξεχωρισε προς αυτο ισχυρο η' ασθενικο,αλλα ολα αρπαξε κι αυτα που με
καθε διαιτα ηταν φροντισμενα.[51.4] το δε πιο χειροτερο απ'ολα του κακου ηταν και η
βαρυθυμια οποτε καποιος ασθανονταν ν'αρρωσταινει[γιατι προς την απελπισια  ευθυς
στρεφομενοι στη διαθεση ολοκληρωτικα οι ιδιοι παραδινονταν και δεν αντιστεκονταν],
και οτι ο ενας απ'του αλλου τη φροντιδα μολυσμενοι οπως ακριβως τα προβατα πεθαιναν.
και την πιο πολυ φθορα αυτο εκανε. [51.5] ειτε γιατι μη θελωντας απο φοβο ο ενας με τον
αλλον να πλησιασουν,χανονταν παρατημενοι,και σπιτια πολλα εγκαταλειφτηκαν απο ελλειψη
θεραπευτη.ειτε αν πλησιαζαν,πεθαιναν,και μαλιστα αυτοι που απο καλοσυνη ηταν συμπαρα-
στατες.γιατι η φιλοτιμια τους εκανε τους ιδιους να λυπουνται κι εμπεναν μεσα στους φιλους,
επειδη και τους  θρηνους γι'αυτους που κατεληγαν να τελειωσουν και οι οικειοι παρατουσαν
απ'το πολυ κακο νικημενοι.[51.6] επι πλεον ομως αυτοι που ειχαν διαφυγει κι αυτον που
πεθαινε κι αυτον που πονουσε ευσπλαχνιζονταν κι επειδη πια το γνωριζαν κι οι ιδιοι τωρα
ξεθαρρεψαν.γιατι δυο φορες τον ιδιο,ωστε και να σκοτωσει,δεν επιανε.και καλοτυχουνταν
απ΄τους αλλους, κι αυτοι στη στιγμη ενιωσαν χαρα και στον μετεπειτα χρονο καποια κρυφη
ελπιδα ειχαν μητε απο αλλο νοσημα επισης ποτε θα πεθανουν.
[52][52.1]πιεσε δε αυτους πολυ στην υπαρχουσα συμφορα και η εισροη απο την υπαιθρο
στη πολη,κι οχι λιγοτερο τους εισελθοντες [52.2]επειδη σπιτια δεν υπηρχαν,αλλα σε
πνιγερες καλυβες λογω της εποχης αφου διεμεναν η φθορα γινονταν ανεξελεγκτα.αλλα
και νεκροι πανω ο ενας στον αλλον πεθαινοντας βρισκοταν και στους δρομους κυλουσαν
και σ'ολες τις βρυσες μισοπεθαμενοι απ'την επιθυμια του νερου.[52.3] και τα ιερα στα
οποια κατασκηνοναν γεματα απο νεκρους ηταν,εκει μεσα πεθαιναν.γιατι πολυ βασανισμενοι
απ'το κακο οι ανθρωποι,μη γνωριζοντας τι θα παθουν,παραμελουσαν ομοια και ιερα και οσια.
[52.4] κι ολοι οι νομοι καταπατηθηκαν  τους οποιους χρησιμοποιουσαν πριν για τις ταφες,
τους εθαβαν οπως ο καθενας μπορουσε.και πολλοι σε μη αρμοζουσες θηκες κατεφευγαν
απο την σπανιοτητα των συγγενων λογω του οτι πολλοι ειχαν πεθανει πριν απ'αυτους.γιατι
σε πυρα ξενη  προφτανοντας οι μεν πανω θετωντας τον δικο τους νεκρο την αναβαν,οι δε ενω
καιγονταν αλλος αφου πεταγαν απο πανω αυτον που εφεραν εφευγαν.
[53][53.1].και πρωτα πρωτα εφερε και στ'αλλα στη πολη επιπλεον ανομιες το νοσημα.
γιατι ευκολα τολμουσε καποιος αυτα που πρωτυτερα απεκρυπτε απο ηδονη να μην κανει.
την γρηγορη μεταστροφη βλεπωντας και των πλουσιων και αιφνιδια πεθαμενων κι αυτων
που τιποτα πρωτυτερα δεν κατειχαν,τωρα τα εκεινων να εχουν. [53.2] ωστε γρηγορες τις
απολαυσεις και τα προς τερψη απαιτουσουν να κανουν,γιατι εφημερα και τα σωματα και
τα πραγματα εξ ισου  θεωρουσαν. [53.3] και το να απο πριν ταλαιπωρηθει γι'αυτο που
νομιζει καλο κανενας δεν ηταν προθυμος,αφου αβεβαιο το νομιζε αν θα το κατορθωσει
πριν πεθανει. τωρα πια οτι και ευχαριστο κι απο παντου φερει κερδος,τουτο και καλο
και χρησιμο καταντησε. [53.4]θεων δε φοβος η΄ανθρωπων νομος  κανενας δεν συγ-
κρατουσε,αφου εκριναν αυτο εξ ισου με την ευσεβεια και αφου εβλεπαν ολους ισα
να χανονται.για δε τα αμαρτηματα κανεις δεν περιμενε μεχρι να δικαστει θα επιζει
για να τιμωρηθει,πολυ δε πιο μεγαλη την ηδη καταδικαστικη αποφαση που πανω
τους επικρεμονταν θεωρουσαν,και πριν πανω τους πεσει φυσικο ειναι του βιου κατι
να απολαυσουν.
[54][54.1].σε τετοια συμφορα οι Αθηναιοι εχοντας πεσει δυσφορουσαν,κι απ'τους
ανθρωπους που μεσα πεθαιναν και απ΄τη γη που εξω καταστρεφονταν.  [54.2] μεσ'στο
κακο αναμεσα σε καποια που αναθυμηθηκαν φυσικο ηταν και τουτος εδω ο στιχος,που
οπως ελεγαν οι παλαιοτεροι παλια τραγουδουνταν:θα'ρθει δωρικος πολεμος και μαζι
μ'αυτον λοιμος.[54.3] εγινε τοτε  διαφωνια στους ανθρωπως οτι δεν κατανομαζεται λοιμος
νοσος στο στιχο των παλιων, αλλα λιμος πεινα,επικρατησε δε στα παροντα συμβαντα
φυσικα λοιμο να λεει.γιατι ανθρωποι συμφωνα προς αυτα που πασχουν την μνημη
κανουν.βεβαια νομιζω αν ποτε αλλος πολεμος παρει μερος δωρικος απ'αυτον υστερα και
συμβει να πεσει λιμος πεινα,φυσικο ειναι ετσι να τραγουδουν.[54.4] επενθυμησαν δε και
τον χρησμο των Λακεδαιμονιων σ'αυτους που τον γνωριζουν,οταν ρωτησαν τον θεο αν
πρεπει να πολεμησουν σ'αυτους χρησμοδοτησε  πως αν κατα κρατος πολεμησουν θα
νικησουν,κι ο ιδιος ειπε θα συμμετασχει.[54.5]περι μεν λοιπον του χρησμου τα συμβαι-
νοντα συμπεραναν οτι συμφωνα ειναι.αφου εχοντας εισβαλει οι Πελοποννησιοι η νοσος
αρχισε αμεσως.και στην Πελοποννησο δεν εισεβαλε,οπως να΄ναι αξιο να πεις,εξαπλωθηκε
στην Αθηνα κατα το πλειστο,επειτα δε και στα πιο πολυανθρωπα των αλλων οικισμων.
αυτα λοιπον τα συμβαινομενα κατα τη νοσο.


[47] [47.1] Τοιόσδε μὲν ὁ τάφος ἐγένετο ἐν τῷ χειμῶνι τούτῳ· καὶ διελθόντος αὐτοῦ πρῶτον ἔτος τοῦ πολέμου τοῦδε ἐτελεύτα. [47.2] τοῦ δὲ θέρους εὐθὺς ἀρχομένου Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι τὰ δύο μέρη ὥσπερ καὶ τὸ πρῶτον ἐσέβαλον ἐς τὴν Ἀττικήν (ἡγεῖτο δὲ Ἀρχίδαμος ὁ Ζευξιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς), καὶ καθεζόμενοι ἐδῄουν τὴν γῆν. [47.3] καὶ ὄντων αὐτῶν οὐ πολλάς πω ἡμέρας ἐν τῇ Ἀττικῇ ἡ νόσος πρῶτον ἤρξατο γενέσθαι τοῖς Ἀθηναίοις, λεγόμενον μὲν καὶ πρότερον πολλαχόσε ἐγκατασκῆψαι καὶ περὶ Λῆμνον καὶ ἐν ἄλλοις χωρίοις, οὐ μέντοι τοσοῦτός γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι. [47.4] οὔτε γὰρ ἰατροὶ ἤρκουν τὸ πρῶτον θεραπεύοντες ἀγνοίᾳ, ἀλλ’ αὐτοὶ μάλιστα ἔθνῃσκον ὅσῳ καὶ μάλιστα προσῇσαν, οὔτε ἄλλη ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία· ὅσα τε πρὸς ἱεροῖς ἱκέτευσαν ἢ μαντείοις καὶ τοῖς τοιούτοις ἐχρήσαντο, πάντα ἀνωφελῆ ἦν, τελευτῶντές τε αὐτῶν ἀπέστησαν ὑπὸ τοῦ κακοῦ νικώμενοι.
[48] [48.1] ἤρξατο δὲ τὸ μὲν πρῶτον, ὡς λέγεται, ἐξ Αἰθιοπίας τῆς ὑπὲρ Αἰγύπτου, ἔπειτα δὲ καὶ ἐς Αἴγυπτον καὶ Λιβύην κατέβη καὶ ἐς τὴν βασιλέως γῆν τὴν πολλήν. [48.2] ἐς δὲ τὴν Ἀθηναίων πόλιν ἐξαπιναίως ἐσέπεσε, καὶ τὸ πρῶτον ἐν τῷ Πειραιεῖ ἥψατο τῶν ἀνθρώπων, ὥστε καὶ ἐλέχθη ὑπ’ αὐτῶν ὡς οἱ Πελοποννήσιοι φάρμακα ἐσβεβλήκοιεν ἐς τὰ φρέατα· κρῆναι γὰρ οὔπω ἦσαν αὐτόθι. ὕστερον δὲ καὶ ἐς τὴν ἄνω πόλιν ἀφίκετο, καὶ ἔθνῃσκον πολλῷ μᾶλλον ἤδη. [48.3] λεγέτω μὲν οὖν περὶ αὐτοῦ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει καὶ ἰατρὸς καὶ ἰδιώτης, ἀφ’ ὅτου εἰκὸς ἦν γενέσθαι αὐτό, καὶ τὰς αἰτίας ἅστινας νομίζει τοσαύτης μεταβολῆς ἱκανὰς εἶναι δύναμιν ἐς τὸ μεταστῆσαι σχεῖν· ἐγὼ δὲ οἷόν τε ἐγίγνετο λέξω, καὶ ἀφ’ ὧν ἄν τις σκοπῶν, εἴ ποτε καὶ αὖθις ἐπιπέσοι, μάλιστ’ ἂν ἔχοι τι προειδὼς μὴ ἀγνοεῖν, ταῦτα δηλώσω αὐτός τε νοσήσας καὶ αὐτὸς ἰδὼν ἄλλους πάσχοντας.
[49] [49.1] Τὸ μὲν γὰρ ἔτος, ὡς ὡμολογεῖτο, ἐκ πάντων μάλιστα δὴ ἐκεῖνο ἄνοσον ἐς τὰς ἄλλας ἀσθενείας ἐτύγχανεν ὄν· εἰ δέ τις καὶ προύκαμνέ τι, ἐς τοῦτο πάντα ἀπεκρίθη. [49.2] τοὺς δὲ ἄλλους ἀπ’ οὐδεμιᾶς προφάσεως, ἀλλ’ ἐξαίφνης ὑγιεῖς ὄντας πρῶτον μὲν τῆς κεφαλῆς θέρμαι ἰσχυραὶ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἐρυθήματα καὶ φλόγωσις ἐλάμβανε, καὶ τὰ ἐντός, ἥ τε φάρυγξ καὶ ἡ γλῶσσα, εὐθὺς αἱματώδη ἦν καὶ πνεῦμα ἄτοπον καὶ δυσῶδες ἠφίει· [49.3] ἔπειτα ἐξ αὐτῶν πταρμὸς καὶ βράγχος ἐπεγίγνετο, καὶ ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ κατέβαινεν ἐς τὰ στήθη ὁ πόνος μετὰ βηχὸς ἰσχυροῦ· καὶ ὁπότε ἐς τὴν καρδίαν στηρίξειεν, ἀνέστρεφέ τε αὐτὴν καὶ ἀποκαθάρσεις χολῆς πᾶσαι ὅσαι ὑπὸ ἰατρῶν ὠνομασμέναι εἰσὶν ἐπῇσαν, καὶ αὗται μετὰ ταλαιπωρίας μεγάλης. [49.4] λύγξ τε τοῖς πλέοσιν ἐνέπιπτε κενή, σπασμὸν ἐνδιδοῦσα ἰσχυρόν, τοῖς μὲν μετὰ ταῦτα λωφήσαντα, τοῖς δὲ καὶ πολλῷ ὕστερον. [49.5] καὶ τὸ μὲν ἔξωθεν ἁπτομένῳ σῶμα οὔτ’ ἄγαν θερμὸν ἦν οὔτε χλωρόν, ἀλλ’ ὑπέρυθρον, πελιτνόν, φλυκταίναις μικραῖς καὶ ἕλκεσιν ἐξηνθηκός· τὰ δὲ ἐντὸς οὕτως ἐκάετο ὥστε μήτε τῶν πάνυ λεπτῶν ἱματίων καὶ σινδόνων τὰς ἐπιβολὰς μηδ’ ἄλλο τι ἢ γυμνοὶ ἀνέχεσθαι, ἥδιστά τε ἂν ἐς ὕδωρ ψυχρὸν σφᾶς αὐτοὺς ῥίπτειν. καὶ πολλοὶ τοῦτο τῶν ἠμελημένων ἀνθρώπων καὶ ἔδρασαν ἐς φρέατα, τῇ δίψῃ ἀπαύστῳ ξυνεχόμενοι· καὶ ἐν τῷ ὁμοίῳ καθειστήκει τό τε πλέον καὶ ἔλασσον ποτόν. [49.6] καὶ ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζειν καὶ ἡ ἀγρυπνία ἐπέκειτο διὰ παντός. καὶ τὸ σῶμα, ὅσονπερ χρόνον καὶ ἡ νόσος ἀκμάζοι, οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλ’ ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ, ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος, ἔτι ἔχοντές τι δυνάμεως, ἢ εἰ διαφύγοιεν, ἐπικατιόντος τοῦ νοσήματος ἐς τὴν κοιλίαν καὶ ἑλκώσεώς τε αὐτῇ ἰσχυρᾶς ἐγγιγνομένης καὶ διαῤῥοίας ἅμα ἀκράτου ἐπιπιπτούσης οἱ πολλοὶ ὕστερον δι’ αὐτὴν ἀσθενείᾳ διεφθείροντο. [49.7] διεξῄει γὰρ διὰ παντὸς τοῦ σώματος ἄνωθεν ἀρξάμενον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ πρῶτον ἱδρυθὲν κακόν, καὶ εἴ τις ἐκ τῶν μεγίστων περιγένοιτο, τῶν γε ἀκρωτηρίων ἀντίληψις αὐτοῦ ἐπεσήμαινεν. [49.8] κατέσκηπτε γὰρ ἐς αἰδοῖα καὶ ἐς ἄκρας χεῖρας καὶ πόδας, καὶ πολλοὶ στερισκόμενοι τούτων διέφευγον, εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν. τοὺς δὲ καὶ λήθη ἐλάμβανε παραυτίκα ἀναστάντας τῶν πάντων ὁμοίως, καὶ ἠγνόησαν σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπιτηδείους.
[50] [50.1] γενόμενον γὰρ κρεῖσσον λόγου τὸ εἶδος τῆς νόσου τά τε ἄλλα χαλεπωτέρως ἢ κατὰ τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν προσέπιπτεν ἑκάστῳ καὶ ἐν τῷδε ἐδήλωσε μάλιστα ἄλλο τι ὂν ἢ τῶν ξυντρόφων τι· τὰ γὰρ ὄρνεα καὶ τετράποδα ὅσα ἀνθρώπων ἅπτεται, πολλῶν ἀτάφων γιγνομένων ἢ οὐ προσῄει ἢ γευσάμενα διεφθείρετο. [50.2] τεκμήριον δέ· τῶν μὲν τοιούτων ὀρνίθων ἐπίλειψις σαφὴς ἐγένετο, καὶ οὐχ ἑωρῶντο οὔτε ἄλλως οὔτε περὶ τοιοῦτον οὐδέν· οἱ δὲ κύνες μᾶλλον αἴσθησιν παρεῖχον τοῦ ἀποβαίνοντος διὰ τὸ ξυνδιαιτᾶσθαι.
[51] [51.1] Τὸ μὲν οὖν νόσημα, πολλὰ καὶ ἄλλα παραλιπόντι ἀτοπίας, ὡς ἑκάστῳ ἐτύγχανέ τι διαφερόντως ἑτέρῳ πρὸς ἕτερον γιγνόμενον, τοιοῦτον ἦν ἐπὶ πᾶν τὴν ἰδέαν. καὶ ἄλλο παρελύπει κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον οὐδὲν τῶν εἰωθότων· ὃ δὲ καὶ γένοιτο, ἐς τοῦτο ἐτελεύτα. [51.2] ἔθνῃσκον δὲ οἱ μὲν ἀμελείᾳ, οἱ δὲ καὶ πάνυ θεραπευόμενοι. ἕν τε οὐδὲ ἓν κατέστη ἴαμα ὡς εἰπεῖν ὅτι χρῆν προσφέροντας ὠφελεῖν· τὸ γάρ τῳ ξυνενεγκὸν ἄλλον τοῦτο ἔβλαπτεν. [51.3] σῶμά τε αὔταρκες ὂν οὐδὲν διεφάνη πρὸς αὐτὸ ἰσχύος πέρι ἢ ἀσθενείας, ἀλλὰ πάντα ξυνῄρει καὶ τὰ πάσῃ διαίτῃ θεραπευόμενα. [51.4] δεινότατον δὲ παντὸς ἦν τοῦ κακοῦ ἥ τε ἀθυμία ὁπότε τις αἴσθοιτο κάμνων (πρὸς γὰρ τὸ ἀνέλπιστον εὐθὺς τραπόμενοι τῇ γνώμῃ πολλῷ μᾶλλον προΐεντο σφᾶς αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀντεῖχον), καὶ ὅτι ἕτερος ἀφ’ ἑτέρου θεραπείας ἀναπιμπλάμενοι ὥσπερ τὰ πρόβατα ἔθνῃσκον· καὶ τὸν πλεῖστον φθόρον τοῦτο ἐνεποίει. [51.5] εἴτε γὰρ μὴ ’θέλοιεν δεδιότες ἀλλήλοις προσιέναι, ἀπώλλυντο ἐρῆμοι, καὶ οἰκίαι πολλαὶ ἐκενώθησαν ἀπορίᾳ τοῦ θεραπεύσοντος· εἴτε προσίοιεν, διεφθείροντο, καὶ μάλιστα οἱ ἀρετῆς τι μεταποιούμενοι· αἰσχύνῃ γὰρ ἠφείδουν σφῶν αὐτῶν ἐσιόντες παρὰ τοὺς φίλους, ἐπεὶ καὶ τὰς ὀλοφύρσεις τῶν ἀπογιγνομένων τελευτῶντες καὶ οἱ οἰκεῖοι ἐξέκαμνον ὑπὸ τοῦ πολλοῦ κακοῦ νικώμενοι. [51.6] ἐπὶ πλέον δ’ ὅμως οἱ διαπεφευγότες τόν τε θνῄσκοντα καὶ τὸν πονούμενον ᾠκτίζοντο διὰ τὸ προειδέναι τε καὶ αὐτοὶ ἤδη ἐν τῷ θαρσαλέῳ εἶναι· δὶς γὰρ τὸν αὐτόν, ὥστε καὶ κτείνειν, οὐκ ἐπελάμβανεν. καὶ ἐμακαρίζοντό τε ὑπὸ τῶν ἄλλων, καὶ αὐτοὶ τῷ παραχρῆμα περιχαρεῖ καὶ ἐς τὸν ἔπειτα χρόνον ἐλπίδος τι εἶχον κούφης μηδ’ ἂν ὑπ’ ἄλλου νοσήματός ποτε ἔτι διαφθαρῆναι.
[52] [52.1] Ἐπίεσε δ’ αὐτοὺς μᾶλλον πρὸς τῷ ὑπάρχοντι πόνῳ καὶ ἡ ξυγκομιδὴ ἐκ τῶν ἀγρῶν ἐς τὸ ἄστυ, καὶ οὐχ ἧσσον τοὺς ἐπελθόντας. [52.2] οἰκιῶν γὰρ οὐχ ὑπαρχουσῶν, ἀλλ’ ἐν καλύβαις πνιγηραῖς ὥρᾳ ἔτους διαιτωμένων ὁ φθόρος ἐγίγνετο οὐδενὶ κόσμῳ, ἀλλὰ καὶ νεκροὶ ἐπ’ ἀλλήλοις ἀποθνῄσκοντες ἔκειντο καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς ἐκαλινδοῦντο καὶ περὶ τὰς κρήνας ἁπάσας ἡμιθνῆτες τοῦ ὕδατος ἐπιθυμίᾳ. [52.3] τά τε ἱερὰ ἐν οἷς ἐσκήνηντο νεκρῶν πλέα ἦν, αὐτοῦ ἐναποθνῃσκόντων· ὑπερβιαζομένου γὰρ τοῦ κακοῦ οἱ ἄνθρωποι, οὐκ ἔχοντες ὅτι γένωνται, ἐς ὀλιγωρίαν ἐτράποντο καὶ ἱερῶν καὶ ὁσίων ὁμοίως. [52.4] νόμοι τε πάντες ξυνεταράχθησαν οἷς ἐχρῶντο πρότερον περὶ τὰς ταφάς, ἔθαπτον δὲ ὡς ἕκαστος ἐδύνατο. καὶ πολλοὶ ἐς ἀναισχύντους θήκας ἐτράποντο σπάνει τῶν ἐπιτηδείων διὰ τὸ συχνοὺς ἤδη προτεθνάναι σφίσιν· ἐπὶ πυρὰς γὰρ ἀλλοτρίας φθάσαντες τοὺς νήσαντας οἱ μὲν ἐπιθέντες τὸν ἑαυτῶν νεκρὸν ὑφῆπτον, οἱ δὲ καιομένου ἄλλου ἐπιβαλόντες ἄνωθεν ὃν φέροιεν ἀπῇσαν.
[53] [53.1] Πρῶτόν τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα. ῥᾷον γὰρ ἐτόλμα τις ἃ πρότερον ἀπεκρύπτετο μὴ καθ’ ἡδονὴν ποιεῖν, ἀγχίστροφον τὴν μεταβολὴν ὁρῶντες τῶν τε εὐδαιμόνων καὶ αἰφνιδίως θνῃσκόντων καὶ τῶν οὐδὲν πρότερον κεκτημένων, εὐθὺς δὲ τἀκείνων ἐχόντων. [53.2] ὥστε ταχείας τὰς ἐπαυρέσεις καὶ πρὸς τὸ τερπνὸν ἠξίουν ποιεῖσθαι, ἐφήμερα τά τε σώματα καὶ τὰ χρήματα ὁμοίως ἡγούμενοι. [53.3] καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ἐλθεῖν διαφθαρήσεται· ὅτι δὲ ἤδη τε ἡδὺ πανταχόθεν τε ἐς αὐτὸ κερδαλέον, τοῦτο καὶ καλὸν καὶ χρήσιμον κατέστη. [53.4] θεῶν δὲ φόβος ἢ ἀνθρώπων νόμος οὐδεὶς ἀπεῖργε, τὸ μὲν κρίνοντες ἐν ὁμοίῳ καὶ σέβειν καὶ μὴ ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους, τῶν δὲ ἁμαρτημάτων οὐδεὶς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιοὺς ἂν τὴν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι, πολὺ δὲ μείζω τὴν ἤδη κατεψηφισμένην σφῶν ἐπικρεμασθῆναι, ἣν πρὶν ἐμπεσεῖν εἰκὸς εἶναι τοῦ βίου τι ἀπολαῦσαι.
[54] [54.1] Τοιούτῳ μὲν πάθει οἱ Ἀθηναῖοι περιπεσόντες ἐπιέζοντο, ἀνθρώπων τ’ ἔνδον θνῃσκόντων καὶ γῆς ἔξω δῃουμένης. [54.2] ἐν δὲ τῷ κακῷ οἷα εἰκὸς ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους, φάσκοντες οἱ πρεσβύτεροι πάλαι ᾄδεσθαι ’ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ.’ [54.3] ἐγένετο μὲν οὖν ἔρις τοῖς ἀνθρώποις μὴ λοιμὸν ὠνομάσθαι ἐν τῷ ἔπει ὑπὸ τῶν παλαιῶν, ἀλλὰ λιμόν, ἐνίκησε δὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰκότως λοιμὸν εἰρῆσθαι· οἱ γὰρ ἄνθρωποι πρὸς ἃ ἔπασχον τὴν μνήμην ἐποιοῦντο. ἢν δέ γε οἶμαί ποτε ἄλλος πόλεμος καταλάβῃ Δωρικὸς τοῦδε ὕστερος καὶ ξυμβῇ γενέσθαι λιμόν, κατὰ τὸ εἰκὸς οὕτως ᾄσονται. [54.4] μνήμη δὲ ἐγένετο καὶ τοῦ Λακεδαιμονίων χρηστηρίου τοῖς εἰδόσιν, ὅτε ἐπερωτῶσιν αὐτοῖς τὸν θεὸν εἰ χρὴ πολεμεῖν ἀνεῖλε κατὰ κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι, καὶ αὐτὸς ἔφη ξυλλήψεσθαι. [54.5] περὶ μὲν οὖν τοῦ χρηστηρίου τὰ γιγνόμενα ᾔκαζον ὁμοῖα εἶναι· ἐσβεβληκότων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἡ νόσος ἤρξατο εὐθύς, καὶ ἐς μὲν Πελοπόννησον οὐκ ἐσῆλθεν, ὅτι καὶ ἄξιον εἰπεῖν, ἐπενείματο δὲ Ἀθήνας μὲν μάλιστα, ἔπειτα δὲ καὶ τῶν ἄλλων χωρίων τὰ πολυανθρωπότατα. ταῦτα μὲν τὰ κατὰ τὴν νόσον γενόμενα.
.
.
.


Ο λοιμος της Αρχαιας Θηβας
ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗΣ στιχοι 22-30
Ο λοιμος της Τροιας Κατα των Αχαιων
ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ στιχοι 33-56
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο λοιμος της Αρχαιας Θηβας
ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗΣ στιχοι 22-30
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΙΕΡΕΥΣ
...
πόλις γάρ, ὥσπερ καὐτὸς εἰσορᾷς, ἄγαν
ἤδη σαλεύει κἀνακουφίσαι κάρα
βυθῶν ἔτ᾽ οὐχ οἵα τε φοινίου σάλου,
φθίνουσα μὲν κάλυξιν ἐγκάρποις χθονός,25
φθίνουσα δ᾽ ἀγέλαις βουνόμοις, τόκοισί τε
ἀγόνοις γυναικῶν· ἐν δ᾽ ὁ πυρφόρος θεὸς
σκήψας ἐλαύνει, λοιμὸς ἔχθιστος, πόλιν,
ὑφ᾽ οὗ κενοῦται δῶμα Καδμεῖον· μέλας δ᾽
Ἅιδης στεναγμοῖς καὶ γόοις πλουτίζεται.30

γιατι η πολη,οπως  βεβαια κι ο ιδιος βλεπεις,παρα
πολυ ηδη αναταρασεται και ν'ανασανει το κεφαλι
απ΄τα βαθη δε μπορει τετοιας φονικης αναταραχης
μαραζωνουν πριν να δεσουν οι καρποι της γης 25
μαραζωνουν τα κοπαδια στις βοσκες,κι οι γενες
αγονες των γυναικων.ο δε πυροφορος θεος,
ορμωντας χτυπα,λοιμος κακος εχθρος,τη πολη,
ερημωνοντας το οικημα του Καδμου.ο δε μαυρος
Αδης με στεναγμους και θρηνους πλουτιζεται 30
.
.
Ο λοιμος της Τροιας Κατα των Αχαιων
ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ στιχοι 33-56
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ὣς ἔφατ᾽· ἔδεισεν δ᾽ ὁ γέρων καὶ ἐπείθετο μύθῳ·
βῆ δ᾽ ἀκέων παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης·
πολλὰ δ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπάνευθε κιὼν ἠρᾶθ᾽ ὁ γεραιὸς35
Ἀπόλλωνι ἄνακτι, τὸν ἠύκομος τέκε Λητώ·
«Κλῦθί μευ, Ἀργυρότοξ᾽, ὃς Χρύσην ἀμφιβέβηκας
Κίλλάν τε ζαθέην Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις,
Σμινθεῦ, εἴ ποτέ τοι χαρίεντ᾽ ἐπὶ νηὸν ἔρεψα,
ἢ εἰ δή ποτέ τοι κατὰ πίονα μηρί᾽ ἔκηα40
ταύρων ἠδ᾽ αἰγῶν, τὸδε μοι κρήηνον ἐέλδωρ·
τίσειαν Δαναοὶ ἐμὰ δάκρυα σοῖσι βέλεσσιν.»
Ὣς ἔφατ᾽ εὐχόμενος, τοῦ δ᾽ ἔκλυε Φοῖβος Ἀπόλλων,
βῆ δὲ κατ᾽ Οὐλύμποιο καρήνων χωόμενος κῆρ,
τόξ᾽ ὤμοισιν ἔχων ἀμφηρεφέα τε φαρέτρην·45
ἔκλαγξαν δ᾽ ἄρ᾽ ὀιστοὶ ἐπ᾽ ὤμων χωομένοιο,
αὐτοῦ κινηθέντος· ὁ δ᾽ ἤιε νυκτὶ ἐοικώς·
ἕζετ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπάνευθε νεῶν, μετὰ δ᾽ ἰὸν ἕηκε·
δεινὴ δὲ κλαγγὴ γένετ᾽ ἀργυρέοιο βιοῖο·
οὐρῆας μὲν πρῶτον ἐπῴχετο καὶ κύνας ἀργούς,50
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ αὐτοῖσι βέλος ἐχεπευκὲς ἐφιεὶς
βάλλ᾽· αἰεὶ δὲ πυραὶ νεκύων καίοντο θαμειαί.
Ἐννῆμαρ μὲν ἀνὰ στρατὸν ᾤχετο κῆλα θεοῖο,
τῇ δεκάτῃ δ᾽ ἀγορὴν δὲ καλέσσατο λαὸν Ἀχιλλεύς·
τῷ γὰρ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη·55
κήδετο γὰρ Δαναῶν, ὅτι ῥα θνήσκοντας ὁρᾶτο·

ετσι μιλησε ,ο γεροντας[Χρύσης] φοβηθηκε και υπακουσε
στο λογο του,αποσυρθηκε σιωπηλος στην ακρογυαλια
της βοερης θαλασσας κι οταν πηγε πολυ απομερα
παρακαλεσε ο γερος τον δυνατο Απολλωνα που
τον γεννησε η ομορφομαλουσα Λητω.
''Ακουσε με αργυροτοξε,που την Χρυσην περιβλεπεις
την Κιλλα την καλην και στην  Τενεδο κυριαρχεις,
Σμινθεα,αν ποτε εγω για σενα εχτισα ναο να τον
χαιρεσαι,κι αν ποτε για σενα παχια κρεατα εψησα
ταυρων και κατσικιων  για τον βαρυ καημο μου
τιμωρησε τους Δαναους  με τα βελη σου τα δακρυα μου ''
ετσι ειπε προσευχομενος,τον ακουσε ο Φοιβος Απολλων
κι απ'τις κορυφες του Ολυμπου κατεβηκε οργισμενος
με το τοξο και στους ωμους ειχε γεματη φαρετρα,
ετριξαν δυνατα τα βελη στους ωμους οργισμενος
καθως κινηθηκε και σαν την νυχτα εμοιαζε,
καθισε παραμερα των καραβιων κι επεταξε το βελος
και φοβερη βροντη βγηκε απ'τ'αργυρο τοξο
πρωτα-πρωτα τα μουλαρια χτυπησε και τα γρηγορα
σκυλια,επειτα σ'αυτους εστειλε το διαπεραστικο βελος,
κι ακαταπαυστα οι  φωτιες εκαιγαν νεκρων σωματα στοιβες
εννια μερες ριχνονταν στο στρατο τα βελη απ'το θεο
και τη δεκατη καλεσε σε συνελευση το λαο ο Αχιλλεας
αυτο το'βαλε στο μυαλο του η ασπροχερα θεα Ηρα
που για τους Δαναους στεναχωριονταν να τους βλεπει
να πεθαινουν
.
.
.

.
-Ευκλειδης Στοιχεια Βιβλιο γ',προταση ιστ' -
Δυο Μαθηματικοι Κατα Πλατωνα Διαλογοι,Ακαδημια Αθηνα και Αλεξανδρεια
μεταφραση translation προτασης  και κειμενα διαλογων χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Α' Μαθηματικος Κατα Πλατωνα Διαλογος:
Πλατων, Ευκλειδης διαλογος,
Αθηνα,Ακαδημια

Πλατων:οι αισθησεις απατουν.δεν συμφωνεις;
Ευκλειδης:και βεβαια
Πλατων:επομενως δεν ειναι τα αισθητα κατωτερα των νοητων;
Ευκλειδης:ναι,ειναι
Πλατων:αυτος ο κυκλος που εδω γραφω ειναι αισθητος,μια εικονα του νοητου,ετσι
δεν ειναι;
Ευκλειδης:ετσι,βεβαια
Πλατων:φερνω τη διαμετρο ΑΒ,και σ'αυτη τη καθετο ΑΕ,βλεπεις τον ενδιαμεσο
χωρο μεταξυ αυτης και του κυκλου;
Ευκλειδης:τον βλεπω
Πλατων:νομιζεις οτι μεσα σ'αυτον μπορει να παρεμβληθει και αλλη ευθεια με την
ιδιοτητα της ΑΕ;
Ευκλειδης:νομιζω πως ναι
Πλατων:ποσες;
Ευκλειδης:απειρες
Πλατων:η' και καμια;
Ευκλειδης:η΄και καμια
Πλατων:δεν θα πρεπει αυτο να το αποδειξουμε,τι αληθεια συμβαινει;
Ευκλειδης:θα πρεπει
.
Β' Μαθηματικος Κατα Πλατωνα Διαλογος:
 Ευκλειδης Μαθητης διαλογος,
Αλεξανδρεια

Ευκλειδης:οι αισθησεις απατουν.δεν συμφωνεις;
Μαθητης:και βεβαια
Ευκλειδης:επομενως δεν ειναι τα αισθητα κατωτερα των νοητων;
Μαθητης:ναι,ειναι
Ευκλειδης:αυτος ο κυκλος που εδω γραφω ειναι αισθητος,μια εικονα του νοητου,ετσι
δεν ειναι;
Μαθητης:ετσι,βεβαια
Ευκλειδης:φερνω τη διαμετρο ΑΒ,και σ'αυτη τη καθετο ΑΕ,βλεπεις τον ενδιαμεσο
χωρο μεταξυ αυτης και του κυκλου;
Μαθητης:τον βλεπω
Ευκλειδης:νομιζεις οτι μεσα σ'αυτον μπορει να παρεμβληθει και αλλη ευθεια με την
ιδιοτητα της ΑΕ;
Μαθητης:νομιζω πως ναι
Ευκλειδης:ποσες;
Μαθητης:απειρες
Ευκλειδης:η' και καμια;
Μαθητης:η΄και καμια
Ευκλειδης:δεν θα πρεπει αυτο να το αποδειξουμε,τι αληθεια συμβαινει;
Μαθητης:θα πρεπει
Ευκλειδης:αν υποθεσουμε οτι παρεμβαλλονται απειρες,ας γραψουμε μια παρα
πολυ κοντα της ΑΕ,φαινεται να ειναι η ευθεια που ζητουμε
Μαθητης:ετσι φαινεται
Ευκλειδης:ας μεγεθυνουμε το σχημα μας,τι βλεπεις τωρα;
Μαθητης:οτι η ευθεια μας τεμνει την περιφερεια  του κυκλου
Ευκλειδης:κι επομενως δεν ειναι εντος του τοπου της ΑΕ και του Κυκλου
Μαθητης:δεν ειναι
Ευκλειδης:και τι λοιπον
Μαθητης:οι αισθησεις μας απατουν
Ευκλειδης:τοτε δεν θα ζητησουμε την αληθεια με τον νου,οπως Πλατων μας διδαξε;
Μαθητης:και βεβαια
Ευκλειδης:Ας αρχισουμε λοιπον
Μαθητης:ανυπομονω
.
ΕΥΚΛΕΙΔΗ Στοιχεια,βιβλιο γ',προταση ιστ'
ιϛ΄. Ἡ τῇ διαμέτρῳ τοῦ κύκλου πρὸς ὀρθὰς ἀπ' ἄκρας ἀγομένη ἐκτὸς πεσεῖται τοῦ
κύκλου, καὶ εἰς τὸν μεταξὺ τόπον τῆς τε εὐθείας καὶ τῆς περιφερείας ἑτέρα εὐθεῖα οὐ
παρεμπεσεῖται, καὶ ἡ μὲν τοῦ ἡμικυκλίου γωνία ἁπάσης γωνίας ὀξείας εὐθυγράμμου
μείζων ἐστίν, ἡ δὲ λοιπὴ ἐλάττων.

Ἔστω κύκλος ὁ ΑΒΓ περὶ κέντρον τὸ Δ καὶ διάμετρον τὴν ΑΒ· λέγω, ὅτι ἡ ἀπὸ τοῦ Α
τῇ ΑΒ πρὸς ὀρθὰς ἀπ' ἄκρας ἀγομένη ἐκτὸς πεσεῖται τοῦ κύκλου.
Μὴ γάρ, ἀλλ' εἰ δυνατόν, πιπτέτω ἐντὸς ὡς ἡ ΓΑ, καὶ ἐπεζεύχθω ἡ ΔΓ.
Ἐπεὶ ἴση ἐστὶν ἡ ΔΑ τῇ ΔΓ, ἴση ἐστὶ καὶ γωνία ἡ ὑπὸ ΔΑΓ γωνίᾳ τῇ ὑπὸ ΑΓΔ. ὀρθὴ δὲ ἡ ὑπὸ ΔΑΓ· ὀρθὴ ἄρα καὶ ἡ ὑπὸ ΑΓΔ· τριγώνου δὴ τοῦ ΑΓΔ αἱ δύο γωνίαι αἱ ὑπὸ ΔΑΓ, ΑΓΔ δύο ὀρθαῖς ἴσαι εἰσίν· ὅπερ ἐστὶν ἀδύνατον. οὐκ ἄρα ἡ ἀπὸ τοῦ Α σημείου τῇ ΒΑ πρὸς ὀρθὰς ἀγομένη ἐντὸς
πεσεῖται τοῦ κύκλου. ὁμοίως δὴ δείξομεν, ὅτι οὐδ' ἐπὶ τῆς περιφερείας· ἐκτὸς ἄρα.
Πιπτέτω ὡς ἡ ΑΕ· λέγω δή, ὅτι εἰς τὸν μεταξὺ τόπον τῆς τε ΑΕ εὐθείας καὶ τῆς ΓΘΑ περιφερείας ἑτέρα εὐθεῖα οὐ παρεμπεσεῖται.
Εἰ γὰρ δυνατόν, παρεμπιπτέτω ὡς ἡ ΖΑ, καὶ ἤχθω ἀπὸ τοῦ Δ σημείου ἐπὶ τὴν ΖΑ κάθετος
ἡ ΔΗ. καὶ ἐπεὶ ὀρθή ἐστιν ἡ ὑπὸ ΑΗΔ, ἐλάττων δὲ ὀρθῆς ἡ ὑπὸ ΔΑΗ, μείζων ἄρα ἡ ΑΔ τῆς ΔΗ.
ἴση δὲ ἡ ΔΑ τῇ ΔΘ· μείζων ἄρα ἡ ΔΘ τῆς ΔΗ, ἡ ἐλάττων τῆς μείζονος· ὅπερ ἐστὶν ἀδύνατον.
οὐκ ἄρα εἰς τὸν μεταξὺ τόπον τῆς τε εὐθείας καὶ τῆς περιφερείας ἑτέρα εὐθεῖα παρεμπεσεῖται.
Λέγω, ὅτι καὶ ἡ μὲν τοῦ ἡμικυκλίου γωνία ἡ περιεχομένη ὑπό τε τῆς ΒΑ εὐθείας καὶ τῆς
ΓΘΑ περιφερείας ἁπάσης γωνίας ὀξείας εὐθυγράμμου μείζων ἐστίν, ἡ δὲ λοιπὴ ἡ περιεχομένη
ὑπό τε τῆς ΓΘΑ περιφερείας καὶ τῆς ΑΕ εὐθείας ἁπάσης γωνίας ὀξείας εὐθυγράμμου ἐλάττων
ἐστίν.
Εἰ γὰρ ἐστί τις γωνία εὐθύγραμμος μείζων μὲν τῆς περιεχομένης ὑπό τε τῆς ΒΑ εὐθείας καὶ τῆς
ΓΘΑ περιφερείας, ἐλάττων δὲ τῆς περιεχομένης ὑπό τε τῆς ΓΘΑ περιφερείας καὶ τῆς ΑΕ εὐθείας,
εἰς τὸν μεταξὺ τόπον τῆς τε ΓΘΑ περιφερείας καὶ τῆς ΑΕ εὐθείας εὐθεῖα περεμπεσεῖται, ἥτις
ποιήσει μείζονα μὲν τῆς περιεχομένης ὑπό τε τῆς ΒΑ εὐθείας καὶ τῆς ΓΘΑ περιφερείας ὑπὸ
εὐθειῶν περιεχομένην, ἐλάττονα δὲ τῆς περιεχομένης ὑπό τε τῆς ΓΘΑ περιφερείας καὶ τῆς ΑΕ εὐθείας. οὐ παρεμπίπτει δέ· οὐκ ἄρα τῆς περιεχομένης γωνίας ὑπό τε τῆς ΒΑ εὐθείας καὶ τῆς
ΓΘΑ περιφερείας ἔσται μείζων ὀξεῖα ὑπὸ εὐθειῶν περιεχομένη, οὐδὲ μὴν ἐλάττων τῆς περιεχομένης ὑπό τε τῆς ΓΘΑ περιφερείας καὶ τῆς ΑΕ εὐθείας.

ιϛ΄.η αγομενη στη διαμετρο του κυκλου κατα ορθες γωνιες στο ακρο εκτος θα πεσει
του κυκλου,και στο ενδιαμεσο τοπο και της ευθειας και της περιφερειας αλλη
ευθεια δεν παρεμβαλεται,και η μεν του ημικυκλιου γωνια καθε ευθυγραμμης οξειας
γωνιας μεγαλυτερη ειναι,η δε υπολοιπη μικροτερη.

Αποδειξη:


Εστω ο κυκλος ΑΒΓ περι το κεντρον Δ και διαμετρον την ΑΒ,
λεω,οτι η απο του Α στην ΑΒ κατα ορθες γωνιες στο ακρο αγομενη εκτος θα πεσει
του κυκλου.
οχι λοιπον,αλλα αν ειναι δυνατον,ας πεσει εντος ως η ΓΑ,κι ας συνδεθει η ΔΓ.
επειδη ιση ειναι η ΔΑ στην ΔΓ,ιση ειναι και η γωνια ΔΑΓ με την ΑΓΔ,
ορθη δε η ΔΑΓ.ορθη επομενως και ΑΓΔ.του τριγωνου ΑΓΔ τωρα οι δυο γωνιες οι
ΔΑΓ,ΑΓΔ δυο ορθες ειναι.το οποιον ειναι αδυνατον.
επομενως η απο του Α σημειου στη ΒΑ κατα ορθες αγομενη δεν θα πεσει εντος
του κυκλου.
ομοια τωρα θα δειξομε,οτι ουτε επι της περιφερειας.εκτος επομενως.
 ας πεσει ως η ΑΕ.λεω τωρα,οτι στον ενδιαμεσο τοπο και της ΑΕ ευθειας και της ΓΘΑ
περιφερειας αλλη ευθεια δεν παρεμβαλεται.
γιατι αν δυνατον,ας παρεμβληθει ως η ΖΑ,και ας αχθει απο του Δ σημειου επι την ΖΑ
καθετος ΔΗ.κι επειδη ορθη ειναι η ΑΗΔ,μικροτερη δε ορθης η ΔΑΗ,μεγαλυτερη επομενως
η ΑΔ της ΔΗ.ιση δε η ΔΑ στη ΔΘ.μεγαλυτερη επομενως η ΔΘ της ΔΗ,η μικροτερη της
μεγαλυτερης.το οποιο ειναι αδυνατον.
επομενως στον ενδιαμεσο τοπο και της ευθειας και της περιφερειας αλλη ευθεια
δεν παρεμβαλεται.
λεω,οτι και η μεν του ημικυκλιου γωνια η περιεχομενη και υπο της ΒΑ ευθειας και της
ΓΘΑ περιφερειας καθε ευθυγραμμης οξειας γωνιας μεγαλυτερη ειναι,η δε υπολοιπη
η περιεχομενη και υπο της ΓΘΑ περιφερειας και της ΑΕ ευθειας καθε ευθυγραμμης οξειας
γωνιας μικροτερη ειναι.
γιατι αν ειναι καποια γωνια ευθυγραμμη μεγαλυτερη μεν της περιεχομενης υπο και της ΒΑ
ευθειας και της ΓΘΑ περιφερειας,μικροτερη δε της περιεχομενης υπο και της ΓΘΑ
περιφερειας και της ΑΕ ευθειας,στον ενδιαμεσο τοπο και της ΓΘΑ περιφερειας και της
ΑΕ ευθειας ευθεια παρεμβαλεται,η οποια θα κανει μεγαλυτερη μεν της περιεχομενης
υπο και της ΒΑ ευθειας και της ΓΘΑ περιφερειας υπο ευθειων περιεχομενη,μικροτερη
δε της περιεχομενης και υπο της ΓΘΑ περιφερειας και της ΑΕ ευθειας.ομως δεν παρεμ-
βαλεται.επομενως της περιεχομενης γωνιας και υπο της ΒΑ ευθειας και της ΓΘΑ περι-
φερειας δεν ειναι μεγαλυτερη οξεια υπο ευθειων περιεχομενη,ουτε οχι λιγοτερη της
 της περιεχομενης γωνιας και υπο της ΓΘΑ περιφερειας  και της ΑΕ ευθειας
.
Ευκλειδης:τωρα δεν εισαι σε θεση να περιγραψεις την αποδειξη που αποσιωπησαμε;
Μαθητης:και βεβαια ειμαι
Ευκλειδης:ακουω λοιπον


Μαθητης:στην πρωτη περιπτωση: η γωνια υπο και τη περιφερεια ΓΘΑ και την ευθεια
ΒΑ ειναι μεγαλυτερη καθε ευθυγραμμης οξειας γωνιας με μια ευθεια τη ΒΑ,
τοτε η αλλη ευθεια,ας πουμε ΑΖ, της οξειας γωνιας ,δεν μπορει να βρισκεται εντος του
τοπου υπο της ΓΘΑ περιφερειας και της ΑΕ ευθειας,πραγμα που αποδειξαμε ατοπο
να παρεμβαλεται,
επομενως μενει να  τεμνει τον κυκλο,τοτε η σχηματιζομενη ευθυγραμμη οξεια γωνια
ΖΑΒ ειναι φυσικα μικροτερη.οπερ εδει δειξαι.
και στην δευτερη περιπτωση: η γωνια υπο και τη περιφερεια ΓΘΑ και την ευθεια
ΑΕ ειναι μικροτερη καθε ευθυγραμμης οξειας γωνιας με μια ευθεια τη ΑΕ
τοτε η αλλη ευθεια,ας πουμε ΑΖ, της οξειας γωνιας ,δεν μπορει να βρισκεται εντος του
τοπου υπο της ΓΘΑ περιφερειας και της ΑΕ ευθειας,πραγμα που αποδειξαμε ατοπο
να παρεμβαλεται,
επομενως μενει να  τεμνει τον κυκλο,τοτε η σχηματιζομενη ευθυγραμμη οξεια γωνια
ΖΑΕ ειναι φυσικα μεγαλυτερη.οπερ εδει δειξαι
Ευκλειδης:Ευγε,,αποδειχθηκε καθαρα,νοητα,χωρις παρεμβολη αισθητων,μηχανικων,
μεσων,ετσι ακριβως οπως ηθελε ο δασκαλος μας Πλατων
:Ἡ τῇ διαμέτρῳ τοῦ κύκλου πρὸς ὀρθὰς ἀπ' ἄκρας ἀγομένη ἐκτὸς πεσεῖται τοῦ κύκλου,
καὶ εἰς τὸν μεταξὺ τόπον τῆς τε εὐθείας καὶ τῆς περιφερείας ἑτέρα εὐθεῖα οὐ
παρεμπεσεῖται, καὶ ἡ μὲν τοῦ ἡμικυκλίου γωνία ἁπάσης γωνίας ὀξείας εὐθυγράμμου
μείζων ἐστίν, ἡ δὲ λοιπὴ ἐλάττων.
.
.
.


ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΒΑΤΡΑΧΟΙ στιχοι 1-168
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΒΑΤΡΑΧΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ
- χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Κωμωδια Βατραχοι του Αριστοφανη διδαχθηκε το 405 π.Χ στα Ληναια,ενα χρονο
πριν το τελος του Πελοποννησιακου Πολεμου,και πηρε το πρωτο βραβειο,Τα Πρωτεια.
Η ενασχοληση με τον Αριστοφανη,με οποιοδηποτε εργο του, ειναι ακρως διασκεδαστικη.
Βεβαια διασκεδαστικη οχι με την χυδαια εννοια,αλλα ουσιατικη.
Στους Βατραχους ο Διονυσος παρουσιαζεται πεζος φορωντας λαμπρο κροκωτο φορεμα
με λεοντη,ροπαλο και κοθορνους,τα ψηλοτακουνα θεατρικα παπουτσια ,συνοδευομενος
απο τον υπηρετη του Ξανθια,καβαλαρη σε γαιδαρο και στους ωμους του κουβαλαει
διαφορα ,τη σκευη.Αυτο διακειμενικα παραπεμπει στον υστερο Δον Κιχωτη του Θερβαντες
και τον υπηρετη του Σαντσο.Και φυσικα στο Θεατρο Σκιων,ο Ξανθιας θα μπορουσε να
ηταν ρολος του Καραγκιοζη,αν διευρυνουμε το ρεπερτοριο εργων Καραγκιοζη.
Οι Βατραχοι,ειναι θεατρο μεσα στο Θεατρο,με νεωτερικους ορους θα την ονομαζαμε
Μεταθεατρο,γιατι με θεατρο μιλαει για θεατρο,για τραγικους και κωμικους ποιητες,για
τα εργα τους και τους τροπους που μεταχειριζονται να καταπληξουν τους θεατες.
Ομως ο Διονυσος τους απεχθανεται,και οταν τους θεαται γερναει κατα ενα χρονο,ειναι
αδεξιοι,φλυαροι,προχειρολογοι,και νιωθει ενα ποθο για τον Ευριπιδη,τοσο λιγουρευτικο
οσο ακριβως  μια σουπα φαβα, και θελει να τον επαναφερει απο τον κατω κοσμο.
Σκεπτεται πως ο Ηρακλης,αφου κατεβηκε στον Αδη να φερει τον Κερβερο,θα ξερει
τις οδους για να παει κι αυτος εκει.
Ο Ξανθιας,βαρυφορτωμενος,αλλ'ομως καβαλαρης,παρακολουθει ολη αυτη τη Κατα-
βαση στον Αδη,μια Νεκυια εκ διαμετρου αντιθετη υφολογικα απο την Νεκυια στην
Οδυσσεια του Ομηρου.Σ'αυτη ο Οδυσσεας πρεπει να μαθει το δρομο του γυρισμου
του στην Ιθακη.Σ'αυτη του Διονυσου πρεπει να επανερθει,να γυρισει,η Ποιηση στο
Τολμηρο της Υψος.τι παρακεκινδυνευμένον,και μαζι η Αθηνα,που γενικα,μετα την
 πολεμικη ηττα,διαλυεται κοινωνικα,πολιτικα,ηθικα,πολιτιστικα.
Τελικα εκει κατω στον Αδη θα διεξαχθει Αγωνας μεταξυ Αισχυλου και Ευριπιδη ποιος
θα θεωρηθει αξιος Παλινορθωσης της Ποιησης.
Ειναι διασκεδαστικο κατ'ουσιαν να μεταφραζεις Αριστοφανη.Οι λεξεις,οι στιχοι του ειναι
κυριολεκτικα ανοικτοι.Ανοικτο Εργο θα ελεγε ο Ουμπερτο Εκο.Χωροι Ελαστικοι,Ευρυχωροι.
Γλωσσικες Επιφανειες Μεγαλης Μεταβλητοτητας.
Και ολη η Ελληνικη Γλωσσα,ολων των περιοδων της,προσαρμοζεται με το Αριστοφανικο
Κειμενο,εναρμονιζεται,συναρθρωνεται αδιασπαστα μαζι του.
Επισης μπορει να γινει ουσιαστικη ωσμωση με διαφορες  Ελληνικες,αλλα και Παγκοσμιες,
Πραγματικοτητες:Ιστορικες,Κοινωνικες,Πολιτικες,Ανθρωπολογικες,Φιλοσοφικες,Πολιτιστικες.
Ο Αριστοφανης,το εργο,η γλωσσα του,οι ιδεες του,επιδεχονται πληθωρα επεμβασεων,
παντα βεβαια εχοντας κατα νου ο Αριστοφανης να παραμενει παντα Αριστοφανης.Χωρις
ρηχους,ματαιοδοξους εμπλουτισμους.
Για καθε λεξη,για καθε στιχο,του Αριστοφανη κι αυτο πρεπει σοβαρα να προσεχθει,
εχουμε συμφωνη,,ομοφωνη,ομοδοξη,οχι ετεροδοξη,συσωμη την Ελληνικη Γλωσσα,
στο τεραστιο ανθρωπολογικα εκφραστικο ευρος της.
Τι τεραστια χαρα,ευχαριστηση,απολαυση,διασκεδαση, να τον μεταφραζεις ετσι,κι αλλιως,
και παντα να παραμενει ατοφιος,δυνατος και επικαιρος.
Ο Αριστοφανης ειναι ενα Γλωσσικο Μουσικο Οργανο για απειρες ανεπαναληπτες
ΓλωσσοΜορφικες Ραψωδιες Ελληνικοτητας και Παγκοσμιοτητας
Ας γινει,λοιπον,καποιος απο μας Διονυσος να τον Επαναφερει,κι εμεις,οι αλλοι, ας ειμαστε
ο απλοικος Ξανθιας
.
.
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΒΑΤΡΑΧΟΙ στιχοι 1-168
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]

Ξανθίας
Εἴπω τι τῶν εἰωθότων ὦ δέσποτα,
ἐφ᾽ οἷς ἀεὶ γελῶσιν οἱ θεώμενοι;
Διόνυσος
νὴ τὸν Δί᾽ ὅ τι Βούλει γε, πλὴν ”πιέζομαι,“
τοῦτο δὲ φύλαξαι· πάνυ γάρ ἐστ᾽ ἤδη χολή.
Ξανθίας
μηδ᾽ ἕτερον ἀστεῖόν τι;
Διόνυσος
πλήν γ᾽ ”ὡς θλίβομαι“.
Ξανθίας
τί δαί; τὸ πάνυ γέλοιον εἴπω;
Διόνυσος
νὴ Δία
θαρρῶν γε· μόνον ἐκεῖν᾽ ὅπως μὴ ᾽ρεῖς,
Ξανθίας
τὸ τί;
Διόνυσος
μεταβαλλόμενος τἀνάφορον ὅτι ”χεζητιᾷς“.
Ξανθίας
μηδ᾽ ὅτι τοσοῦτον ἄχθος ἐπ᾽ ἐμαυτῷ φέρων,
εἰ μὴ καθαιρήσει τις, ἀποπαρδήσομαι;    10
Διόνυσος
μὴ δῆθ᾽, ἱκετεύω, πλήν γ᾽ ὅταν μέλλω ᾽ξεμεῖν.
Ξανθίας
τί δῆτ᾽ ἔδει με ταῦτα τὰ σκεύη φέρειν,
εἴπερ ποιήσω μηδὲν ὧνπερ Φρύνιχος
εἴωθε ποιεῖν καὶ Λύκις κἀμειψίας;
Διόνυσος
μή νυν ποιήσῃς· ὡς ἐγὼ θεώμενος,
ὅταν τι τούτων τῶν σοφισμάτων ἴδω,
πλεῖν ἢ ᾽νιαυτῷ πρεσβύτερος ἀπέρχομαι.
Ξανθίας
ὢ τρισκακοδαίμων ἄρ᾽ ὁ τράχηλος οὑτοσί,
ὅτι θλίβεται μέν, τὸ δὲ γέλοιον οὐκ ἐρεῖ.    20
Διόνυσος
εἶτ᾽ οὐχ ὕβρις ταῦτ᾽ ἐστὶ καὶ πολλὴ τρυφή,
ὅτ᾽ ἐγὼ μὲν ὢν Διόνυσος
υἱὸς Σταμνίου
αὐτὸς βαδίζω καὶ πονῶ, τοῦτον δ᾽ ὀχῶ,
ἵνα μὴ ταλαιπωροῖτο μηδ᾽ ἄχθος φέροι;
Ξανθίας
οὐ γὰρ φέρω ᾽γώ;
Διόνυσος
πῶς φέρεις γὰρ ὅς γ᾽ ὀχεῖ;
Ξανθίας
φέρων γε ταυτί.
Διόνυσος
τίνα τρόπον;
Ξανθίας
Βαρέως πάνυ.
Διόνυσος
οὔκουν τὸ Βάρος τοῦθ᾽ ὃ σὺ φέρεις ὄνος φέρει;
Ξανθίας
οὐ δῆθ᾽ ὅ γ᾽ ἔχω ᾽γὼ καὶ φέρω μὰ τὸν Δί᾽ οὔ.
Διόνυσος
πῶς γὰρ φέρεις, ὅς γ᾽ αὐτὸς ὑφ᾽ ἑτέρου φέρει;
Ξανθίας
οὐκ οἶδ᾽· ὁ δ᾽ ὦμος οὑτοσὶ πιέζεται.    30
Διόνυσος
σὺ δ᾽ οὖν ἐπειδὴ τὸν ὄνον οὐ φῄς σ᾽ ὠφελεῖν,
ἐν τῷ μέρει σὺ τὸν ὄνον ἀράμενος φέρε.
Ξανθίας
οἴμοι κακοδαίμων· τί γὰρ ἐγὼ οὐκ ἐναυμάχουν;
ἦ τἄν σε κωκύειν ἂν ἐκέλευον μακρά.
Διόνυσος
κατάβα πανοῦργε. καὶ γὰρ ἐγγὺς τῆς θύρας
ἤδη βαδίζων εἰμὶ τῆσδ᾽, οἷ πρῶτά με
ἔδει τραπέσθαι. παιδίον, παῖ, ἠμί, παῖ.
Ἡρακλῆς
τίς τὴν θύραν ἐπάταξεν; ὡς κενταυρικῶς
ἐνήλαθ᾽ ὅστις· εἰπέ μοι τουτὶ τί ἦν;
Διόνυσος
ὁ παῖς.
Ξανθίας
τί ἔστιν;
Διόνυσος
οὐκ ἐνεθυμήθης;
Ξανθίας
τὸ τί;
Διόνυσος
ὡς σφόδρα μ᾽ ἔδεισε.
Ξανθίας
νὴ Δία μὴ μαίνοιό γε.
Ἡρακλῆς
οὔ τοι μὰ τὴν Δήμητρα δύναμαι μὴ γελᾶν·
καίτοι δάκνω γ᾽ ἐμαυτόν· ἀλλ᾽ ὅμως γελῶ.
Διόνυσος
ὦ δαιμόνιε πρόσελθε· δέομαι γάρ τί σου.
Ἡρακλῆς
ἀλλ᾽ οὐχ οἷός τ᾽ εἴμ᾽ ἀποσοβῆσαι τὸν γέλων
ὁρῶν λεοντῆν ἐπὶ κροκωτῷ κειμένην.
τίς ὁ νοῦς; τί κόθορνος καὶ ῥόπαλον ξυνηλθέτην;
ποῖ γῆς ἀπεδήμεις;
Διόνυσος
ἐπεβάτευον Κλεισθένει -
Ἡρακλῆς
κἀναυμάχησας;
Διόνυσος
καὶ κατεδύσαμέν γε ναῦς    50
τῶν πολεμίων ἢ δώδεκ᾽ ἢ τρεῖς καὶ δέκα.
Ἡρακλῆς
σφώ;
Διόνυσος
νὴ τὸν Ἀπόλλω.
Ξανθίας
κᾆτ᾽ ἔγωγ᾽ ἐξηγρόμην.
Διόνυσος
καὶ δῆτ᾽ ἐπὶ τῆς νεὼς ἀναγιγνώσκοντί μοι
τὴν Ἀνδρομέδαν πρὸς ἐμαυτὸν ἐξαίφνης πόθος
τὴν καρδίαν ἐπάταξε πῶς οἴει σφόδρα.
Ἡρακλῆς
πόθος; πόσος τις;
Διόνυσος
μικρὸς ἡλίκος Μόλων.
Ἡρακλῆς
γυναικός;
Διόνυσος
οὐ δῆτ᾽.
Ἡρακλῆς
ἀλλὰ παιδός;
Διόνυσος
οὐδαμῶς.
Ἡρακλῆς
ἀλλ᾽ ἀνδρός;
Διόνυσος
ἀπαπαί.
Ἡρακλῆς
ξυνεγένου τῷ Κλεισθένει;
Διόνυσος
μὴ σκῶπτέ μ᾽ ὦδέλφ᾽· οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ἔχω κακῶς·
τοιοῦτος ἵμερός με διαλυμαίνεται.
Ἡρακλῆς
ποῖός τις ὦδελφίδιον;    60
Διόνυσος
οὐκ ἔχω φράσαι.
ὅμως γε μέντοι σοι δι᾽ αἰνιγμῶν ἐρῶ.
ἤδη ποτ᾽ ἐπεθύμησας ἐξαίφνης ἔτνους;
Ἡρακλῆς
ἔτνους; βαβαιάξ, μυριάκις γ᾽ ἐν τῷ βίῳ.
Διόνυσος
ἆρ᾽ ἐκδιδάσκω τὸ σαφὲς ἢ ᾽τέρᾳ φράσω;
Ἡρακλῆς
μὴ δῆτα περὶ ἔτνους γε· πάνυ γὰρ μανθάνω.
Διόνυσος
τοιουτοσὶ τοίνυν με δαρδάπτει πόθος
Εὐριπίδου.
Ἡρακλῆς
καὶ ταῦτα τοῦ τεθνηκότος;
Διόνυσος
κοὐδείς γέ μ᾽ ἂν πείσειεν ἀνθρώπων τὸ μὴ οὐκ
ἐλθεῖν ἐπ᾽ ἐκεῖνον.
Ἡρακλῆς
πότερον εἰς Ἅιδου κάτω;
Διόνυσος
καὶ νὴ Δί᾽ εἴ τί γ᾽ ἔστιν ἔτι κατωτέρω.    70
Ἡρακλῆς
τί βουλόμενος;
Διόνυσος
δέομαι ποιητοῦ δεξιοῦ.
οἱ μὲν γὰρ οὐκέτ᾽ εἰσίν, οἱ δ᾽ ὄντες κακοί.
Ἡρακλῆς
τί δ᾽; οὐκ Ἰοφῶν ζῇ;
Διόνυσος
τοῦτο γάρ τοι καὶ μόνον
ἔτ᾽ ἐστὶ λοιπὸν ἀγαθόν, εἰ καὶ τοῦτ᾽ ἄρα·
οὐ γὰρ σάφ᾽ οἶδ᾽ οὐδ᾽ αὐτὸ τοῦθ᾽ ὅπως ἔχει.
Ἡρακλῆς
εἶτ᾽ οὐχὶ Σοφοκλέα πρότερον Εὐριπίδου
μέλλεις ἀναγαγεῖν, εἴπερ ἐκεῖθεν δεῖ σ᾽ ἄγειν;
Διόνυσος
οὐ πρίν γ᾽ ἂν Ἰοφῶντ᾽, ἀπολαβὼν αὐτὸν μόνον,
ἄνευ Σοφοκλέους ὅ τι ποιεῖ κωδωνίσω.
κἄλλως ὁ μέν γ᾽ Εὐριπίδης    80
πανοῦργος ὢν
κἂν ξυναποδρᾶναι δεῦρ᾽ ἐπιχειρήσειέ μοι·
ὁ δ᾽ εὔκολος μὲν ἐνθάδ᾽ εὔκολος δ᾽ ἐκεῖ.
Ἡρακλῆς
Ἀγάθων δὲ ποῦ ᾽στιν;
Διόνυσος
ἀπολιπών μ᾽ ἀποίχεται,
ἀγαθὸς ποιητὴς καὶ ποθεινὸς τοῖς φίλοις.
Ἡρακλῆς
ποῖ γῆς ὁ τλήμων;
Διόνυσος
ἐς Μακάρων εὐωχίαν.
Ἡρακλῆς
ὁ δὲ Σενοκλέης;
Διόνυσος
ἐξόλοιτο νὴ Δία.
Ἡρακλῆς
Πυθάγγελος δέ;
Ξανθίας
περὶ ἐμοῦ δ᾽ οὐδεὶς λόγος
ἐπιτριβομένου τὸν ὦμον οὑτωσὶ σφόδρα.
Ἡρακλῆς
οὔκουν ἕτερ᾽ ἔστ᾽ ἐνταῦθα μειρακύλλια
τραγῳδίας ποιοῦντα πλεῖν ἢ μύρια,    90
Εὐριπίδου πλεῖν ἢ σταδίῳ λαλίστερα.
Διόνυσος
ἐπιφυλλίδες ταῦτ᾽ ἐστὶ καὶ στωμύλματα,
χελιδόνων μουσεῖα, λωβηταὶ τέχνης,
ἃ φροῦδα θᾶττον, ἢν μόνον χορὸν λάβῃ,
ἅπαξ προσουρήσαντα τῇ τραγῳδίᾳ.
γόνιμον δὲ ποιητὴν ἂν οὐχ εὕροις ἔτι
ζητῶν ἄν, ὅστις ῥῆμα γενναῖον λάκοι.
Ἡρακλῆς
πῶς γόνιμον;
Διόνυσος
ὡδὶ γόνιμον, ὅστις φθέγξεται
τοιουτονί τι παρακεκινδυνευμένον,
αἰθέρα Διὸς δωμάτιον, ἢ χρόνου πόδα,    100
ἢ φρένα μὲν οὐκ ἐθέλουσαν ὀμόσαι καθ᾽ ἱερῶν,
γλῶτταν δ᾽ ἐπιορκήσασαν ἰδίᾳ τῆς φρενός.
Ἡρακλῆς
σὲ δὲ ταῦτ᾽ ἀρέσκει;
Διόνυσος
μἀλλὰ πλεῖν ἢ μαίνομαι.
Ἡρακλῆς
ἦ μὴν κόβαλά γ᾽ ἐστίν, ὡς καὶ σοὶ δοκεῖ.
Διόνυσος
μὴ τὸν ἐμὸν οἴκει νοῦν· ἔχεις γὰρ οἰκίαν.
Ἡρακλῆς
καὶ μὴν ἀτεχνῶς γε παμπόνηρα φαίνεται.
Διόνυσος
δειπνεῖν με δίδασκε.
Ξανθίας
περὶ ἐμοῦ δ᾽ οὐδεὶς λόγος.
Διόνυσος
ἀλλ᾽ ὦνπερ ἕνεκα τήνδε τὴν σκευὴν ἔχων
ἦλθον κατὰ σὴν μίμησιν, ἵνα μοι τοὺς ξένους
τοὺς σοὺς φράσειας, εἰ δεοίμην, οἷσι σὺ    110
ἐχρῶ τόθ᾽, ἡνίκ᾽ ἐπὶ τὸν Κέρβερον,
τούτους φράσον μοι, λιμένας ἀρτοπώλια
πορνεῖ᾽ ἀναπαύλας ἐκτροπὰς κρήνας ὁδοὺς
πόλεις διαίτας πανδοκευτρίας, ὅπου
κόρεις ὀλίγιστοι.
Ξανθίας
περὶ ἐμοῦ δ᾽ οὐδεὶς λόγος.
Ἡρακλῆς
ὦ σχέτλιε τολμήσεις γὰρ ἰέναι καὶ σύ γε;
Διόνυσος
μηδὲν ἔτι πρὸς ταῦτ᾽, ἀλλὰ φράζε τῶν ὁδῶν
ὅπῃ τάχιστ᾽ ἀφιζόμεθ᾽ εἰς Ἅιδου κάτω·
καὶ μήτε θερμὴν μήτ᾽ ἄγαν ψυχρὰν φράσῃς.
Ἡρακλῆς
φέρε δὴ τίν᾽ αὐτῶν σοι φράσω πρώτην; τίνα;    120
μία μὲν γὰρ ἔστιν ἀπὸ κάλω καὶ θρανίου,
κρεμάσαντι σαυτόν.
Διόνυσος
παῦε, πνιγηρὰν λέγεις.
Ἡρακλῆς
ἀλλ᾽ ἔστιν ἀτραπὸς ξύντομος τετριμμένη
ἡ διὰ θυείας.
Διόνυσος
ἆρα κώνειον λέγεις;
Ἡρακλῆς
μάλιστά γε.
Διόνυσος
ψυχράν γε καὶ δυσχείμερον·
εὐθὺς γὰρ ἀποπήγνυσι τἀντικνήμια.
Ἡρακλῆς
βούλει κατάντη καὶ ταχεῖαν σοι φράσω;
Διόνυσος
νὴ τὸν Δί᾽ ὡς ὄντος γε μὴ βαδιστικοῦ.
Ἡρακλῆς
καθέρπυσόν νυν ἐς Κεραμεικόν.
Διόνυσος
κᾆτα τί;
Ἡρακλῆς
ἀναβὰς ἐπὶ τὸν πύργον τὸν ὑψηλόν --
Διόνυσος
τί δρῶ;
Ἡρακλῆς
ἀφιεμένην τὴν λαμπάδ᾽ ἐντεῦθεν θεῶ,    131
κἄπειτ᾽ ἐπειδὰν φῶσιν οἱ θεώμενοι
”εἷναι“, τόθ᾽ εἷναι καὶ σὺ σαυτόν.
Διόνυσος
ποῖ
Ἡρακλῆς
κάτω.
Διόνυσος
ἀλλ᾽ ἀπολέσαιμ᾽ ἂν ἐγκεφάλου θρίω δύο.
οὐκ ἂν βαδίσαιμι τὴν ὁδὸν ταύτην.
Ἡρακλῆς
τί δαί;
Διόνυσος
ἥνπερ σὺ τότε κατῆλθες.
Ἡρακλῆς
ἀλλ᾽ ὁ πλοῦς πολύς.
εὐθὺς γὰρ ἐπὶ λίμνην μεγάλην ἥξεις πάνυ
ἄβυσσον.
Διόνυσος
εἶτα πῶς περαιωθήσομαι;
Ἡρακλῆς
ἐν πλοιαρίῳ τυννουτῳί σ᾽ ἀνὴρ γέρων
ναύτης διάξει δύ᾽ ὀβολὼ μισθὸν λαβών.    140
Διόνυσος
φεῦ,
ὡς μέγα δύνασθον πανταχοῦ τὼ δύ᾽ ὀβολώ.
πῶς ἠλθέτην κἀκεῖσε;
Ἡρακλῆς
Θησεὺς ἤγαγεν.
μετὰ ταῦτ᾽ ὄφεις καὶ θηρί᾽ ὄψει μυρία
δεινότατα.
Διόνυσος
μή μ᾽ ἔκπληττε μηδὲ δειμάτου·
οὐ γάρ μ᾽ ἀποτρέψεις.
Ἡρακλῆς
εἶτα βόρβορον πολὺν
καὶ σκῶρ ἀείνων· ἐν δὲ τούτῳ κειμένους,
εἴ που ξένον τις ἠδίκησε πώποτε,
ἢ παῖδα κινῶν τἀργύριον ὑφείλετο,
ἢ μητέρ᾽ ἠλόασεν, ἢ πατρὸς γνάθον
ἐπάταξεν, ἢ ᾽πίορκον ὅρκον ὤμοσεν,    150
Διόνυσος
νὴ τοὺς θεοὺς ἐχρῆν γε πρὸς τούτοισι κεἰ
τὴν πυρρίχην τις ἔμαθε τὴν Κινησίου.
ἢ Μορσίμου τις ῥῆσιν ἐξεγράψατο.
Ἡρακλῆς
ἐντεῦθεν αὐλῶν τίς σε περίεισιν πνοή,
ὄψει τε φῶς κάλλιστον ὥσπερ ἐνθάδε,
καὶ μυρρινῶνας καὶ θιάσους εὐδαίμονας
ἀνδρῶν γυναικῶν καὶ κρότον χειρῶν πολύν.
Διόνυσος
οὗτοι δὲ δὴ τίνες εἰσίν;
Ἡρακλῆς
οἱ μεμυημένοι --
Ξανθίας
νὴ τὸν Δί᾽ ἐγὼ γοῦν ὄνος ἄγω μυστήρια.
ἀτὰρ οὐ καθέξω ταῦτα τὸν πλείω χρόνον.    160
Ἡρακλῆς
οἵ σοι φράσουσ᾽ ἁπαξάπανθ᾽ ὧν ἂν δέῃ.
οὗτοι γὰρ ἐγγύτατα παρ᾽ αὐτὴν τὴν ὁδὸν
ἐπὶ ταῖσι τοῦ Πλούτωνος οἰκοῦσιν θύραις.
καὶ χαῖρε πόλλ᾽ ὦδελφέ.
Διόνυσος
νὴ Δία καὶ σύ γε
ὑγίαινε. σὺ δὲ τὰ στρώματ᾽ αὖθις λάμβανε.
Ξανθίας
πρὶν καὶ καταθέσθαι;
Διόνυσος
καὶ ταχέως μέντοι πάνυ.168
.
.
Ξανθίας
[καβαλαρης σε γαιδουρι και στον ωμο του κουβαλα τα συμπρακαλα]
να πω ενα απ'αυτα,αρχοντα,που συνηθανε
να χασκογελανε παντοτε οι θεατες;
Διόνυσος
[πεζος,με λαμπρο κιτρινο κροκοτο φορεμα,κοθορνους,τα ψηλα
θεατρικα παπουτσια,με ριγμενη λεοντη στους ωμους και κρατωντας
ροπαλο]
μα τη πιστη,οτι γουσταρε ξεφουρνα,μονο 'καταπιεζομαι'
αυτο προσεξε το,αντε γιατι αρκετα πια μ'εχουν πρηξει
Ξανθίας
μηπως κανα αλλο αστειο;
Διόνυσος
εκτος το 'συνθλιβομαι'
Ξανθίας
τι στο δαιμονα;πολυ να γελασουν να πω;
Διόνυσος
μα το θεο,ελα,
μον'εκεινο να μη ξεστομισεις
Ξανθίας
το ποιο;
Διόνυσος
ολο αλλαζοντας το ξυλο με το φορτωμα πως σου'ρχεται να χεστεις
Ξανθίας
μητε οτι τοσο βαρος φορτωμενος,κι αν καποιος
δεν με ξεφορτωσει,τοτε σε πορδες θα ξεσπασω; 10
Διόνυσος
μη ποτε,σε ικετευω,εκτος αν το πας φιρι φιρι να ξερασω
Ξανθίας
τι λοιπον ολ'αυτα τα σαμπρακαλα  κουβαλαω αν δεν κανω
απ'αυτα  που κι ο Φρυνιχος συνηθουν με τους χαμαληδες
να κανουν κι ο Λυκις κι ο Αμειψιας;
Διόνυσος
οχι τωρα μην το κανεις·εγω ως θεατης
οταν κατι τετοιες εξυπναδες βλεπω
κατα ενα χρονο γερασμενος φευγω
 Ξανθίας
ο ταλαιπωρος εγω,ο σβερκος μου σκληρα
ετσι να πατιεται,κι ενα αστειο να μην λεω 20
Διόνυσος
δεν ειναι τουτο θρασος και σκετη τεμπελια,
οτ'εγω οντας ο Διονυσος υιος του Σταμνιου
να πηγαινω πεζος και να κουραζομαι,
και τουτον να τον εχω σε καβαλα,να μην
ταλαιπωριεται μητε φορτιο να κουβαλα;
Ξανθίας
γιατι δεν κουβαλαω;
Διόνυσος
γιατι πως κουβαλας αφου καβαλας;
Ξανθίας
αφου κουβαλω αυτα εδω
Διόνυσος
με ποιονα τροπο;
Ξανθίας
παρα πολυ βαρια
Διόνυσος
τι λες μωρε το βαρος που κουβαλας ο γαιδαρος δεν το κουβαλα;
Ξανθίας
οχι καθολου αυτο που'χω γω και κουβαλω,μα τη πιστη μου,οχι
Διόνυσος
γιατι πως κουβαλας,αφου απ'αλλον κουβαλιεσαι;
Ξανθίας
δεν το γνωριζω,ομως ο ωμος τοσο πιεζεται 30
Διόνυσος
τοτε λοιπον επειδη ο γαιδαρος λες πως  δεν σ'ωφελει,
αλλαξε μερια και συ τον γαιδαρο σηκωνοντας κουβαλα
Ξανθίας
αλιμονο ο δυστυχος,γιατι δεν πηγα να ναυμαχισω;
[στις Αργινουσες ως δουλος και θ'απελευθερωνομουν]
τοτε θα σε διαταζα αντε θα σου'λεγα ξαφανισου μακρια
Διόνυσος
κατεβα αθλιε,γιατι κοντα στη πορτα ειμαι
που γι'αυτηνα δω περπατουσα,και πρωτα
πρεπει να στραφω,παιδι,παιδακι λεω,παιδακι.
Ἡρακλῆς
[βγαινει με τη λεοντη και το ροπαλο]
ποιος τη πορτα χτυπησε;σαν να'ναι κενταυρος
χυμηξε πανω,πες μου τουτο δω τι ειναι;
Διόνυσος
το παιδι
Ξανθίας
τι ειναι;
Διόνυσος
δεν κατενοησες;
Ξανθίας
το ποιο;
Διόνυσος
ποσο πολυ με φοβηθηκε
Ξανθίας
μα το Δια,για μουρλο θα σε περασε
Ἡρακλῆς
μα τη Δημητρα δεν κρατιεμαι να μην γελασω,
αν και δαγκωνομαι,στο τελος θα γελασω.
Διόνυσος
δαιμονα ελα δω,για κατι σου ζητησω
Ἡρακλῆς
μα δεν γινεται να σταματησω να γελω βλεπωντας
λιονταριου τομαρι πανω σε κροκοτο ρουχο ριγμενο.
ποιος λογος; και κοθορνο ψηλοτακουνο  και ροπαλο
ταιριαξες;σε ποια γη τραβας;
Διόνυσος
επιβατευα στον Κλεισθενη
Ἡρακλῆς
και ναυμαχησες;
Διόνυσος
και πνιξαμε πλοια 50
των εχθρων,καπου δωδεκα με δεκατρια
Ἡρακλῆς
εσεις οι δυο ;
Διόνυσος
μα το φως του Απολλωνα που βλεπουμε
Ξανθίας
κι εγω εκει πανω ξυπνησα
Διόνυσος
και τοτε πανω στο πλοιο καθως διαβαζα
την Ανδρομεδα[του Ευριπιδη]ξεμοναχιασμενος ξαφνικα
ποθος τη καρδια χτυπα φαντασου ποσο ισχυρος
Ἡρακλῆς
ποθος;ποσος τι;
Διόνυσος
να μικρος τοσο οσο ο Μολων
Ἡρακλῆς
γυναικας;
Διόνυσος
ουχι
Ἡρακλῆς
αλλα παιδιου;
Διόνυσος
καθολου
Ἡρακλῆς
αλλ᾽ αντρος;
Διόνυσος
απαπα
Ἡρακλῆς
το'κανες με τον Κλεισθενη;
Διόνυσος
μη κοροιδευεις αδερφε μου,γιατ'ειμαι χαλια.
τετοιος ποθος με διαλυει
Ἡρακλῆς
μα ποιος αδερφακι μου ; 60
Διόνυσος
δεν εχω λογια.
ομως μ'αινιγμα θα σου πω.
σου'ρθε ποτε ξαφνικα να λιγουρευτεις σουπα φαβα;
Ἡρακλῆς
σουπα φαβα;βεβαια αχ,μυριαδες στο βιο
Διόνυσος
αρα στο'δωσα σαφες η' αλλιωτικα να το πω;
Ἡρακλῆς
για τη φαβα οχι επουδενι.γιατι καλα το ξερω
Διόνυσος
τετοιος λοιπον με δαγκωνει ο ποθος
του Ευριπιδη
Ἡρακλῆς
κι αυτα για τον πεθαμενο;
Διόνυσος
και ουδεις απ'τους ανθρωπους δεν θα μπορεσει
να με πεισει να μην παω σ'εκεινον
Ἡρακλῆς
ποιο τι στον Αδη κατω;
Διόνυσος
και μα τη πιστη μου αν γινεται κι ακομα παρακατω 70
Ἡρακλῆς
ωραια,και τι θελεις;
Διόνυσος
ζηταω ποιητη δεξιοτεχνη,
γιατι απ'αυτους κανενας πια δεν ειναι,κι οι τωρινοι αταλαντοι
Ἡρακλῆς
τι; ουτε ο Ιοφων ζει;
Διόνυσος
ναι και το μοναδικο
ακομα απομεινον καλο,αν βεβαιως ειναι.
γιατι καλα δεν ξερω τουτο το πραμα πως εχει
[αν δηλαδη παρουσιαζει τα εργα του πατερα του Σοφοκλη
για δικα του εργα]
Ἡρακλῆς
επειτα γιατι τον Σοφοκλη πριν απ'τον Ευριπιδη δεν φροντιζεις
πανω να φερεις,αν απο κει πρεπει καποιον να φερεις;
Διόνυσος
οχι πριν  τον Ιοφωντα να ξεμοναχιασω
χωρις τον Σοφοκλη τι κανει να τσεκαρω,
αλλωστε ο Ευριπιδης 80
κατεργαρης ων
και να αποδρασει απο δω θα επιχειρησει με μενα.
ο αλλος βολεμενος κι εδω βολεμενος κι εκει
Ἡρακλῆς
ο Αγαθωνας που ειναι;
Διόνυσος
χαθηκε και μ'αφησε,
αγαθος ποιητης και ποθητος στους φιλους
Ἡρακλῆς
σε ποια γη ο δυστυχος;
Διόνυσος
στων Μακαρων το συμποσιο
Ἡρακλῆς
ο Σ[Ξ]ενοκλης;
Διόνυσος
μαλλον φοφησε μα το Δια
Ἡρακλῆς
ο Πυθαγγελος;
Ξανθίας
για μενα καμια κουβεντα
που τοσο πολυ ο ωμος τριβεται
Ἡρακλῆς
αλλ'ομως εδω ειναι παιδαρελια
τραγωδιες να κανουν πανω απο μυρια 90
απ'τον Ευριπιδη  πανω απο σταδιο λαλιστερα
Διόνυσοςφλ
αυτα'ναι απογαμηδια και φλυαρα,
χελιδονοτιτιβισματα,καταστροφεις τεχνης,
στα γρηγορα εξαφανιζονται,αν σ'ενα παιξουν χορο,
απαξ δια παντος κατουριζουν την τραγωδια.
ικανο ποιητη οσο κι ακομα αν ζητας
δεν θα'βρεις,που ενα στιχο αξιο να πει.
Ἡρακλῆς
πως ικανο;
Διόνυσος
τοσο ικανο,που να αρθρωσει
καποιον τετοιον τολμηρο,
αἰθέρα Διὸς δωμάτιον, ἢ χρόνου πόδα,    100
ἢ φρένα μὲν οὐκ ἐθέλουσαν ὀμόσαι καθ᾽ ἱερῶν,
γλῶτταν δ᾽ ἐπιορκήσασαν ἰδίᾳ τῆς φρενός.
αιθερα του Δια δωμα,η' του χρονου βημα
η' νους που να ορκιστει στα ιερα εναντια δεν θελει,
γλωσσα που απ'το νου ξεχωριστα επιορκει
[σημειωση:
στιχοι απο εργα του Ευριπιδη:
Μελανιππη-όμνυμι δ' ιρόν αιθέρα, οίκησιν Διός.
Αλεξανδρας-και χρόνου προύβαινε πους
Ιππολυτος- η γλώττ' ομώμοχ', η δε φρήν ανώμοτος 612]
Ἡρακλῆς
κι αυτα γουσταρεις;
Διόνυσος
παρα πολυ με ξετρελενουν.
Ἡρακλῆς
απομιμησεις ειναι,και το ξερεις
Διόνυσος
μην σπιτωνεσε στο μυαλο μου,εχεις σπιτι
Ἡρακλῆς
κι ατεχνα κι εξυπναδες φαινονται
Διόνυσος
για φαγοποτι δασκαλεψε με[εισαι ικανος]
Ξανθίας
για μενα καμια κουβεντα
Διόνυσος
αλλ'ενεκα αυτου μ'αυτη δω την εντυμασια ηρθα
δικια σου απομιμηση,αυτους για να μου πεις
που σε φιλοξενησαν,ισως να μου χρειαστουν,νομιζω, 110
εκει κατω,καποτε οταν για τον Κερβερο κατεβηκες
και γι'αυτα πες μου,λιμανια,φουρναρικα,
πορνεια χοτελ διασταυρωσεις βρυσες οδους
πολεις εστιατορια ξενοδοχοκαμαριερες,οπου
ομως να'χουν λιγους κοριους
Ξανθίας
για μενα καμια κουβεντα
Ἡρακλῆς
δυστυχε,θα τολμησεις να πας κι εσυ;
Διόνυσος
μηδεν αλλο περι'αυτου,ελα πες τις οδους οπου
πιο γρηγορα να φτασουμε στον Αδη εκει κατω.
και μητε ζεστους μητε παρα πολυ ψυχρους να πεις
Ἡρακλῆς
περιμενε,ποια απ'αυτους πρωτο να σου πω;ποια;120
μια ειναι με σχοινι και καρεκλακι,
να κρεμαστεις
Διόνυσος
παψε.αποπνικτικη ειναι
Ἡρακλῆς
αλλ'ειναι και ενα συντομο μονοπατι δια της τριβης
στο γουδι στο γουδοχερι
Διόνυσος
δηλαδη το κωνειο λες;
Ἡρακλῆς
βεβαιως μαλιστα
Διόνυσος
ψυχρη και κακοχειμωνιασμενη
κι αμεσως τα καλαμια των ποδιων παγωνει
Ἡρακλῆς
θελεις κατηφορικη και γρηγορη να σου πω;
Διόνυσος
ναι,μα το Δια,δεν ειμαι του περπατηματος
Ἡρακλῆς
κατρακυλα τωρα στον Κεραμεικο
Διόνυσος
και μετα τι;
Ἡρακλῆς
ανεβα στον πυργο τον ψηλο
Διόνυσος
τι να κανω;
Ἡρακλῆς
κοιτα την αναμενη λαμπαδα προς τη θεα, 131
κι επειτα οταν φωναξουν οι θεατες
'φυγετε',τοτε φυγε και συ
Διόνυσος
για που
Ἡρακλῆς
κατω
Διόνυσος
αλλ'ομως θα χασω τα διδυμα ντολμαδακια του μυαλου.
οχι αυτη την οδο δεν θα βαδιζω
Ἡρακλῆς
επομενως τι;
Διόνυσος
αυτην ακριβως που συ τοτε κατεβηκες
Ἡρακλῆς
αλλ'ο πλους του ταξιδιου πολυς
και πρωτα σε μια μεγαλη θα φτασεις λιμνη
πολυ βαθεια αβυσσο
Διόνυσος
επειτα πως περα θα περασω;
Ἡρακλῆς
μ'ενα βαρκακι τοσοδουλι ενας βαρκαρης γεροντας
θα σε περασει αφου μισθωμα δυο οβολους  λαβει 140
Διόνυσος
αλιμονο,
ποσο μεγαλη των δυο οβολων ειναι η δυναμη παντου,
πως ηρθανε κι εκει;
Ἡρακλῆς
ο Θησεας τους εισηγαγε.
μετα απ'αυτα φιδια και θηρια θα δεις μυρια
φρικτοτατα
Διόνυσος
μη με τρομαζεις μη με φοβιζεις
δεν θα κολλωσω
Ἡρακλῆς
επειτα λασπη πολυ
και σκατα που επιπλεουν,και μεσ'σ'αυτη χωμενοι,
αν καπου ξενο καποιος αδικησε καποτε,
η' παιδι πηδωντας το χρημα χρωστουσε
η' τη μανα ξυλοκοπησε,η' του πατερα το σαγονι
εσπασε,η' επιορκον ορκο ορκιστηκε,150
Διόνυσος
μα τους θεους,θα πρεπει μεσ'σ'αυτους εκει
να'ναι οποιος τον πυρριχειο εμαθε του Κινησια
η' του Μορσιμου καποιος στιχο αντεγραψε
Ἡρακλῆς
πιο περα φυσημα αυλων θα σε περιλουσει,
θα δεις και φως ωραιοτατο οπως ακριβως εδω,
και μυρσινοκηπους και θιασους χαρωπους
αντρων γυναικων και παλαμακια χεριων πολλα
Διόνυσος
αυτοι λοιπον ποιοι ειναι;
Ἡρακλῆς
οι μυημενοι
Ξανθίας
μα το Δια εγω λοιπον γαιδαρος οδηγω τα μυστηρια.
τωρα πια δεν θα τα βασταξω πιοτερο χρονο 160
[τα πεταει κατω]
Ἡρακλῆς
αυτοι σε σενα απαξαπαντα θα πουνε οσα
αν χρειαστεις,γιατ'αυτοι σ'αυτη την οδο
πολυ κοντα στου Πλουτωνα τις πορτες κατοικουν
και τωρα σε χαιρεταω αδερφε
Διόνυσος
μα το Δια κι εσυ
υγιαινε.εσυ τα στρωματα αμεσως παρε
Ξανθίας
προτου να κατεβω;
Διόνυσος
αντε γρηγορα γρηγορα 168
.
.
.

καὶ πᾶσαν κοινωνίαν ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ Βιβλιο Α',1252a[1],..,1252b[1]
-μεταφραση translation αποσπασματων χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

1252a[1] ἐπειδὴ πᾶσαν πόλιν ὁρῶμεν κοινωνίαν τινὰ οὖσαν καὶ πᾶσαν κοινωνίαν
ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν (τοῦ γὰρ εἶναι δοκοῦντος ἀγαθοῦ χάριν πάντα
πράττουσι πάντες), δῆλον ὡς πᾶσαι μὲν ἀγαθοῦ τινος στοχάζονται, μάλιστα δὲ [5]
καὶ τοῦ κυριωτάτου πάντων ἡ πασῶν κυριωτάτη καὶ πάσας περιέχουσα τὰς ἄλλας.
αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ καλουμένη πόλις καὶ ἡ κοινωνία ἡ πολιτική.
....
1252b[1] ....ἡ δ’ ἐκ πλειόνων οἰκιῶν κοινωνία πρώτη χρήσεως ἕνεκεν μὴ ἐφημέρου κώμη.
μάλιστα δὲ κατὰ φύσιν ἔοικεν ἡ κώμη ἀποικία οἰκίας εἶναι, οὓς καλοῦσί τινες ὁμογάλακτας,
[παῖδάς τε καὶ παίδων παῖδας]. διὸ καὶ τὸ πρῶτον ἐβασιλεύοντο αἱ πόλεις, καὶ νῦν ἔτι τὰ
[20] ἔθνη· ἐκ βασιλευομένων γὰρ συνῆλθον· πᾶσα γὰρ οἰκία βασιλεύεται ὑπὸ τοῦ πρεσβυτάτου, ὥστε καὶ αἱ ἀποικίαι, διὰ τὴν συγγένειαν. καὶ τοῦτ’ ἐστὶν ὃ λέγει Ὅμηρος

θεμιστεύει δὲ ἕκαστος
παίδων ἠδ’ ἀλόχων. Ὅμηρ. Ὀδ. 9.114

σποράδες γάρ· καὶ οὕτω τὸ ἀρχαῖον ᾤκουν. καὶ τοὺς θεοὺς δὲ διὰ τοῦτο πάντες φασὶ
[25] βασιλεύεσθαι, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ μὲν ἔτι καὶ νῦν οἱ δὲ τὸ ἀρχαῖον ἐβασιλεύοντο, ὥσπερ δὲ
καὶ τὰ εἴδη ἑαυτοῖς ἀφομοιοῦσιν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ τοὺς βίους τῶν θεῶν.

ἡ δ’ ἐκ πλειόνων κωμῶν κοινωνία τέλειος πόλις, ἤδη πάσης ἔχουσα πέρας τῆς αὐταρκείας ὡς
ἔπος εἰπεῖν, γινομένη μὲν τοῦ [30] ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν. διὸ πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν,
εἴπερ καὶ αἱ πρῶται κοινωνίαι. τέλος γὰρ αὕτη ἐκείνων, ἡ δὲ φύσις τέλος ἐστίν· οἷον γὰρ ἕκαστόν ἐστι τῆς γενέσεως τελεσθείσης, ταύτην φαμὲν τὴν φύσιν εἶναι ἑκάστου, ὥσπερ ἀνθρώπου ἵππου οἰκίας. ἔτι τὸ οὗ ἕνεκα καὶ τὸ τέλος βέλτιστον· 1253a[1] ἡ δ’ αὐτάρκεια καὶ τέλος καὶ βέλτιστον.
ἐκ τούτων οὖν φανερὸν ὅτι τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον, καὶ
ὁ ἄπολις διὰ φύσιν καὶ οὐ διὰ τύχην ἤτοι φαῦλός ἐστιν, ἢ κρείττων ἢ ἄνθρωπος· ὥσπερ [5] καὶ
ὁ ὑφ’ Ὁμήρου λοιδορηθεὶς

ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιος· Ὅμηρ. Ἰλ. 9.63

ἅμα γὰρ φύσει τοιοῦτος καὶ πολέμου ἐπιθυμητής, ἅτε περ ἄζυξ ὢν ὥσπερ ἐν πεττοῖς. διότι δὲ πολιτικὸν ὁ ἄνθρωπος ζῷον πάσης μελίττης καὶ παντὸς ἀγελαίου ζῴου μᾶλλον, δῆλον. οὐθὲν
γάρ, ὡς φαμέν, μάτην ἡ φύσις ποιεῖ· λόγον [10] δὲ μόνον ἄνθρωπος ἔχει τῶν ζῴων· ἡ μὲν οὖν
φωνὴ τοῦ λυπηροῦ καὶ ἡδέος ἐστὶ σημεῖον, διὸ καὶ τοῖς ἄλλοις ὑπάρχει ζῴοις (μέχρι γὰρ τούτου
ἡ φύσις αὐτῶν ἐλήλυθε, τοῦ ἔχειν αἴσθησιν λυπηροῦ καὶ ἡδέος καὶ ταῦτα σημαίνειν ἀλλήλοις),
ὁ δὲ λόγος ἐπὶ τῷ δηλοῦν ἐστι τὸ συμφέρον καὶ [15] τὸ βλαβερόν, ὥστε καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸ
ἄδικον· τοῦτο γὰρ πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον, τὸ μόνον ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ καὶ
δικαίου καὶ ἀδίκου καὶ τῶν ἄλλων αἴσθησιν ἔχειν· ἡ δὲ τούτων κοινωνία ποιεῖ οἰκίαν καὶ πόλιν.
καὶ πρότερον δὲ τῇ φύσει πόλις ἢ οἰκία καὶ ἕκαστος ἡμῶν ἐστιν. [20] τὸ γὰρ ὅλον πρότερον ἀναγκαῖον εἶναι τοῦ μέρους· ἀναιρουμένου γὰρ τοῦ ὅλου οὐκ ἔσται ποὺς οὐδὲ χείρ, εἰ μὴ
ὁμωνύμως, ὥσπερ εἴ τις λέγοι τὴν λιθίνην (διαφθαρεῖσα γὰρ ἔσται τοιαύτἠ, πάντα δὲ τῷ ἔργῳ ὥρισται καὶ τῇ δυνάμει, ὥστε μηκέτι τοιαῦτα ὄντα οὐ λεκτέον τὰ αὐτὰ εἶναι ἀλλ’ ὁμώνυμα.
[25] ὅτι μὲν οὖν ἡ πόλις καὶ φύσει πρότερον ἢ ἕκαστος, δῆλον· εἰ γὰρ μὴ αὐτάρκης ἕκαστος χωρισθείς, ὁμοίως τοῖς ἄλλοις μέρεσιν ἕξει πρὸς τὸ ὅλον, ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι’ αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός.
φύσει μὲν οὖν ἡ ὁρμὴ ἐν [30] πᾶσιν ἐπὶ τὴν τοιαύτην κοινωνίαν· ὁ δὲ πρῶτος συστήσας μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος. ὥσπερ γὰρ καὶ τελεωθὲν βέλτιστον τῶν ζῴων ὁ ἄνθρωπός ἐστιν, οὕτω καὶ χωρισθεὶς νόμου καὶ δίκης χείριστον πάντων.


1252a[1]επειδη καθε πολη βλεπουμε κοινωνια καποια να ειναι και καθε κοινωνια για
καποιο αγαθο να εχει συσταθει [γιατι για χαριν αυτου που νομιζουν αγαθο τα παντα

πραττουν οι παντες],φανερο πως ολες καποιο αγαθο στοχευουν,και μαλιστα το πιο κυριο

απ'ολα η πιο κυρια απ'ολες κι αυτη που περιεχει ολες τις αλλες.αυτη ειναι η καλουμενη

πολη και η κοινωνια η πολιτικη
.......

 1252b[1].... η δε απο περισσοτερες οικογενειες κοινωνια για πρωτης αναγκης μη εφημερης
κωμη.μαλιστα κατα φυσιν φαινεται η κωμη αποικια της οικογενειας να ειναι,τις οποιες καλουν
καποιοι ομογαλακτες,και τα παιδια και τα παιδια των παιδιων.διοτι πρωτα ειχαν βασιλεια
οι πολεις,και τωρα ακομη τα εθνη.γιατι απο τις βασιλευομενες συνηλθαν.γιατι καθε οικο-
γενεια βασιλευεται απο τον πιο πρεσβυτη.ετσι και οι αποικιες λογω της συγγενειας.κι αυτο
ειναι που λεει ο Ομηρος
διοικει ο καθενας
παιδια και γυναικες
Ὅμηρος. Ὀδυσσεια.ρ 9.στ 114
γιατι σε διασπορα ηταν.κι ετσι τον αρχαιο καιρο κατοικουσαν.και οι θεοι γι'αυτο οι παντες
λενε 1252b.25 εχουν βασιλεια,οτι κι  αλλοι ακομη τωρα αλλοι τον αρχαιο καιρο ειχαν βασιλεια.
κι οπως τις μορφες με τους εαυτους των κανουν ομοιες οι ανθρωποι,ετσι και τις
ζωες των θεων. η δε απο περισσοτερες κωμες κοινωνια τελεια η πολη,αφου ηδη εχει κατορθωσει καθε αυταρκεια μπορει να ειπωθει,γινομενη για χαριν του ζειν,επισης ουσα και για το καλως
ζειν.γι'αυτο καθε πολη φυσει ειναι,ετσι ακριβως κι οι πρωτες κοινωνιες.γιατι το τελος εκεινων
αυτη,η δε φυση τελος ειναι.γιατι αυτο το οποιον καθενα ειναι οταν η γεννηση του τελειωθει,
αυτη λεμε  οτι η φυση ειναι του καθενος,οπως ακριβως του ανθρωπου,αλογου,οικογενειας.ακομη
για χαρη αυτου και το τελος βελτιστον.η δε αυταρκεια και τελος και βελτιστον,απ'αυτα λοιπον φανερο οτι εκ της φυσεως η πολη ειναι.και οτι ο ανθρωπος φυσει πολιτικον ζωον.και ο απολις
λογω φυσης κι οχι λογω επιλογης τοτε λοιπον ακοινωνητος ειναι η' πιο ανωτερος παρα
ο ανθρωπος.οπως ακριβως και ο λοιδορηθης απ'τον Ομηρο
αφυλος ανομος ανεστιος
Ὅμηρος. Ἰλιαδα.ρ 9.στ 63
γιατι ταυτοχρονα ο φυσει τετοιος και τον πολεμο επιθυμει,καθοσον αζευγαρωτος οπως ακριβως
στους πεσσους [των θολων].διοτι πολιτικον ο ανθρωπος ζωον απο καθε μελισσα και απο καθε
σε αγελη ζωο περισσοτερο,φανερο,γιατι τιποτα,οπως λεμε,ματαια η φυση δεν κανει.λογο δε
μονο ο ανθρωπος εχει απο τα ζωα.η μεν φωνη λοιπον του λυπηρου και του ευχαριστου ειναι
σημειο,γι'αυτο και στ'αλλα υπαρχει ζωα [γιατι μεχρι αυτου η φυση αυτων εχει φθασει,να εχουν
την αισθηση του λυπηρου και του ευχαριστου κι αυτα να σημαινουν το ενα στο αλλο],ο δε λογος
για να δηλωσει ειναι το συμφερον και το βλαβερον,επομενως και το δικαιον και το αδικον.
γιατι αυτο προς τ'αλλα ζωα στους ανθρωπους ιδιαιτερο,το μονο του αγαθου και κακου και
δικαιου και αδικου και των αλλων αισθηση εχει.η δε τουτων κοινωνια δημιουργει οικογενεια
και πολη.και υπερτερον απο τη φυση η πολη παρα η οικογενεια και καθενας απο μας ειναι.
γιατι το ολον υπερτερον αναγκαιον ειναι του μερους.γιατι αν αναιρεθει το ολον ουτε υπαρχει
ποδι ουτε χερι,αλλα μονο κατ'ονομα.οπως ακριβως αν καποιος ελεγε την λιθινη[γιατι κατεστρα-
μενη ειναι τετοια],τα παντα δε με το εργο οριζονται και με τη δυνατοτητα,ωστε οχι πλεον
τετοια οντα δεν μπορει να ειπωθει τα ιδια ειναι αλλα κατ'ονομα.λοιπον οτι η πολη και φυσει
και υπερτερη παρα καθενας φανερο,γιατι εαν μη αυταρκης ο καθενας αφου χωρισθει, ομοια με τ'αλλα μερη θα ειναι προς το ολον,αυτος δε που δεν δυναται να κοινωνησει η' τιποτα δεν ζηταει
λογω αυταρκειας κανενα μερος της πολης,τοτε η' θηριο η' θεος.
φυσει λοιπον η ορμη σ'ολους για τετοια κοινωνια.ο δε πρωτος που την συστησε μεγιστων αγαθων αιτιος.γιατι οπως ακριβως και αφου τελειωθει βελτιστον των ζωων ο ανθρωπος ειναι,ετσι και
αφου χωρισθει απ'το νομο και τη δικαιοσυνη χειριστον παντων.
.
.
.
Αισώπου μύθοι ηθικώτατοι
εις απλήν φράσιν
Έκδοσις Βενετίας 1877

Αἰσώπου Μῦθο
 Ἀετὸς καὶ κολοιὸς καὶ ποιμήν
(μετάφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)

Ἀετὸς καταπτὰς ἀπό τινος ὑψηλῆς πέτρας ἄρνα ἥρπασε· κολοιὸς δὲ τοῦτο θεασάμενος
διὰ ζῆλον τοῦτον μιμήσασθαι ἠθέλησε· καὶ δὴ καθεὶς ἑαυτὸν μετὰ πολλοῦ ῥοίζου ἐπὶ
κριὸν ἠνέχθη. Ἐμπαρέντων δὲ αὐτοῦ τῶν ὀνύχων τοῖς μαλλοῖς, ἐξαρθῆναι μὴ δυνάμενος ἐπτερύσσετο, ἕως ὁ ποιμήν, τὸ γεγονὸς αἰσθόμενος, προσδραμὼν συνέλαβεν αὐτὸν καὶ
περικόψας αὐτοῦ τὰ ὀξύπτερα, ὡς ἑσπέρα κατέλαβε, τοῖς ἑαυτοῦ παισὶν ἐκόμισε. Τῶν δὲ πυνθανομένων τί εἴη τὸ ὄρνεον, ἔφη· «Ὡς μὲν ἐγὼ σαφῶς οἶδα, κολοιός, ὡς δὲ αὐτὸς
βούλεται, ἀετός.»
Οὕτως ἡ πρὸς τοὺς ὑπερέχοντας ἅμιλλα, πρὸς τῷ μηδὲν ἀνύειν, καὶ ἐπὶ συμφοραῖς
προσκτᾶται γέλωτα.

Αἰσώπου Μῦθοι
Αετός και καλιακούδα και βοσκος

ένας αετός αφού ρίχτηκε κάτω από κάποιο ψηλό βράχο ένα αρνί αρπαξε.μια καλιακούδα
αυτό βλεπωντας από ζήλια αυτόν να μιμηθεί θέλησε.και κατεβαίνοντας λοιπόν με πολύ
θόρυβο φτερών σ'ενα κριάρι επιτέθηκε. καρφωνοντας τα νύχια της στα μαλλιά να το σηκώσει
μη μπορώντας φτερουγιζε να πεταξει.μεχρι που ο βοσκός το γεγονός αντιλαμβανομενος προς
το μέρος τρέχοντας την επιασε και κοβωντας τις άκρες των φτερών της όταν βραδιασε στα
παιδιά του έφερε.στο ερώτημα αυτων ποιο να είναι το πουλί είπε:'οπως εγώ καλά γνωριζω καλιακούδα,όπως ομως αυτή θέλει αετος'
Έτσι ο συναγωνισμός με αυτούς που υπερέχουν σε αποτυχία καταληγει και πανω στις
συμφορές προστίθεται η γελοιοτητα
.
.

Αισωπος-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αἰσώπου Μῦθοι
Κηπουρὸς καὶ κύων / κηπουρός και σκυλος
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Κηπωροῦ κύων εἰς φρέαρ κατέπεσεν. Ὁ δὲ κηπωρὸς βουλόμενος αὐτὸν ἐκεῖθεν
ἀνενεγκεῖν, κατῆλθε καὶ αὐτὸς εἰς τὸ φρέαρ. Οἰηθεὶς δ’ ὁ κύων ὡς κατωτέρω μᾶλλον
αὐτὸν παραγέγονε καταδῦσαι, τὸν κηπωρὸν στραφεὶς ἔδακεν. Ὁ δὲ μετ’ ὀδύνης ἐπανιών·
«Δίκαια, φησί, πέπονθα· τί δήποτε γὰρ τὸν αὐτόχειρα σῶσαι ἐσπούδασα;»

Ὁ μῦθος πρὸς ἀδίκους καὶ ἀχαρίστου

ενός κηπουρού ο σκύλος σε πηγάδι μέσα έπεσε.ο κηπουρός θελωντας από εκεί να
τον ανεβάσει κατέβηκε κι αυτός στο πηγάδι.νομιζοντας σκύλος ότι μάλλον ήρθε
πιο κάτω να τον βυθίσει στρεφοντας τον κηπουρό δάγκωσε.αυτος πονωντας αφού ανέβηκε,'δικαια'ειπε,έχω πάθει.γιατι στο κάτω κάτω αυτόν που από μονος του έπεσε
να σώσω προσπαθησα;

Ο μύθος είναι ,για τους άδικους κι αχαριστους
.
.
.


Γαληνος και Ιπποκρατης,ιταλικη τοιχογραφια

Ουκ ένι ιατρικήν είδέναι, όστις μη οίδεν ό τι εστίν άνθρωπος.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΕΠΙΔΗΜΙΩΝ Α
Κατάστασις πρώτη 1-Ἄρρωστοι τέσσαρες καίδεκα θ',ιδ'
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιπποκρατειαι Αρχαι:
Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρή, ο δε καιρός οξύς,
η δε πείρα σφαλερή, η δε κρίσις χαλεπή
[η ζωη συντομη,η επιστημη μακροχρονη,η ευκαιρια βιαστικη,
η πειρα σφαλει,η κριση δυσκολη]]
Ουκ ένι ιατρικήν είδέναι, όστις μη οίδεν ό τι εστίν άνθρωπος
[δεν γινεται την ιατρικη να γνωριζει οποιος δεν γνωριζει τι ειναι ο ανθρωπος]
Κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν.
[πιο καλα να προλαμβανεις παρα να θεραπευεις]
Ασκείν περί τα νοσήματα δύο, ωφελείν ή μη βλάπτειν.
[Να ασκεις στα νοσηματα αυτα τα δυο,να ωφελεις και να μην βλαπτεις]
Primum, non nocere.
[πρωτον,να μην βλαπτεις]
Ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον
[δεν θα δωσω κανενα φαρμακο σε κανεναν που θα ζητησει θανασιμο]
Παν το πολύ τη φύσει πολέμιον
[οτιδηποτε πολυ στη φυση αντιθετο]

Ιπποκρατειος Ιατρικη:
προληψη/προγνωση
εναντιον των προληψεων των δεισιδαιμονιων

Ιπποκρατειος Τριαδικη Αρχη:
1.αρρωστος-2.αρρωστεια-3.ιατρος

Ιπποκρατειος Τριαδα Μεθοδου:
1.κλινικη παρατηρηση-2.εμπειρια-3.ορθολογισμος

Ιπποκρατειος κλινικη παρατηρηση:
οι αρρωστεις δεν ειναι στατικες αλλα ειναι εξελισσομενες,εως το τελος τους,την λυση
την κριση[τελεος,λυσις,κρισις]

Ιπποκρατειος εξεταση:
1.Ιπποκρατειον προσωπειον:η οψη του αρρωστου
2.Ιπποκρατειοι δακτυλοι:δακτυλοσκοπηση οργανων μερων σωματος
3.Ιπποκρατειος σεισις:πιεση σε θωρακα,κοιλια

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΕΠΙΔΗΜΙΩΝ Α
Κατάστασις πρώτη
I. Ἐν Θάσῳ φθινοπώρου περὶ ἰσημερίην καὶ ὑπὸ πληιάδα ὕδατα πολλά, συνεχέα
μαλθακῶς, ἐν νοτίοις. χειμὼν νότιος, σμικρὰ βόρεια, αὐχμοί· τὸ σύνολον ἔς γε
χειμῶνα οἷον ἔαρ γίνεται. ἔαρ δὲ νότιον ψυχεινόν, σμικρὰ ὕσματα. θέρος ὡς ἐπὶ τὸ
πολὺ ἐπινέφελον. ἀνυδρίαι. ἐτησίαι ὀλίγα, σμικρά, διεσπασμένως ἔπνευσαν.
Γενομένης δὲ τῆς ἀγωγῆς ὅλης ἐπὶ τὰ νότια καὶ μετ᾽ αὐχμῶν, πρωὶ μὲν τοῦ ἦρος ἐκ
τῆς πρόσθεν καταστάσιος ὑπεναντίης καὶ βορείου γενομένης ὀλίγοις ἐγίνοντο καῦσοι
καὶ τούτοισι πάνυ εὐσταθέες, καὶ ὀλίγοις ᾑμορράγει οὐδ᾽ ἀπέθνῃσκον ἐκ τούτων.
ἐπάρματα δὲ παρὰ τὰ ὦτα πολλοῖσιν ἑτερόρροπα καὶ ἐξ ἀμφοτέρων, τοῖσι πλείστοισιν
ἀπύροισιν ὀρθοστάδην· ἔστι δὲ οἳ καὶ σμικρὰ ἐπεθερμαίνοντο. κατέσβη πᾶσιν ἀσινέως
οὐδ᾽ ἐξεπύησεν οὐδενὶ ὥσπερ τὰ ἐξ ἄλλων προφασίων. ἦν δὲ ὁ τρόπος αὐτῶν χαῦνα,
μεγάλα, κεχυμένα, οὐ μετὰ φλεγμονῆς, ἀνώδυνα· πᾶσιν ἀσήμως ἠφανίσθη. ἐγίνετο δὲ
ταῦτα μειρακίοισι, νέοισιν, ἀκμάζουσι, καὶ τούτων τοῖσι περὶ παλαίστρην καὶ γυμνάσια
πλείστοισι· γυναιξὶ δὲ ὀλίγῃσιν ἐγίνετο. πολλοῖσι δὲ βῆχες ξηραὶ βήσσουσι καὶ οὐδὲν
ἀνάγουσιν· φωναὶ βραγχώδεες. οὐ μετὰ πολύ, τοῖσι δὲ καὶ μετὰ χρόνον, φλεγμοναὶ
μετ᾽ ὀδύνης ἐς ὄρχιν ἑτερόρροποι, τοῖσι δὲ ἐς ἀμφοτέρους. πυρετοὶ τοῖσι μέν, τοῖσι
δ᾽ οὔ. ἐπιπόνως ταῦτα τοῖσι πλείστοισι. τὰ δ᾽ ἄλλα ὅσα κατ᾽ ἰητρεῖον ἀνόσως διῆγον.
.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ Ἄρρωστοι τέσσαρες καίδεκα θ',ιδ'
[θ᾽.] Κρίτωνι ἐν Θάσῳ ποδὸς ὀδύνη ἤρξατο ἰσχυρὴ ἀπὸ δακτύλου τοῦ μεγάλου ὀρθοστάδην περιιόντι. κατεκλίνη αὐθημερόν, φρικώδης, ἀσώδης, σμικρὰ ὑποθερμαινόμενος, ἐς νύκτα παρεφρόνησεν. δευτέρῃ οἴδημα δι᾽ ὅλου τοῦ ποδὸς καὶ περὶ σφυρὸν ὑπέρυθρον μετὰ συντάσιος, φλυκταινίδια μέλανα, πυρετὸς ὀξύς, ἐξεμάνη· ἀπὸ δὲ κοιλίης ἄκρητα, χολώδεα, ὑπόσυχνα.
ἀπέθανεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δευτεραῖος

δ᾽.] Μελιδίῃ, ἣ κατέκειτο παρὰ Ἥρης ἱρόν, ἤρξατο κεφαλῆς καὶ τραχήλου καὶ στήθεος
πόνος ἰσχυρός· αὐτίκα δὲ πυρετὸς ὀξὺσἔλαβεν· γυναικεῖα δὲ σμικρὰ ἐπεφαίνετο· πόνοι
τούτων πάντων συνεχέες. ἕκτῃ κωματώδης, ἀσώδης, φρικώδης, ἐρύθημα ἐπὶ γνάθων,
σμικρὰ παρέκρουσεν. ἑβδόμῃ ἵδρωσε, πυρετὸς διέλιπεν, οἱ πόνοι παρέμενον, ὑπέστρεψεν,
ὕπνοι σμικροί· οὖρα διὰ τέλεος εὔχρω μέν, λεπτὰ δέ· διαχωρήματα λεπτά, χολώδεα,
δακνώδεα, ὀλίγα, μέλανα, δυσώδεα διῆλθεν, οὔροις ὑπόστασις λευκή, λείη· ἵδρωσεν.
ἐκρίθη τελέως ἑνδεκάτῃ.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΕΠΙΔΗΜΙΩΝ Α
Κατάστασις πρώτη
I.στη Θασο το φθινοπωρο κατα την ισημερια και με τις Πλειαδες βροχες πολλες,συνεχως
σιγανες,με νοτιαδες.χειμωνας υγρος,ασθενεις βοριαδες,ανομβρια,γενικα ο χειμωνας σαν
ανοιξη ηταν.η ανοιξη υγρη με ψυχρα,ψιχαλες.το καλοκαιρι επι το πλειστον με συννεφιες.
ξηρασιες.λιγα μελτεμια ασθενη,και αραια φυσηξαν.ολος ο καιρος ηταν γυρισμενος σε
νοτιαδες  και ανομβριες,νωρις ομως την ανοιξη απ'την προηγουμενη αντιθετη κατασταση
και με βοριαδες εγινε σε λιγους συνεβηκαν πυρετοι κι αυτοι αρκετα ηπιοι,και σε λιγους
αιμορραγιες αλλα δεν πεθαιναν απ'αυτες.σε πολλους πρηξιματα στ'αυτια απ'τη μια μερια
και απ'τις δυο,στους πιο πολλους απυρετα δεν τους ερριξαν στο κρεβατι.ειναι δε κι αυτοι
που λιγο θερμαινονταν.σβηστηκαν εντελως σ'ολους χωρις βλαβη ουτε βγηκε πυον σε
κανενα οπως σ'αυτα απ'αλλες αιτιες.ηταν κατα τη ποιον τους πλαδαρα,μεγαλα,διασκορπι-
σμενα,οχι φλεγμονωδη,χωρις πονο.σ'ολους χωρις σημαδια αφανισθηκαν.αυτα παρουσια-
σθηκαν στους εφηβους,στους νεους,σ'αυτους πανω στην ακμη,και στους πιο πολλους
απ'αυτους στη παλαιστρα και στα γυμναστηρια. σε λιγες δε γυναικες παρουσιασθηκε.
σε πολλους πιανει ξερος βηχας και τιποτα δεν βγαζουν.η φωνη βραγχνιαζει.μετα απο
λιγο,και σ'αλλους αργοτερα,φλεγμονες με πονο στους ορχεις  απ'τη μια μερια,σ'αλλους
δε απ'τις δυο.πυρετος σ'αλλους,σ'αλλους οχι.αυτα επιπονα στους πιο πολλους.κατα
τ'αλλα μη εχοντας τετοια νοσο που θελει γιατρο την περασαν.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ δεκα τεσσερις αρρωστοι,θ',ιδ'
[θ᾽.] στον Κριτωνα στη Θασο του ποδιου πονος αρχισε ισχυρος απ'το δακτυλο το μεγαλο
οταν ορθιος στεκονταν,ξαπλωσε στο κρεβατι την ιδια μερα,με ριγη,ναυτια,σταδιακα
θερμαινονταν ,τη νυχτα παραληρουσε,τη δευτερη μερα πρηστηκε ολο το ποδι και στον
αστραγαλο κατακοκκινο σε διαταση,μικρες φουσκαλες μαυρες,πυρετος οξυς,παραφρο-
νησε,απ'τη κοιλια ανακατα ξερασματα,χολη,καπως συχνα.πεθανε τη δευτερη μερα απο
την αρχη

[ιδ᾽.]στη Μελιδια,η οποια ηταν κατακειτη κοντα στο ιερο της Ηρας, αρχισε απ'το κεφαλι
κι απ'το λαιμο κι απ'το στηθος πονος ισχυρος,αμεσως πυρετος οξυς την επιασε,κι αιμα
περιοδου λιγο φανηκε.συνεχεις πονοι σόλα αυτα.εκτη μερα σε κωματωδη κατασταση,
ναυτια,ριγη,κοκκινισμα στα σαγονια,μικρη παρακρουση.εβδομη μερα ιδρωσε.ο πυρετος
επαυσε.οι πονοι παρεμειναν,υποτροπιασε,ελαχιστος υπνος,ουρα εντελως χρωματιστα,
αραια,κοπρανα αραια,χρωμα χολης,ανωμαλα,λιγα,μαυρα,με δυσωδια εξερχονται,στα
ουρα κατακαθι λευκο,λειο.ιδρωσε.κριθηκε εν τελει την εντεκατη μερα.
.
.
.

ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΨΗΦΙΣΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ,336 π.Χ
λιθινος στηλη εις την Αρχαιαν Αγοραν
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΕΠΙ ΦΡΥΝΙΧΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΛΕΩΝΤΙΔΟΣ ΕΝΑΤΗΣ ΠΡΥΤΑΝΕΙΑΣ
ΗΙ ΧΑΙΡΕΣΤΡΑΤΟΣ ΑΜΕΙΝΙΟΥ ΑΧΑΡΝΕΥΣ ΕΓΡΑΜΜΑΤΕΥΕΝ
ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΕΠΕΨΗΦΙΖΕΝ ΜΕΝΕΣΤΡΑΤΟΣ ΑΙΞΩΝΕΥΣ
ΕΥΚΡΑΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΙΜΟΥ ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ ΕΙΠΕΝ.ΑΓΑΘΗΙ ΤΥΧΗΙ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ.ΔΕΔΟΧΘΑΙ ΤΟΙΣ ΝΟΜΟΘΕΤΑΙΣ.
ΕΑΝ ΤΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΗΙ ΤΩΙ ΔΗΜΩΙ ΕΠΙ ΤΥΡΑΝΝΙΔΙ Η' ΤΗΝ ΤΥΡΑΝΝΙΔΑ
ΣΥΝΚΑΤΑΣΤΗΣΗΙ Η' ΤΟΝ ΔΗΜΟΝ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ Η' ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΝ
ΤΗΝ ΑΘΗΝΗΣΙΝ ΚΑΤΑΛΥΣΗΙ, ΟΣ ΑΝ ΤΟΝ ΤΟΥΤΩΝ ΤΙ ΠΟΙΗΣΑΝΤΑ
ΑΠΟΚΤΕΙΝΗΙ ΟΣΙΟΣ ΕΣΤΩ.ΜΗ ΕΞΕΙΝΑΙ ΔΕ ΤΟΝ ΒΟΥΛΕΥΤΗΝ
ΤΟΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΕΞ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΑΤΑΛΕΛΥΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
Η' ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΗΣΙΝ ΑΝΙΕΝΑΙ ΕΙΣ ΑΡΕΙΟΝ ΠΑΓΟΝ
ΜΗΔΕ ΣΥΝΚΑΘΙΖΕΙΝ ΕΝ ΤΩΙ ΣΥΝΕΔΡΙΩΙ ΜΗΔΕ ΒΟΥΛΕΥΕΙΝ ΜΗΔΕ
ΠΕΡΙ ΕΝΟΣ.ΕΑΝ ΔΕ ΤΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ Η' ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΤΑΛΕΛΥΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΑΘΗΝΗΣΙΝ ΑΝΙΗΙ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ
ΤΩΝ ΕΞ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΕΙΣ ΑΡΕΙΟΝ ΠΑΓΟΝ Η' ΣΥΝΚΑΘΗΖΙΗ
ΕΝ ΤΩΙ ΣΥΝΕΔΡΙΩΙ Η' ΒΟΛΕΥΗΙ ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΑΤΙΜΟΣ ΕΣΤΩ
ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΓΕΝΟΣ ΤΟ ΕΞ ΕΚΕΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ
ΕΣΤΩ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΟΥ ΤΟ ΕΠΙΔΕΚΑΤΟΝ .ΑΝΑΓΡΑΨΑΙ ΔΕ
ΤΟΝΔΕ ΝΟΜΟΝ ΕΝ ΣΤΗΛΑΙΣ ΛΙΘΙΝΑΙΣ ΔΥΟΙΝ ΤΟΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ
ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΣΑΙ ΤΟΝ ΜΕΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΙΣ
ΑΡΕΙΟΝ ΠΑΓΟΝ ΤΗΣ ΕΙΣ ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΤΗΡΙΟΝ ΕΙΣΙΟΝΤΙ.ΤΟΝ ΔΕ
ΕΝ ΤΗΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙ.ΕΙΣ ΔΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΡΑΦΗΝ ΤΩΝ ΣΤΗΛΩΝ
ΤΟΝ ΤΑΜΙΑΝ ΔΟΥΝΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ  ΔΡΑΧΜΑΣ ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΤΑ
ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ ΑΝΑΛΙΣΚΟΜΕΝΩΝ ΤΩΙ ΔΗΜΩΙ


επι Φρυνιχου αρχοντος.επι της Λεωντιδος φυλης εις την ενατην πρυτανειαν.
υπο του Χαιρεστρατου του Αμεινιου εξ Αχαρνων την γραμματειαν.
εκ των προεδρων ο Μενεστρατος Αιξωνευς εθεσεν προς ψηφισιν .
ο Ευκρατης του Αριστοδημου εκ Πειραιως επροτεινε.δια την καλην
[εις το μελλον]τυχην του δημου των Αθηναιων.εχει αποφασισθει υπο
των νομοθετων,εαν τις κατα του δημου επαναστατησει δια τυραννιαν
η' τυραννιαν εγκαθιδρυσει η΄τον δημον των Αθηναιων η' την Αθηναικην
δημοκρατιαν,καταλυσει,ος των τουτων εις τι υπαιτιον δολοφονησει ας
ειναι δικαιος.να μην εξερχεται δε βουλευτης δια βουλην εις τον Αρειον
Παγον καταλυμενου του δημου η' της Αθηναικης δημοκρατιας να μην
ανερχεται εις τον Αρειον Παγον μηδε να συγκαθεται εις τον συνεδριον
μηδε ουδενος να βουλευεται ,εαν δε  τις του δημου η' της δημοκρατιας
οντας καταλυμενων των Αθηνων των βουλευτων του Αρειου Παγου
ανερθει εις Αρειον Παγον η' συγκαθεται εις συνεδριον η' δια κατι
βουλευεται ας ειναι ατιμος και αυτος και το γενος εξ εκεινου και η
περιουσια αυτου ας δημευθει και εις την θεαν το δεκατον να δωθει.
ας αναγραψει δε αυτον εδω τον νομον εις στηλας λιθινας δυο ο γραμματευς
της βουλης και ας στησει την μεν επι της εισοδου εις τον Αρειον Παγον
 της εις το βουλευτηριον εισερχομενων,την δε εις την εκκλησιαν
του δημου.δια την αναγραφην δε των στηλων εις τον ταμιαν να δωθουν
του δημου [εικοσιν] δραχμαι  εκ των περι δημοσιων δαπανων ψηφισθεντων
.
.
.

Μελαμποδας Sigmund Freud-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΠΡΟΙΤΙΔΕΣ-ΙΦΙΚΛΟΣ.ΔΥΟ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΑΜΠΟΔΑ,
Απολλοδωρος Βιβλιοθηκη,Β 2.2-Α 9.12,Παυσανιας,Αρκαδικα VIII.18
μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

[ολα αυτα βεβαια με την φιλικη συναινεση του Sigmund Freud]
ο Μελαμποδας[14 αι. π.Χ]ειναι ο πρωτος ψυχαναλυτης και ψυχιατρος θεραπευτης,
μαντις αριστος,με φαρμακα και καθαρμους
1.περιπτωση:ομαδικη υστερια:οι Προιτιδες
οι Προιτιδες,Ιφινοη,Ιφιανασσα,Λυσιππη απο τη Τιρυνθα κορες του βασιλια Προιτου
οταν ηταν σε ωρα γαμου απο μανια κατεληφθηκαν,νομιζοντας πως ειναι δαμαλες
τριγυριζαν στο Αργος στην Αρκαδια και στη Πελοποννησο,παρασερνοντας στην μανια
κι αλλες γυναικες που αφου σκοτωναν τα παιδια τους κι αφηναν τα σπιτια τους περι-
πλανιονταν στις ερημιες,ο Μελαμποδας κληθηκε να τις θεραπευσει με αμοιβη,τα δυο
τριτα του βασιλειου του Προιτου  ,το ενα γι'αυτον και το αλλο για τον αδελφο του Βιαντα..
Τι συνεβηκε;οι Προιτιδες επασχαν απο τον Φοβο του Φαλλου,οτι αν εισχωρησει μεσα
τους,στον κολπο,φοβονταν θα τις τραυματισει,γι'αυτο ειχαν αναπτυξει ναρκισιστικο ειναι,
υπερ ερωτα του σωματος τους,του εαυτου τους,το ιφι,στα ονοματα των δυο,δηλωνει
ισχυ,δυναμη, Ιφι+νοη,νους-ισχυρος νους,Ιφι+ανασσ-ισχυρη βασιλισα,και στη τριτη Λυσιππη,
Λυω+ιππος-λυω,τιθασσευω,τον ιππο,ο ιππος ειναι φαλλικο συμβολο,οταν λοιπον ηρθε
η ωρα του γαμου τρομαξαν με την ιδεα του φαλλου στο γαμηλιο κρεβατι να εισχωρει
μεσα τους και να τις τραυματιζει,ετσι αρνηθηκαν την Ηρα,προστατιδα του γαμου,
και μαλιστα του πιστου με ισχυρα προσωπα εξουσιας[δηλαδη κατ'εξοχη φαλλικα]
και περιφρονησαν το ξοανο της[το ξυλινο γλυπτο της],αλλο ενα φαντασμα,εικονα,
του φοβερου φαλλου,ουτε και τον Διονυσο καταδεχονταν με την ελευθεριοτητα
του,το κρασι που κοιμιζει το νου,τους φαλλικους θυρσους,ολα αυτα ειναι το Υπερ Εγω
αντιπαλο καταπιεστικο στο Εγω τους που εχει διαμορφωθει στην απωθηση,στη ληθη
του Id,το Ασυνειδητου Αυτο,επομενως αντιδρουν βιαια,υστερικα,να μην λειτουργησει
ο Φαλλος.εκδηλωνουν υστερια,καταλαμβανονται απο μανια,φαντασιωνουν πως
ειναι δαμαλες και ξεφευγουν στη φυση,στα ορη και στις ερημιες,κι οι αλλες γυναικες
θεωρωντας τα παιδια τους σαν τον ξαναγεννημενο απο μεσα τους φαλλο,παλι ομως
τραυματικα αποκομμενο απ'αυτες,μην αντεχοντας την εικονα του ορατου ευνουχισμου
τους σκοτωνουν τα παιδια,καταστρεφοντας τον εξουσιαστικο φαλλο,
εδω,σ'αυτη την ομαδικη υστερια λογω του Φοβου του Φαλλου,δρα ο Μελαμποδας,
ως ψυχαναλυτης και ψυχιατρος θεραπευτης,με θεουργιες με φαρμακα και καθαρμους,
χρησιμοποιει το λογο,αλαλαγμους,το θεατρο,τον ενθεο χορο,το φυτο ελλεβορο,δηλη-
τηριο, αλλα και φαρμακο για ηρεμια,αντιεμμετικο,επισης το νερο,στους καθαρμους,κρυο
παγωμενο ως ψυχρολουσια να τις συνεφερει,θερμο καυτο να τις χαλαρωσει,αλλα και να
τις καθαρισει,να δεχτουν την 'κανονικη' ζωη,και φυσικα τους νεαρους,να ξεφοβηθουν
το αρσενικο και νατο  ερωτευθουν ως θηλυκα,
στη αρχη,φαντασιωνουν,πως τις κυνηγα ο Φαλλος ,[Μελαμποδας και νεαροι]και φευγουν
εντρομες να ξεφυγουν και στο τελος με τη ψυχαναλυτικη μεθοδο και τη ψυχιατρικη θεραπεια
ο Μελαμποδας της ημερευει,ωστε αποβαλοντας το Ναρκισιστικο Εγω να γοητευθουν απο τον
Φαλλο,και να παυσει η υστερια τους

ΠΡΟΙΤΙΔΕΣ-Απολλοδωρος Βιβλιοθηκη,Β 2.2
  Β 2,2 καὶ γίνεται Ἀκρισίῳ μὲν ἐξ Εὐρυδίκης τῆς Λακεδαίμονος Δανάη, Προίτῳ δὲ ἐκ Σθενεβοίας Λυσίππη καὶ Ἰφινόη καὶ Ἰφιάνασσα. αὗται δὲ ὡς ἐτελειώθησαν, ἐμάνησαν, ὡς μὲν Ἡσίοδός φησιν, ὅτι τὰς Διονύσου τελετὰς οὐ κατεδέχοντο, ὡς δὲ Ἀκουσίλαος λέγει, διότι τὸ τῆς Ἥρας ξόανον ἐξηυτέλισαν. γενόμεναι δὲ ἐμμανεῖς ἐπλανῶντο ἀνὰ τὴν Ἀργείαν ἅπασαν, αὖθις δὲ τὴν Ἀρκαδίαν
καὶ τὴν Πελοπόννησον διελθοῦσαι μετ᾽ ἀκοσμίας ἁπάσης διὰ τῆς ἐρημίας ἐτρόχαζον. Μελάμπους
δὲ ὁ Ἀμυθάονος καὶ Εἰδομένης τῆς Ἄβαντος, μάντις ὢν καὶ τὴν διὰ φαρμάκων καὶ καθαρμῶν θεραπείαν πρῶτος εὑρηκώς, ὑπισχνεῖται θεραπεύειν τὰς παρθένους, εἰ λάβοι τὸ τρίτον μέρος τῆς δυναστείας. οὐκ ἐπιτρέποντος δὲ Προίτου θεραπεύειν ἐπὶ μισθοῖς τηλικούτοις, ἔτι μᾶλλον ἐμαίνοντο αἱ παρθένοι καὶ προσέτι μετὰ τούτων αἱ λοιπαὶ γυναῖκες· καὶ γὰρ αὗται τὰς οἰκίας ἀπολιποῦσαι τοὺς ἰδίους ἀπώλλυον παῖδας καὶ εἰς τὴν ἐρημίαν ἐφοίτων. προβαινούσης δὲ ἐπὶ πλεῖστον τῆς συμφορᾶς, τοὺς αἰτηθέντας μισθοὺς ὁ Προῖτος ἐδίδου. ὁ δὲ ὑπέσχετο θεραπεύειν ὅταν ἕτερον τοσοῦτον τῆς γῆς ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ λάβῃ Βίας. Προῖτος δὲ εὐλαβηθεὶς μὴ βραδυνούσης τῆς θεραπείας αἰτηθείη καὶ πλεῖον, θεραπεύειν συνεχώρησεν ἐπὶ τούτοις. Μελάμπους δὲ παραλαβὼν τοὺς δυνατωτάτους τῶν νεανιῶν μετ᾽ ἀλαλαγμοῦ καί τινος ἐνθέου χορείας ἐκ τῶν ὀρῶν αὐτὰς εἰς Σικυῶνα συνεδίωξε. κατὰ δὲ τὸν διωγμὸν ἡ πρεσβυτάτη τῶν θυγατέρων Ἰφινόη μετήλλαξεν· ταῖς δὲ λοιπαῖς τυχούσαις καθαρμῶν σωφρονῆσαι συνέβη. καὶ ταύτας μὲν ἐξέδοτο Προῖτος Μελάμποδι καὶ Βίαντι, παῖδα
δ᾽ ὕστερον ἐγέννησε Μεγαπένθην.

Β 2,2 και γεννιεται στον Ακρισιο απ' την Ευρυδικη του Λακεδαιμονα η Δαναη,στον δε
Προιτο απ'την Σθενεβοια η Λυσιππη και η Ιφινοη και η Ιφιανασσα.αυτες δε οταν εγιναν
της παντρειας,κατεληφθησαν απο μανια,καθως ο Ησιοδος μεν λεει,οτι του Διονυσου
 τις τελετουργιες  δεν καταδεχοντααν,καθως δε ο Ακουσιλαος λεει,διοτι της Ηρας το ξοανο
περιφρονησαν.γενομενες μανιακες περιπλανιονταν σ'ολο μεσα το Αργος, επειτα στην Αρκαδια
και την Πελοποννησο περνωντας με καθε απρεπεια στη ερημια τριγυριζαν.ο  Μελαμποδας δε
του Αμυθαονα και της Ειδομενης του Αβαντα,μαντις ων και την θεραπεια με φαρμακα και
καθαρμους πρωτος ευρητης,υποσχεται να θεραπευσει τις παρθενες,αν θα λαβει το τριτο
μερος της δυναστειας.αφου δεν δεχθηκε ο Προιτος να θεραπευσει με μισθο τοσο μεγαλο,
ομως ακομα περισσοτερο απ'τη μανια κυριευτηκαν οι παρθενες κι επιπλεον μαζι μ'αυτες
οι υπολοιπες γυναικες.γιατι κι αυτες τα σπιτια εγκαταλειποντας τα ιδια τους τα παιδια
σκοτωναν και στην ερημια περιφερονταν.καθως μεγαλωνε παρα πολυ η συμφορα,τους
μισθους που ζητηθηκαν ο Προιτος εδινε.αυτος δε υποσχεθηκε να θεραπευσει οταν αλλο
τοσο της γης ο αδελφος του ο Βιας λαβει.ο Προιτος ανησυχωντας μηπως με τη καθυστερηση
τηε θεραπειας ζητηθει και περισσοτερο,να θεραπευσει συμφωνησε μ'αυτους.ο Μελαμποδας
αφου πηρε τους πιο δυνατους απ'τους νεους με αλαλαγμους και καποιο ενθεο χορο απ'τα ορη
αυτες στη Σικυωνα μαζι κατεδιωξε.κατα δε το διωγμο η πιο μεγαλη απ'τις θυγατερες η Ιφινοη
πεθανε.στις υπολοιπες που υπεστησαν καθαρμους να σωφρονησθουν συνεβηκε.κι αυτες
εδωσε για γυναικες ο Προιτος στον Μελαμποδα και στον Βιαντα,παιδι δε υστερα γεννησε τον Μεγαπενθη.

Παυσανιας,Αρκαδικα VIII.18
 [18.7] ὑπὲρ δὲ τὴν Νώνακριν ὄρη τε καλούμενα Ἀροάνια καὶ σπήλαιόν ἐστιν ἐν αὐτοῖς. ἐς τοῦτο ἀναφυγεῖν τὸ σπήλαιον τὰς θυγατέρας τὰς Προίτου μανείσας λέγουσιν, ἃς ὁ Μελάμπους θυσίαις
τε ἀπορρήτοις καὶ καθαρμοῖς κατήγαγεν ἐς χωρίον καλούμενον Λουσούς.τοῦ μὲν δὴ ὄρους τῶν Ἀροανίων Φενεᾶται τὰ πολλὰ ἐνέμοντο: οἱ δὲ ἐν ὅροις ἤδη Κλειτορίων εἰσὶν οἱ Λουσοί. [18.8]
πόλιν μὲν δή ποτε εἶναι λέγουσι τοὺς Λουσούς, καὶ Ἀγησίλας ἀνὴρ Λουσεὺς ἀνηγορεύθη κέλητι ἵππῳ νικῶν, ὅτε πρώτην ἐπὶ ταῖς δέκα ἐτίθεσαν πυθιάδα Ἀμφικτύονες: τὰ δὲ ἐφ᾽ ἡμῶν οὐδὲ ἐρείπια ἔτι λειπόμενα ἦν Λουσῶν.τὰς δ᾽ οὖν θυγατέρας τοῦ Προίτου κατήγαγεν ὁ Μελάμπους ἐς τοὺς Λουσοὺς καὶ ἠκέσατο τῆς μανίας ἐν Ἀρτέμιδος ἱερῷ: καὶ ἀπ᾽ ἐκείνου τὴν Ἄρτεμιν ταύτην Ἡμερασίαν καλοῦσιν οἱ Κλειτόριοι.

[18.7] πανω δε απο την Νωνακρη και τα ορη τα καλουμενα Αροανια και σπηλαιο ειναι
σ'αυτα.σε τουτο το σπηλαιο ανεβηκαν να διαφυγουν οι θυγατερες του Προιτου οταν
 κατεληφθηκαν απο μανια λενε.τις οποιες ο Μελαμποδας και με αποκρυφες θυσιες και με
καθαρμους κατεβασε στο χωριο το καλουμενο Λουσους.απο μεν το ορος των Αροανιων
οι Φενεαται το πολυ κατεχουν.μεσα στα ορια των Κλειτοριων τωρα ειναι οι Λουσοι. [18.8]
πολη καποτε ηταν λενε τους Λουσους,και Αγησιλας αντρας Λουσευς ανακυρηχθηκε σε ιππασια
νικητης,οταν την πρωτη μετα τις δεκα διοργανωσαν πυθιαδα οι Αμφικτυονες.μεχρι εμας δεν
υπαρχουν ερειπια ακομα υπολειπομενα απ'τους Λουσους.τις θυγατερες λοιπον του Προιτου
κατεβασε ο Μελαμποδας στους Λουσους και θεραπευσε απο τη μανια στης Αρτεμις το ιερο.
και απο εκεινο την Αρτεμιν  αυτην Ημερεσιαν καλουν οι Κλειτοριοι
.
.
2.περιπτωση:φοβος ευνουχισμου:Ιφικλος
ο Ιφικλος,γιος του βασιλια Φυλακου,δεν συνευρισκεται ερωτικα με την γυνακα του με συνεπεια να μην γεννιουνται παιδια,
ενω ολα ανατομικα,ορμονικα,σωματικα ειναι νορμαλ,τι συμβαινει;
νιωθει φοβο,αλλα γιατι;τι συμβαινει;
ο Μελαμποδας,με δηθεν θεουργικο τροπο,για να προσδωσει αιγλη στην ψυχαναλυτικη και ψυχιατρικη θεραπεια του,μαθαινει [εδω επικαλειται τον Αιγυπιο,που κοιμηθηκε χωρις να το ξερει με τη μανα του,διαπραττωντας Οιδιποδειο,και μεταμορφωθηκε στο πουλι αιγυπιο,
γυπαετο]πως παλια καποτε οταν ηταν μικρο παιδι ο Ιφικλος ειδε τον πατερα του Φυλακο να
ευνουχιζει κριαρια και να πετα προς το μερος του το ματωμενο μαχαιρι,τρομαξε τοσο που
το'βαλε στα ποδια να κρυφτει,ηταν σαν να του'λεγε ο πατερας αν συνεχισεις να χαιδευεις
το οργανο σου θα στο κοψω οπως κοβω τα οργανα των ζωων,
και το μαχαιρι ο πατερας Φυλακος[κατοχος του Φαλλου,με το ιδιο αρχικο γραμμα Φ,αλλα και με αντιμεταθεση,αλλαγη και προσθηκη γραμματων Φαλυκος,Φαλλικος ]το καρφωσε στο κορμο μιας βελανιδιας,σημαδι απειλης ευνουχισμου,οπου με τα χρονια το'κρυψε ο φλοιος καθως μεγαλωνε,
και με ολα αυτα ο ψυχαναλυτης Μελαμποδας δινει την ερμηνεια:το παιδι-Ιφικλος φαντασι-
ωνει τον ευνουχισμο των ζωων σαν τον απειλουμενο δικο του ευνουχισμο,εχοντας βεβαια τα
ενοχικα συναισθηματα του αυνανισμου,επομενως φοβαται,περιμενει να συμβει ο ευνουχι-
σμος  του,και δεν συνευρισκεται ερωτικα με τη γυναικα του επειδη φαντασιωνει πως το
αιδοιο της εχει δοντια[vagina dentale] και θα κοψει τον φαλλο του,ολ'αυτα ειναι απωθημενα,
στο ασυνειδητο,και εκδηλωνονται,προβαλλονται,σαν σεξουαλικη ανικανοτητα,
ο Μελαμποδας ομως τα φερνει ολα στη φορα,αποκαλυπτει το ασυνειδητο,το κανει ορατο,
οριστε,φοβασαι τον ευνουχισμο,ομως ο πατερας-ο νομος,σου επιτρεπει να εχεις φαλλο,
ας παμε να τον αποκαλυψουμε,νατος εδω στη βελανιδια,στο δεντρο που οι καρποι του,
το βελανιδι εχει την εικονα του φαλλου,ο φαλλος ειναι αυτο το μαχαιρι,θα τον περασω
μεσα σου,θα ξυσω τη σκουρια του και ανακατεμενο με κρασι θα το πινεις,ετσι θα εμφανισθει
σε σενα ο φαλλος,χωρις πλεον τον φοβο του ευνουχισμου,
μετα απ'αυτη την ψυχαναλυση και ψυχιατρικη θεραπεια του Μελαμποδα ο Ιφικλος ελευθερω-
μενος απ' τον φοβο του ευνουχισμου απο τον πατερα  συνευρευθηκε με τη γυναικα του και
γεννηθηκαν δυο παιδια ο Ποδαρκης και ο Πρωτεσιλαος,

ΙΦΙΚΛΟΣ-Απολλοδωρος Βιβλιοθηκη,Α 9.12
Α 9,12 Βίας δὲ ἐμνηστεύετο Πηρὼ τὴν Νηλέως· ὁ δὲ πολλῶν αὐτῷ μνηστευομένων τὴν
θυγατέρα δώσειν ἔφη τῷ τὰς Φυλάκου βόας κομίσαντι αὐτῷ. αὗται δὲ ἦσαν ἐν Φυλάκῃ, καὶ κύων ἐφύλασσεν αὐτὰς οὗ οὔτε ἄνθρωπος οὔτε θηρίον πέλας ἐλθεῖν ἠδύνατο. ταύτας ἀδυνατῶν Βίας τὰς βόας κλέψαι παρεκάλει τὸν ἀδελφὸν συλλαβέσθαι. Μελάμπους δὲ ὑπέσχετο, καὶ προεῖπεν ὅτι φωραθήσεται κλέπτων καὶ δεθεὶς ἐνιαυτὸν οὕτω τὰς βόας λήψεται. μετὰ δὲ τὴν ὑπόσχεσιν εἰς Φυλάκην ἀπῄει καί, καθάπερ προεῖπε, φωραθεὶς ἐπὶ τῇ κλοπῇ δέσμιος ἐν οἰκήματι ἐφυλάσσετο. λειπομένου δὲ τοῦ ἐνιαυτοῦ βραχέος χρόνου, τῶν κατὰ τὸ κρυφαῖον τῆς στέγης σκωλήκων ἀκούει, τοῦ μὲν ἐρωτῶντος πόσον ἤδη μέρος τοῦ δοκοῦ διαβέβρωται, τῶν δὲ ἀποκρινομένων λοιπὸν ἐλάχιστον εἶναι. καὶ ταχέως ἐκέλευσεν αὑτὸν εἰς ἕτερον οἴκημα μεταγαγεῖν, γενομένου δὲ τούτου μετ᾽ οὐ πολὺ συνέπεσε τὸ οἴκημα. θαυμάσας δὲ Φύλακος, καὶ μαθὼν ὅτι ἐστὶ μάντις ἄριστος, λύσας παρεκάλεσεν εἰπεῖν ὅπως αὐτοῦ τῷ παιδὶ Ἰφίκλῳ παῖδες γένωνται. ὁ δὲ ὑπέσχετο ἐφ᾽ ᾧ τὰς βόας λήψεται. καὶ καταθύσας ταύρους δύο καὶ μελίσας τοὺς οἰωνοὺς προσεκαλέσατο· παραγενομένου
δὲ αἰγυπιοῦ, παρὰ τούτου μανθάνει δὴ ὅτι Φύλακός ποτε κριοὺς τέμνων ἐπὶ τῶν αἰδοίων παρὰ τῷ Ἰφίκλῳ τὴν μάχαιραν ᾑμαγμένην ἔτι κατέθετο, δείσαντος δὲ τοῦ παιδὸς καὶ φυγόντος αὖθις
κατὰ τῆς ἱερᾶς δρυὸς αὐτὴν ἔπηξε, καὶ ταύτην ἀμφιτροχάσας ἐκάλυψεν ὁ φλοιός. ἔλεγεν οὖν, εὑρεθείσης τῆς μαχαίρας εἰ ξύων τὸν ἰὸν ἐπὶ ἡμέρας δέκα Ἰφίκλῳ δῷ πιεῖν, παῖδα γεννήσειν. ταῦτα μαθὼν παρ᾽ αἰγυπιοῦ Μελάμπους τὴν μὲν μάχαιραν εὗρε, τῷ δὲ Ἰφίκλῳ τὸν ἰὸν ξύσας ἐπὶ ἡμέρας δέκα δέδωκε πιεῖν, καὶ παῖς αὐτῷ Ποδάρκης ἐγένετο. τὰς δὲ βόας εἰς Πύλον ἤλασε, καὶ τῷ ἀδελφῷ τὴν Νηλέως θυγατέρα λαβὼν ἔδωκε. καὶ μέχρι μέν τινος ἐν Μεσσήνῃ κατῴκει, ὡς δὲ τὰς ἐν Ἄργει γυναῖκας ἐξέμηνε Διόνυσος, ἐπὶ μέρει τῆς βασιλείας ἰασάμενος αὐτὰς ἐκεῖ μετὰ Βίαντος κατῴκησε.

Α 9,12 ο Βιας ζητησε να μνηστευθει την Πηρω του Νηλεα.αυτος επειδη πολλοι ζητουσαν
να την μνηστευθουν την θυγατερα σ'αυτον θα δωσει ειπε που τα βοδια του Φυλακου θα
φερει σ'αυτον.αυτα ησαν στη Θυλακη,και σκυλι τα φυλαγε ωστε δεν ηταν ουτε ανθρωπος
ουτε θηριο κοντα να ερθει δυνατον.αυτα τα βοδια αδυνατωντας ο Βιας να κλεψει παρακα-
λουσε τον αδελφο να τα αρπαξει.ο Μελαμποδας το υποσχεθηκε,και προβλεψε οτι θα
πιαστει επ'αυτοφορω να κλεβει κι αφου δεθει για ενα ετος τοτε τα βοδια θα παρει.μετα
την υποσχεση στη Φυλακη παει,κι,οπως ακριβως  προβλεψε,αφου πιαστηκε επ'αυτοφορω
για κλοπη δεσμιος σ'ενα οικημα φυλαγονταν.οταν υπολειπονταν απ'το ετος λιγος χρονος,
τα σκουληκια στο αθεατο μερος της στεγης ακουει,σ'αυτο που ρωτουσε ηδη ποσο μερος
του δοκαριου εχει φαγωθει,τ'αλλα αποκριθηκαν οτι το υπολειπο πολυ λιγο ειναι.κι αμεσως
ζητησε αυτον σ'αλλο οικημα να μεταφερουν,αφου αυτο εγινε οχι  μετα απο πολυ κατερρευσε
το οικημα.θαυμασε ο Φυλακας,και μαθαινοντας οτι ειναι μαντις αριστος,αφου τον ελυσε
παρακαλεσε να πει πως στο παιδι του τον Ιφικλο παιδια θα γεννηθουν.αυτο το υποσχεθηκε
εφ'οσον τα βοδια παρει.κι αφου θυσιασε ταυρους δυο και τεμαχισε τα πουλια προσκαλεσε.
οταν παρουσιασθηκε ο γυπαετος,απ'αυτον λοιπον μαθαινει οτι ο Φυλακας καποτε κριαρια
μουνοχιζοντας προς τον Ιφικλο το μαχαιρι ακομα ματωμενο πεταξε,οταν το παιδι φοβηθηκε
κι εφυγε τοτε στην ιερη βελανιδια αυτο εμπηξε,κι αυτο περιβαλλοντας καλυψε ο φλοιος.
ελεγε λοιπον,αφου βρεθει το μαχαιρι αν ξυσει τη σκουρια επι δεκα μερες στον Ιφικλο να
δινει να πινει,παιδι να γεννησει.αυτα μαθαινοντας απ'τον γυπαετο ο Μελαμποδας το
μαχαιρι μεν βρηκε,στον Ιφικλο δε τη σκουρια ξυνοντας επι δεκα μερες του εδωκε να πιει,
και παιδι σ'αυτον ο Ποδαρκης γεννηθηκε.τα δε βοδια στη Πυλο οδηγησε,και στον αδελφο
του Νηλεα τη θυγατερα παιρνωντας εδωκε.και μεχρι καποιο καιρο στη Μεσσηνη κατοικουσε,
οταν δε στο Αργος τις γυναικες με μανια κυριεψε ο Διονυσος,αφου με μεριδιο της βασιλειας
θεραπευσε αυτες εκει με τον Βιαντα κατοικησε.
.
.
τα παιδια τοιυ Ιφικλου ο Ποδαρκης και ο Πρωτεσιλαος, πηραν μερος στον Τρωικο πολεμο,
και μαλιστα ο Πρωτεσιλαος ηταν ο πρωτος που πατησε το ποδι του στη Τροια,αψηφωντας
τον χρησμο που ελεγε πως οποιος πατησει πρωτος στη Τροια αυτος και πρωτος θα σκοτωθει

Ομηρου Ιλιας ,ραψωδια β',στιχοι 695-710
[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]

Οἳ δ᾽ εἶχον Φυλάκην καὶ Πύρασον ἀνθεμόεντα,695
Δήμητρος τέμενος, Ἴτωνά τε μητέρα μήλων,
ἀγχίαλόν τ᾽ Ἀντρῶνα ἰδὲ Πτελεὸν λεχεποίην,
τῶν αὖ Πρωτεσίλαος ἀρήϊος ἡγεμόνευε
ζωὸς ἐών· τότε δ᾽ ἤδη ἔχεν κάτα γαῖα μέλαινα.
τοῦ δὲ καὶ ἀμφιδρυφὴς ἄλοχος Φυλάκῃ ἐλέλειπτο 700
καὶ δόμος ἡμιτελής· τὸν δ᾽ ἔκτανε Δάρδανος ἀνὴρ
νηὸς ἀποθρῴσκοντα πολὺ πρώτιστον Ἀχαιῶν.
οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ οἳ ἄναρχοι ἔσαν, πόθεόν γε μὲν ἀρχόν·
ἀλλά σφεας κόσμησε Ποδάρκης ὄζος Ἄρηος
Ἰφίκλου υἱὸς πολυμήλου Φυλακίδαο, 705
αὐτοκασίγνητος μεγαθύμου Πρωτεσιλάου
ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ᾽ ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων
ἥρως Πρωτεσίλαος ἀρήϊος· οὐδέ τι λαοὶ
δεύονθ᾽ ἡγεμόνος, πόθεόν γε μὲν ἐσθλὸν ἐόντα·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. 710

αντρες εστειλε η Φυλακη κι η ανθουσα Πυρασος 695
ιερο της Δημητρας αλσος,κι η Ιτωνα μανα προβατων,
και της Αντρωνα τ'ακογυαλι κι η χλοερη η Πτελεος
αυτων πρωτα ο γενναιος εκυβερναε Πρωτεσιλαος
ζων οντας.μετα τον ειχε πια κατω η μαυρη γης
και στην ερημη γυναικα κει στη Φυλακη λειπει 700
στο σπιτι τ'ακληρο.αυτον αντρας σκοτωσε Δαρδανος
απ΄το καραβι απ'τους Αχαιους σαν βγηκε καταπρωτος
αν κι αναρχοι δεν ησαν,αυτον γι'αρχηγο ποθουσαν
αλλ'αυτους διοικουσε ο Ποδαρκης τ'Αρη βλασταρι
γιος του Φυλακιδη Ιφικλου με τα πολλα τα προβατα 705
αδελφος απο μανα πατερα του μεγαλοψυχου Πρωτεσιλαου
νεωτερος στη γενα.ο δε Πρωτεσιλαος και πρωτογεννηθηκε
κι ανωτερος ηρωας πολεμιστης.αν κι οι λαοι δεν στερουνταν
ηγεμονα,ποθουσαν αυτον τον καλον καγαθον να ειχαν.
και μ'αυτους καραβια σαραντα μαυρισμενα ερχονταν 710
.
.
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Αντωνίνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων Συναγωγή
5. Αἰγυπιός.
Ἱστορεῖ Βοῖος Ὀρνιθογονίας α΄.
Ἀνθέως τοῦ Νομίονος ἐγένετο παῖς Αἰγυπιός· ᾤκει δὲ παρὰ τὴν ἐσχατιὰν τῆς Θεσσαλίας καὶ αὐτὸν ἐφίλησαν θεοὶ ὁσιότητος ἕνεκα καὶ ἄνθρωποι ὅτι ἦν μεγαλόφρων καὶ δίκαιος. οὗτος ἰδὼν Τιμάνδρην ἠράσθη· μαθὼν δ' ὅτι ἀνδρὸς ἦν χήρα, πείσας χρήμασιν ἐμίγνυτο φοιτῶν εἰς τὰ ἐκείνης οἰκεῖα. πρὸς δὲ τοῦτο Νεόφρων ὁ παῖς τῆς Τιμάνδρης χαλεπῶς εἶχε, τῷ Αἰγυπιῷ δ' ἦν ἡλικιώτης, κἀκείνῳ δόλον ἐβούλευε. δοὺς <δ' οὖν> πλεῖστα δῶρα καὶ ἀναπείσας Βουλίδα τὴν Αἰγυπιοῦ μητέρα καὶ ἀγαγὼν εἰς τὰ οἰκεῖα εὐνάζεται σὺν αὐτῇ· προμαθὼν δὲ τὴν ὥραν, ἥν εἰώθει παρὰ Τιμάνδρην ὁ Αἰγυπιὸς φοιτᾶν, τὴν μὲν αὐτοῦ μητέρα καθ' ἥντινα πρόφασιν ἐκ τῆς οἰκίας μετέστησεν, ἀντὶ δ' ἐκείνης τὴν Αἰγυπιοῦ μητέρα παρήγαγεν εἰς τὸν οἶκον ὡς ἐπανήξων πρὸς αὐτὴν καὶ ἀμφοτέρους ἐξηπάτησεν. Αἰγυπιὸς δ' οὐδὲν ἐπιλεξάμενος ὧν εἰς αὐτὸν ἐμηχανᾶτο Νεόφρων μίγνυται τῇ μητρὶ δοκῶν εἶναι Τιμάνδρην· καὶ ἐπεὶ αὐτὸν ὕπνος ἔλαβεν, ἡ Βουλὶς ἔγνω τὸν παῖδα τὸν ἑαυτῆς· καὶ ἀναλαβοῦσα ξίφος ἐβούλευεν ἐκείνου μὲν τὰς ὄψεις ἀφελέσθαι, ἑαυτὴν δὲ κτεῖναι· βουλῇ δ' Ἀπόλλωνος ἀνίησι τὸν Αἰγυπιόν ὁ ὕπνος· ὁ δὲ γνοὺς οἷον ἔργον ἐμηχανήσατο Νεόφρων ἐπ' αὐτῷ καὶ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβλέψας ηὔξατο σὺν ἑαυτῷ πάντα<ς> ἀφανισθῆναι. Ζεὺς δὲ μετέβαλεν εἰς ὄρνιθας καὶ ἐγένοντο Αἰγυπιὸς μὲν καὶ Νεόφρων αἰγυπιοὶ ὁμώνυμοι, χρόαν δὲ καὶ μέγεθος οὐχ ὅμοιοι, ἀλλὰ ἐλάττων ὄρνις αἰγυπιὸς ἐγένετο Νεόφρων, ἡ δὲ Βουλὶς ἐγένετο πῶυγξ καὶ αὐτῇ τροφὴν ἔδωκεν ὁ Ζεὺς μηδὲν ἐκ γῆς φυόμενον, ἀλλὰ ἐσθίειν ὀφθαλμοὺς ἰχθύος ἤ ὄρνιθος ἤ ὄφεως, ὅτι ἔμελλεν Αἰγυπιοῦ τοῦ παιδὸς ἀφελέσθαι τὰς ὄψεις· Τιμάνδην δὲ ἐποίησεν αἰγιθαλλόν· καὶ ἐφάνησαν ἐπὶ ταὐτὸν οὐδέποθ' οἱ ὄρνιθες οὗτοι

5. Αἰγυπιός.
Ιστορει ο Βοιος στο α' βιβλιο της Ορνιθογονιας[Της Γεννησης των Πουλιων]
απ'τον Ανθεο του Νομιονα γεννηθηκε το παιδι Αιγυπτιος.κατοικουσε στα ακρα της
Θεσσαλιας κι αυτον αγαπησαν οι θεοι λογω της ευσεβειας κι οι ανθρωποι διοτι ηταν
μεγαλοψυχος και δικαιος.αυτος βλεπωντας την Τιμανδρα την ερωτευθηκε.μαθαινοντας
οτι απ'ανδρα ηταν χηρα,πειθοντας με χρηματα σμιγονταν πηγαινοντας συχνα στο σπιτι εκεινης.γι'αυτο ο Νεοφρων το παιδι της Τιμανδρας στεναχωριονταν,με τον Αιγυπιο ηταν συνομιληκος,και σ'εκεινον παγιδα σκεφτηκε.δινοντας λοιπον παρα πολλα δωρα και
παρασυρωντας την Βουλιδα του Αιγυπιου τη μανα και φερνωντας στο σπιτι κοιμαται
μ'αυτη.μαθαινοντας την ωρα,κατα την οποια συνειθιζε στην Τιμανδρα ο Αιγυπιος να
συχναζει,την δικη του μανα με καποια προφαση απ'το σπιτι απομακρυνε,αντι εκεινης την
μανα του Αιγυπιου εφερε κρυφα στο σπιτι οπως θα επανερθει σ'αυτη και τους δυο
εξαπατησε.ο Αιγυπτιος τιποτα μη καταλαβαινοντας απ'αυτα που σ'αυτον μηχανευτηκε
ο Νεοφρων σμιχθηκε με τη μανα νομιζοντας οτι ειναι η Τιμανδρα.κι επειδη υπνος τον επιασε,
η Βουλιδα γνωρισε το παιδι το δικο της.και παιρνοντας ξιφος ηθελε εκεινου τα ματια να
βγαλει,και τον εαυτο της να σκοτωσει.με τη βουλη του Απολλωνα αφησε τον Αιγυπιο
ο υπνος.αυτος καταλαβαινοντας ποιο εργο μηχανευτηκε ο Νεοφρων εναντιον του και
αφου στον ουρανο πανω κοιταξε παρακαλεσε μαζι μ'αυτον τα παντα ν'αφανισθουν.ο Ζευς
μεταμορφωσε σε πουλια κι εγινε ο Αιγυπιος κι ο Νεοφρων αιγυπιοι με το ιδιο ονομα,στο
χρωμα και το μεγεθος οχι ομοιοι,αλλα μικροτερο ορνεο αιγυπιος[γυπαετος] εγινε ο
Νεοφρων,η Βουλιδα εγινε ερωδιος και σ'αυτη τροφη δεν εδωκε ο Ζευς κανενα απ'τη γη
φυτρωμενο,αλλα να τρωει οφθαλμους ψαριου  η' πουλιου η' φιδιου,διοτι σκοπευε του
Αιγυπιου του παιδιου να βγαλει τα ματια.την Τιμανδα εκανε μελισσοφαγο.και δεν
φανηκαν στο ιδιο μερος ποτε τα πουλια αυτα.
.
.
.


αἰγυπιός γυπαετος


πῶυγξ ερωδιος


αἰγιθαλλός μελισσοφαγος


Αντωνίνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων Συναγωγή
5. Αἰγυπιός.
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αντωνίνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων Συναγωγή
5. Αἰγυπιός.
Ἱστορεῖ Βοῖος Ὀρνιθογονίας α΄.
Ἀνθέως τοῦ Νομίονος ἐγένετο παῖς Αἰγυπιός· ᾤκει δὲ παρὰ τὴν ἐσχατιὰν τῆς Θεσσαλίας καὶ
αὐτὸν ἐφίλησαν θεοὶ ὁσιότητος ἕνεκα καὶ ἄνθρωποι ὅτι ἦν μεγαλόφρων καὶ δίκαιος. οὗτος
ἰδὼν Τιμάνδρην ἠράσθη· μαθὼν δ' ὅτι ἀνδρὸς ἦν χήρα, πείσας χρήμασιν ἐμίγνυτο φοιτῶν εἰς
τὰ ἐκείνης οἰκεῖα. πρὸς δὲ τοῦτο Νεόφρων ὁ παῖς τῆς Τιμάνδρης χαλεπῶς εἶχε, τῷ Αἰγυπιῷ
δ' ἦν ἡλικιώτης, κἀκείνῳ δόλον ἐβούλευε. δοὺς <δ' οὖν> πλεῖστα δῶρα καὶ ἀναπείσας Βουλίδα
τὴν Αἰγυπιοῦ μητέρα καὶ ἀγαγὼν εἰς τὰ οἰκεῖα εὐνάζεται σὺν αὐτῇ· προμαθὼν δὲ τὴν ὥραν,
ἥν εἰώθει παρὰ Τιμάνδρην ὁ Αἰγυπιὸς φοιτᾶν, τὴν μὲν αὐτοῦ μητέρα καθ' ἥντινα πρόφασιν
ἐκ τῆς οἰκίας μετέστησεν, ἀντὶ δ' ἐκείνης τὴν Αἰγυπιοῦ μητέρα παρήγαγεν εἰς τὸν οἶκον ὡς
ἐπανήξων πρὸς αὐτὴν καὶ ἀμφοτέρους ἐξηπάτησεν. Αἰγυπιὸς δ' οὐδὲν ἐπιλεξάμενος ὧν εἰς
αὐτὸν ἐμηχανᾶτο Νεόφρων μίγνυται τῇ μητρὶ δοκῶν εἶναι Τιμάνδρην· καὶ ἐπεὶ αὐτὸν ὕπνος
ἔλαβεν, ἡ Βουλὶς ἔγνω τὸν παῖδα τὸν ἑαυτῆς· καὶ ἀναλαβοῦσα ξίφος ἐβούλευεν ἐκείνου μὲν
τὰς ὄψεις ἀφελέσθαι, ἑαυτὴν δὲ κτεῖναι· βουλῇ δ' Ἀπόλλωνος ἀνίησι τὸν Αἰγυπιόν ὁ ὕπνος·
ὁ δὲ γνοὺς οἷον ἔργον ἐμηχανήσατο Νεόφρων ἐπ' αὐτῷ καὶ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβλέψας ηὔξατο
σὺν ἑαυτῷ πάντα<ς> ἀφανισθῆναι. Ζεὺς δὲ μετέβαλεν εἰς ὄρνιθας καὶ ἐγένοντο Αἰγυπιὸς μὲν
καὶ Νεόφρων αἰγυπιοὶ ὁμώνυμοι, χρόαν δὲ καὶ μέγεθος οὐχ ὅμοιοι, ἀλλὰ ἐλάττων ὄρνις αἰγυπιὸς ἐγένετο Νεόφρων, ἡ δὲ Βουλὶς ἐγένετο πῶυγξ καὶ αὐτῇ τροφὴν ἔδωκεν ὁ Ζεὺς μηδὲν ἐκ γῆς φυόμενον, ἀλλὰ ἐσθίειν ὀφθαλμοὺς ἰχθύος ἤ ὄρνιθος ἤ ὄφεως, ὅτι ἔμελλεν Αἰγυπιοῦ τοῦ παιδὸς ἀφελέσθαι τὰς ὄψεις· Τιμάνδην δὲ ἐποίησεν αἰγιθαλλόν· καὶ ἐφάνησαν ἐπὶ ταὐτὸν οὐδέποθ' οἱ ὄρνιθες οὗτοι

5. Αἰγυπιός.
Ιστορει ο Βοιος στο α' βιβλιο της Ορνιθογονιας[Της Γεννησης των Πουλιων]
απ'τον Ανθεο του Νομιονα γεννηθηκε το παιδι Αιγυπτιος.κατοικουσε στα ακρα της
Θεσσαλιας κι αυτον αγαπησαν οι θεοι λογω της ευσεβειας κι οι ανθρωποι διοτι ηταν
μεγαλοψυχος και δικαιος.αυτος βλεπωντας την Τιμανδρα την ερωτευθηκε.μαθαινοντας
οτι απ'ανδρα ηταν χηρα,πειθοντας με χρηματα σμιγονταν πηγαινοντας συχνα στο σπιτι εκεινης.γι'αυτο ο Νεοφρων το παιδι της Τιμανδρας στεναχωριονταν,με τον Αιγυπιο ηταν συνομιληκος,και σ'εκεινον παγιδα σκεφτηκε.δινοντας λοιπον παρα πολλα δωρα και
παρασυρωντας την Βουλιδα του Αιγυπιου τη μανα και φερνωντας στο σπιτι κοιμαται
μ'αυτη.μαθαινοντας την ωρα,κατα την οποια συνειθιζε στην Τιμανδρα ο Αιγυπιος να
συχναζει,την δικη του μανα με καποια προφαση απ'το σπιτι απομακρυνε,αντι εκεινης την
μανα του Αιγυπιου εφερε κρυφα στο σπιτι οπως θα επανερθει σ'αυτη και τους δυο
εξαπατησε.ο Αιγυπτιος τιποτα μη καταλαβαινοντας  απ'αυτα που σ'αυτον μηχανευτηκε
ο Νεοφρων σμιχθηκε με τη μανα νομιζοντας οτι ειναι η Τιμανδρα.κι επειδη υπνος τον επιασε,
η Βουλιδα γνωρισε το παιδι το δικο της.και παιρνοντας ξιφος ηθελε εκεινου τα ματια να
βγαλει,και τον εαυτο της να σκοτωσει.με τη βουλη του Απολλωνα αφησε τον Αιγυπιο
ο υπνος.αυτος καταλαβαινοντας ποιο εργο μηχανευτηκε ο Νεοφρων εναντιον του και
αφου στον ουρανο πανω κοιταξε παρακαλεσε μαζι μ'αυτον τα παντα ν'αφανισθουν.ο Ζευς
μεταμορφωσε σε πουλια κι εγινε ο Αιγυπιος κι ο Νεοφρων αιγυπιοι με το ιδιο ονομα,στο
χρωμα και το μεγεθος οχι ομοιοι,αλλα μικροτερο ορνεο αιγυπιος[γυπαετος] εγινε ο
Νεοφρων,η Βουλιδα εγινε ερωδιος και σ'αυτη τροφη δεν εδωκε ο Ζευς κανενα απ'τη γη
φυτρωμενο,αλλα να τρωει οφθαλμους ψαριου  η' πουλιου η' φιδιου,διοτι σκοπευε του
Αιγυπιου του παιδιου να βγαλει τα ματια.την Τιμανδα εκανε μελισσοφαγο.και δεν
φανηκαν στο ιδιο μερος ποτε τα πουλια αυτα.
.
.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%9B%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CF%82
Ο Αντωνίνος Λιβεράλις (Antoninus Liberalis) ήταν μυθογράφος του 2ου ή 3ου μ.Χ. αιώνα. Έγραψε στα ελληνικά, βασιζόμενος σε έργα προγενεστέρων του, μια συλλογή σπάνιων μύθων με τίτλο Μεταμορφώσεων Συναγωγή
,
,
.

ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΠΟ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΕΚ ΠΥΛΟ,ασπιδα, Αρχαια Αγορα Αθηνα

-ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΠΟ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΕΚ ΠΥΛΟ-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
-425 π.Χ ο Λακεδαιμονιος Βρασιδας  και η αποβαση στη Πυλο,οι ασπιδες στη
Ποικιλη Στοα και η επιγραφη
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ Βιβλιο Δ',11-12,37.2-38.3,40.1
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ,ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΑΤΤΙΚΑ (1.15.5)
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΠΟ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΕΚ ΠΥΛΟ-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis-

οχι που θα εχανε τετοια ευκαιρια μετα τη Πυλο και τη Σφακτηρια
τεραστια η προπαγανδα τετοια δεν τ'αφηνει ο Κλεων,τι παιζουμε;
στη Ποικιλη Στοα εν μεσω ποικιλων εργων του Πολυγνωτου
του Μικωνος και του Παναινου και τ'αλλα ενδοξοτα  Ἀθηναῖοι καὶ
Θησεὺς Ἀμαζόσι μάχονται και τα ἐς Τροίαν και τών μαχεσαμένων
Μαραθῶνι ν'αναρτηθουν τροπαια οι ασπιδες των και εις μιαν εξ αυτων,
ισως του Βρασιδα,ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΠΟ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΕΚ ΠΥΛΟ
ας γραφει λακωνικως,προσοχη αυτο το λακωνιστι ας τονισθει δεοντως,
εδω συχναζουν πληθος περιπατητες επισης στωικοι εχομεν δε θεαματα
ακροασεις,και θαυματοποιους ταχυδακτυλουργους πλανοδιους μαγους
δεον ειναι,η τωρινη μας ισχυς να δειχθει το 425 απο το 403 απεχει
.
.
425 π.Χ ο Λακεδαιμονιος Βρασιδας  και η αποβαση στη Πυλο
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ Βιβλιο Δ',11-12,37.2-38.3,40.1
-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

 [11.4] πάντων δὲ φανερώτατος Βρασίδας ἐγένετο. τριηραρχῶν γὰρ καὶ ὁρῶν τοῦ χωρίου χαλεποῦ ὄντος τοὺς τριηράρχους καὶ κυβερνήτας, εἴ που καὶ δοκοίη δυνατὸν εἶναι σχεῖν, ἀποκνοῦντας καὶ φυλασσομένους τῶν νεῶν μὴ ξυντρίψωσιν, ἐβόα λέγων ὡς οὐκ εἰκὸς εἴη ξύλων φειδομένους τοὺς πολεμίους ἐν τῇ χώρᾳ περιιδεῖν τεῖχος πεποιημένους, ἀλλὰ τάς τε σφετέρας ναῦς βιαζομένους τὴν ἀπόβασιν καταγνύναι ἐκέλευε, καὶ τοὺς ξυμμάχους μὴ ἀποκνῆσαι ἀντὶ μεγάλων εὐεργεσιῶν τὰς
ναῦς τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐν τῷ παρόντι ἐπιδοῦναι, ὀκείλαντας δὲ καὶ παντὶ τρόπῳ ἀποβάντας τῶν
τε ἀνδρῶν καὶ τοῦ χωρίου κρατῆσαι.
[12] [12.1] καὶ ὁ μὲν τούς τε ἄλλους τοιαῦτα ἐπέσπερχε καὶ τὸν ἑαυτοῦ κυβερνήτην ἀναγκάσας ὀκεῖλαι τὴν ναῦν ἐχώρει ἐπὶ τὴν ἀποβάθραν· καὶ πειρώμενος ἀποβαίνειν ἀνεκόπη ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, καὶ τραυματισθεὶς πολλὰ ἐλιποψύχησέ τε καὶ πεσόντος αὐτοῦ ἐς τὴν παρεξειρεσίαν ἡ ἀσπὶς περιεῤῥύη ἐς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐξενεχθείσης αὐτῆς ἐς τὴν γῆν οἱ Ἀθηναῖοι ἀνελόμενοι ὕστερον πρὸς τὸ τροπαῖον ἐχρήσαντο ὃ ἔστησαν τῆς προσβολῆς ταύτης.
.
[37.2] ἐκήρυξάν τε, εἰ βούλονται, τὰ ὅπλα παραδοῦναι καὶ σφᾶς αὐτοὺς Ἀθηναίοις ὥστε βουλεῦσαι ὅτι ἂν ἐκείνοις δοκῇ.
[38] [38.1] οἱ δὲ ἀκούσαντες παρῆκαν τὰς ἀσπίδας οἱ πλεῖστοι καὶ τὰς χεῖρας ἀνέσεισαν, δηλοῦντες προσίεσθαι τὰ κεκηρυγμένα.
.
[40.1]παρὰ γνώμην τε δὴ μάλιστα τῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτο τοῖς Ἕλλησιν ἐγένετο: τοὺς γὰρ Λακεδαιμονίους οὔτε λιμῷ οὔτ᾽ ἀνάγκῃ οὐδεμιᾷ ἠξίουν τὰ ὅπλα παραδοῦναι, ἀλλὰ ἔχοντας καὶ μαχομένους ὡς ἐδύναντο ἀποθνῄσκειν.
.
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ,ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΑΤΤΙΚΑ (1.15.5)
(1.15.5) ἐνταῦθα ἀσπίδες κεῖνται χαλκαῖ, καὶ ταῖς μέν ἐστιν ἐπίγραμμα ἀπὸ <Σ>κιωναίων καὶ τῶν ἐπικούρων εἶναι, τὰς δὲ ἐπαληλιμμένας πίσσῃ, μὴ σφᾶς ὅ τε χρόνος λυμήνηται καὶ <ὁ> ἰός, Λακεδαιμονίων εἶναι λέγεται τῶν ἁλόντων ἐν τῇ Σφακτηρίᾳ νήσῳ.
.
 [11.4]απ'ολους πιο πολυ ο Βρασιδας ξεχωρισε,γιατι οντας τριηραρχος και βλεποντας  λογω
του δυσπροσιτου του τοπου τους τριηραρχους και κυβερνητες,αν και καπου φαινονταν να'ναι δυνατον να προσεγγισουν,ν'αποφευγουν και να φυλαγονται τα καραβια να μη
συντριψουν,φωναζε λεγοντας πως δεν ειναι σωστο ξυλα να λυπουνται τους εχθρους
στη χωρα να επιτρεπουν τειχος να εχουν κανει,αλλα και τα καραβια τους εξαναγκαζοντας
την αποβαση να σπασουν παροτρυνε,και τους συμμαχους να μην αποφυγουν εναντι των
μεγαλων ευεργεσιων τα καραβια στους Λακεδαιμονιους στη παρουσα κατασταση να
συνεισφερουν,ριχνοτας στη ξηρα και με καθε τροπο κανοντας αποβαση και τους αντρες
και τον χωρο να κυριευσουν.
[12] [12.1]κι αυτος και τους αλλους με τετοια εξωθουσε και τον δικο του κυβερνητη αναγ-
καζοντας να ριξει στη ξηρα το καραβι προχωρησε στη αποβαθρα,και καθως επεχειρησε να
αποβιβασθει αποκρουσθηκε  απο τους Αθηναιους,κι αφου τραυματισθηκε σε πολλα
του σωματος λιποθυμισε και πεφτοντας στο μερος του καραβιου περα απ'τους κωπηλατες
η ασπιδα του κυλλησε στη θαλασσα,και βγαινοντας εξω στη ξηρα οι Αθηναιοι αφου τη
σηκωσαν υστερα για το τροπαιο χρησιμοποιησαν το οποιο εστησαν για τη προσβολη αυτη

[37.2]κηρυξαν,αν αποφασισουν,και τα οπλα να παραδωσουν κι αυτους τους ιδιους στους
Αθηναιους ωστε να κριθουν οπως εκεινοι το νομιζουν
[38] [38.1] αυτοι ακουγοντας αφησαν κατω τις ασπιδες οι πιο πολλοι και τα χερια  σηκω-
σαν,δηλωνοντας οτι αποδεχονται αυτα που εχουν κηρυχθει

[40.1]πραγματικα,πιο πολυ απ'αυτα κατα τον πολεμο κατεπληξε τουτο τους Ελληνες.γιατι
απ'τους Λακεδαιμονονιους ουτε σε πεινα ουτε σ'αναγκη καμια περιμεναν τα οπλα να
παραδινουν,αλλα να τα'χουν και μαχομενοι οπως μπορουσαν να πεθαινουν
.
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ,ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ ΑΤΤΙΚΑ (1.15.5)
(1.15.5) εδω[στη Ποικιλη Στοα] ασπιδες βρισκονται χαλκινες,και σε καποιες ειναι
επιγραμμα απ' τους <Σ>κιωναιους και τους συμμαχουςτ,αλλες ειναι αλειμμενες με
πισσα,για να μην αυτες κι ο χρονος καταστρεψει κι η σκουρια,των Λακεδαιμονιων
λεγεται οτι ειναι που πιαστηκαν στη νησο Σφακτηρια
.
.
Μάχη της Πύλου και της Σφακτηρίας
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AC%CF%87%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A3%CF%86%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82
.
.
.

Κτήσυλλα.[Αντωνίνος Λιβεράλις Μεταμορφώσεων συναγωγή]

-μεταφραση translation χ.ν κουβελης c.n.couvelis


1. Κτήσυλλα.

Ἱστορεῖ Νίκανδρος Ἑτεροιουμένων γ΄.

Κτήσυλλα ἐγένετο Κεία τὸ γένος ἐξ Ἰουλίδος Ἀλκιδάμαντος θυγάτηρ. ταύτην ἰδὼν 

Ἑρμοχάρης Ἀθηναῖος χορεύουσαν Πυθίοις παρὰ τὸν βωμὸν τοῦ Ἀπόλλωνος ἐν 

Καρθαίᾳ ἐπεθύμισεν αὐτῆς, καὶ ἐπιγράψας μῆλον ἔρριψεν ἐν τῷ ἱερῷ τῆς Ἀρτέμιδος, 

ἡ δὲ ἀνείλετο καὶ ἀνέγνω· ἐγέγραπτο δὲ ὅρκος κατὰ τῆς Ἀρτέμιδος ἦ μὴν 

γαμηθήσεσθαι Ἑρμοχάρει Ἀθηναίῳ. ἡ μὲν οὖν Κτήσυλλα ἀπέρριψε τὸ μῆλον 

αἰδεσθεῖσα καὶ χαλεπῶς ἤνεγκεν, ὥσπερ ὅτε Κυδίππην Ἀκόντιος ἐξηπάτησεν.

 Ἑρμοχάρει δὲ αἰτησαμένῳ κατῄνεσε τὸν γάμον ὁ πατήρ ὁ τῆς Κτησύλλης καὶ ὤμοσε 

τὸν Ἀπόλλωνα τῆς δάφνης ἁψάμενος. ἐπεὶ δὲ διῆλθεν ὁ τῶν Πυθίων χρόνος, 

Ἀκλκιδάμας ἐκλαθόμενος τὸν ὅρκον, ὅν ὤμοσεν, ἑτέρῳ συνῴκιζε τὴν θυγατέρα.

καὶ ἡ παῖς ἔθυεν ἐν τῷ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερῷ. χαλεπῶς δὲ φέρων Ἑρμοχάρης 

ἐπὶ τῷ τούτου διαμαρτεῖν εἰσέδραμεν εἰς τὸ Ἀρτεμίσιον· καὶ ἡ παῖς αὐτὸν ἰδοῦσα 

κατὰ θεῖον ἠράσθη, καὶ συνθεμένη διὰ τῆς τροφοῦ διαλαθοῦσα τὸν πατέρα, 

νύχιον ἀπέπλευσεν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ γάμος ἐπράχθη τῷ Ἑρμοχάρει. τεκοῦσα 

δ' ἡ Κτήσυλλα καὶ χαλεπῶς ἐκ τοῦ τόκου διατεθεῖσα ἐτελεύτησε κατὰ δαίμονα, 

ὅτι ὁ πατὴρ αὐτῆς ἐψεύσατο τὸν ὅρκον. καὶ τὸ μὲν σῶμα κομίσαντες ἔφερον 

ὅπως κηδεύσωσιν, ἐκ δὲ τῆς στρωμνῆς πελειὰς ἐξέπτη καὶ τὸ σῶμα τῆς Κτησύλλης 

ἀφανὲς ἐγένετο. χρωμένῳ δ' Ἑρμοχάρει ὁ θεὸς ἀνεῖλεν ἱδρύσασθαι ἱερὸν παρὰ 

τοῖς Ἰουλιήταις ἐπώνυμον Ἀφροδίτης Κτησύλλης· ἔχρησε δὲ καὶ τοῖς Κείοις. 

οἱ δὲ θύουσιν ἄχρι νῦν, Ἰουλιῆται μὲν Ἀφροδίτην Κτήσυλλαν ὀνομάζοντες, οἱ δὲ ἄλλοι 

Κτήσυλλαν Ἑκάεργην.



1. Κτήσυλλα.

Ἱστορεῖ  o Νίκανδρος στο βιβλιο  γ΄ των Ἑτεροιουμένων[Μεταμορφώσεων]

Η Κτησυλλα γεννηθηκε Κεια απο το γενος της Ιουλιδος του Αλκιδαμαντα θυγατερα,

αυτη βλεπωντας ο Ερμοχαρης ο Αθηναιος να χορευει στα Πυθια παραδιπλα απο τον βωμο

του Απολλωνα στη Καρθαια την ποθησε ερωτικα,και πανω γραφοντας σε μηλο το 

ερριξε μεσα στο ιερο της Αρτεμιδας,αυτη το σηκωσε και διαβασε,ηταν γραμμενος

ορκος κατα το θελημα της Αρτεμιδας διχως αλλο να παντρευτει με τον Ερμοχαρη τον

Αθηναιο,η  Κτησυλλα ομως πεταξε το μηλο απο ντροπη και βαρεια το πηρε,οπως οταν

την Κυδιππη ο Ακοντιος εξαπατησε,στον Ερμοχαρη που την ζητησε συναινεσε για τον 

γαμο ο πατερας της Κτησυλλας και ορκισθηκε στον Απολλωνα  τη δαφνη αφου αγγιξε,

επειδη περασε ο καιρος των Πυθιων,ο Αλκιδαμαντας εχοντας ξεχασει τον ορκο,που

ορκισθηκε,σε αλλον εταξε σε γαμο την θυγατερα,και η κοπελλα θυσιαζε μεσα στης 

Αρτεμιδας το ιερο,βαρεια παιρνοντας ο Ερμοχαρης την αποτυχια του σ'αυτο ορμησε 

μεσα στο Αρτεμισιο,και η κοπελλα αυτον βλεπωντας κατα θεικο θελημα  ερωτευθηκε,

και συννενοημενη με τη τροφο ξεφευγοντας την προσοχη του πατερα,νυχτα απεπλευσε

στην Αθηνα,και γαμος εγινε με τον Ερμοχαρη,γεννωντας η Κτησυλλα και απο τη γεννα

παθαινοντας  ετελειωσε κατα το θελημα του θειου δαιμονα,διοτι ο πατερας της 

ψευδορκισθηκε,και το σωμα παιρνοντας το εφεραν για να κηδευσουν,απο το στρωμα

της περιστερα πεταξε,και το σωμα της Κτησυλλας αφαντο εγινε,στον Ερμοχαρη που

χρησμο ζητησε ο θεος αποκριθηκε να ιδρυσει ιερο στους  Ιουλιητες με το επωνυμο

της Αφροδιτης Κτησυλλας,χρησμοδοτησε και στους Κειους,οι οποιοι θυσιαζουν 

μεχρι τωρα,οι μεν Ιουλιητες Αφροδιτη Κτησυλλα ονομαζοντας,οι δε αλλοι Κτησυλλα

Εκαεργη[αυτη που απο μακρυα ενεργει,πεταει τα βελη ]

.

.

Αντωνίνος Λιβεράλις

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%9B%CE%B9%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CF%82

Ο Αντωνίνος Λιβεράλις (Antoninus Liberalis) ήταν μυθογράφος του 2ου ή 3ου μ.Χ. αιώνα. Έγραψε στα ελληνικά, βασιζόμενος σε έργα προγενεστέρων του, μια συλλογή σπάνιων μύθων με τίτλο Μεταμορφώσεων Συναγωγή.

.

Νίκανδρος ο Κολοφώνιος

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%BF_%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%86%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CF%82

Ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος (2ος αιώνας π.Χ.), ήταν Έλληνας μαθηματικός, φαρμακοποιός, γεωπόνος, βοτανολόγος, ιατρός και γραμματικός.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Κλάρο, κοντά στην Κολοφώνα, γιος του Δαμαίου, όπου η οικογένειά του ήταν υπεύθυνη από γενιά σε γενιά για το ιερατείο του Απόλλωνα, υπήρξε και ο ίδιος ιερεύς του Απόλλωνα. Άκμασε κατά τη βασιλεία του Αττάλου Γ' της Περγάμου. Ήταν σύγχρονος του Αράτου και του Θεοκρίτου.

Έργα του

Από έναν αρκετό αριθμό βιβλίων που έγραψε τόσο σε πρόζα όσο και σε έμμετρο στίχο, μόνο δύο διασώζονται ολόκληρα. Αυτά είναι:

Τα Θηριακά, είναι ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο, αποτελούμενο από 958 στίχους. Περιγράφεται η φύση δηλητηριωδών ζώων και τις επιδράσεις των δηλητηρίων τους που προκαλούν, καθώς και τα αντίστοιχα αντίδοτα. Περιγράφει 14 είδη ιοβόλων ερπετών. Στο ίδιο έργο αναγράφονται 125 φυτά. Είναι ο πρώτος αρχαίος Έλληνας που αναφέρει την ιατρική χρήση των βδελλών.

Τα Αλεξιφάρμακα, αποτελείται από 630 στίχους σε δακτυλικό εξάμετρο που αναφέρονται γενικά στα δηλητήρια αναλύοντας 19 εξ αυτών, 8 ζωικών και 11 φυτικών, ενώ παράλληλα παρέχει συνταγές για την αντιμετώπισή τους. Σημαντικό μέρος αυτού του συγγράμματος βρίσκεται σήμερα στη Μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος. Η κύρια πηγή πληροφοριών του Νικάνδρου φέρεται ο ιατρός Απολλόδωρος.

Τρία επιγράμματα του Νίκανδρου από τον Στέφανο του Μελέαγρου σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία (VII 435, VII 526, IX 503A).

Άλλα έργα που είχε συγγράψει ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος που δεν έχουν όμως διασωθεί είναι:

Αιτωλικά (Γεωγραφικό ίσως περί πανίδας και χλωρίδας)

Βοιωτικά (ομοίως με παραπάνω)

Γεωργικά

Εξηγητικά εις Ιπποκράτην

Ετεριούμενα, το σύγγραμμα αυτό είχε σχολιάσει ο Αντωνίνος Λιβεράλις και ο Οβίδιος.

Ευρώπεια

Θηβαϊκά

Ιάσεων συναγωγή βιβλία 3.

Κολοφωνιακά

Κυνηγετικά ή Θηρευτικά

Μελισσουργικά

Οιταϊκά

Οφιακά

Περί ποιητών

Προγνωστικά, που πιθανώς αναφέρονταν στα πρώτα συμπτώματα δηλητηριάσεων.

Σικέλεια

Τα έργα του Νικάνδρου επαινέθηκαν από τον Κικέρωνα (De oratore, i. 16), έγιναν αντικείμενο μίμησης του Οβιδίου και του Λουκανού, και χρησίμευσαν συχνά ως πηγές για τον Πλίνιο και άλλους συγγραφείς.

.

.


Ἀσπαλίς[Αντωνίνος Λιβεράλις Μεταμορφώσεων συναγωγή] Ερυθρόμορφος σκύφος, 450 – 420 π. Χ., (Staatliche Museen, 


Ἀσπαλίς[Αντωνίνος Λιβεράλις Μεταμορφώσεων συναγωγή]

-μεταφραση translation χ.ν κουβελης c.n.couvelis


13. Ἀσπαλίς.

Ἱστορεῖ Νίκανδρος Ἑτεροιουμένων β'.

Διὸς καὶ νύμφης Ὀθρηίδος ἐγένετο παῖς Μελιτεύς. τοῦτον ἡ μήτηρ ἐξέθηκεν εἰς τὴν ὕλην κατὰ δέος Ἥρας, ὅτι αὐτῇ Ζεὺς ἐμίχθη. ὁ δὲ παῖς Διὸς βουλῇ οὐκ ἠφανίσθη ἀλλ' ηὔξετο τρεφόμενος ὑπὸ μελισσῶν. ἐνέτυχε δὲ αὐτῷ ποιμαίνων πρόβατα Φάγρος ὁ Ἀπόλλωνος καὶ Ὀθρηίδος νύμφης, ἥτις ἔτεκε Μελιτέα τὸν ἐν τῇ ὕλῃ παῖδα. θαυμάσας δὲ πρὸς τὸν ὄγκον τοῦ σώματος καὶ ἔτι πλέον πρὸς τὰς μελίσσας ἀνείλετο καὶ ἀπήνεγκεν εἰς τὰ οἰκία καὶ ἔτρεφεν [ἐν] πολλῇ σπουδῇ θέμενος αὐτῷ Μελιτέα ὄνομα, διότι ὑπὸ μελισσῷν ἐτράφη· ὑπῆλθε <γὰρ> αὐτὸν καὶ χρησμὸς, ἐν ᾧ ποτε θεὸς εἶπε σῴζειν ὁμόγνιον ὄντα τὸν ὑπὸ τῶν μελισσῶν τρεφόμενον. ὁ δὲ παῖς ἐπεὶ τάχιστα ἠνδρώθη, ἀνὴρ ἐγένετο γενναῖος καὶ πλείστων ἦρξε περιοίκων καὶ πόλιν ἔκτισεν ἐν τῇ Φθίᾳ προσαγορεύσας Μελίτην. ἐν ταύτῃ τῇ Μελίτῃ τύραννος ἐγένετο βίαιος καὶ ὑβριστής, ὅν οἱ μὲν ἐπιχώριοι οὐδ΄ ὀνομάζουσιν, ὑπὸ δὲ τῶν ξένων Τάρταρος ἐκαλεῖτο. οὗτος εἴ τις διαβοηθείη παρθένος ἐπὶ κάλλει τῶν ἐγχωρίων, ἀπῆγεν αὐτὴν καὶ ἐμίγνυτο πρὸ γάμου κατὰ βίαν. τότε δ΄ οὖν εἴρητο πρὸς τοὺς θέραπας ἀπάγειν Ἀσπαλίδα τὴν θυγατέρα τὴν Ἀργαίου τῶν οὐκ ἀσήμων. ἡ δὲ παῖς, ὡς ἔκπυστος ὁ λόγος ἐγένετο, πρὶν ἀφικέσθαι τοὺς ἀπάξοντας ἀνήρτησεν ἑαυτήν. τῆς δὲ πράξεως οὔπω διαβοηθείσης ἀδελφὸς ὁ τῆς Ἀσπαλίδος Ἀστυγίτης ὤμοσεν, ὅτι πρότερον τίσεται τὸν τύραννον ἤ τὸ σῶμα καθαιρήσει τὸ τῆς ἀδελφῆς. ἐνδὺς δὲ τάχιστα τὴν στολὴν τῆς Ἀσπαλίδος καὶ κρύψας παρὰ τὴν εὐώνυμον πλευρὰν τὸ ξίφος ἔλαθε πρὸς τὴν ὄψιν ἀντίπαις ὤν· παρελθὼν δ' εἰς τὰ οἰκία γυμνὸν ὄντα καὶ ἀφύλακτον τὸν τύραννον κτείνει. οἱ δὲ Μελιτεῖς τὸν μὲν Ἀστυγίτην ἐστεφάνουν καὶ μετὰ παιάνων προέπεμπον, τὸ δὲ σῶμα τοῦ τυράννου κατεπόντωσαν εἰς ποταμὸν ἐμβαλόντες, ὅν ἔτι νῦν ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου Τάρταρον καλοῦσι· τὸ δὲ σῶμα τὸ τῆς Ἀσπαλίδος ἐξερευνῶντες πάντα τρόπον, ὅπως κηδεύσωσιν ἐπισήμως, οὐκ ἠδυνήθησαν εὑρεῖν· ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἠφανίσθη κατὰ θεόν, ἀντὶ δὲ τοῦ σώματος ἐφάνη ξόανον παρὰ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἑστηκός. ὀνομάζεται δὲ παρὰ τοῖς ἐγχωρίοις τοῦτο τὸ ξόανον Ἀσπαλὶς Ἀμειλήτη Ἑκαέργη, ᾧ καθ' ἕκαστον ἔτος αἱ παρθένοι χίμαρον ἄθορον ἐκρήμνων, ὅτι καὶ ἡ Ἀσπαλὶς παρθένος οὖσα ἑαυτὴν ἀπηγχόνισεν.

.

.

13. Ἀσπαλίς.

Ἱστορεῖ  o Νίκανδρος στο βιβλιο  β΄ των Ἑτεροιουμένων[Μεταμορφώσεων]

Απο τον Δια και την νυμφη Οθρηιδα γεννηθηκε το παιδι Μελιτεας,αυτον η μητερα το 

παρατησε στο δασος απο το φοβο της Ηρας,διοτι με αυτη ο Διας σμιχθηκε,το παιδι

απο του Δια τη θεληση δεν αφανισθηκε αλλα αυξανε τρεφομενο απο μελισσες,ετυχε

με αυτο βοσκοντας προβατα ο Φαγρος του Απολλωνα και της Οθρηιδας νυμφης,η

οποια γεννησε τον Μελιτεα το παιδι στο δασος,θαυμαζοντας για το μεγεθος

του σωματος και ακομη πιο πολυ για τις μελισσες το σηκωσε και το μετεφερε στο 

σπιτι και το ετρεφε με πολυ φροντιδα,δινοντας σε αυτο το ονομα Μελιτεας,διοτι

απο μελισσες τραφηκε,τοτε του ηρθε στο μυαλο και ο χρησμος,στον οποιο καποτε

ο θεος ειπε πως θα σωσει ομογεννητον τον απο τις μελισσες τρεφομενον,το παιδι

επειδη πολυ γρηγορα ανδρωθηκε,ανδρας εγινε γενναιος και των πιο πολλων αρχευε

απο τους περιοικους και πολη εκτισε στη Φθια ονομαζοντας Μελιτη,σε αυτη τη Μελιτη

τυραννος εγινε βιαιος και υβριστης,τον οποιον οι μεν ντοπιοι καθολου δεν ονομαζουν,

απο δε τους ξενους Ταρταρος εκαλειτο,αυτος αν καποια ηταν ξακουστη παρθενα στα 

καλλη απο τις ντοπιες,την αρπαζε και  την εσμιγε προ του γαμου βιαζοντας,τοτε λοιπον 

ειπε προς τους υπηρετες να αρπαξουν την Ασπαλιδα την θυγατερα αυτην του Αργαιου

οχι απο τους  ασημαντους,η κοπελλα,μολις μαθευτηκε η διαταγη,πριν να φτασουν οι

αρπαγες κρεμασθηκε,της πραξης οχι ακομα ακουσμενης ο αδελφος της Ασπαλιδας

ο Αστυγιτης ορκισθηκε,οτι πρωτα θα τιμωρησει τον τυραννο και μετα  το σωμα θα  

ξεκρεμασει της αδελφης,αφου ντυθηκε πολυ γρηγορα τη φορεσια της Ασπαλιδας

και αφου εκρυψε στην αριστερα πλευρα το ξιφος δεν ξεχωριζε  στην οψη σαν τη   

κοπελλα οντας,περνωντας μεσα στο σπιτι γυμνο οντα και αφυλακτο τον τυραννο 

σκοτωνει,οι δε Μελιτεις τον μεν Αστυγιτη στεφανωναν και μετα παιανων προεπεμπαν,

το δε σωμα του τυραννου καταποντισαν σε ποταμο πετωντας,τον οποιο ακομα τωρα 

απο εκεινο τον καιρο Ταρταρο καλουν,το σωμα δε αυτο της Ασπαλιδας ψαχνωντας παντου,

οπως το κηδεψουν επισημα,δεν μπορεψαν να βρουν,αλλα αυτο εξαφανισθηκε κατα το 

θελημα του θεου,αντι δε του σωματος εμφανισθηκε ξοανο παραδιπλα στο της Αρτεμιδας

στημενο,ονομαζεται απο τους ντοπιους τουτο το ξοανο Ασπαλις Αμειλητη Εκαεργη,

[Ασπαλιδα η Αμειλικτη που απο μακρυα τοξευει],στο οποιο καθε χρονο οι παρθενες

τραγο αμαρκαλιστο κρεμουσαν,διοτι και η Ασπαλιδα παρθενα ουσα η ιδια απαγχονισθηκε

.

.

.


Ομηρικές Παρομοιώσεις Ανέμων και Θαλασσας

Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία ι',ν'-

μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία ι' 1-8


Ὣς οἳ μὲν Τρῶες φυλακὰς ἔχον· αὐτὰρ Ἀχαιοὺς

θεσπεσίη ἔχε φύζα φόβου κρυόεντος ἑταίρη,

πένθεϊ δ’ ἀτλήτῳ βεβολήατο πάντες ἄριστοι.

ὡς δ’ ἄνεμοι δύο πόντον ὀρίνετον ἰχθυόεντα,

βορέης καὶ Ζέφυρος, τώ τε Θρῄκηθεν ἄητον,5

ἐλθόντ’ ἐξαπίνης· ἄμυδις δέ τε κῦμα κελαινὸν

κορθύεται, πολλὸν δὲ παρὲξ ἅλα φῦκος ἔχευεν·

ὣς ἐδαΐζετο θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν.


καθώς οι Τρώες φρουρούς είχαν.τοτε τους Αχαιούς

έπιασε τρομερη του φόβου φυγη που παγώνει ταιρι

με στεναχώρια αβάσταχτη χτυπαε όλους τους αρχηγους

καθώς άνεμοι δύο το πέλαγο ανακατωνουν το ψαροφορο

Βοριας και Ζεφυρος κι απ'τη Θράκη θυελλα όπως

ερχεται ξαφνικα.κι αμεσως το κύμα καταμαύρο

ορθωνεται.πολύ έξω απ'τη θάλασσα φύκια χυνονταν

έτσι σχίζονταν η καρδιά μεσα στων Αχαιών τα στηθη

.

.

Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία ν' 795-801


οἳ δ’ ἴσαν ἀργαλέων ἀνέμων ἀτάλαντοι ἀέλλῃ,795

ἥ ῥά θ’ ὑπὸ βροντῆς πατρὸς Διὸς εἶσι πέδον δέ,

θεσπεσίῳ δ’ ὁμάδῳ ἁλὶ μίσγεται, ἐν δέ τε πολλὰ

κύματα παφλάζοντα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης,

κυρτὰ φαληριόωντα, πρὸ μέν τ’ ἄλλ’, αὐτὰρ ἐπ’ ἄλλα·

ὣς Τρῶες πρὸ μὲν ἄλλοι ἀρηρότες, αὐτὰρ ἐπ’ ἄλλοι,800

χαλκῷ μαρμαίροντες ἅμ’ ἡγεμόνεσσιν ἕποντο.


αυτοί πορευονταν μ'ανεμων παρόμοιοι θυελλα 795

που ξεσπά απ'τη βροντή του πατέρα Δια στη γη

και με τρομερό βουητό με τη θάλασσα σμιγεται,και σ'αυτη

πολλά κύματα φουσκωμένα της πολυτάραχης θάλασσας

κυρτα άσπρα αφρισμένα αλλα μπροστά κι έπειτα αλλα

έτσι οι Τρωες άλλοι μπροστά σε διαταξη κι έπειτα άλλοι 800

στο χαλκό αστραφτοντας μαζί με τους ηγεμόνες ερχονταν

.

.

.


Αίαντας/Έκτορας:Η επική λογομαχια

Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Ν' 809-832

-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αἴας δὲ πρῶτος προκαλέσσατο μάκρα βιβάσθων·

«δαιμόνιε σχεδὸν ἐλθέ· τίη δειδίσσεαι αὔτως810

Ἀργείους; οὔ τοί τι μάχης ἀδαήμονές εἰμεν,

ἀλλὰ Διὸς μάστιγι κακῇ ἐδάμημεν Ἀχαιοί.

ἦ θήν πού τοι θυμὸς ἐέλπεται ἐξαλαπάξειν

νῆας· ἄφαρ δέ τε χεῖρες ἀμύνειν εἰσὶ καὶ ἡμῖν.

ἦ κε πολὺ φθαίη εὖ ναιομένη πόλις ὑμὴ815

χερσὶν ὑφ’ ἡμετέρῃσιν ἁλοῦσά τε περθομένη τε.

σοὶ δ’ αὐτῷ φημὶ σχεδὸν ἔμμεναι ὁππότε φεύγων

ἀρήσῃ Διὶ πατρὶ καὶ ἄλλις ἀθανάτοισι

θάσσονας ἰρήκων ἔμεναι καλλίτριχας ἵππους,

οἵ σε πόλιν δ’ οἴσουσι κονίοντες πεδίοιο.»820

Ὣς ἄρα οἱ εἰπόντι ἐπέπτατο δεξιὸς ὄρνις,

αἰετὸς ὑψιπέτης· ἐπὶ δ’ ἴαχε λαὸς Ἀχαιῶν

θάρσυνος οἰωνῷ· ὃ δ’ ἀμείβετο φαίδιμος Ἕκτωρ·

«Αἶαν ἁμαρτοεπές, βουγάϊε ποῖον ἔειπες·

εἰ γὰρ ἐγὼν οὕτω γε Διὸς πάϊς αἰγιόχοιο825

εἴην ἤματα πάντα, τέκοι δέ με πότνια Ἥρη,

τιοίμην δ’ ὡς τίετ’ Ἀθηναίη καὶ Ἀπόλλων,

ὡς νῦν ἡμέρη ἧδε κακὸν φέρει Ἀργείοισι

πᾶσι μάλ’, ἐν δὲ σὺ τοῖσι πεφήσεαι, αἴ κε ταλάσσῃς

μεῖναι ἐμὸν δόρυ μακρόν, ὅ τοι χρόα λειριόεντα830

δάψει· ἀτὰρ Τρώων κορέεις κύνας ἠδ’ οἰωνοὺς

δημῷ καὶ σάρκεσσι πεσὼν ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.»


Ο Αίαντας πρώτος προς αυτόν φώναξε με μακριά πατώντας

βήματα,,καημένε,κοντά έλα,γιατί φοβεριζεις έτσι 810

τους Αργείους;μάθε πώς ούτε μάχης αμαθοι ημαστε,

αλλα η κακη του Δία μάστιγα δάμασε τους Αχαιους

κι αν τώρα κάπου στο μυαλό σου ελπίζεις ν'αφανισεις

τα καραβια,αμέσως και σε μας τα χέρια ν,'αμυνθουν υπάρχουν

αν και πιο πολυ θα φτάσει η μέρα η καλοχτιστη πολη σου 815

απ' τα χέρια τα δικά μας και αλωμένη και ερημωμενη

και σε σένα τον ίδιο λέω κοντά είναι που φευγωντας

θα προσευχεσε στον Δία πατέρα και στους άλλους αθανατους

γρηγοτερα απ'τα γεράκια να'ναι οι καλλοτριχοι ιπποι

εσένα στη πόλη να φέρουν σηκωνοντας σκόνη στη πεδιαδα 820

ως έτσι αυτός είπε πέταξε αίσιο πουλι,αετός που ψηλά

πετά,σ'αυτο φώναξε δυνατα ο λαός των Αχαιών θαρρευοντας

με τον οιωνο και σ'αυτον απάντησε ο λάμπρος Έκτορας,

Αίαντα μωρολογε,βοδοκεφαλε,τι είπες;,γιατί αν κι εγώ

βέβαια παιδί του Δία που'χει την αιγιδα ημουνα αθάνατο 825

η σεβαστή να με γεννούσε Ήρα και να τιμιωμουν ως τιμιεται

η Αθήνα κι ο Απόλλωνας,καθώς τώρα αυτή εδώ η μερα

κακό θα φέρει στους Αργειους σ'ολους πολύ,και συ

σ'αυτους θα σκοτωθείς αν μείνεις το μακρύ μου δορυ

να δεχτεις που το σαν κρίνο δέρμα σου θα σχίσει,αλλ'ομως 830

των Τρώων θα χορτάσεις τα σκυλιά και τα ορνια με το πάχος

και τις σάρκες πέφτοντας κοντά στων Αχαιών τα καραβια

.

,

Τα Δώρα Αίαντα Εκτορα,Ομηρου Ιλιάδα ραψωδία Η' 303-307

-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


(Έκτωρ)

Ὣς ἄρα φωνήσας δῶκε ξίφος ἀργυρόηλον

σὺν κολεῷ τε φέρων καὶ ἐϋτμήτῳ τελαμῶνι·

Αἴας δὲ ζωστῆρα δίδου φοίνικι φαεινόν 305

τὼ δὲ διακρινθέντε ὃ μὲν μετὰ λαὸν Ἀχαιῶν

ἤϊ’, ὁ δ’ ἐς Τρώων ὅμαδον κίε·


(ο Εκτορας)

έτσι σαν είπε του'δωκε ξίφος αργυροκαρφωτο

μαζί με το θηκάρι και με λουρί καλοκομενο

ο Αίαντας ζωστηρα έδωσε σε κόκκινο φωτεινό 305

και χωρίζοντας ο ένας στον λαό των Αχαιών

πήγε κι ο άλλος στων Τρώων την ομαδα γυρισε

.

.

Τα δυω Δωρα-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


αληθεια,εξαίσια τα λόγια που τους έβαλε στα στόματα

ο ποιητής να πουν λίαν επικά και ταιριαστά σε τέτοιους

ξακουστούς ήρωες,κι αυτά σίγουρα θέλουν ν'ακουσουν

οι πάσι φύσεως ακροατές στα λαμπρά συμπόσια τους,

την ρητορική ευφράδεια και το αλύγιστο σθένος,αλλ'ομως

εδώ το τελος προδικαζεται;στη ραψωδία Χ' ατιμασμενος

σέρνεται νεκρός ο Έκτορας πίσω απ'τό άρμα του Αχιλλέα

δεμένοςμε τον ζωστῆρα φοίνικι φαεινόν δώρο του Αιαντα

μέσα στον πνιγερο κονιορτο της πεδιάδας και στον Σοφοκλή

ο Αιαντας τρελος και μανιασμένος σφάζει τα πρόβατα

γι' Αχαιούς κι ύστερα ντροπιασμένος σφάζεται κι ο ίδιος

πέφτοντας σε ξίφος ἀργυρόηλον δώρο του Εκτορα αυτό

και τα σκυλιά και τα ορνια θα του καταβροχθίσουν ύστερα

ανηλεατο πάχος και τις σάρκες του στη ξενη μέσα χώρα


Ο ποιητής πως έκανε το χρέος του,κανείς δεν αμφιβάλλει,

δίκαια τους μοίρασε και τη δόξα και τη πτώση τους,όπως

αυτοί οι δύο άλλοτε ευγενικά αντάλλαξανε τα δώρα τους

.

.

.


Λαερτης του Αρκεισιου,βραχογραφια-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ο πόνος του πατέρα Λαέρτη για το γιο του Οδυσσέα

(Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία λ'(Νέκυια)στίχοι 187-196)

-μετάφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

.

.

στη ραψωδία λ' Νέκυια της Οδύσσειας του Ομήρου ο Οδυσσέας έχει κατέβει στον Άδη 

να ρωτήσει τον Τειρεσία για το γυρισμό του,τον νόστον,στη πατρίδα,Ιθάκη,

εκεί συναντά τη μάνα του Αντίκλεια,και την ρωτά για τον πατέρα του κι εκείνη πικρά του αποκρίνεται:


......,......................πατὴρ δὲ σὸς αὐτόθι μίμνει187

ἀγρῷ οὐδὲ πόλινδε κατέρχεται· οὐδέ οἱ εὐναὶ

δέμνια καὶ χλαῖναι καὶ ῥήγεα σιγαλόεντα,

ἀλλ' ὅ γε χεῖμα μὲν εὕδει ὅθι δμῶες ἐνὶ οἴκῳ,   190

ἐν κόνι ἄγχι πυρός, κακὰ δὲ χροῒ εἵματα εἷται·

αὐτὰρ ἐπὴν ἔλθῃσι θέρος τεθαλυῖά τ' ὀπώρη,

πάντῃ οἱ κατὰ γουνὸν ἀλῳῆς οἰνοπέδοιο

φύλλων κεκλιμένων χθαμαλαὶ βεβλήαται εὐναί.

ἔνθ' ὅ γε κεῖτ' ἀχέων, μέγα δὲ φρεσὶ πένθος ἀέξει σε

σὸν νόστον ποθέων· χαλεπὸν δ' ἐπὶ γῆρας ἱκάνει.196

.

.

............................................κι ο πατέρας σου εκεί μενει 187

στους αγρούς,ούτε στη πόλη  κατεβαίνει ουτ'εχει κρεβάτια

με στρώματα και χλαινες και λαμπερά παπλωματα

αλλ'αυτός το χειμώνα κοιμαται όπου κι οι δούλοι στο σπίτι190

στη στάχτη πλάι στη φωτια,και φτωχά στο κορμί ρούχα φορει

όταν ομως έρθει το καλοκαίρι και το καρποφόρο φθινοπωρο

παντού  έχει στο υψωμα τ'αμπελοχωραφου τα πεσμένα  φύλλα

σωριαζοντας χάμω κρεβάτια,εκεί αυτός κάθεται στενάζοντας

και πολύ μεγάλη στη καρδιά η λύπη αυξανει το  γυρισμό σου 

ποθώντας,γιατι πολύ βαρυ το γήρας πάνω του έχει φτασει 196

.

.

.


An Enigma it is-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Επύλλιο του Οδυσσέα στην Αιολία νήσο-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ένα σύντομο ποίημα ένα επυλλιο καθώς πρέπει να γραφτεί 

πώς ο πολυμητις Οδυσσεύς αποπλάνησε την Αιολίδα κόρη

Πολυμηλη,γι'αυτό Ἱστορεῖ Φιλητᾶς Ἑρμῇ κι ο Παρθένιος

ο Νικαευς τονιζει τῷ δ᾿ ἄρα καὶ αὐτῷ ἦν ἡ μονὴ ἡδομένῳ· 

τη γλεντήσε μήνα κι ύστερα τη παράτησε ο νόστος γαρ

πώς οι νηπιοι σύντροφοι ζηλεύοντας άνοιξαν τον ασκό

να βρουν χρυσάφι και διέφυγαν οι άνεμοι στροβιλιζοντας

και τους τσάκισαν το καράβι κι όταν αυτός απελπισμένος

ξαναγύρισε στο πλεούμενο νησί του Αιόλου το ολο πράγμα 

είχε μαθευτεί,τι η απαρνημενη πάνω στα δώρα του Τρωικά 

λάφυρα σπαθί και τέτοια κυλιονταν στο κρεβάτι μ'ασβηστο 

γι'αυτόν πάθος τώρα όμως δεν βρηκε φιλόξενο τον Αίολο

όπως πρώτα αλλά με κακό θυμό τα ερωτικα πλέον γνωριζε

και μ'ενα ἔῤῥ’ ἐκ νήσου θᾶσσον, ἐλέγχιστε ζωόντων ξερό

τον ξαποστειλε,ακριβώς,όπως θα λέγαμε με τις κλωτσιες

και την Πολυμηλη πάντρεψε με τον αδελφό της Διώρη

Βέβαια μυαλό δε βάζει αφού έπειτα στο Ερωτικό Πάθημα 3 

του Παρθένιου  Οὐ μόνον δὲ Ὀδυσσεὺς περὶ Αἰόλον ἐξήμαρτεν, 

ἀλλὰ στην Ήπειρο τὴν Τυρίμμα θυγατέρα ἔφθειρεν Εὐίππην,

.

.

Τα βασικά διακείμενα για το Επύλλιο:

1.

Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία κ', στίχοι 1-16

(η αρχή της ηδομενης διαμονής στην Αιολία)

-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


στο νησί Αιολία φθάσαμε  οπου εκεί κατοικουσε

ο Αίολος του Ιππότη,αγαπητός στους αθάνατους 

θεουςσε πλεούμενο νησί,όλο γύρω του τείχος χάλκινο 

στερεό,σε ολισθηρή ανυψώνονταν πετρα και τα δωδεκα 

παιδιά του στα μέγαρα ζούσαν,έξι θυγατέρες,έξι γιοι  

σ'ηλικια εφηβοι,όπου τις θυγατέρες έδωσε στους γιους 

γυναικες,που πάντα κοντά στον αγαπητό πατέρα και 

στη καλή μητέρα γλεντουν και τρωνε,σ'αυτους κοντά 

εδεσματα χίλια μύρια βρίσκονται,και κνισα το σπιτι 

κι ολόγυρα αντηχει η αυλή τη μερα,τις νύχτες επειτα 10

δίπλα στις σεμνές συντρόφισσες του κρεβατιού κοιμούνται 

πάνω σε παπλωματα και σε σκαλιστα πάνω κρεβατια

και σ'αυτων την πόλη  φθάσαμε και τα καλά τα σπίτια

μήνα ολόκληρο με φίλευε και για το καθετί ρωτούσε

το Ίλιο και τα καραβια των Αργείων και των Αχαιών

το γυρισμό,κι εγώ σ' αυτόν κατα σειρά τα πάντα ελεγα

.

(και στον στίχο 72)

φεύγα απ'το νησί γρήγορα,ατιμώτατε των ζωντανων 72

.

.

Αἰολίην δ’ ἐς νῆσον ἀφικόμεθ’· ἔνθα δ’ ἔναιεν

Αἴολος Ἱπποτάδης, φίλος ἀθανάτοισι θεοῖσι,

πλωτῇ ἐνὶ νήσῳ· πᾶσαν δέ τέ μιν πέρι τεῖχος

χάλκεον ἄῤῥηκτον, λισσὴ δ' ἀναδέδρομε πέτρη.

τοῦ καὶ δώδεκα παῖδες ἐνὶ μεγάροις γεγάασιν,

ἓξ μὲν θυγατέρες, ἓξ δ' υἱέες ἡβώοντες.

ἔνθ' ὅ γε θυγατέρας πόρεν υἱάσιν εἶναι ἀκοίτις.

οἱ δ' αἰεὶ παρὰ πατρὶ φίλῳ καὶ μητέρι κεδνῇ

δαίνυνται· παρὰ δέ σφιν ὀνείατα μυρία κεῖται,

κνισῆεν δέ τε δῶμα περιστεναχίζεται αὐλῇ,   10

ἤματα· νύκτας δ' αὖτε παρ' αἰδοίῃσ' ἀλόχοισιν

εὕδουσ' ἔν τε τάπησι καὶ ἐν τρητοῖσι λέχεσσι.

καὶ μὲν τῶν ἱκόμεσθα πόλιν καὶ δώματα καλά.

μῆνα δὲ πάντα φίλει με καὶ ἐξερέεινεν ἕκαστα,

Ἴλιον Ἀργείων τε νέας καὶ νόστον Ἀχαιῶν·

καὶ μὲν ἐγὼ τῷ πάντα κατὰ μοῖραν κατέλεξα.

.

ἔῤῥ’ ἐκ νήσου θᾶσσον, ἐλέγχιστε ζωόντων 72

.

2.

και η συνέχεια από τον Ερμή του Κώου Φιλιτὰ τον 3ο αι.π.Χ στο Περί Ερωτικών Παθημάτων του Παρθένιου Νικαέα τον 1ο άι. π.Χ

-μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

2. Περὶ Πολυμήλης

(Ἱστορεῖ Φιλητᾶς Ἑρμῇ)

[2.1] Ὀδυσσεὺς ἀλώμενος περὶ Σικελίαν καὶ τὴν Τυρρηνῶν καὶ τὴν Σικελῶν θάλασσαν ἀφίκετο πρὸς Αἰόλον εἰς Μελιγουνίδα νῆσον, ὃς αὐτὸν κατὰ κλέος σοφίας τεθηπὼς ἐν πολλῇ φροντίδι εἶχεν· τὰ [δὲ] περὶ Τροίας ἅλωσιν καὶ ὃν τρόπον αὐτοῖς ἐσκεδάσθησαν αἱ νῆες κομιζομένοις ἀπὸ τῆς Ἰλίου διεπυνθάνετο, ξενίζων τε αὐτὸν πολὺν χρόνον διῆγε. [2.2] τῷ δ᾿ ἄρα καὶ αὐτῷ ἦν ἡ μονὴ ἡδομένῳ· Πολυμήλη γάρ, τῶν Αἰολίδων τις, ἐρασθεῖσα αὐτοῦ κρύφα συνῆν. ὡς δὲ τοὺς ἀνέμους ἐγκεκλεισμένους παραλαβὼν ἀπέπλευσεν, ἡ κόρη φωρᾶταί τινα τῶν Τρωϊκῶν λαφύρων ἔχουσα καὶ τούτοις μετὰ πολλῶν δακρύων ἐναλινδουμένη. [2.3] ἔνθα [δὴ] ὁ Αἰόλος τὸν μὲν Ὀδυσσέα καίπερ οὐ παρόντα ἐκάκισεν, τὴν δὲ Πολυμήλην ἐν νῷ ἔσχεν τίσασθαι. ἔτυχεν δὲ αὐτῆς ἠρασμένος ὁ ἀδελφὸς Διώρης, ὃς αὐτὴν παραιτεῖταί τε καὶ πείθει τὸν πατέρα αὐτῷ συνοικίσαι.  

2. Περὶ Πολυμήλης

(Ἱστορεῖ Φιλητᾶς Ἑρμῇ)

[2.1]ο Οδυσσέας περιπλανώμενος γυρω απο τη Σικελία και των Τυρρηνων και των Σικελών τη θάλασσα έφθασε στον Αιολο στο νησί Μελιγουνιδα,ο οποίος αυτόν για την ξακουστή του σοφια θαυμάζοντας σε πολύ φροντίδα είχε.τα περί την άλωση της Τροίας και με ποιον τρόπο σ'αυτους σκορπίστηκαν τα καραβια στην επιστροφή από το Ίλιο ρωτούσε,και φιλοξενοντας αυτόν πολύ καιρό πέρασε[2.2]αφού και σ''αυτον η διαμονη του ήταν ευχαριστη.γιατι η Πολυμηλη,κάποια απ'τις Αιολίδες,αφού τον ερωτεύθηκε κρυφα συναντούσε.όταν τους κλεισμενους ανέμους παρέλαβε απέπλευσε,η κοπέλα πιάστηκε επ'αυτοφωρω κάποια από τα Τρωικά λάφυρα να έχει και σ'αυτα με πολλά δάκρυα να κυλιεται [2.3],όπου ο Αίολος τον Οδυσσέα αν και δεν ήταν παρών εκακισε,την Πολυμηλη στο νου είχε να τιμωρήσει.ετυχε μ'αυτη ερωτευμένος ο αδελφός Διωρης,ο οποίος αυτή 

και να απαλλαχθει παρεκάλεσε και πείθει τον πατέρα με αυτόν να συγκατοικισει

.

.

.


Honoré Daumier -Οδυσσέας και Πηνελόπη- 1841 - 1843


Περί Ερωτικών Παθημάτων-Παρθενιος ο Νικαευς

3. Περὶ Εὐίππης

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


3. Περὶ Εὐίππης

(Ἱστορεῖ Σοφοκλῆς Εὐρυάλῳ)

[3.1] Οὐ μόνον δὲ Ὀδυσσεὺς περὶ Αἰόλον ἐξήμαρτεν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἄλην, ὡς τοὺς μνηστῆρας ἐφόνευσεν, εἰς Ἤπειρον ἐλθὼν χρηστηρίων τινῶν ἕνεκα τὴν Τυρίμμα θυγατέρα ἔφθειρεν Εὐίππην, ὃς αὐτὸν οἰκείως τε ὑπεδέξατο καὶ μετὰ πάσης προθυμίας ἐξένιζε. παῖς δὲ αὐτῷ γίνεται ἐκ ταύτης Εὐρύαλος. [3.2] τοῦτον ἡ μήτηρ, ἐπεὶ εἰς ἥβην ἦλθεν, ἀποπέμπεται εἰς Ἰθάκην, συμβόλαιά τινα δοῦσα ἐν δέλτῳ κατεσφραγισμένα. [3.3] τοῦ δὲ Ὀδυσσέως κατὰ τύχην τότε μὴ παρόντος, Πηνελόπη καταμαθοῦσα ταῦτα καὶ ἄλλως δὲ προπεπυσμένη τὸν τῆς Εὐίππης ἔρωτα, πείθει τὸν Ὀδυσσέα παραγενόμενον, πρὶν ἢ γνῶναί τι τούτων ὡς ἔχει, κατακτεῖναι τὸν Εὐρύαλον ὡς ἐπιβουλεύοντα αὐτῷ. [3.4] καὶ Ὀδυσσεὺς μὲν διὰ τὸ μὴ ἐγκρατὴς φῦναι μηδὲ ἄλλως ἐπιεικὴς αὐτόχειρ τοῦ παιδὸς ἐγένετο, καὶ οὐ μετὰ πολὺν χρόνον ἢ τόδε ἀπειργάσθαι πρὸς τῆς αὐτὸς αὑτοῦ γενεᾶς τρωθεὶς ἀκάνθῃ θαλασσίας τρυγόνος ἐτελεύτησεν.

3.Περί Ευιππης

(Ιστορεί ο Σοφοκλής στον Ευρυάλο)

όχι μόνο ο Οδυσσέας στον Αίολο αμάρτησε,αλλά και μετά την περιπλάνηση,οταν τους μνηστήρες 

φόνευσε,στην Ήπειρο αφού ήρθε ένεκα κάποιων χρησμών την θυγατέρα του Τυριμμα Ευιππη 

διέφθειρε,ο οποίος αυτόν και οκεία υποδέχθηκε  και με πάση προθυμία φιλοξενιζε,

παιδί σ''αυτον γεννήθηκε απ'αυτην ο Ευρυαλος,αυτόν η μητέρα,επειδή στην εφηβεία έφτασε,

έστειλε στην Ιθάκη,αφού έδωσε κάποια αναγνωριστικά σημάδια σε δελτο σφραγισμένα,όπου 

ο Οδυσσέας έτυχε τότε να μην είναι παρών,η Πηνελόπη αφού έμαθε αυτά και άλλωστε είχε πληροφορεθει πριν τον έρωτα της Ευιππης,πείθει τον Οδυσσέα όταν ήρθε,πριν γνωρίσει τι 

απ'αυτα ισχύει,να σκοτώσει τον Ευρυάλο ως επιβουλεύοντα κατ' αυτου,και ο Οδυσσέας επειδή 

δεν ήταν σταθερός στις πράξεις του μήτε άλλωστε ανεκτικος με το ίδιο του χέρι φονιάς του παιδιου, εγινε και μετά όχι πολύ καιρό απ'αυτο εδώ το τελείωμα προς την ίδια τη  δικη του γενιά αφού τραυματισθηκε από αγκάθι θαλάσσιας τρυγονας πεθανε

.

.

.



Αισώπου Μυθοι-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis



Αισώπου 2 Μυθοι

-ανήρ μεσαιπολιος και εταιραι

-ΑΝΔΡΟΦΟΝΟΣ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

.

.

Αισώπου Μυθοι-

ανήρ μεσαιπολιος και εταιραι-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΑΝΗΡ ΜΕΣΑΙΠΟΛΙΟΣ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΑΙ

[31.1] ἀνὴρ μεσαιπόλιος δύο ἐρωμένας εἶχεν, ὧν ἡ μὲν νέα, ἡ δὲ πρεσβῦτις. καὶ ἡ μὲν προβεβηκυῖα αἰδουμένη νεωτέρῳ αὐτῆς πλησιάζειν, διετέλει, εἴποτε πρὸς αὐτὴν παρεγένετο, τὰς μελαίνας αὐτοῦ τρίχας περιαιρουμένη. ἡ δὲ νεωτέρα ὑποστελλομένη γέροντα ἐραστὴν ἔχειν τὰς πολιὰς αὐτοῦ ἀπέσπα. οὕτω τε συνέβη ὑπὸ ἀμφοτέρων ἐν μέρει τιλλόμενον φαλακρὸν γενέσθαι.

οὕτω πανταχοῦ τὸ ἀνώμαλον  ἐπιβλαβές ἐστιν.

.

Ο ΓΡΙΖΟΜΑΛΛΗΣ ΑΝΤΡΑΣ  ΚΑΙ ΟΙ ΕΤΑΙΡΕΣ

ένας άντρας γκριζομαλλης δύο ερωμένες ειχε,απ'τις οποίες η μεν μία νέα,η δε άλλη ηλικιωμενη.και 

η μεν περασμένη σε ηλικια επειδη ντρεπονταν με νεώτερο απ'αυτην ν'ανταμωνει,αποφασισε,οποτε σ'αυτη κοντά βρίσκονταν τις μαύρες τριχες του να ξεριζωνει.η δε νεωτερη επειδή της κακοφαινονταν γέροντα εραστή να'χει τις άσπρες 

του τραβουσε.κι ετσι συνέβη απ'τις δύο με τη σειρά μαδημενος φαλακρός να γινει.

έτσι παντού το αταίριαστο βλαβερό ειναι

.

.

Αίσωπου Μύθοι-

ΑΝΔΡΟΦΟΝΟΣ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΑΝΔΡΟΦΟΝΟΣ

[32.1] ἄνθρωπόν τις ἀποκτείνας ὑπὸ τῶν ἐκείνου συγγενῶν ἐδιώκετο. γενόμενος δὲ κατὰ τὸν Νεῖλον ποταμὸν λύκου αὐτῷ ἀπαντήσαντος φοβηθεὶς ἀνέβη ἐπί τι δένδρον τῷ ποταμῷ παρακείμενον κἀκεῖ ἐκρύπτετο. θεασάμενος δὲ ἐνταῦθα ἔχιν κατ᾽ αὐτοῦ αἰωρούμενον ἑαυτὸν εἰς τὸν ποταμὸν καθῆκεν. 

ἐν δὲ τούτῳ ὑποδεξάμενος αὐτὸν κροκόδειλος κατεθοινήσατο.

ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοῖς ἐναγέσι τῶν ἀνθρώπων οὔτε γῆς οὔτε ἀέρος οὔτε ὕδατος στοιχεῖον ἀσφαλές ἐστιν.

.

ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΟΣ

άνθρωπο κάποιος σκοτωνοντας απ'τους συγγενείς εκείνου καταδιώκονταν.φθανοντας στον Νείλο 

με λύκο ήρθε αντιμέτωπος  κι επειδή φοβήθηκε ανέβηκε πάνω σ'ενα δεντρο που βρίσκονταν πλάι 

κι εκεί κρυφτηκε.βλεποντας μέσα εκεί οχιά από πάνω του κρεμασμενη στο ποτάμι έπεσε.σ'αυτο 

τον υποδέχτηκε κορκοδειλος και τον κατασπάραξε.

ο μύθος θέλει να δείξει,ότι στους μιασμενους ανθρώπους ούτε γης ούτε αέρος ούτε νερού στοιχείο ασφαλες ειναι

.

.

.


Ψαλμοι-

Αποσπασματα-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ψαλ. 2,5            τότε λαλήσει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταράξει αὐτούς

(τότε σ'αυτους θα φωνάξει οργισμένος και στο θυμό του θα τους συνταραξει)

Ψαλ. 2,9            ποιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ, ὡς σκεύη κεραμέως συντρίψεις αὐτούς.

(θα τους υποτάξεις με σιδερένια ράβδο σαν κεραμικά θα τους συντρίψεις)

Ψαλ. 3,2            Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ

(Κύριε,γιατί πληθυναν οι βασανιστές μου;πολλοί εξεγέρθηκαν εναντίον μου)

Ψαλ. 3,7            οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι

(δεν θα φοβηθω μυριάδες που περικυκλωνοντας μαζι μου επιτίθονται)

Ψαλ. 4,3            υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἱνατί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος

(άνθρωποι,ως πότε θα'σται σκληρόκαρδοι;γιατι να'σται αφρονες και ψευτες)

Ψαλ. 5,2            Τὰ ῥήματά μου ἐνώτισαι, Κύριε, σύνες τῆς κραυγῆς μου

(τα λόγια μου άκουσε,Κύριε,νιώσε την κραυγή μου)

Ψαλ. 5,6            οὐδὲ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου. ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν

(ούτε θέλεις κακούς κοντά σου να'ναι, μισείς όλους που άνομα πραττουν)

Ψαλ. 5,7            ἀπολεῖς πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος. ἄνδρα αἱμάτων καὶ δόλιον βδελύσσεται Κύριος

(όλους τους ψεύτες θ'αφανισεις,αιμοχαρη άνθρωπο και πονηρό σιχαινεται ο  Κυριος)

Ψαλ. 6,7            ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω.

(υποφερα στενάζοντας,κάθε νύχτα το κρεβάτι μου  και το στρώμα μου με τα δάκρυα μου βρέχω)

Ψαλ. 7,2            Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· σῶσόν με ἐκ πάντων τῶν διωκόντων με καὶ ῥῦσαί με

(Κύριε θεέ μου σε σένα ελπίζω,απ'ολους που με καταδιώκουν σώσε με κι απαλλαξε με)

Ψαλ. 7,3            μήποτε ἁρπάσῃ ὡς λέων τὴν ψυχήν μου, μὴ ὄντος λυτρουμένου μηδὲ σῴζοντος

(μη κάποτε αρπαξει σαν λιοντάρι τη ψυχή μου,όταν μητε λυτρωτής μητε σωτήρας κοντά μου ειναι)

Ψαλ. 7,13          ἐὰν μὴ ἐπιστραφῆτε, τὴν ῥομφαίαν αὐτοῦ στιλβώσει, τὸ τόξον αὐτοῦ ἐνέτεινε καὶ ἡτοίμασεν αὐτό

(αν δεν μετανοησετε,τη ρομφαία του θα ακονισει,το τόξο του τεντωσε κι έτοιμο το'χει)

Ψαλ. 11,4          ἐξολοθρεύσαι Κύριος πάντα τὰ χείλη τὰ δόλια καὶ γλῶσσαν μεγαλοῤῥήμονα.

(θα εξολοθρεύσει ο Κύριος όλα τα χείλη που πονηρα μιλούν και την γλώσσα που καυχιεται)

Ψαλ. 12,2          Ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ

(ως πότε,Κύριε, ολότελα θα με ξεχνάς,ως πότε θα αποστρέφεις το πρόσωπο σου από μενα)

Ψαλ. 12,5          μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· ἴσχυσα πρὸς αὐτόν· οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ.

(ποτε να μην πει ο εχθρός μου.τον νίκησα,αυτοί που με στεναχωρούν θα χαρούν,αν πέσω κατω)

Ψαλ. 13,3          πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός.τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.

(όλοι παρεκτραπηκαν και εξαχρειωθηκαν,κανένας δεν κάνει το καλό,ουτ''ενας δεν είναι,τάφος ανοιγμένος ο λάρυγγας τους,με τις γλώσσες τους πονηρά μιλάνε,φαρμάκι φιδιών κάτω απ'τα χείλη τους,το στόμα τους κατάρες και πικρα λόγια γεμάτο,τρέχουν να χυθεί αίμα,συντρίμμια και συμφορές στους δρόμους τους,και οδό ειρήνης δεν γνωρίσαν,ουτ'εχουν φόβο Θεού στα μάτια τους)

Ψαλ. 17,8          καὶ ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγενήθη ἡ γῆ, καὶ τὰ θεμέλια τῶν ὀρέων ἐταράχθησαν καὶ ἐσαλεύθησαν, ὅτι ὠργίσθη αὐτοῖς ὁ Θεός

(και κλονίσθηκε κι έτρεμε η γη,και τα θεμέλια των βουνών ταράχθηκαν και κλονισθηκαν γιατί μ'αυτους οργίσθηκε ο θεος)

Ψαλ. 17,9          ἀνέβη καπνὸς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ πῦρ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καταφλεγήσεται, ἄνθρακες ἀνήφθησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ.

(υψώθηκε η οργή του καπνός και φωτιά απ'τη παρουσία του άναψε,κάρβουνα όλα εγιναν)

Ψαλ. 17,10         καὶ ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη, καὶ γνόφος ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ.

(και τους ουρανους εγειρε και κατεβηκε και σκοτεινια κάτω απ'τα πόδια του)

Ψαλ. 17,15         ἐξαπέστειλε βέλη καὶ ἐσκόρπισεν αὐτοὺς καὶ ἀστραπὰς ἐπλήθυνε καὶ συνετάραξεν αὐτούς.

(εξαπελυσε βέλη και τους σκόρπισε κι αστραπές πολλές και τους συντάραξε.)

Ψαλ. 17,16         καὶ ὤφθησαν αἱ πηγαὶ τῶν ὑδάτων, καὶ ἀνεκαλύφθη τὰ θεμέλια τῆς οἰκουμένης ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου, Κύριε, ἀπὸ ἐμπνεύσεως πνεύματος ὀργῆς σου.

(και φάνηκαν οι πηγές των νερών και απεκαλύφθηκαν τα θεμέλια της οικουμένης από την επιπληξη σου,Κύριε,απ'το φύσημα της οργης σου)

Ψαλ. 17,17         ἐξαπέστειλεν ἐξ ὕψους καὶ ἔλαβέ με, προσελάβετό με ἐξ ὑδάτων πολλῶν

κι άπλωσε από ψηλά και (μ'επιασε από ψηλα.ανασυρωντας με μέσα απ'τα πολλά νερά)

Ψαλ. 17,18         ῥύσεταί με ἐξ ἐχθρῶν μου δυνατῶν, καὶ ἐκ τῶν μισούντων με, ὅτι ἐστερεώθησαν ὑπὲρ ἐμέ

(απαλλαξε με απ'τους δυνατούς εχθρούς μου κι απ'αυτους που με μισούν,γιατί έγιναν πάνω από μένα ισχυρότεροι )

Ψαλ. 17,38         καταδιώξω τοὺς ἐχθρούς μου καὶ καταλήψομαι αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀποστραφήσομαι, ἕως ἂν ἐκλίπωσιν·

(θα κυνηγησω  τους εχθρούς μου  και θα τους πιάσω και δεν θα πισωγυρισω μέχρι να τους αφανισω)

Ψαλ. 17,39         ἐκθλίψω αὐτούς, καὶ οὐ μὴ δύνωνται στῆναι, πεσοῦνται ὑπὸ τοὺς πόδας μου.

(θα τους συνθλιψω και πουθενά να μην μπορούν να σταθούν,να πέσουν στα πόδια μου)

Ψαλ. 21,12         μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι θλῖψις ἐγγύς, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν.

(μην απομακρυνθείς από μένα,γιατί στενοχώρια έχω,γιατί κανεις δεν είναι βοηθος)

Ψαλ. 21,13         περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με·

(με περικύκλωσαν μοσχάρια πολλά,ταύροι σωματωδεις με περιεσφιξαν)

Ψαλ. 21,14         ἤνοιξαν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος.

(άνοιξαν σε με το στόμα τους σαν λιοντάρι αρπακτικό και που ωρυεται)

Ψαλ. 21,15         ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθην, καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου, ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου·

(σαν νερό χύθηκαν εξω και διασκορπίστηκαν όλα τα κόκκαλα μου,έγινε η καρδιά

σαν κερί που λιώνει μέσ'στα σπλάχνα μου)

Ψαλ. 21,16         ἐξηράνθη ὡσεὶ ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου, καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με.

(ξεράθηκε σαν όστρακο η δύναμή μου κι η γλώσσα μου έχει κολλήσει στο λαρύγγι 

μου,και σε χώμα θανάτου με πεταξες)

Ψαλ. 21,17         ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με, ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας.

(γιατί με κύκλωσαν σκυλιά πολλά,ομαδα πονηρών ανθρώπων με περιεσφιξαν,μου τρύπησαν τα χέρια και τα ποδια)

Ψαλ. 21,18         ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου, αὐτοὶ δὲ κατενόησαν καὶ ἐπεῖδόν με.

(εξαρθρωθηκαν όλα τα κόκκαλα μου,αυτοί είδαν το μαρτύριο και χαρηκαν)

Ψαλ. 21,19         διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.

(διαμοιρασαν τα ρούχα μου μεταξύ τους και στον ρουχισμό μου έβαλαν κληρο)

Ψαλ. 136,1         Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών.

(στα ποτάμια της Βαβυλώνας εκεί καθίσαμε και κλάψαμε όταν θυμήθηκαμε  τη Σιων)

Ψαλ. 136,2         ἐπὶ ταῖς ἰτέαις ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν·

(στις ιτιές στο μέσο της κρεμάσαμε τα όργανα μας)

Ψαλ. 136,3         ὅτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡμᾶς οἱ αἰχμαλωτεύσαντες ἡμᾶς λόγους ᾠδῶν καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς ὕμνον· ᾄσατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών.

(εκεί μας ζήτησαν αυτοί που μας αιχμαλώτισαν να τραγουδήσουμε κι αυτοί που μας είχαν αρπάξει ύμνο.τραγουδιστε μας τραγούδια της Σιων)

Ψαλ. 136,4         πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;

(πώς να τραγουδήσουμε το τραγούδι του Κυρίου σε γη ξένη;)

Ψαλ. 135,5         ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου·

(αν σε λησμονήσω.Ιερουσαλημ,να παραλύσει το δεξι μου χερι)

Ψαλ. 136,6         κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.

(να κολλήσει η γλώσσα μου στο λαρύγγι μου,αν δεν σε θυμηθω,αν δεν προταξω την Ιερουσαλημ ως την πρώτη χαρά μου)

.

.

Χορωδία Στανίτσα - «Επί των ποταμών»

https://youtu.be/_4dFRVv3uew


<iframe width="480" height="360" src="https://www.youtube.com/embed/_4dFRVv3uew" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe>

.

.

.



.ΑΣΜΑ ΑΣΜΆΤΩΝ (Μεταφράζοντας αποσπάσματα)-

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


1.5 μέλαινά εἰμι ἐγὼ καὶ καλή, θυγατέρες 

1.5.μελαχροινη κι όμορφη ειμαι,κοπελες

1.6 μὴ βλέψητέ με ὅτι ἐγώ εἰμι μεμελανωμένη, ὅτι παρέβλεψέ με ὁ ἥλιος·

1.6.μην με κοιτάτε που'μαι μαυρισμένη,ο ήλιος μ'εκαψε

1.7 ἀπάγγειλόν μοι ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, ποῦ ποιμαίνεις, ποῦ κοιτάζεις ἐν μεσημβρίᾳ

1.7.πες μου εσύ που η ψυχή μου αγαπά,που βοσκεις το κοπαδι σου,που το μεσημέρι πλαγιαζεις;

1.10 τί ὡραιώθησαν σιαγόνες σου ὡς τρυγόνος, τράχηλός σου ὡς ὁρμίσκοι;

1.10.σαν της τρυγονας τα μάγουλα σου  ομόρφυναν,ο λαιμός σου κοσμημα

1.15 ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή, ὀφθαλμοί σου περιστεραί.

1.15.ποσο όμορφη είσαι,αγάπη μου,πόσο όμορφη,περιστερες τα μάτια σου

2.1 ΕΓΩ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον τῶν κοιλάδων.

2.1 εγώ λουλούδι τ'αγρου,κρίνο της κοιλαδας

2.2 ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, οὕτως ἡ πλησίον μου ἀνὰ μέσον τῶν θυγατέρων

2.2 όπως μέσ'τ'αγκαθια κρίνο,έτσι η αγάπη μου μέσα στις κοπέλες

2,5 Στηρίσατέ με ἐν μύροις, στοιβάσατέ με ἐν μήλοις, ὅτι τετρωμένη ἀγάπης 

ἐγώ

2.5 μυρωστε με,βάλτε μου μήλα,γιατί πληγωμένη της αγαπης ειμαι

2,7 Ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες, ἐν δυνάμεσι καὶ ἐν ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως οὗ θελήσῃ.

2.7 σας θερμοπαρακαλω,κοπέλες,στις δυνάμεις και στις ορμές τ'αγρου,μην την αγάπη μου ξυπνάτε και ταράζεται,μέχρι αυτή να το θελήσει

2,8 Φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου· ἰδοὺ οὗτος ἥκει πηδῶν ἐπὶ τὰ ὄρη, διαλλόμενος ἐπὶ τοὺς βουνούς.

2.8 η φωνή τ'αγαπημενου μου,νάτος φθάνει όρη πηδωντας,βουνά δρασκελωντας

2,10 Ἀποκρίνεται ἀδελφιδός μου, καὶ λέγει μοι· ἀνάστα, ἐλθὲ ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου,

2.10 μ'αποκρινεται ο αγαπημένος μου και μου λέει.σηκω,αγαπη μου ελα,ομορφιά μου,περιστερα μου

3,1 Επὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν· ἐκάλεσααὐτόν, καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.

3.1 στο κρεβάτι μου τη νύχτα ζήτησα αυτόν που η ψυχή μου αγάπησε ,τον ζήτησα και δεν τον βρηκα,τον φώναξα και δεν μ'ακουσε

3,3 Εὕροσάν με οἱ τηροῦντες, οἱ κυκλοῦντες ἐν τῇ πόλει. Μὴ ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου ἴδετε;

3.3 με βρήκαν οι φυλακές που στη πόλη περιπολούν,Μην είδατε αυτόν που η ψυχή μου αγάπησε;

4,5 Δύο μαστοί σου ὡς δύο νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος οἱ νεμόμενοι ἐν κρίνοις.

4.5 τα δυο βυζιά σου σαν δίδυμα ζαρκαδας,που στα κρίνα βοσκουν

4,9 Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἀδελφή μου νύμφη· ἐκαρδίωσας ἡμᾶς ἑνὶ 

ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου, ἐν μιᾷ ἐνθέματι τραχήλων σου.

4.9 μας ταραξες τη καρδιά,νύφη αγάπη μου,μας ταραξες τη καρδιά μ'ένα σου βλέμμα,με του λαιμού σου το κοσμημα

4,10 Τί ἐκαλλιώθησαν μαστοί σου, ἀδελφή μου νύμφη; Τί ἐκαλλιώθησαν μαστοί

σου ἀπὸ οἴνου, καὶ ὀσμὴ ἱματίων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα;

4.10 πόσο ομόρφυναν τα βυζιά σου,νύφη αγάπη μου;πιο πολύ κι απ'το κρασι ομορφυναν τα βυζιά σου κι η μυρωδιά των φορεματων σου απ'όλα τ'αρωματα

πανω

4,16 Ἐξεγέρθητι, βορρᾶ, καὶ ἔρχου, νότε, διάπνευσον κῆπόν μου, καὶ ρευσάτωσαν ἀρώματά μου· καταβήτω ἀδελφιδός μου εἰς κῆπον αὐτοῦ 

καὶ φαγέτω καρπὸν ἀκροδρύων αὐτοῦ.

4.16 σήκω βοριά κι έλα νοτια,φυσατε στον κήπο μου και τ'αρωματα μου σκορπιστε, ο αγαπημένος μου στον κήπο του να κατεβει κι ώριμο καρπό  απ'τα βλαστάρια του να φάει

5,2 Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ. Φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου 

κρούει ἐπὶ τὴν θύραν. Ἄνοιξόν μοι, ἀδελφή μου, ἡ πλησίον μου, περιστερά μου, τελεία μου, ὅτι ἡ κεφαλή μου ἐπλήσθη δρόσου καὶ οἱ βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός.

5.2 κοιμάμαι κι η καρδιά μου άγρυπνα,η φωνή τ'αγαπημενου μου,χτυπάει τη πόρτα.Ανοιξε μου,αγάπη ταίρι μου,περιστερα μου,ομορφιά μου,το κεφάλι μου

η δροσιά το νότισε και τα μαλλιά μου οι σταλες της νυχτας

6,10 :Τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡ ὁ 

ἥλιος

6.10 ποια να'ναι αυτή που σαν την αυγουλα ξεπροβάλει,σαν το φεγγάρι όμορφη,

σαν τον ήλιο ξεχωριστή

7,7 : Τί ὡραιώθης καὶ τί ἡδύνθης ἀγάπη, ἐν τρυφαῖς σου;

7.7 πόσο όμορφηνες και πόσο γλυκανες αγάπη στην τρυφεροτητα σου;

8,6 Θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὴν καρδίαν σου, ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν 

βραχίονά σου· ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη,

8.6 σφράγισε με στη καρδια σου, σφράγισε με στο μπράτσο σου,γιατί ως ο θάνατος ισχυρή η αγαπη

8,7 ὕδωρ πολὺ οὐ δυνήσεται σβέσαι τὴν ἀγάπην καὶ ποταμοὶ οὐ συνκλύσουσιν αὐτήν

8.7 όσο πολύ και να'ναι το νερό την αγάπη δεν δυνεται να σβήσει κι ούτε ποταμοί

να καταπνίξουν.

.

.

.



Oedipus' Enigma-x.ν.κουβελης c.n.couvelis


Σοφοκλής ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΏ (Μεταφράζοντας Αποσπασματα)

-x.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ-x.ν.κουβελης c.n.couvelis


τοπίο έρημο,ο χρόνος αδιάσειστο βέλος

φύσηξε,το παράθυρο κλειστε

κάθε νύχτα τα δάχτυλα του αποσπώνται

από τα χέρια τα πόδια με τις κνήμες

ανάποδα κρεμιούνται στις μεταλλικές κρεμαστρες

χθες εκδόθηκε ο χρησμός,ο κύβος ερρίφθη

αναπόφευκτη η Θήβα

δίνουν διαταγές,η εξουσία θεμελιώνεται με διαταγές

η μιά κόρη παίζει στο πιάνο Σοπέν

η άλλη,κοκκετα,χτενιζεται στον καθρέφτη

οι γιοι μέσα στη κρύα μακρυνή Μακεδονία

τρέμει τα νέα,το Άργος ετοιμαζεται

κλείνει το φως,στο σκοτάδι μέσα στο δωμάτιο

κατά περιεργο τρόπο νιώθει ακέραιος

ακούει,θόρυβος σαν να σύρουν έπιπλα,

ένα κρεβάτι μια ντουλαπα ένα κομοδίνο

ως πότε η Ιοκάστη θα αναβάλει την αυτοχειρία της

ένα αδύνατο σώμα εκκρεμές που.κανενα χρόνο

δεν μετράει,

έρημη ψυχή 

τι συμβαίνει και ν'αλλαξει δεν μπορεί 

το σφύριγμα του τρένου προς τα σύνορα τον διακόπτει

αδιαφανη η αλήθεια,τι δεν προσέξαμε

τι δεν κάναμε καλά

σιωπή αδιαπέραστη απόψε

δεν αντέχει,ας κάτι γίνει,έστω κι οι μηχανορραφίες του Τειρεσία

και του Κρέοντα

η μικρή μου Αντιγόνη είναι ιδεοληπτικη

το παράθυρο ανοίξτε,

άδειο δωμάτιο,που χάθηκαν όλοι

ξεκρεμάει τα δάκτυλα και τα πόδια του

δεν ταιριάζουν στα δικά του

η Ισμήνη είναι στη σχολή χορού

ετοιμάζεται για τη παράσταση στο αρχαίο θέατρο

απόψε έχει πανσέληνο

η θάλασσα θα λαμπυρίζει

όλη η Ιστορία τραγωδία

η' πιθανώς και φάρσα,ανάλογα τη προοπτική

ένας δυνατός αέρας,τον ακούει να γδερνει τη στέγη,

κατεβαίνει ορμητικός απ'τα βόρεια

χορτάρι που δεν φύτρωσε ακόμα οι γιοι του

άλλωστε όλο το χειμώνα χιόνιζε

η Ιοκάστη τον προσκαλεί να γευματίσουν μαζί

αστακος ψητός στα καρβουνα με βούτυρο φρέσκο λεμόνι

σερβιρισμενος με λευκό κρασί Chardonnay

χόρεψαν βαλς,πάντα χορεύεις υπέροχα της είπε,

έπειτα μανα-γυναικα και παιδι-αντρας κοιμήθηκαν μαζί

σάρκα γλυκυτατη

ξημέρωσε

το βράδυ στο θέατρο άκουσε:

ἤνεγκον κακότατ᾽, ὦ ξένοι, ἤνεγκ᾽ 

ἀέκων μέν, θεὸς ἴστω

τούτων δ᾽ αὐθαίρετον οὐδέν

κακᾷ μ᾽ εὐνᾷ πόλις οὐδὲν ἴδριν

γάμων ἐνέδησεν ἄτᾳ.

ἦ ματρόθεν, ὡς ἀκούω,

δυσώνυμα λέκτρ᾽ ἐπλήσω;

και δεν ταράχτηκε

η πανσέληνος φώτιζε το πρόσωπο τ'αρχαίου Λαμβακιδη

καμία λέξη στον άνθρωπο δεν είναι κενή,ψιθύρισε στην Ιοκάστη,

στην Ιστορία κανένα τοπίο δεν είναι ερημο

κι η κάθε ψυχή είναι αδιαπέραστη

.

.

Σοφοκλής ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΏ (Μεταφράζοντας Αποσπασματα)

-x.ν.κουβελης c.n.couvelis


Οιδίπους. ἤνεγκον κακότατ᾽, ὦ ξένοι, ἤνεγκ᾽ [αντ. α]

ἀέκων μέν, θεὸς ἴστω·695

τούτων δ᾽ αὐθαίρετον οὐδέν.

ΧΟΡΟΣ. ἀλλ᾽ ἐς τί;

525ΟΙ. κακᾷ μ᾽ εὐνᾷ πόλις οὐδὲν ἴδριν

γάμων ἐνέδησεν ἄτᾳ.

ΧΟ. ἦ ματρόθεν, ὡς ἀκούω,

δυσώνυμα λέκτρ᾽ ἐπλήσω;

ΟΙ. ὤμοι, θάνατος μὲν τάδ᾽ ἀκούειν,

530ὦ ξεῖν᾽· αὗται δὲ δύ᾽ ἐξ ἐμοῦ ‹μὲν› …

ΧΟ. πῶς φῄς;

ΟΙ. παῖδε, δύο δ᾽ ἄτα

ΧΟ. ὦ Ζεῦ.

ΟΙ. ματρὸς κοινᾶς ἀπέβλαστον ὠδῖνος.

ΧΟ. σαί τ᾽ εἴσ᾽ ἄρ᾽ ἀπόγονοί τε καὶ … [στρ. β]

535ΟΙ. κοιναί γε πατρὸς ἀδελφεαί.

ΧΟ. ἰώ. ΟΙ. ἰὼ δῆτα μυ-

ρίων γ᾽ ἐπιστροφαὶ κακῶν.

ΧΟ. ἔπαθες ΟΙ. ἔπαθον ἄλαστ᾽ ἔχειν.

ΧΟ. ἔρεξας ΟΙ. οὐκ ἔρεξα. ΧΟ. τί γάρ; ΟΙ. ἐδεξάμην

540δῶρον ὃ μήποτ᾽ ἐγὼ ταλακάρδιος

ἐπωφελήσας πόλεος ἐξελέσθαι.

ΧΟ. δύστανε, τί γάρ; ἔθου φόνον … [αντ. β]

ΟΙ. τί τοῦτο; τί δ᾽ ἐθέλεις μαθεῖν;

ΧΟ. πατρός; ΟΙ. παπαῖ, δευτέραν

ἔπαισας, ἐπὶ νόσῳ νόσον.

545ΧΟ. ἔκανες … ΟΙ. ἔκανον. ἔχει δέ μοι …

ΧΟ. τί τοῦτο; ΟΙ. πρὸς δίκας τι. ΧΟ. τί γάρ; ΟΙ. ἐγὼ φράσω·

καὶ γὰρ ἄνους ἐφόνευσ᾽ ἀπό τ᾽ ὤλεσα·

νόμῳ δὲ καθαρός, ἄιδρις ἐς τόδ᾽ ἦλθον.


Οιδίπους. κουβαλω πάνω μου πολύ κακά,φίλοι,τα κουβαλω [αντ. α]

πάνω μου αθελητα,ο θεός το γνωριζει695

απ'αυτα χωρις σχέδιο κανενα

ΧΟΡΟΣ.αλλα τι'ναι αυτό;

ΟΙ.σε κακό κρεβάτι η πόλη χωρίς να καταλάβω 525

γάμων μ'εδεσε να τιμωρηθω

ΧΟ.στης μάνας,όπως ακούω

τ'ανιερο κρεβάτι ξαπλωσες;

ΟΙ.ω θάνατος αυτο'δω ν'ακουω

ξενε,αυτές οι δυο από μένα 530

ΧΟ. πως το λες;

ΟΙ. παιδιά,δύο τιμωριες

ΧΟ.ω θεε 

ΟΙ.απ'της ίδιας μάνας ξεφυτρωσαμε τους πόνους της γέννας

ΧΟ. έτσι αυτές απόγονοι σου ειναι[στρ. β]

ΟΙ.του πατέρα κοινές αδελφές 535

ΧΟ. ω. ΟΙ. ω ναι μυριαδων

κι απανωτών κακων

ΧΟ. επαθες ΟΙ. επαθα π'αλησμονητα είναι

ΧΟ. έπραξες ΟΙ. δεν επραξα. ΧΟ. τι τότε; ΟΙ. δεχθηκα

δώρο που ποτέ εγώ ο καρδιοπονεμενος 540

οφελωντας την πόλη να επαιρνα

ΧΟ.δυσμοιρε,τι λοιπόν;έκανες φονο [αντ. β]

ΟΙ.τι;τι θέλεις να μάθεις;

ΧΟ. του πατέρα; ΟΙ.αλιμονο, διπλά

με χτύπησες,πάνω στο κακό κακό

ΧΟ. εκανες ΟΙ. εκανα.ομως εχω 545

ΧΟ. τι; ΟΙ. κάποιο δικιο. ΧΟ.τι λοιπον ; ΟΙ.το λεω·

γιατί χωρίς να'χω νου φονευσα κι αφανισα,

όμως στο νομό καθαρός,χωρίς να γνωρίζω σ'αυτο δω εφθασα

.

.

ἔστιν δ᾽ οἷον ἐγὼ γᾶς [στρ. β]

695Ἀσίας οὐκ ἐπακούω,

οὐδ᾽ ἐν τᾷ μεγάλᾳ Δωρίδι νάσῳ

Πέλοπος πώποτε βλαστόν,

φύτευμ᾽ ἀχείρωτον αὐτοποιόν,

ἐγχέων φόβημα δαΐων,

700ὃ τᾷδε θάλλει μέγιστα χώρᾳ,

γλαυκᾶς παιδοτρόφου φύλλον ἐλαίας·


είναι ένας τέτοιος βλαστός που'γω[στρ. β]

στη γη της Ασίας δεν άκουσα 695

ούτε στο μεγάλο δωρικο νησι

του Πέλοπα ποτε

φυτεμενος όχι από χέρια αυτοφυης

φοβέρα στων εχθρών τα βελη

που πιο πολύ σ'αυτη δω τη χώρα θαλλει 700

της παιδοτροφου ελιάς τ' ασημοχρωμο φυλλο

.

.

ΣΤΑΣΙΜΟΝ Γ΄


ΧΟ. ὅστις τοῦ πλέονος μέρους [στρ.]

χρῄζει τοῦ μετρίου παρεὶς

ζώειν, σκαιοσύναν φυλάσ-

σων ἐν ἐμοὶ κατάδηλος ἔσται.

1215ἐπεὶ πολλὰ μὲν αἱ μακραὶ

ἁμέραι κατέθεντο δὴ

λύπας ἐγγυτέρω, τὰ τέρ-

ποντα δ᾽ οὐκ ἂν ἴδοις ὅπου,

ὅταν τις ἐς πλέον πέσῃ

1220τοῦ δέοντος· 


ΧΟ.οποιος πιο πολυ καιρο[στρ.]

επιθυμεί τον λιγοτερο αποφεύγοντας

να ζησει,σε μένα ανόητος φαινεται

πολύ καθαρά να'ναι

επειδή πολύ στις μακριές μέρες121

οι λύπες πιο κοντά βρίσκονται,

όπου τα ευχάριστα ειναι δεν θα δεις,

όταν κάποιος πέραν του δεοντος 

κρατησει

.

.

Αντιστροφή

μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νι- [αντ.]

1225κᾷ λόγον· 


το να μην γεννηθείς το καλύτερο

υπεράνω κάθε λογικής

.

.

.



ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ -ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ(Μεταφράζοντας)1

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΣΚΗΝΗ Α΄

(Η Λυσιστράτη περιμένει τις γυναίκες)


Λυσιστράτη

ἀλλ᾽ εἴ τις ἐς Βακχεῖον αὐτὰς ἐκάλεσεν,

ἢ ᾽ς Πανὸς ἢ ᾽πὶ Κωλιάδ᾽ ἢ ᾽ς Γενετυλλίδος,

οὐδ᾽ ἂν διελθεῖν ἦν ἂν ὑπὸ τῶν τυμπάνων.

νῦν δ᾽ οὐδεμία πάρεστιν ἐνταυθοῖ γυνή·

πλὴν ἥ γ᾽ ἐμὴ κωμῆτις ἥδ᾽ ἐξέρχεται.    5

χαῖρ᾽ ὦ Καλονίκη.


Καλονίκη

καὶ σύ γ᾽ ὦ Λυσιστράτη.

τί συντετάραξαι; μὴ σκυθρώπαζ᾽ ὦ τέκνον.

οὐ γὰρ πρέπει σοι τοξοποιεῖν τὰς ὀφρῦς.


Λυσιστράτη

ἀλλ᾽ ὦ Καλονίκη κάομαι τὴν καρδίαν,

καὶ πόλλ᾽ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν γυναικῶν ἄχθομαι,    10

ὁτιὴ παρὰ μὲν τοῖς ἀνδράσιν νενομίσμεθα

εἶναι πανοῦργοι--


Καλονίκη

καὶ γάρ ἐσμεν νὴ Δία.


Λυσιστράτη

εἰρημένον δ᾽ αὐταῖς ἀπαντᾶν ἐνθάδε

βουλευσομέναισιν οὐ περὶ φαύλου πράγματος,

εὕδουσι κοὐχ ἥκουσιν.    15


Καλονίκη

ἀλλ᾽ ὦ φιλτάτη

ἥξουσι· χαλεπή τοι γυναικῶν ἔξοδος.

ἡ μὲν γὰρ ἡμῶν περὶ τὸν ἄνδρ᾽ ἐκύπτασεν,

ἡ δ᾽ οἰκέτην ἤγειρεν, ἡ δὲ παιδίον

κατέκλινεν, ἡ δ᾽ ἔλουσεν, ἡ δ᾽ ἐψώμισεν.


Λυσιστράτη

ἀλλ᾽ ἕτερά τἄρ᾽ ἦν τῶνδε προὐργιαίτερα    20

αὐταῖς.


Καλονίκη

τί δ᾽ ἐστὶν ὦ φίλη Λυσιστράτη,

ἐφ᾽ ὅ τι ποθ᾽ ἡμᾶς τὰς γυναῖκας συγκαλεῖς;

τί τὸ πρᾶγμα; πηλίκον τι;


Λυσιστράτη

μέγα.


Καλονίκη

μῶν καὶ παχύ;


Λυσιστράτη

καὶ νὴ Δία παχύ.


Καλονίκη

κᾆτα πῶς οὐχ ἥκομεν;


Λυσιστράτη

οὐχ οὗτος ὁ τρόπος· ταχὺ γὰρ ἂν ξυνήλθομεν.    25

ἀλλ᾽ ἔστιν ὑπ᾽ ἐμοῦ πρᾶγμ᾽ ἀνεζητημένον

πολλαῖσί τ᾽ ἀγρυπνίαισιν ἐῤῥιπτασμένον.


Καλονίκη

ἦ πού τι λεπτόν ἐστι τοὐῤῥιπτασμένον.


Λυσιστράτη

οὕτω γε λεπτὸν ὥσθ᾽ ὅλης τῆς Ἑλλάδος

ἐν ταῖς γυναιξίν ἐστιν ἡ σωτηρία.    30


Καλονίκη

ἐν ταῖς γυναιξίν; ἐπ᾽ ὀλίγου γ᾽ ὠχεῖτ᾽ ἄρα.


Λυσιστράτη

ὡς ἔστ᾽ ἐν ἡμῖν τῆς πόλεως τὰ πράγματα,

ἢ μηκέτ᾽ εἶναι μήτε Πελοποννησίους--


Καλονίκη

βέλτιστα τοίνυν μηκέτ᾽ εἶναι νὴ Δία.


Λυσιστράτη

Βοιωτίους τε πάντας ἐξολωλέναι.    35


Καλονίκη

μὴ δῆτα πάντας γ᾽, ἀλλ᾽ ἄφελε τὰς ἐγχέλεις.


Λυσιστράτη

περὶ τῶν Ἀθηνῶν δ᾽ οὐκ ἐπιγλωττήσομαι

τοιοῦτον οὐδέν· ἀλλ᾽ ὑπονόησον σύ μοι.

ἢν δὲ ξυνέλθωσ᾽ αἱ γυναῖκες ἐνθάδε

αἵ τ᾽ ἐκ Βοιωτῶν αἵ τε Πελοποννησίων    40

ἡμεῖς τε, κοινῇ σώσομεν τὴν Ἑλλάδα.


Καλονίκη

τί δ᾽ ἂν γυναῖκες φρόνιμον ἐργασαίατο

ἢ λαμπρόν, αἳ καθήμεθ᾽ ἐξηνθισμέναι,

κροκωτοφοροῦσαι καὶ κεκαλλωπισμέναι

καὶ Κιμμερίκ᾽ ὀρθοστάδια καὶ περιβαρίδας;    45


Λυσιστράτη

ταῦτ᾽ αὐτὰ γάρ τοι κἄσθ᾽ ἃ σώσειν προσδοκῶ,

τὰ κροκωτίδια καὶ τὰ μύρα χαἰ περιβαρίδες

χἤγχουσα καὶ τὰ διαφανῆ χιτώνια.


Καλονίκη

τίνα δὴ τρόπον ποθ᾽;


Λυσιστράτη

ὥστε τῶν νῦν μηδένα

ἀνδρῶν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἄρεσθαι δόρυ--    50


Καλονίκη

κροκωτὸν ἄρα νὴ τὼ θεὼ ᾽γὼ βάψομαι.


Λυσιστράτη

μηδ᾽ ἀσπίδα λαβεῖν--


Καλονίκη

Κιμμερικὸν ἐνδύσομαι.


Λυσιστράτη

μηδὲ ξιφίδιον.


Καλονίκη

κτήσομαι περιβαρίδας.


Λυσιστράτη

ἆρ᾽ οὐ παρεῖναι τὰς γυναῖκας δῆτ᾽ ἐχρῆν;


Καλονίκη

οὐ γὰρ μὰ Δί᾽ ἀλλὰ πετομένας ἥκειν πάλαι.    55


Λυσιστράτη

ἀλλ᾽ ὦ μέλ᾽ ὄψει τοι σφόδρ᾽ αὐτὰς Ἀττικάς,

ἅπαντα δρώσας τοῦ δέοντος ὕστερον.

ἀλλ᾽ οὐδὲ Παράλων οὐδεμία γυνὴ πάρα,

οὐδ᾽ ἐκ Σαλαμῖνος.


Καλονίκη

ἀλλ᾽ ἐκεῖναί γ᾽ οἶδ᾽ ὅτι

ἐπὶ τῶν κελήτων διαβεβήκασ᾽ ὄρθριαι.    60


Λυσιστράτη

οὐδ᾽ ἃς προσεδόκων κἀλογιζόμην ἐγὼ

πρώτας παρέσεσθαι δεῦρο τὰς Ἀχαρνέων

γυναῖκας, οὐχ ἥκουσιν.


Καλονίκη

ἡ γοῦν Θεογένους

ὡς δεῦρ᾽ ἰοῦσα θοὐκάταιον ἤρετο.

ἀτὰρ αἵδε καὶ δή σοι προσέρχονταί τινες.    65


Λυσιστράτη

αἱδί θ᾽ ἕτεραι χωροῦσί τινες.


Καλονίκη

ἰοὺ ἰού,

πόθεν εἰσίν;


Λυσιστράτη

Ἀναγυρουντόθεν.


Καλονίκη

νὴ τὸν Δία·

ὁ γοῦν ἀνάγυρός μοι κεκινῆσθαι δοκεῖ.

.

.

ΣΚΗΝΗ Α'


Λυσιστράτη

τώρα αν στις ντισκοτέκ και τα κωλομπαρα

γυρνάνε μέσ'από τόσους άντρες νταβραντισμενους

άντε να περάσουν εδώ να'ρθουν εύκολο δεν είναι

όμως να βλέπω που'ρχεται η πουτανιτσα η γειτόνισσα

-γεια σου Καλλινίκη μου


Καλονίκη

γεια σου και σένα Λυσιστράτη

σκυθρωπή και ταραγμένη είσαι μανάρι μου;

πως δεν σου πάνε τα συνοφρυωμενα φρυδια


Λυσιστράτη

Κλεονικη μού καίγεται η καρδιά

για τις γυναίκες στεναχωριέμαι 

που πονηρές μας παιρνούν οι αντρες


Καλονίκη

γιατί δεν είμαστε;


Λυσιστράτη

το'παμε όλες εδώ να συναντηθουμε

για πολύ σπουδαίο πράγμα να σκεφτουμε

κι αυτές σιγά μην ακουσαν,κοιμουνται


Καλονίκη

αλλα,φιλεναδα μου θα'ρθουν,δυσκολη

στις γυναικες η έξοδος,η μία τον άντρα να κοιταξει,

η άλλη τον υπηρέτη να σηκώσει,κι άλλη το παιδί να κοιμισει,

να το λούσει να το ταισει


Λυσιστράτη

αλλ'εδώ αλλά  προηγουνται απ'αυτα


Καλονίκη

τι'ναι αυτό φιλενάδα μου Λυσιστράτη,

που μας εξάπαντος τις γυναίκες καλεις;

τι ειν'αυτό το πράγμα;και πόσο μεγαλο;


Λυσιστράτη

τεραστιο


Καλονίκη

μήπως παχύ


Λυσιστράτη

καὶ παχύ.


Καλονίκη

και τότε πως δεν τρεξαμε;


Λυσιστράτη

δεν είναι,μωρη,αυτό.τοτε του σκοτωμού θα ρχομασταν

μα άλλα πράγματα είναι που πολύ ξαγρυπνησα

να εξετάζω και να στριφογυριζω


Καλονίκη

α κάτι λεπτό θα'ναι αυτό που το στριφογυρίζεις


Λυσιστράτη

τόσο λεπτό που όλης της Ελλάδας

στις γυναίκες βρίσκεται η σωτηρία


Καλονίκη

τι;στις γυναίκες;σε τόσο αδύνατο πράγμα να κρεμιέται;


Λυσιστράτη

αν τα πράγματα της πόλης έτσι γίνουν,

κανενας Πελοποννήσιος δεν θα μεινει


Καλονίκη

τι το πιο καλό,κανενας τους


Λυσιστράτη

κι οι Βοιωτοί όλοι θ'αφανισθουνε


Καλονίκη

α όχι κι όλοι,εξαιρεσε τα χελια


Λυσιστράτη

για την Αθήνα δεν θα πω κακο στη γλώσσα μου

τίποτα τέτοιο.αλλα να το νιώσεις μπορείς

πως θα χαθεί αν οι γυναίκες εδώ δεν μαζευτούμε

κι οι Βοιωτες κι οι Πελοποννήσιες και μεις,

από κοινού την Ελλάδα να σωσουμε


Καλονίκη

πως γίνεται οι γυναίκες φρόνιμο να κανουν

και ξεχωριστό,που κάθονται και βάφονται

στα κίτρινα φορέματα και καλλωπιζονται

κι απ' τη Κιμμέρια ρόμπες και παντουφλακια


Λυσιστράτη

απ'αυτα να ξέρεις εγώ τη σωτηρία περιμένω

τα κροκινα και τ'αρωματα και τα παντουφλακια

τα στολίδια και τα διαφανα κοντά φορεματακια


Καλονίκη

πως με ποιο τρόπο;


Λυσιστράτη

που κανένας τώρα απ'τους άντρας σ'αλλον αλλος

δόρυ να μη σηκωσει


Καλονίκη

τότε κι εγώ κίτρινο να βάψω φορεμακι


Λυσιστράτη

μητ'ασπιδα να πιασει


Καλονίκη

κιμμερικο φουστάνι να ντυθω


Λυσιστράτη

μήτε ξιφακι


Καλονίκη

παντουφλακια να εφοδιαστω


Λυσιστράτη

δεν έπρεπε λοιπόν οι γυναίκες εδω να παρουσιαστούν;


Καλονίκη

όμως οχι,αλλά πετώντας αμέσως να φτασουν


Λυσιστράτη

αλλά ,όπως καθένας καθαρά βλέπει ,Αττικές είναι,

πάντα ενεργούν ύστερα απ'αυτο που πρέπει να γινει

αλλ'ουτε απ'τα παραλία καμια γυναίκα παρουσιάστηκε

ούτε απ'τη Σαλαμινα


Καλονίκη

αλλά εκείνες ξέρω 

πανω στα πλοιάρια μπηκανε και διαβηκανε πρωι


Λυσιστράτη

ούτε όπως περίμενα και λογάριαζα

πρώτες να παραβρεθούν εδώ των Αχαρνών

οι γυναίκες,μα δεν ηρθαν


Καλονίκη

αυτή του Θεαγενους

για να'θει εδώ την Εκάτη ρωτησε.

όμως να και μερικές φτάνουν 


Λυσιστράτη

να και μερικές άλλες προχωρουν


Καλονίκη

ναι ναι

από πού να'ναι;


Λυσιστράτη

απ'τον Αναγυρο τη Βαρη


Καλονίκη

ο αναγυρος λοιπόν πως κινήθηκε μου φαίνεται οι βρωμουλες

.

.

σημειωση:ο Ανάγυρος ήταν δήμος της αρχαίας Αττικής,στη θέση της σημερινής Βάρης,εκεί φύτρωνε ο ανάγυρος ένα δυσοσμο  φυτό,

υπήρχε μια παροιμιακη φράση:

'αναγυρον κινείν' 

λέγονταν για κάποιον που ενώ καταφέρονταν κατά κάποιου βγαίνανε οι δικές του δυσοσμίες.

.

.

.


Aubrey Beardsley-Lysistrata


ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ -ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ(Μεταφράζοντας)2

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


(εισέρχονται η Μυρρίνη, η Λαμπιτώ κι άλλες πολλες γυναίκες)


ΣΚΗΝΗ Β΄


Λυσιστράτη

ὦ φιλτάτη Λάκαινα χαῖρε Λαμπιτοῖ.

οἷον τὸ κάλλος γλυκυτάτη σου φαίνεται.

ὡς δ᾽ εὐχροεῖς, ὡς δὲ σφριγᾷ τὸ σῶμά σου.    80

κἂν ταῦρον ἄγχοις.


χαίρε αγαπητή Λακαινα Λαμπιτω

τι όμορφη γλυκειά μου εισαι

τι απαλή επιδερμίδα,τι σφριγηλο το σώμα σου

και ταύρο θα'πνιγες


Λαμπιτῶ,

μάλα γ᾽ οἰῶ ναὶ τὼ σιώ·

γυμνάδδομαι γὰρ καὶ ποτὶ πυγὰν ἅλλομαι.


ναι πολύ γερο.γυμναζομαι

και τα ποδια στα κωλομερια τιναζω


Καλονίκη

ὡς δὴ καλὸν τὸ χρῆμα τιτθίων ἔχεις.


και τι θεσπέσια πλούσια βυζιά εχεις


Λαμπιτῶ

περ ἱερεῖόν τοί μ᾽ ὑποψαλάσσετε.


σα σφαχτο για ιερό με μαλαζεται

 


Λυσιστράτη

ἡδὶ δὲ ποδαπή ᾽σθ᾽ ἡ νεᾶνις ἡτέρα;    85


κι αυτή η νεαρά από δω ποια είναι;


Λαμπιτῶ

πρέσβειρά τοι ναὶ τὼ σιὼ Βοιωτία

ἵκει ποθ᾽ ὑμέ.


αρχοντοπούλα απ'τη Βοιωτια

για σένα ηρθε


Μυῤῥίνη

νὴ μὰ Δία Βοιωτία,

καλόν γ᾽ ἔχουσα τὸ πεδίον.


στη Βοιωτια

αφρατο θα'χει χωράφι 


Καλονίκη

κομψότατα τὴν βληχώ γε παρατετιλμένη.


κι όμορφα,τη μυρίζω,αποτριχωμενη


Λυσιστράτη

τίς δ᾽ ἡτέρα παῖς;    90


ποιο τ'αλλο κορίτσι;


Λαμπιτῶ

χαΐα ναὶ τὼ σιώ,

Κορινθία δ᾽ αὖ.


βέρα Κορινθια


Καλονίκη

χαΐα νὴ τὸν Δία

δήλη ᾽στὶν οὖσα ταυταγὶ τἀντευθενί.


σίγουρα βέρα

κι από μπροστά κι από πίσω μού φαίνεται περασμένη


Καλονίκη

ὁ γοῦν ἐμὸς ἀνὴρ πέντε μῆνας ὦ τάλαν

ἄπεστιν ἐπὶ Θρᾴκης φυλάττων Εὐκράτη.


εμένα τον αντρα μου πέντε μήνες,η δυστυχισμένη,

τον έστειλαν στη Θράκη,τον Ευκρατη να φυλλαει


Μυῤῥίνη

ὁ δ᾽ ἐμός γε τελέους ἑπτὰ μῆνας ἐν Πύλῳ.


και τον δικό μου ακριβώς εφτά μήνες στη Πυλο


Λαμπιτῶ

ὁ δ᾽ ἐμός γα καἴ κ᾽ ἐκ τᾶς ταγᾶς ἔλσῃ ποκά,    105

πορπακισάμενος φροῦδος ἀμπτάμενος ἔβα.


ο δικός μου απ'τό στράτευμα αν έρθει καμία φορα

μ'αρπαζει βιαστικος κι ύστερα πετά και φευγει


Λυσιστράτη

 ἀλλ'οὐδὲ μοιχοῦ καταλέλειπται φεψάλυξ.

ἐξ οὗ γὰρ ἡμᾶς προὔδοσαν Μιλήσιοι,

οὐκ εἶδον οὐδ᾽ ὄλισβον ὀκτωδάκτυλον,

ὃς ἦν ἂν ἡμῖν σκυτίνη ᾽πικουρία.    110

ἐθέλοιτ᾽ ἂν οὖν, εἰ μηχανὴν εὕροιμ᾽ ἐγώ,

μετ᾽ ἐμοῦ καταλῦσαι τὸν πόλεμον;


αλλα ούτε επιβήτορα έμεινε σπινθήρας

απ' όταν μας πρόδωσαν οι Μιλήσιοι

δεν είδα ούτε δερμάτινο πέος οχταδαχτυλο

για μας έστω μια πετσινη βοήθεια

θέλετε λοιπόν,αν τρόπο βρω,μαζί με μενα

να πάψουμε τον πόλεμο;


Καλονίκη

ποιήσομεν, κἂν ἀποθανεῖν ἡμᾶς δέῃ.


να το κάνουμε,κι αν πρέπει να πεθανουμε


Λυσιστράτη

ἀφεκτέα τοίνυν ἐστὶν ἡμῖν τοῦ πέους.

τί μοι μεταστρέφεσθε; ποῖ βαδίζετε;    125

αὗται τί μοιμυᾶτε κἀνανεύετε;

τί χρὼς τέτραπται; τί δάκρυον κατείβεται;

ποιήσετ᾽ ἢ οὐ ποιήσετ᾽; ἢ τί μέλλετε;


ν'αποφευγουμε λοιπόν το πεος

ε γιατι στρίψατε;που πάτε;.

γιατι σφίγγετε τα χείλη γιατι κουναται πάνω τα κεφαλια;

γιατι άλλαξε το χρώμα σας;γιατι δακρυ χύνεται;

θα το κάνετε η' δεν θα το κάνετε;τι σκέφτεστε;


Καλονίκη

οὐκ ἂν ποιήσαιμ᾽, ἀλλ᾽ ὁ πόλεμος ἑρπέτω.


δεν θα το κάνω,ο πόλεμος ας τραβηξει


Μυῤῥίνη

μὰ Δί᾽ οὐδ᾽ ἐγὼ γάρ, ἀλλ᾽ ὁ πόλεμος ἑρπέτω.    130


ουτ'εγω,ο πόλεμος ας τραβηξει


Λυσιστράτη

ταυτὶ σὺ λέγεις ὦ ψῆττα; καὶ μὴν ἄρτι γε

ἔφησθα σαυτῆς κἂν παρατεμεῖν θἤμισυ.


αυτά εσυ τα λες σφήκα,δεν ήσουνα η ιδια

εσύ που πριν ελεγες στο μισό να κοπεις


Καλονίκη

ἄλλ᾽ ἄλλ᾽ ὅ τι βούλει· κἄν με χρῇ διὰ τοῦ πυρὸς

ἐθέλω βαδίζειν· τοῦτο μᾶλλον τοῦ πέους.

οὐδὲν γὰρ οἷον ὦ φίλη Λυσιστράτη.    135


αλλ'ότι άλλο θέλεις,κι στη φωτιά αν πρέπει θέλω 

να πατήσω,όμως τίποτα άλλο απ'το πέος

σαν αυτό αγαπητή μου Λυσιστράτη

.

.

.


Μποστ-Λυσιστρατη


ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ-ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (Μεταφράζοντας)3

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


(Η Λυσιστράτη σε λεκάνη με κρασί ορκιζει τις γυναίκες)


Μυῤῥίνη

ἐᾶτε πρώτην μ᾽ ὦ γυναῖκες ὀμνύναι.


αναμεριστε πρώτη εγώ γυναίκες να ορκιστω


Καλονίκη

μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὔκ, ἐάν γε μὴ λάχῃς.


όχι μα την Αφροδίτη,αν δεν κληρωθεις


Λυσιστράτη

λάζυσθε πᾶσαι τῆς κύλικος ὦ Λαμπιτοῖ·

λεγέτω δ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν μί᾽ ἅπερ ἂν κἀγὼ λέγω·    210

ὑμεῖς δ᾽ ἐπομεῖσθε ταὐτὰ κἀμπεδώσετε.

οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οὔτε μοιχὸς οὔτ᾽ ἀνήρ--


άπλωστε τα χέρια όλες στη λεκάνη, Λαμπιτω

και μία για όλες σας ας πει αυτά εγώ όπως

θα τα πω,πως αυτά που οκιζεστε αυτά θα τα κρατήστε,

κανένας δεν θα υπάρξει ούτ'επιβήτορας ουτ'αντρας


Καλονίκη

οὐκ ἔστιν οὐδεὶς οὔτε μοιχὸς οὔτ᾽ ἀνήρ--


κανένας δεν θα υπάρξει ούτ'επιβήτορας ουτ'αντρας


Λυσιστράτη

ὅστις πρὸς ἐμὲ πρόσεισιν ἐστυκώς. λέγε.


που θα με πλησιάσει ξαναμενος,πες


Καλονίκη

ὅστις πρὸς ἐμὲ πρόσεισιν ἐστυκώς. παπαῖ    215

ὑπολύεταί μου τὰ γόνατ᾽ ὦ Λυσιστράτη.


που θα με πλησιάσει ξαναμενος.ω

Λυσιστράτη μου λύονται τα γονατα


Λυσιστράτη

οἴκοι δ᾽ ἀταυρώτη διάξω τὸν βίον--


στο σπίτι αταυρωτη θα περάσω το βιο


Καλονίκη

οἴκοι δ᾽ ἀταυρώτη διάξω τὸν βίον--


στο σπίτι αταυρωτη θα περάσω το βιο


Λυσιστράτη

κροκωτοφοροῦσα καὶ κεκαλλωπισμένη,--


κιτρινοφορουσα και καλλωπισμενη


Καλονίκη


κροκωτοφοροῦσα καὶ κεκαλλωπισμένη,--    220


κιτρινοφορουσα και καλλωπισμενη


Λυσιστράτη

ὅπως ἂν ἁνὴρ ἐπιτυφῇ μάλιστά μου·


όσο μαλιστα κι αν καίγεται απ'τον έρωτα για μενα


Καλονίκη

ὅπως ἂν ἁνὴρ ἐπιτυφῇ μάλιστά μου·


όσο μαλιστα κι αν καίγεται απ'τον έρωτα για μενα


Λυσιστράτη

κοὐδέποθ᾽ ἑκοῦσα τἀνδρὶ τὠμῷ πείσομαι.


κι ουδέποτε με τη θέληση μου τον άντρα μου δεν θα υποστω


Καλονίκη

κοὐδέποθ᾽ ἑκοῦσα τἀνδρὶ τὠμῷ πείσομαι.


κι ουδεποτέ με τη θέληση μου τον άντρα μου δεν θα υποστω


Λυσιστράτη


ἐὰν δέ μ᾽ ἄκουσαν βιάζηται βίᾳ,--    225


κι αν χωρίς να θέλω επιχειρει  με τη βια


Καλονίκη

ἐὰν δέ μ᾽ ἄκουσαν βιάζηται βίᾳ,--


κι αν χωρίς να θέλω επιχειρει με τη βια


Λυσιστράτη

κακῶς παρέξω κοὐχὶ προσκινήσομαι.


χειρότερα θα κάνω κι ούτε κουνηματα


Καλονίκη

κακῶς παρέξω κοὐχὶ προσκινήσομαι.


χειρότερα θα κάνω κι ούτε κουνηματα


Λυσιστράτη

οὐ πρὸς τὸν ὄροφον ἀνατενῶ τὼ Περσικά.


ούτε προς το νταβανι τις περσικές παντούφλες  θα σηκωσω


Καλονίκη

οὐ πρὸς τὸν ὄροφον ἀνατενῶ τὼ Περσικά.    230


ούτε προς το νταβανι τις περσικές παντούφλες  θα σηκωσω


Λυσιστράτη

οὐ στήσομαι λέαιν᾽ ἐπὶ τυροκνήστιδος.


ούτε σα λιοντάρινα θα στειθω που είναι στους τυριού τους τριφτες


Καλονίκη

οὐ στήσομαι λέαιν᾽ ἐπὶ τυροκνήστιδος.


ούτε σα λιοντάρινα θα στειθω που είναι στους τυριού τους τριφτες


Λυσιστράτη

ταῦτ᾽ ἐμπεδοῦσα μὲν πίοιμ᾽ ἐντευθενί·


αυτά θα τα κρατήσω και ας πιω από δω


Καλονίκη

ταῦτ᾽ ἐμπεδοῦσα μὲν πίοιμ᾽ ἐντευθενί·


αυτά θα τα κρατήσω και ας πιω από δω


Λυσιστράτη


εἰ δὲ παραβαίην, ὕδατος ἐμπλῇθ᾽ ἡ κύλιξ.    235


αν τα παραβώ,η λεκάνη να γεμίσει νερο


Καλονίκη

εἰ δὲ παραβαίην, ὕδατος ἐμπλῇθ᾽ ἡ κύλιξ.


αν τα παραβώ,η λεκάνη να γεμίσει νερο


Λυσιστράτη

συνεπόμνυθ᾽ ὑμεῖς ταῦτα πᾶσαι;


ορκιζεστε μαζί και σεις αυτά όλες;


Πᾶσαι

νὴ Δία.


Όλες

μα τον Δια

.

.

Χορὸς Γερόντων

μῦθον βούλομαι λέξαι τιν᾽ ὑμῖν, ὅν ποτ᾽ ἤκουσ᾽

αὐτὸς ἔτι παῖς ὤν.

οὕτως ἦν νεανίσκος Μελανίων τις,    785

ὃς φεύγων γάμον ἀφίκετ᾽ ἐς ἐρημίαν,

κἀν τοῖς ὄρεσιν ᾤκει·

κᾆτ᾽ ἐλαγοθήρει

πλεξάμενος ἄρκυς,    790

καὶ κύνα τιν᾽ εἶχεν,

κοὐκέτι κατῆλθε πάλιν οἴκαδ᾽ ὑπὸ μίσους.

οὕτω τὰς γυναῖκας ἐβδελύχθη

᾽κεῖνος, ἡμεῖς τ᾽ οὐδὲν ἧττον    795

τοῦ Μελανίωνος οἱ σώφρονες.


μύθο θέλω να σας πω,π'ακουσα κάποτε

όταν ακόμα ήμουνα παιδί

ήταν κάποιος λοιπόν Μελανιων νεαρός 

π'αποφευγοντας το γάμο έφτασε στην ερημιά

και στα όρη κατοικούσε

και λαγοκυνηγουσε

δίχτυα είχε πλέξει

κι είχε και σκυλί

και ποτέ δεν κατέβηκε στο σπίτι απο μίσος

τις γυναίκες είχε σιχαθει

κι από κείνον,εμείς όχι λιγότερο

απ'τον Μελανιων οι φρονιμοι


Γέρων

βούλομαί σε γραῦ κύσαι--


θέλω γριά να σε φιλησω


Γυνή

κρόμμυόν τἄρ᾽ οὐκ ἔδει.


τότε κρεμμύδι δεν θα σου χρειαστεί


Γέρων

κἀνατείνας λακτίσαι.


το πόδι να σε κλωτσισω θα σηκωσω


Γυνή

τὴν λόχμην πολλὴν φορεῖς.    800


πολύ φουντωτα γενια εχεις


Χορὸς Γερόντων

καὶ Μυρωνίδης γὰρ ἦν

τραχὺς ἐντεῦθεν μελάμπυγός

τε τοῖς ἐχθροῖς ἅπασιν,

ὥς δὲ καὶ Φορμίων.


όμως κι ο Μυρωνίδης άγριος

ήταν κι επισης μαυροκωλος

κι όλους τους εχθρούς τρομαζε

όπως κι ο Φορμιων


Χορὸς Γυναικῶν

κἀγὼ βούλομαι μῦθόν τιν᾽ ὑμῖν ἀντιλέξαι    805

τῷ Μελανίωνι.

Τίμων ἦν ἀίδρυτός τις ἀβάτοισιν

ἐν σκώλοισι τὸ πρόσωπον περιειργμένος,    810

Ἐρινύων ἀποῤῥώξ.

οὗτος οὖν ὁ Τίμων

ᾤχεθ᾽ ὑπὸ μίσους

πολλὰ καταρασάμενος ἀνδράσι πονηροῖς.    815

οὕτω ᾽κεῖνος ὑμῶν ἀντεμίσει

τοὺς πονηροὺς ἄνδρας ἀεί,

ταῖσι δὲ γυναιξὶν ἦν φίλτατος.


κι εγώ θέλω με κάποιο μύθο στον δικό σας 

του Μελανιωνα ν'ανταπαντησω

ήταν κάποιος Τιμων στ'απατητα περιπλανωμενος

μ'αγκάθια το πρόσωπο περικλεισμενο

Ερινυων  βράχος κοφτερος

αυτός λοιπόν ο Τιμων

έφυγε απο μίσος

πολυ τους πονηρούς άντρες καταργιωντας

ετσ'εκεινος είχε το μίσος ανταποδώσει

σε σας τους πονηρούς άντρες για παντα

με τις γυναίκες όμως ήταν πολύ φιλικος

.

.

.

ΘΕΟΓΝΙΣ Ο ΜΕΓΑΡΕΥΣ -ΕΛΕΓΕΙΑΙ στιχ 15-18

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ-ΒΑΚΧΑΙ στιχ 862-876

(Μεταφράζοντας χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)

.

.



(Ένας ορισμός της Ομορφιάς)


ΘΕΟΓΝΙΣ Ο ΜΕΓΑΡΕΥΣ(570-475 πΧ)-ΕΛΕΓΕΙΑΙ


Μοῦσαι καὶ Χάριτες, κοῦραι Διός, αἵ ποτε Κάδμου   15

ἐς γάμον ἐλθοῦσαι καλὸν ἀείσατ' ἔπος,

’ὅττι καλόν, φίλον ἐστί· τὸ δ' οὐ καλὸν οὐ φίλον ἐστί,’

τοῦτ' ἔπος ἀθανάτων ἦλθε διὰ στομάτων.


Μούσες και Χάριτες,του Δία κόρες,εσείς που κάποτε 15

στου Κάδμου το γάμο ήρθατε κι ομορφοτραγουδησατε

'οτι όμορφο,αγαπιέται,αυτό που όμορφο δεν είναι δεν αγαπιεται'

αυτά τα λόγια απ'των αθανάτων ήρθανε τα στόματα

.

.



(Η υπέροχη εικόνα του μικρού ελαφιού)


ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ(480-406 π.Χ)-ΒΑΚΧΑΙ

(γράφτηκε το 407 π.Χ στη Πέλλα της Μακεδονίας του βασιλιά Αρχελάου,και παίχτηκε το 405 π.Χ στην Αθήνα από τον γιο η' τον εγγονό του)


ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


ΧΟΡΟΣ. ἆρ᾽ ἐν παννυχίοις χοροῖς [στρ.]

θήσω ποτὲ λευκὸν

πόδ᾽ ἀναβακχεύουσα, δέραν

865αἰθέρ᾽ ἐς δροσερὸν ῥίπτουσ᾽,

ὡς νεβρὸς χλοεραῖς ἐμπαί-

ζουσα λείμακος ἡδοναῖς,

ἁνίκ᾽ ἂν φοβερὰν φύγηι

θήραν ἔξω φυλακᾶς

870εὐπλέκτων ὑπὲρ ἀρκύων,

θωύσσων δὲ κυναγέτας

συντείνηι δράμημα κυνῶν,

μόχθοις δ᾽ ὠκυδρόμοις ἀελ-

λὰς θρώισκηι πεδίον

παραποτάμιον, ἡδομένα

875βροτῶν ἐρημίαις σκιαρο-

κόμοιό τ᾽ ἔρνεσιν ὕλας;


ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


ΧΟΡΟΣ.αραγε σ'ολονυχτιους χορούς

θα τιναξω ποτέ τ'ασπρο

πόδι απο βακχικη μανία κυριευμενη,

το λαιμό στο δροσερό αέρα να υψώσω,865

όπως ελαφάκι στις χλωρες

παίζει του λιβαδιου τις χαρες

όταν φοβερό θα ξεφύγει

κυνήγι πέρα απ'την ενέδρα 

πάνω απ'τα καλοπλεχτα δίχτυα,870

τα φωναγματα των κυνηγών

ν'αυξησουν το τρέξιμο των σκυλων

κατοπονημενο απ'τό γρηγορο τρεξιμο

σα θυελλα σε πεδιάδα ξεπετιετε

παραποτάμια,χαρουμενο

στην ερημιά απ'ανθρωπους 875

και στου βαθυσκιωτου δάσους τα βλαστάρια;

.

.

.


ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ,ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΙ

ΛΑΛΙΑΣ (Ο ΛΑΛΙΣΤΑΤΟΣ)(Ο Πολυλογας)

-μεταφραση και μετά προεκτασεων πολυλογιας χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Θεόφραστος (371 π.Χ-287 π.Χ) Έλληνας φιλόσοφος διάδοχος του Αριστοτέλη 

στη Περιπατητικη Σχολή της Αθήνας για 25 χρόνια,καταγόμενος από την

Ερεσό της Λέσβου,νεαρός σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα και μετά

στη Περιπατητικη Σχολή του Αριστοτελη

.

.

ΛΑΛΙΑΣ 

Ζ'

(Ο ΛΑΛΙΣΤΑΤΟΣ)

(Ο Πολυλογας)


[1] Ἡ δὲ λαλιά, εἴ τις αὐτὴν ὁρίζεσθαι βούλοιτο, εἶναι ἂν δόξειεν 

ἀκρασία τοῦ λόγου, 

ὁ δὲ λάλος τοιοῦτός τις, 

[2] οἷος τῷ ἐντυγχάνοντι εἰπεῖν, ἂν ὁτιοῦν πρὸς αὐτὸν φθέγξηται, ὅτι 

οὐθὲν λέγει καὶ ὅτι αὐτὸς πάντα οἶδεν καὶ, ἂν ἀκούῃ αὐτοῦ, μαθήσεται· 

καὶ μεταξὺ δὲ ἀποκρινομένῳ ἐπιβάλλειν εἴπας· 

Σὺ μὴ ἐπιλάθῃ, ὃ μέλλεις λέγειν, καὶ Εὖ γε, ὅτι με ὑπέμνησας, καὶ Τὸ 

λαλεῖν ὡς χρήσιμόν που, καὶ  Ὃ παρέλιπον, καὶ Ταχύ γε συνῆκας τὸ πρᾶγμα, 

καὶ Πάλαι σε παρετήρουν, εἰ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐμοὶ κατενεχθήσῃ· καὶἑτέρας 

ἀρχὰς τοιαύτας πορίσασθαι, ὥστε μηδὲ ἀναπνεῦσαι τὸν ἐντυγχάνοντα. 

[3] καὶ ὅταν γε τοὺς καθ' ἕνα ἀπογυμνώσῃ, δεινὸς καὶ ἐπὶ τοὺς ἀθρόους 

[καὶ] συνεστηκότας πορευθῆναι καὶ φυγεῖν ποιῆσαι μεταξὺ χρηματίζοντας. 

[4] καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα δὲ καὶ εἰς τὰς παλαίστρας εἰσιὼν κωλύειν τοὺς 

παῖδας προμανθάνειν· τοσαῦτα καὶ προσλαλεῖν τοῖς παιδοτρίβαις καὶ διδασκάλοις. 

[5] καὶ τοὺς ἀπιέναι φάσκοντας δεινὸς προπέμψαι καὶ ἀποκαταστῆσαι εἰς 

τὴν οἰκίαν. 

[6] καὶ πυθόμενος [τὰ ἀπὸ] τῆς ἐκκλησίας ἀπαγγέλλειν, προσδιηγήσασθαι 

δὲ καὶ τὴν ἐπ' Ἀριστοφῶντος τότε γενομένην τῶν ῥητόρων μάχην 

[καὶ τὴν Λακεδαιμονίοις ὑπὸ Λυσάνδρου], καὶ οὕς ποτε λόγους αὐτὸς 

εἴπας εὐδοκίμησεν ἐν τῷ δήμῳ, 

καὶ κατὰτῶν πληθῶν γε ἅμα διηγούμενος κατηγορίαν παρεμβαλεῖν, ὥστε 

τοὺς ἀκούοντας ἤτοι ἐπιλαθέσθαι ἢ νυστάξαι ἢ μεταξὺ καταλιπόντας ἀπαλλάττεσθαι. 

[7] καὶ συνδικάζων δὲ κωλῦσαι κρῖναι καὶ συνθεωρῶν θεάσασθαι καὶ 

συνδειπνῶν φαγεῖν λέγων, 

ὅτι χαλεπὸν τῷ λάλῳ ἐστὶ σιωπᾶν, καὶ ὡς ἐν ὑγρῷ ἐστιν ἡ γλῶττα, καὶ  

ὅτι οὐκ ἂν σιωπήσειεν, οὐδ'  εἰ  τῶν  χελιδόνων δόξειεν  εἶναι λαλίστερος. 

[8]  καὶ  σκωπτόμενος ὑπομεῖναι καὶ  ὑπὸ  τῶν αὑτοῦ παιδίων,  ὅταν  αὐτὸν  

ἤδη  καθεύδειν βουλόμενα κελεύῃ  λέγειν·  Τάτα, λαλεῖν  τι  ἡμῖν,  ὅπως  

ἂν  ἡμᾶς  ὕπνος λάβῃ.


Ο ΛΑΛΙΣΤΑΤΟΣ

(Ο Πολυλογας)


την πολυλογια αν κάποιος θελησει να την ορίσει θα την έλεγε ακράτεια 

λόγου,

ο λαλιστατος(ο Πολυλογας) τέτοιος είναι,

που οποιον συναντά κι ότι και να του πει τον κόβει λέγοντας,τίποτα δεν λες,

κι ότι αυτός τα πάντα γνωρίζει,κι αν τον ακούσει θα μάθει,κι αν εν τω μεταξύ 

ο άλλος επιχειρήσει να του αποκριθεί τον σταματαει λεγοντας,προσεξε,αυτό 

που προκειται να πεις,και μπράβο που μου το θύμισες,και να μιλάς είναι 

χρήσιμο,α κι αυτό που μου διέφυγε,αμέσως το κατάλαβες,και το περίμενα 

πως στο ίδιο με μένα θα κατέληγες,

κι άλλες αφορμές τέτοιες βρίσκει ώστε να μην μπορεί να πάρει αναπνοή 

ο άνθρωπος,

κι όταν έτσι κάθε έναν ξεβρακωσει,ορμάει  και στις συνελεύσεις και τους 

κάνει να φύγουν ενώ συζητούσαν τις υποθέσειςτους,

και στα διδασκαλεία και στις παλαίστρες μπαίνοντας εμποδίζει τα παιδιά,

στην εκπαίδευση μιλώντας ακατάσχετα στους γυμναστές και στους δασκαλους,

(τυχερός είναι γιατι επί Σόλωνος θα του'κοβαν τη γλώσσα συριζα με το κεφαλι)

κι εκείνους που θα του πουν φεύγουμε,δεν το βάζει κάτω και τους περνει

από πίσω μιλώντας τους μέχρι το σπίτι,

κι αν τον ρωτήσουν για τα τεκμαινομενα στην εκκλησία του δήμου να πει,

επί πλέον τους λέει και για την γενομένη(το 330 π.Χ)  επί (άρχοντος) Αριστοφωντους αντιμαχια λογων (Υπέρ Κτησιφώντος Περί του Στέφανου

και Κατά Κτησιφωντος)των ρητόρων(Δημοσθένους και Αντισθένους),

( και όταν(επί εποχής των Λακεδαιμονιακων) εξαναγκασθηκαν οι Αθηναίοι 

από τον Λύσανδρο να δεχθούν τους τριάκοντα τυράννους)

και πως για τους λόγους που κάποτε αυτός εκφώνησε στην εκκλησία 

του δήμου παρά πολύ επιδοκιμασθηκε,

και ταυτόχρονα προσθέτει κατηγορίες κατά του πλήθους,ώστε οι ακροατές

είτε δεν τον προσέχουν νυσταζωντας,είτε εν τω μεταξύ τον ξεφορτώνονται αφήνοντας τον μόνο,

κι οταν δικάζει με άλλους εμποδίζει τη κρίση, και στο θέατρο (τους άλλους)να παρακολουθήσουν,και δειπνωντας με άλλους να φάνε μιλωντας,

ότι είναι πολύ δύσκολο ο λαλιστατος(ο πολυλογας) να σιωπήσει,κι οπως στο νερό (το ψάρι γλωσσα)η γλωσσα (αεικίνητη)ειναι,κι ότι δεν θα μπορέσει να σιωπήσει,ούτε κι αν τον πάρουν πως κι απ'τα χελιδόνια πιο λαλιστατος ειναι,

και τις κοροιδειες υπομένει κι απ'τα ίδια τα παιδιά του,όταν θέλουν να τους

πάρει ο ύπνος τον παρακαλούν να τους πει:

'Τατα,πες μας κάτι,για να μας πιασει υπνος'

.

.

(Και μόνο γι'αυτό το βρεφικό Τατα,άξιζε η μετάφραση,πόσο αρχαίο,βαθειά,

στη γλώσσα μας ήταν αυτό που λέγαμε,ψελλιζαμε,παιδιά:

Ο Τατας,ο Πατέρας)

.

.

και μετά προεκτασεων πολυλογιας χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Πολυλογας,

Ιδού ο Άνθρωπος κατά το Λασκαρικον,

οποίον πιάσει δεν τον αφήνει να σταυρώσει κουβέντα,

τον ρωταει:ξέρεις γιατι γίνεται αυτό;

βέβαια ρητορικό ερώτημα,γιατί αντί να απαντήσει ο ερωτουμενος,

απαντάει αυτός διεξοδικά και αναλυτικά,

να σου πω

όταν σε αυτά λέει τολμας να ψελισεις μια γνώμη σου είτε μια αντίρρηση,

σε διακόπτει με αυστηρό τρόπο,

δεν τελείωσα,μην με διακόπτεις,

να τώρα δεν θυμάμαι τι έλεγα,

και πως να θυμηθεί αφού η γλώσσα προτρέχει της διανοιας,

και συνεχίζει ακάθεκτος την πολυλογια του,πηδωντας επί παντός επιστητού,

διανθίζει,δια το αντιρρητον των λόγων,τη πολυλογια του με τεχνικές λέξεις,

αρέσκεται ιδιαίτερα στις ξενικές,a priori,a posteriori,de facto,κλπ

κουνάει τα χέρια του και το κεφάλι,αλλάζει τον τόνο της φωνής,για να προσδώσει έμφαση και σοβαρότητα στα λόγια του,

για την πιστότητα τους ουδόλως ενδιαφέρεται,

ζήτω η αληθοφανεια,

είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη του να μιλά,

ένα θα λέγαμε ένστικτο αυτοσυντήρησης,

είμαι ισχυρός και πρέπει να σου επιβληθω,

αν σου στερήσω τη δυνατότητα του λόγου 

τότε σου μπλοκάρω τη σκέψη και σε εξουσιάζω,

εγώ τότε νιώθω την ανωτερότητα μου,

βέβαια ότι ο συνομιλητής τους,ας τον πούμε έτσι,νυστάζει και τον βαριέται,

που έμπλεξα λέει από μέσα του δεν θα σταματήσει καμια φορα,και πόσο 

θα'θελε να χτυπήσει το τηλέφωνο του,σαν από μηχανής θεός,να απαλλαχτεί 

από τη πολυλογια του,

πρέπει να γίνει μια διάκριση:ο πολυλογας διαφέρει από τον φλύαρο,

ο φλύαρος λέει ότι να'ναι,λόγια του αέρα,παιδικό κατάλοιπο,

ο πολυλογας όμως μιλάει εν συνειδήσει,εξουσιαστική επιθυμια,

και βέβαια για να το πετύχει αυτό,πρεπει να διαβάζει επισταμένως(;) βιβλία,εφημερίδες,να βλέπει τηλεόραση,

να εχει δηλαδή ένα μπακ γκραουντ τεράστιο απ'τό οποίο,εσενατον ανίδεο, 

να σε πυροβολεί ακαταπαύστως με τις λεξεις-βληματα του,

αν οι συλλογισμοί του,γιατί με συλλογισμους μιλάει,αν αυτό τότε εκείνο,άρα,

κατά συνέπεια,εξετασθούν λογικά είναι ψευδοσυλλογισμοι,

δογματικοι,

αυτό να το δεχτείς,ότι ετσι είναι,,τοτε τα επακόλουθα από αυτό είναι ετσι,

πολυλογια με σοφίσματα,

και βέβαια ταυτολογια:μιλάω για να μιλάω,

φαύλος κύκλος,

θέλει να πείσει,αυτός είναι ο στόχος του,και δεν τον ενδιαφέρει για το μέσο 

που χρησιμοποιεί για να το πετύχει,

γι'αυτό και μιλάει συνεχώς,με παραλλαγές του ίδιου,το λέει και το ξαναλέει,

αν δεν το κατάλαβες έτσι να στο πω αλλιώς,

φαίνεται πως ο πολυλογας δίνει μια θεατρική παράσταση,παίζει ένα μονόλογο,

αυτό το έχει ανάγκη ,όπως ο ηθοποιος,για να υπαρξει να παίξει μπροστά σε 

ακροατή,αλλά και ταυτόχρονα,σε θεατη,

αν προσέξατε,κι εγώ με αυτό το κείμενο πολυλογω,

και αν συνεχίσω δεν θα έχω σταματημό,

δικαιολογημένα γιατί για να μιλήσεις για τον πολυλογα μάλλον αναπόφευκτα

θα πρέπει να...πολυλογισεις,

αλλιώς πως θα καταλάβεις(εσύ ο ακροατής μου στον οποίο πολυλογω) τι είναι πολυλογια,

πριν νυσταξετε,η' χτυπήσουν τα τηλέφωνα σας,διακόπτω εδώ σε αυτό το 

σημείο την πολυλογια,

τουλάχιστον έχεις ένα κέρδος:πολυλογοντας σου έμαθα την πολυλογια,

τώρα ποιο αυτό το κέρδος;

καλλίτερα να μην πολυλογισω 

.

.

.



Όμηρου Ιλιάς

ο παραλίγον φόνος του Αγαμέμνονα από τον Αχιλλέα

(ραψωδία Α',στίχοι 193-195)

- μετάφραση σχόλιο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


............................................καὶ ἐμοῖς ἑτάροισι

πέμψω, ἐγὼ δέ κ’ ἄγω Βρισηΐδα καλλιπάρῃον

αὐτὸς ἰὼν κλισίην δὲ τὸ σὸν γέρας ὄφρ’ ἐῢ εἰδῇς185

ὅσσον φέρτερός εἰμι σέθεν, στυγέῃ δὲ καὶ ἄλλος

ἶσον ἐμοὶ φάσθαι καὶ ὁμοιωθήμεναι ἄντην.»

Ὣς φάτο· Πηλεΐωνι δ’ ἄχος γένετ’, ἐν δέ οἱ ἦτορ

στήθεσσιν λασίοισι διάνδιχα μερμήριξεν,

ἢ ὅ γε φάσγανον ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ190

τοὺς μὲν ἀναστήσειεν, ὃ δ’ Ἀτρεΐδην ἐναρίζοι,

ἦε χόλον παύσειεν ἐρητύσειέ τε θυμόν.

ἧος ὃ ταῦθ’ ὥρμαινε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν,

ἕλκετο δ’ ἐκ κολεοῖο μέγα ξίφος, ἦλθε δ’ Ἀθήνη 

οὐρανόθεν·


......................................και τους ανθρώπους μου

θα στείλω,εγώ θα'ρθω ο ιδιος την ωριομαγουλη  

να φέρω Βρισηίδα στη σκηνή το έπαθλο σου,

για να δεις πόσο ανωτεροςαπό σένα είμαι 

και να τρομάξει οποιος άλλος ισχυρισθεί πως ίσος 

με μένα είναι και να εξομοιωθεί .μπροστά μου,

έτσι είπε.και στον Πηλειδη έγινε ταραχή

μέσ'στη καρδιά στα στήθια τα δασυτριχα

και σε δύο ταλαντευθηκε,η' το κοφτερό

να τραβήξει μαχαίρι απ'το πλάι διαλύοντας

τους άλλους και τον Ατρειδη να σφαξει

η' την οργή να καταπαυσει τη καρδιά συγκρατώντας

που απ'το νου και τη ψυχή  ορμούσε,

το μεγάλο τράβηξε απ'τη θήκη  ξίφος,και τότε η Αθήνα 

απ'τον.ουρανο ηρθε

.

.

Σχόλιο πάνω στον παραλίγον φόνο του Αγαμέμνονα από τον Αχιλλέα

(Ομήρους Ιλιάς,ραψωδία Α',στίχοι 193-195)

- χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


αυτή η Αθήνη με τα ουρανοθεν της εκτός 

που τον Ατρειδη Αγαμεμνωνα γλυτωσε

απ'το σφάξιμο του Αχιλλέα Πειλιδη

πρωτευόντως γλύτωσε την Ιλιάδα,

γιατί στη ραψωδία Α'  στίχος 194

ἕλκετο δ’ ἐκ κολεοῖο μέγα ξίφος   

απ'τη θηκη το μεγάλο ξίφος τραβιωνταν

το Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος  

τετελεσμένο οριστικα στους 194 στιχους

ευτυχως από μηχανής θεάς σώθηκε 

το επος κι επεκτάθηκε στους 15.693

.

.

.


Περίλαος Ἀττικὸς ἐν ταύρῳ τῷ χαλκέῳ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Πίνδαρος Πυθιόνικοι1.95-Διόδωρου Σικελιώτη Ιστορική ΒιβλιοθήκηmΘ.19.1

(μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

.

.

Περίλαος Ἀττικὸς ἐν ταύρῳ τῷ χαλκέῳ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


εκείνος ο Ακραγαντινος τύραννος Φαλαρις πως ήτο ανηλεής

ιστορικά τεκμηριωμένο ειναι,άλλωστε ο Κικέρων προειδοποίησε

τον Ιούλιο Καίσαρα πως σε Φαλαρισμο τελικά θα καταλήξει

τώρα τα Περί Περιλαου Αττικού και χαλκού ταύρου επινοήσεις   

ο Πίνδαρος οὐ φθίνει Κροίσου φιλόφρων ἀρετά με υψηλη ρητορική 

υμνεί στους Πυθιονικους ενω ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει παντᾷ φάτις

μύθευμα και στου Διοδώρου Σικελιώτη την Ιστορική Βιβλιοθήκη  

το  διδακτικό ποίημα τι οι δολεροι άνθρωποι παθαίνουν

οι ίδιοι στο τέλος θύματα της μηχανής τους πεφτουν 

γιατί τέτοιοι ούτε και στους πιο τυρρανους δεν είναι αρεστοί

έτσι λοιπον του Φαλαρι ο μουσικός ταύρος έγινε ο καυστήρας του

εδώ στη Σικελία έχουν τους δικούς τους ταύρους- ποταμούς

και ουδεμίαν χρειαν έχουν τους εισαγομενους Αττικούς

έπειτα ο Ακραγαντινος τους δικούς τρόπους συμμορφωνειν

και ἡδονὴν ἕξει και όχι τοῖς στεναγμοῖς αὐλοῖς μυκτήρων.


.

.

Πίνδαρος, Πυθιόνικοι 1.95 


οὐ φθίνει Κροίσου φιλόφρων ἀρετά: 95

τὸν δὲ ταύρῳ χαλκέῳ καυτῆρα νηλέα νόον

ἐχθρὰ Φάλαριν κατέχει παντᾷ φάτις,


του Κροίσου της φιλοφροσυνης η αρετή δεν σβηνει 95

αυτόν που σε ταύρο χάλκινο έκαιγε ανηλεής

τον Φαλαριν κακή φήμη πάντα θα βαραίνει

.

.

Διόδωρου του Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Θ.19.1


“ὃς Φάλαρις Περίλαον τὸν χαλκουργὸν ἐκεῖνον

τὸν Ἀττικὸν κατέκαυσεν ἐν ταύρῳ τῷ χαλκέῳ.

οὗτος γὰρ τὸ μηχάνημα τοῦ ταύρου χαλκουργήσας

τοῖς μυξωτῆρσι τοῦ βοὸς ἐτέκτηνεν αὐλίσκους,

ἀνέπτυξε καὶ θύραν δὲ πρὸς τῷ πλευρῷ τοῦ ταύρου·

καὶ δῶρον τῷ Φαλάριδι τοῦτον τὸν ταῦρον ἄγει.

Φάλαρις δὲ τὸν ἄνθρωπον ἐν δώροις δεξιοῦται,

τὸ δὲ μηχάνημα θεοῖς καθιεροῦν κελεύει.

ὡς δ᾽ ἀναπτύξας τὸ πλευρὸν ὁ χαλκουργὸς ἐκεῖνος

δόλον τὸν κακομήχανον ἐξεῖπεν ἀπανθρώπως,

εἴ τινα βούλει, Φάλαρι, κολάζειν τῶν ἀνθρώπων,

ἔνδον τοῦ ταύρου κατειργνὺς πῦρ ὑποστρώννυ κάτω·

δόξει δ᾽ ὁ ταῦρος στεναγμοῖς μυκᾶσθαι τοῖς ἐκείνου,

σὺ δ᾽ ἡδονὴν τοῖς στεναγμοῖς ἕξεις αὐλοῖς μυκτήρων.

τοῦτο μαθὼν ὁ Φάλαρις καὶ μυσαχθεὶς ἐκεῖνον,

ἄγε, φησί, Περίλαε, σὺ πρῶτος δεῖξον τοῦτο,

καὶ τοὺς αὐλοῦντας μίμησαι, τράνωσόν σου τὴν τέχνην.

ὡς δὲ παρέδυ μιμητὴς δῆθεν τῶν αὐλημάτων,

κλείει τὸν ταῦρον Φάλαρις καὶ πῦρ ὑποσωρεύει.

ὅπως δὲ τὸ χαλκούργημα θανὼν μὴ ἐμμιάνῃ,

κατὰ πετρῶν ἐκρήμνισεν ἐξάξας ἡμιθνῆτα.

γράφει περὶ τοῦ ταύρου δὲ Λουκιανὸς ὁ Σύρος,

Διόδωρος καὶ Πίνδαρος, σὺν τούτοις τε μυρίοι.” 


ο Φαλαρις εκείνον τον Περιλαο τον χαλκουργο

τον Αττικό μέσα στον χαλκινο κατευκασε ταυρο

αφού τούτος το μηχάνημα χαλκουργησε του ταυρου

λεπτούς αυλούς μεσ'στα ρουθούνια εχωσε του βοδιου 

και πόρτα άνοιξε στου ταύρου το πλευρο

δώρο στον Φαλαρι τον ταύρο αυτόν παει

αυτόν τον άνθρωπο ο Φαλαρις με δώρα δεχετε

και το μηχανημα στους θεούς αφιερωνει

τότ' ανοίγοντας το πλευρό ο χαλκουργος εκείνος

το δολερο κακο μηχανημα απάνθρωπα λεει

αν κάποιον απ'τους ανθρώπους θελήσεις Φαλαρι 

να τιμωρησεις

μέσ' στον ταύρο κλειστ' τον και φωτιά βάλε κατω

και μ' εκείνου τους στεναγμούς ο ταύρος θα μυκαζει  

ηδονή εσύ στους στεναγμούς θα πάρεις απ'τους αυλούς 

των ρουθουνιων

αυτό ο Φαλαρις ακουγωντας εκείνον τον σιχαθηκε

ελα,Περιλαε,είπε,πρώτος εσύ αυτό να μας το δειξεις

και μιμούμενος τους αυλητες,διατρανωσε τη τεχνη σου

τον ταύρο τότε κλείνει ο Φαλαρις και φωτιά κάτω βαζει

και για να μην εκεί πεθαίνοντας το χαλκουργημα μιανει

βγάζοντας μισοθανατο στα βράχια γκρεμισε

για τα περί του ταύρου γράφει ο Λουκιανός ο Σύρος

ο Διόδωρος κι ο Πίνδαρος μαζί μ'αυτους και μυριοι

.

.

Σχόλιο:

Φαλαρις,τύραννος από 570 πΧ-554 πΧ  του Ακράγαντα, Δωρική 

αποικια στη Κάτω Ιταλία,Σικελία

.

.

.


Η ΛΥΠΗ ΤΗΣ ΣΑΠΦΩΣ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ

- χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


εξόριστη δέκα χρόνια στη Σικελια νιώθει αβάσταχτη τη νοσταλγία 

της πατρίδας,

οι ντόπιοι εδώ τη βλέπουν σαν μια ξένη,παρείσακτη,που μολύνει 

τον τόπο τους,μίασμα,

γιατί ήρθε στον τόπο μας;ποτε θα φύγει;δεν την θέλουμε να φυγει

δεν σε κάνουν παρέα,ούτε σου μιλάνε,

κι αν βρεθει κρεμασμένη η' πνιγμένη δεν θα νιωσουν τη παραμικρή

λύπη,

επιτέλους απαλαχτηκαμε απ'αυτην, θα πουν,

εδώ τη διώξανε απ'τη πατρίδα της και μεις θα την λυπηθούμε,

ας έμενε εκεί στον τόπο της,

την ανάγκασαν λέει να φύγει,ψευτιες,με τη θέληση της εφυγε


τους καταλαβαίνει,οι άνθρωποι είναι αδύνατοι,φοβούνται,

και σκληραίνει η καρδιά τους


νύχτα,ξάγρυπνη,

σκοτεινιά,

το φεγγάρι έχει δυσει,

αυτό κοινό μοιράζεται με τη πατρίδα


η Λέσβος πόσο μακριά είναι;πόση αμέτρητη θάλασσα τη χωρίζει;


την πιάνει το παράπονο,


κατθάνοισα δὲ κείσηι οὐδέ ποτα μναμοσύνα σέθεν

ἔσσετ΄ οὐδὲ ποκ΄ ὔστερον· οὐ γὰρ πεδέχηις βρόδων

τὼν ἐκ Πιερίας· ἀλλ΄ ἀφάνης κἀν Ἀίδα δόμωι

φοιτάσηις πεδ΄ ἀμαύρων νεκύων ἐκπεποταμένα


σαν πεθάνεις κανείς δεν θα σε θυμάται

ποτέ πια,ούτε απ'τη Πιερία τριανταφυλλα

θα σε στολίζουν,

αλλά αφανής στου Άδη τον τόπο

θα'σαι μαζί με τά μαύρα των νεκρών

σκορπισμενα κορμια


 (μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)

.

.

.



ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ ΠΑΡΙΟΣ ΤΕΛΕΣΙΚΛΕΟΣ ΕΝΘΑΔΑΙ ΚΕΙΤΑΙ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)


χρημάτων ἄελπτον οὐδέν ἐστιν οὐδ΄ ἀπώμοτον

οὐδὲ θαυμάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυμπίων

ἐκ μεσαμβρίης ἔθηκε νύκτ΄, ἀποκρύψας φάος

ἡλίου λάμποντος, λυγρὸν δ΄ ἦλθ΄ ἐπ΄ ἀνθρώπους δέος.

ἐκ δὲ τοῦ καὶ πιστὰ πάντα κἀπίελπτα γίνεται

ἀνδράσιν· μηδεὶς ἔθ΄ ὑμέων εἰσορέων θαυμαζέτω

μηδ΄ ἐὰν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομὸν

ἐνάλιον, καί σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύματα

φίλτερ΄ ἠπείρου γένηται, τοῖσι δ΄ ὑλέειν ὄρος.


κανένα απ' τα πράγματα ανέλπιστο δεν ειναι

ούτε να ορκισθεις πως δεν γίνεται ούτε θαυμαστό,

αφου ο Ζευς ο πατέρας των Ολυμπιων απ'το μεσημέρι 

έκανε νύχτα,κρύβοντας το φως του ηλίου που ελαμπε,

και ισχυρός φόβος πλάκωσε τους ανθρώπους,

κανένας από σας βλεποντας να μην απορεί,ούτε αν  

με τα δελφίνια τ' άγρια θηρία ανταλλάξουν φωλιά θαλασσινή,

και σ'αυτα τα ηχηρά κύματα της θάλασσας πιο αγαπητά 

απ'τη στεριά γινουν,και σ'εκεινα το δασωμένο ορος


θυμέ, θύμ΄, ἀμηχάνοισι κήδεσιν κυκώμενε,

^ ἀναδευ δυσμενῶν δ΄ ἀλέξεο προσβαλὼν ἐναντίον

στέρνον ^ ἐνδοκοισιν ἐχθρῶν πλησίον κατασταθεὶς

ἀσφαλέως· καὶ μήτε νικέων ἀμφάδην ἀγάλλεο,

μηδὲ νικηθεὶς ἐν οἴκωι καταπεσὼν ὀδύρεο,

ἀλλὰ χαρτοῖσίν τε χαῖρε καὶ κακοῖσιν ἀσχάλα

μὴ λίην, γίνωσκε δ΄ οἷος ῥυσμὸς ἀνθρώπους ἔχει.


καρδιά μου,ψυχή μου,απ'τα αμαχητα  βάσανα ταραγμένη,

σηκωσου,απ'τα δυσκολα απομακρυνσου προβάλλοντας

μπροστά το στηθος στους εχθρούς που ενεδρευουν

κοντά να σταθείς μ'ασφαλεια,και μήτε νικώντας δημόσια 

να χαίρεσαι,μήτε νικημένος στο σπίτι πέφτοντας κάτω 

να οδυρεσε,αλλά στις χαρές να χαίρεσε,και στα κακά 

υπερβολικά να μην λυπάσαι,μάθε ποιος ρυθμος 

τους ανθρώπους διακατεχει


κήδεα μὲν στονόεντα Περίκλεες οὔτέ τις ἀστῶν

μεμφόμενος θαλίηις τέρψεται οὐδὲ πόλις·

τοίους γὰρ κατὰ κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης

ἔκλυσεν, οἰδαλέους δ΄ ἀμφ΄ ὀδύνηις ἔχομεν

πνεύμονας. ἀλλὰ θεοὶ γὰρ ἀνηκέστοισι κακοῖσιν

ὦ φίλ΄ ἐπὶ κρατερὴν τλημοσύνην ἔθεσαν

φάρμακον. ἄλλοτε ἄλλος ἔχει τόδε· νῦν μὲν ἐς ἡμέας

ἐτράπεθ΄, αἱματόεν δ΄ ἕλκος ἀναστένομεν,

ἐξαῦτις δ΄ ἑτέρους ἐπαμείψεται. ἀλλὰ τάχιστα

τλῆτε, γυναικεῖον πένθος ἀπωσάμενοι.


τα βάσανα με στεναγμούς Περικλή ούτε κάποιος απ'τους πολίτες 

βρίζοντας στις χαρές θα ευχαριστηθεί ούτε η πόλη,

αφού τόσους το κύμα της πολυηχης θάλασσας σκεπασε,

κι έχουμε απ'τους πόνους πρησμένα πνευμονια,

αλλά αφού οι θεοί στα αγιατευτα κακά,φίλε,την δυνατή

υπομονη έδωσαν φαρμακο,άλλοτε άλλος έχει τούτο,

τώρα σε μας στράφηκε,απ'την αιματηρή αναστεναζουμε πληγή,

ξανά πάλι σ'εοαφη μ'άλλους θα' ρθει,αλλά πολύ γρήγορα

κάντε υπομονή,το γυναικείο βογκητο αποφευγοντας

.

.

.

 







ΑΥΤΗ Η REAL POLITIC ΤΕΙΣΙΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΕΙΝΑΙ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis 

Μετά των Συναμαρτουμενων:

Θουκυδίδης, Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,βιβλίο Α',23

Ξενοφών Ελληνικά,βιβλίο Β',κεφαλαιο 2,20.21.22.23

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Θουκυδίδης, Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,βιβλίο Α'


[23] [23.1] Τῶν δὲ πρότερον ἔργων μέγιστον ἐπράχθη τὸ Μηδικόν, καὶ τοῦτο ὅμως δυοῖν ναυμαχίαιν καὶ πεζομαχίαιν ταχεῖαν τὴν κρίσιν ἔσχεν. τούτου δὲ τοῦ πολέμου μῆκός τε μέγα προύβη, παθήματά τε ξυνηνέχθη γενέσθαι ἐν αὐτῷ τῇ Ἑλλάδι οἷα οὐχ ἕτερα ἐν ἴσῳ χρόνῳ. [23.2] οὔτε γὰρ πόλεις τοσαίδε ληφθεῖσαι ἠρημώθησαν, αἱ μὲν ὑπὸ βαρβάρων, αἱ 

δ’ ὑπὸ σφῶν αὐτῶν ἀντιπολεμούντων (εἰσὶ δ’ αἳ καὶ οἰκήτορας μετέβαλον ἁλισκόμεναι), οὔτε φυγαὶ τοσαίδε ἀνθρώπων καὶ φόνος, ὁ μὲν κατ’ αὐτὸν τὸν πόλεμον, ὁ δὲ διὰ τὸ στασιάζειν.


[23] [23.1]από τα προτυτερα έργα το πιο μεγάλο που επραχθει ήταν το Μηδικόν,και τούτο όμως σε δύο ναυμαχίες και πεζομαχιες κρίθηκε,τούτου του πολέμου και παρά πολύ το διάστημα παρατάθηκε,και συμφορές έγιναν που υποφεραν σ''αυτον στην Ελλάδα,όπου τετοιες όχι άλλες σε ίσο χρονο [23.2] ούτε πόλεις τόσες αφού καταλήφθηκαν ερημώθηκαν,

άλλες από τους βάρβαρους,άλλες από αυτους των ίδιους τους  αντιπολεμουντες(είναι και μερικές που κατοίκους άλλαξαν κυριευομενες),ούτε τόσες εξορίες ανθρώπων και φόνοι,άλλοι στον πόλεμο,άλλοι λόγω στασιασμου


ΑΥΤΗ Η REAL POLITIC ΤΕΙΣΙΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΕΙΝΑΙ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis 


ζητημα χρόνου ήτο ο Μηδικος χρυσός να γυρει τον ζυγόν των αντιπάλων

Ελληνων,στους Αιγός Ποταμούς οι Λακεδαιμόνιοι το 405 κατανικουν

τους Αθηναίους,και το 405 η Παραλος το ιερό πλοίο στον Πειραιά 

καταπλέει ανακοινώνοντας την καταστροφή,ολοι τωρα κατάλαβαν 

πως είναι πραγματικά το τέλος,και πως αντιστάθηκαν κανένα δεν είχε κέρδος,

απ'τον ενσκηψαντα λοιμό αφανίστηκαν πολιορκουμενοι,

τελικά δέχθηκαν τους όρους που έφερεν με τους πρεσβεις ο Θηραμένης,

κατεδάφιση των Μακρών τειχών και του Πειραιά,παραχώρηση όλων τα πλοίων

πλην δώδεκα,επιστροφή των εξόριστων,φίλος των Λακεδαιμονιων και εχθρός

φίλος των Αθηναίων και εχθρός,κι όπου αυτοί εκστρατεύουν να ακολουθούν,

μ'αυτα  υπογράφηκε η ειρήνη,όταν δε ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος στον Πειραια

κατέπλευσε με ηχους αυλητριδων γκρεμίζονταν τα τείχη πιστευοντας 

πως πλέον η ελευθερία στην Ελλάδα θα αρχει


άραγε μέσα σ' αυτά τα μεγάλα γεγονότα κάποιος να θυμήθηκε τι είχε 

de facto ειπωθεί το 416 στους Μηλιους;

Δίκαια μεν εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται, 

δυνατά δε οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς συγχωρούσιν

τώρα όμως τα δυνατά οι προύχοντες Λακεδαιμόνιοι πρασσουσι 

και οι ασθενείς Αθηναίοι συγχωρούσιν

αυτή η real politic τείσις των Αθηναίων είναι

.

.

Ξενοφών Ελληνικά,βιβλίο Β',κεφαλαιο 2.20.21.22.23


.2.2.20 Λακεδαιμόνιοι δὲ οὐκ ἔφασαν πόλιν Ἑλληνίδα ἀνδραποδιεῖν μέγα ἀγαθὸν εἰργασμένην ἐν τοῖς μεγίστοις κινδύνοις γενομένοις τῇ Ἑλλάδι, ἀλλ' ἐποιοῦντο εἰρήνην ἐφ' ᾧ τά τε μακρὰ τείχη καὶ τὸν Πειραιᾶ καθελόντας καὶ τὰς ναῦς πλὴν δώδεκα παραδόντας καὶ τοὺς φυγάδας καθέντας τὸν αὐτὸν ἐχθρὸν καὶ φίλον νομίζοντας Λακεδαιμονίοις ἕπεσθαι καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ὅποι ἂν ἡγῶνται. 21 Θηραμένης δὲ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ πρέσβεις ἐπανέφερον ταῦτα εἰς τὰς Ἀθήνας. εἰσιόντας δ' αὐτοὺς ὄχλος περιεχεῖτο πολύς, φοβούμενοι μὴ ἄπρακτοι ἥκοιεν: οὐ γὰρ ἔτι ἐνεχώρει μέλλειν διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀπολλυμένων τῷ λιμῷ. 22 τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀπήγγελλον οἱ πρέσβεις ἐφ' οἷς οἱ Λακεδαιμόνιοι ποιοῖντο τὴν εἰρήνην: προηγόρει δὲ αὐτῶν Θηραμένης, λέγων ὡς χρὴ πείθεσθαι Λακεδαιμονίοις καὶ τὰ τείχη περιαιρεῖν. ἀντειπόντων δέ τινων αὐτῷ, πολὺ δὲ πλειόνων συνεπαινεσάντων, ἔδοξε δέχεσθαι τὴν εἰρήνην. 23 μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρός τε κατέπλει εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ οἱ φυγάδες κατῇσαν καὶ τὰ τείχη κατέσκαπτον ὑπ' αὐλητρίδων πολλῇ προθυμίᾳ, νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν 

τῇ Ἑλλάδι ἄρχειν τῆς ἐλευθερίας.


2.2.20 Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν είπαν ότι δεν θα σκλαβωσουν Ελληνική πόλη που 

πολύ μεγάλο αγαθό έχει προσφέρει στους πολύ μεγάλους κινδύνους που έχουν

γίνει στην Ελλάδα,αλλά θα έκαναν ειρηνη εφοσον  και τα μακρά τειχη και του Πειραιά γκρεμίσουν και τα πλοία εκτός από δώδεκα παραδώσουν  και τους εξόριστους επαναφέρουν ,τον ίδιο εχθρό και φίλο με τους Λακεδαιμονίους να νομίζουν και να 

τους ακολουθούν και κατά γη και κατά θάλασσα όπου κιαν οδηγουν.21ο Θηραμένης και 

οι πρέσβεις που ήταν μαζί του έφεραν αυτά στην Αθήνα,και μπαίνοντας αυτούς πολύς

όχλος τους περικύκλωσε,φοβούμενοιμήπως άπρακτοι έφθασαν,γιατί δεν ήταν καιρός για καθυστέρηση λόγω του πλήθους των αφανισμενων στον λοιμό.22 την επόμενη ανηγγειλαν οι πρέσβεις με ποιους όρους  οι Λακεδαιμόνιοι θα έκαναν την ειρήνη.μιλησε γι'αυτούς 

ο Θηραμένης,λεγωντας  πως πρέπει να υπακούσουν στους Λακεδαιμονιους και τα τείχη να αφαιρέσουν.ενω κάποιοι έφεραν αντίρρηση σ'αυτον,η πλειοψηφία συναινωντας,ψήφισε 

να δεχθεί την ειρηνη.23 μετά από αυτά και ο Λύσανδρος καταπλέει στον Πειραιά και οι εξόριστοι επέστρεψαν και τα τείχη κατεσκαπταν υπό τους ήχους αυλητριδων  με πολύ προθυμία,νομίζοντας ότι από εκείνη την ημέρα στην Ελλάδα θα κυριαρχεί η ελευθερια

.

.

.




Hercules' Enigma-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΝΙΚΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΣΤΟΝ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟ

ΗΡΑΚΛΗ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ,στιχοι140-169

-κειμενο και μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Η τραγωδία Μαινόμενος Ηρακλής του Ευριπίδη παίχθηκε το 416 πΧ

Υπόθεση:

Ο Ηρακλής έχει κατέβει στον Άδη,ο Λύκος που έχει σκοτώνει τον Κρέοντα

και πάρει το θρόνο απειλεί με θάνατο τον πατέρα του Ηρακλή Αμφιτρύωνα,

τη γυναίκα του Μεγάρα και τα παιδιά του,αυτοί καταφεύγουν ικέτες,επιστρέφοντας 

ο Ηρακλής σκοτώνει τον Λύκο,όμως η Ήρα του 

θολώνει τα μυαλά και σκοτώνει τη Μεγάρα και τα παιδιά του,τον πιάνουν 

και τον δένουνσε ένα στυλό,όταν συνέρχεται οδύρεται για αυτά που έκανε,

ο Θησέας προσπαθεί να τον συνεφέρει λέγοντας του πως ο ανδρείος αντρας

πρέπει όλα να τα υπομένει και τον παίρνει στην Αθήνα για καθαρση


Ο Δικανικος Λόγος του Λύκου:

Ο Λύκος στους στίχους 140 -169 αναπτύσει έναν καθαρά δικανικό λόγο,

(προσφιλής μέθοδος ανάπτυξης στις τραγωδίες του Ευριπίδη)

εκθέτει,θελωντας να πείσει,τους λόγους της θανάτωσης του πατέρα

του Ηρακλή Αμφιτρύωνα ,της γυναίκας του Μέγαρα και των παιδιών του:


-

Λόγοι Εξουσίας:

ειμαι κύριος,και ως εκ τούτου, έχω το  δικαίωμα να μιλω και να κρίνω την

τύχη των υπηκοων του

τὸν Ἡράκλειον πατέρα καὶ ξυνάορον, 140

εἰ χρή μ᾽, ἐρωτῶ· χρὴ δ᾽, ἐπεί γε δεσπότης

ὑμῶν καθέστηχ᾽, ἱστορεῖν ἃ βούλομαι.


-

Σχετικοποιηση της ζωής:

γιατι να θέλει κάποιος να επιμηκύνει τον βίο του,όταν από τη φύση είναι

τόσο σύντομος

τίν᾽ ἐς χρόνον ζητεῖτε μηκῦναι βίον;

-

Πραγματικότητα,Αντικειμενικότητα:

αν περιμένουν βοήθεια από τον Ηρακλή,ας μην ελπίζουν,κανείς δεν γύρισε

από τον Άδη

τίν᾽ ἐλπίδ᾽ ἀλκήν τ᾽ εἰσορᾶτε μὴ θανεῖν;

ἦ τὸν παρ᾽ Ἅιδηι πατέρα τῶνδε κείμενον 145

πιστεύεθ᾽ ἥξειν; 


-

Αποδοχή του Αναπόφευκτου:

επειτα γιατι δίνουν παραπάνω αξία στην θλίψη του θανατου,αφού πρέπει

οπωσδήποτε να πεθανουν

ὡς ὑπὲρ τὴν ἀξίαν

τὸ πένθος αἴρεσθ᾽, εἰ θανεῖν ὑμᾶς χρεών


-

Αποδομησεις:


πρώτον, αποδομηση του Αμφιτρύωνα:

τι νομίζει πως είναι;τίποτα άλλο παρά ένας ανόητος που καυχιεται σε όλη

την Ελλάδα πως κοιμήθηκε την ίδια γυναίκα με τον Θεό,τον Δία,κι έχουν 

κοινά παιδιά

σὺ μὲν καθ᾽ Ἑλλάδ᾽ ἐκβαλὼν κόμπους κενοὺς

ὡς σύγγαμός σοι Ζεὺς τέκνου τε κοινεών,


δευτερον,αποδόμηση του Ηρακλή:

δοξασμένος βέβαια,σαν κυνηγός θηρίων,της Λερναίας Ύδρας, του Λεοντα

της Νεμέας,αλλά όχι θαρραλεος,με τον τόξο,ένα άχαρο όπλο,έτοιμος κάθε

στιγμη να το βάλει στα πόδια,ενώ οι πραγματικά γενναίοι άντρες κρατούν κοντά τους δόρυ  κι ασπίδα και μ'αυτα αγωνίζονται κοιτώντας κατάματα την αιματηρη μαχη

σὺ δ᾽ ὡς ἀρίστου φωτὸς ἐκλήθης δάμαρ.150

τί δὴ τὸ σεμνὸν σῶι κατείργασται πόσει,

ὕδραν ἕλειον εἰ διώλεσε κτανὼν

ἢ τὸν Νέμειον θῆρ᾽, ὃν ἐν βρόχοις ἑλὼν

βραχίονός φησ᾽ ἀγχόναισιν ἐξελεῖν;

τοῖσδ᾽ ἐξαγωνίζεσθε; τῶνδ᾽ ἄρ᾽ οὕνεκα 155

τοὺς Ἡρακλείους παῖδας οὐ θνήισκειν χρεών;

ὁ δ᾽ ἔσχε δόξαν οὐδὲν ὢν εὐψυχίας

θηρῶν ἐν αἰχμῆι, τἄλλα δ᾽ οὐδὲν ἄλκιμος,

ὃς οὔποτ᾽ ἀσπίδ᾽ ἔσχε πρὸς λαιᾶι χερὶ

οὐδ᾽ ἦλθε λόγχης ἐγγὺς ἀλλὰ τόξ᾽ ἔχων,160

κάκιστον ὅπλον, τῆι φυγῆι πρόχειρος ἦν.

ἀνδρὸς δ᾽ ἔλεγχος οὐχὶ τόξ᾽ εὐψυχίας

ἀλλ᾽ ὃς μένων βλέπει τε κἀντιδέρκεται

δορὸς ταχεῖαν ἄλοκα τάξιν ἐμβεβώς.


-

Λογοι Προνοητικότητας, Αυτοσυντήρησης:

έχοντας σκοτώσει τον Κρέοντα και πάρει το θρόνο πρέπει να περιμένει

εκδίκηση,γι'αυτό προνοεί:να εξαλειφθούν οι μελλοντικοί εκδικητές,

τα παιδια

ἔχει δὲ τοὐμὸν οὐκ ἀναίδειαν, γέρον,165

ἀλλ᾽ εὐλάβειαν· οἶδα γὰρ κατακτανὼν

Κρέοντα πατέρα τῆσδε καὶ θρόνους ἔχων.

οὔκουν τραφέντων τῶνδε τιμωροὺς ἐμοὶ

χρήιζω λιπέσθαι, τῶν δεδραμένων δίκην.

.

.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ-ΜΑΙΝΌΜΕΝΟΣ ΗΡΑΚΛΗΣ στίχοι 140-169,

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΛΥΚΟΣ

τὸν Ἡράκλειον πατέρα καὶ ξυνάορον, 140

εἰ χρή μ᾽, ἐρωτῶ· χρὴ δ᾽, ἐπεί γε δεσπότης

ὑμῶν καθέστηχ᾽, ἱστορεῖν ἃ βούλομαι.

τίν᾽ ἐς χρόνον ζητεῖτε μηκῦναι βίον;

τίν᾽ ἐλπίδ᾽ ἀλκήν τ᾽ εἰσορᾶτε μὴ θανεῖν;

ἦ τὸν παρ᾽ Ἅιδηι πατέρα τῶνδε κείμενον 145

πιστεύεθ᾽ ἥξειν; ὡς ὑπὲρ τὴν ἀξίαν

τὸ πένθος αἴρεσθ᾽, εἰ θανεῖν ὑμᾶς χρεών,

σὺ μὲν καθ᾽ Ἑλλάδ᾽ ἐκβαλὼν κόμπους κενοὺς

ὡς σύγγαμός σοι Ζεὺς τέκνου τε κοινεών,

σὺ δ᾽ ὡς ἀρίστου φωτὸς ἐκλήθης δάμαρ.150

τί δὴ τὸ σεμνὸν σῶι κατείργασται πόσει,

ὕδραν ἕλειον εἰ διώλεσε κτανὼν

ἢ τὸν Νέμειον θῆρ᾽, ὃν ἐν βρόχοις ἑλὼν

βραχίονός φησ᾽ ἀγχόναισιν ἐξελεῖν;

τοῖσδ᾽ ἐξαγωνίζεσθε; τῶνδ᾽ ἄρ᾽ οὕνεκα 155

τοὺς Ἡρακλείους παῖδας οὐ θνήισκειν χρεών;

ὁ δ᾽ ἔσχε δόξαν οὐδὲν ὢν εὐψυχίας

θηρῶν ἐν αἰχμῆι, τἄλλα δ᾽ οὐδὲν ἄλκιμος,

ὃς οὔποτ᾽ ἀσπίδ᾽ ἔσχε πρὸς λαιᾶι χερὶ

οὐδ᾽ ἦλθε λόγχης ἐγγὺς ἀλλὰ τόξ᾽ ἔχων,160

κάκιστον ὅπλον, τῆι φυγῆι πρόχειρος ἦν.

ἀνδρὸς δ᾽ ἔλεγχος οὐχὶ τόξ᾽ εὐψυχίας

ἀλλ᾽ ὃς μένων βλέπει τε κἀντιδέρκεται

δορὸς ταχεῖαν ἄλοκα τάξιν ἐμβεβώς.

ἔχει δὲ τοὐμὸν οὐκ ἀναίδειαν, γέρον,165

ἀλλ᾽ εὐλάβειαν· οἶδα γὰρ κατακτανὼν

Κρέοντα πατέρα τῆσδε καὶ θρόνους ἔχων.

οὔκουν τραφέντων τῶνδε τιμωροὺς ἐμοὶ

χρήιζω λιπέσθαι, τῶν δεδραμένων δίκην.


ΛΥΚΟΣ


τον πατέρα του Ηρακλή και την γυναίκα,140

αν σε μένα πρέπει,να ρωτήσω,πρέπει,αφού 

κύριος σας έγινα,να λέγω αυτά που θέλω.

μέχρι ποιον ζητάτε χρόνο  να μακρυνεται τον βίο;

σε ποιας ελπίδας δύναμη προσβλεπεται να μην πεθανεται;

η' απ'τον Άδη μέσα ο πατέρας αυτών εδώ πιστεύεται 145

πως θα'ρθει;πάνω απ'οσο αξιζει τη θλίψη

μεγαλωνεται,αν εσείς να πεθανεται πρέπει,

συ καθ' όλην την Ελλάδα κούφιους ξεστομίζεις κομπασμους

πως με σένα ο Ζευς την ίδια είχε  γυναίκα και παιδιά κοινα

και συ πώς λαμπρου άντρα ονομάσθηκες γυναίκα. 150

και τι λοιπόν σπουδαίο έχει ο σύζυγός σου κατορθώσει,

την υδρα του βαλτου αν κατέκαψε σκοτώνοντας

η' της Νεμέας το θηρίο,που στα δίχτυα πιάνοντας

μεσ'στων μπράτσων τη θηλιά λένε έπνιξε;

με τέτοια αγωνίζεσθε;άρα για χάρη αυτων εδω 155

του Ηρακλή τα παιδιά δεν πρέπει να πεθάνουν;

δόξα ειχε αυτός διχως να'ναι θαρραλεος

στη συμπλοκη των θηρίων ,στ'αλλα καθόλου γενναίος

αφού αυτός ουδέποτε ασπίδα στ'αριστερο δεν κράτησε το χερι

ούτε με λόγχη ήρθε κοντά,αλλ'εχοντας τόξο, 160

το πιο αδύνατο όπλο,στη φυγή έτοιμος ηταν,

του άντρα η ευψυχια δεν δοκιμάζεται στο τοξο

αλλά οταν στέκοντας βλέπει κι αντικρίζει κατάματα αταραχος

το γρηγορο τραύμα που αυλακι απ'το δόρυ χαραζει

όσο για μένα,γέροντα,δεν έχω αναιδεια 165

αλλά προνοητικότητα,γιατί γνωρίζω πως σκοτώνοντας

τον Κρέοντα τον πατέρα αυτης εδώ και τον θρόνο κατέχοντας,

δεν έχω λοιπόν  καμία επιθυμία αυτά εδώ όταν μεγαλωσουν

τιμωρους μου ν''αφησω,αυτών που έχουν γινει εκδικηση

.

.

.

 


Αριστοτελης-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΑΡΙΣΤΟΤΈΛΗΣ,ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ,Βιβλίο Α',1343α-1343β

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Τα ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ είναι πλέον  σήμερα θεωρούμενο ψευδοαριστοτελικο έργο,

ένα σύνολο διαφόρων ετερόκλητων  οικονομικών εργασιων πολιτικης

θεωρίας

αποτελείται από τρια βιβλία:

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ Α':

(στα ελληνικά,Corpus Aristotelicum,Prusian Academy,1833)

ασχολείται με τα οικονομικά του οίκου και της πόλης,τα πολιτικά

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ Β':

(στα ελληνικά,Corpus Aristotelicum,Prusian Academy,1833)

περιεχει οικονομικα,δημοσιονομικα,νομισματικα θεματα

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ Β':

(στα λατινικά)

συμβουλές για την ενίσχυση των οικονομικών του οίκου και της πόλης


1343α ἡ οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ διαφέρει οὐ μόνον τοσοῦτον ὅσον οἰκία καὶ πόλις (ταῦτα μὲν γὰρ αὐταῖς ἐστι τὰ ὑποκείμενα), ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ μὲν πολιτικὴ ἐκ πολλῶν ἀρχόντων ἐστίν, ἡ οἰκονομικὴ δὲ μοναρχία.

ἔνιαι μὲν οὖν τῶν τεχνῶν διῄρηνται, καὶ οὐ τῆς αὐτῆς ἐστι ποιῆσαι καὶ χρήσασθαι τῷ ποιηθέντι, ὥσπερ λύρᾳ καὶ αὐλοῖς: τῆς δὲ πολιτικῆς ἐστι καὶ πόλιν ἐξ ἀρχῆς συστήσασθαι καὶ ὑπαρχούσῃ χρήσασθαι καλῶς: ὥστε δῆλον ὅτι καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἂν εἴη καὶ κτήσασθαι οἶκον καὶ χρήσασθαι αὐτῷ.


πόλις μὲν οὖν οἰκιῶν πλῆθός ἐστι καὶ χώρας καὶ κτημάτων αὔταρκες πρὸς τὸ εὖ ζῆν. φανερὸν δέ: ὅταν γὰρ μὴ δυνατοὶ ὦσι τούτου τυγχάνειν, διαλύεται καὶ ἡ κοινωνία. ἔτι δὲ ἕνεκα τούτου συνέρχονται. οὗ δὲ ἕνεκα ἕκαστόν ἐστι καὶ γέγονε, καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ τυγχάνει αὕτη οὖσα.


ὥστε δῆλον ὅτι πρότερον γενέσει ἡ οἰκονομικὴ πολιτικῆς ἐστι. καὶ γὰρ τὸ ἔργον. μόριον γὰρ οἰκία πόλεώς ἐστιν.


σκεπτέον οὖν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ τί τὸ ἔργον αὐτῆς.


μέρη δὲ οἰκίας ἄνθρωπός τε καὶ κτῆσίς ἐστιν. ἐπεὶ δὲ πρῶτον ἐν τοῖς ἐλαχίστοις ἡ φύσις [20] ἑκάστου θεωρεῖται, καὶ περὶ οἰκίας ἂν ὁμοίως ἔχοι. ὥστε καθ᾽ Ἡσίοδον δέοι ἂν ὑπάρχειν


"οἶκον μὲν πρώτιστα γυναῖκά τε βοῦν τ᾽ ἀροτῆρα."


τὸ μὲν γὰρ τῆς τροφῆς πρῶτον, τὸ δὲ τῶν ἐλευθέρων. ὥστε δέοι ἂν τὰ περὶ τὴν τῆς γυναικὸς ὁμιλίαν οἰκονομήσασθαι καλῶς: τοῦτο δέ ἐστι τὸ ποίαν τινὰ δεῖ ταύτην εἶναι παρασκευάσαι.


κτήσεως δὲ πρώτη ἐπιμέλεια ἡ κατὰ φύσιν. κατὰ φύσιν δὲ γεωργικὴ προτέρα, καὶ δεύτεραι ὅσαι ἀπὸ τῆς γῆς, οἷον μεταλλευτικὴ καὶ εἴ τις ἄλλη τοιαύτη. ἡ δὲ γεωργικὴ μάλιστα, ὅτι δικαία: οὐ γὰρ ἀπ᾽ ἀνθρώπων, οὔθ᾽ ἑκόντων, ὥσπερ καπηλεία καὶ αἱ μισθαρνικαί, οὔτ᾽ ἀκόντων, ὥσπερ αἱ πολεμικαί. ἔτι δὲ καὶ τῶν κατὰ φύσιν: φύσει γὰρ 

ἀπὸ τῆς μητρὸς ἡ τροφὴ πᾶσίν ἐστιν,


1343β ὥστε καὶ τοῖς ἀνθρώποις ἀπὸ τῆς γῆς.


1343α η οικονομικη(η τέχνη της διοίκησης του οίκου)και η πολιτική(η τέχνη 

της διοίκησης της πολης)δεν διαφέρουν μόνον τόσο όσο η οικία και η πολη

(γιατί σ' αυτές αυτά είναι τα υποκείμενα),αλλά και ότι η μεν πολιτική από πολλούς αρχοντες συνισταται (διοικείται από πολλούς) ,η δε οικονομικη είναι μοναρχια(διοικείται από έναν).


μερικές λοιπόν από τις τέχνες διαιρούνται,και δεν είναι η ίδια που κατασκευάζει

και χρησιμοποιεί το κατασκευασμένο,όπως ακριβώς στη λύρα και στον αυλό,

της δε πολιτικής η τέχνη είναι να συσταθεί έξ αρχής πόλη και στην υπάρχουσα

να χειρισθεί ορθά,ώστε φανερό ότι και η οικονομική να είναι πως να αποκτηθεί

οίκος και πως να χειρισθεί αυτος,


η μεν πόλη λοιπόν πλήθος οικιών είναι,και χώρας και κτημάτων σε αυτάρκεια

για να ζουν καλά,φανερόν δε,γιατί όταν δεν είναι δυνατόν έτσι τούτο να 

επιτευχθεί,διαλύεται και η κοινωνία.ακόμη δε είναι  ένεκα αυτού που συνέρχονται,

ένεκα του οποίου κάθε ένα είναι και έχει γίνει,και η ουσία αυτού τυχαίνει αυτή να ειναι.


ωστοσο  φανερον ότι πρωτύτερα στη γεννηση η οικονομική από την πολιτική 

είναι,κι επομένως αυτό που δημιουργεί,γιατί μέρος της πόλης η οικία ειναι,

ας σκεφτούμε λοιπόν περί της οικονομικής και ποιο το έργο αυτής.

τα δε μέρη της οικίας και ο άνθρωπος και τα αποκτήματα είναι.επειδη δε 

κατά πρώτον στα ελάχιστα η φύση καθενός εξετάζεται,και στα περί της 

οικίας τα ίδια θα ισχύουν,ώστε κατα τον Ησίοδο πρέπει να υπάρχουν


'στο σπιτι πρώτα πρώτα γυναίκα και βόδι κι αλετρι'


γιατί αυτο της τροφής  πρώτο,κι αυτό των συζύγων  γυναικών,ώστε αναγκαιον

να είναι τα περί συνεργασίας με τη γυναικα ορθά να διευθετηθούν.αυτο δε

είναι το πώς κάποια θα πρέπει τέτοια να είναι να παρασκευασθεί.


της περιουσίας πρώτη φροντίδα κατα την φύση,κατά την φυση η γεωργία κατά πρώτον,και δεύτερες όσες από τη γη,όπως η μεταλλευτική και αν άλλη κάποια τέτοια.η γεωργία πιο πολύ,ότι δικαια,γιατι όχι από ανθρώπους,ουτε να θελουν,όπως ακριβως το αισχροκερδες εμποριο και οι  μισθοδοτουμενες άνευ  ηθικής,ούτε χωρίς να θελουν,όπως ακριβώς οι πολεμικές,ακόμη και των κατά την φυση,γιατί φύσει από τη μητέρα η τροφή 

σε όλους είναι,1343β ωστε και στους ανθρώπους από τη γη

.

.

.




ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ,ΒΙΩΝ ΠΡΑΣΙΣ,

Η ΒΙΟΥ ΠΡΑΣΙΣ(ΠΩΛΗΣΙΣ) ΤΟΥ ΣΤΩΙΚΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΧΡΥΣΙΠΠΟΥ 

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 - 180 μ.Χ.) ήταν ρήτορας[3] και σατιρικός συγγραφέας που έγραφε στην ελληνική γλώσσα. Ήταν ο δημιουργός του σατιρικού διαλόγου και από τους σημαντικότερους αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής[4].

(Βικιπαίδεια)


Ο φιλόσοφος Χρύσιππος (280 π.Χ. – 206 π.Χ.), γιος του Απολλωνίου από την Ταρσό, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους της Στωικής σχολής, θεωρούμενος ως ένας από τους θεμελιωτές της

(Βικιπαίδεια)


Εδώ στο Βίων Πρασις ο Λουκιανός σατυρίζει τους ψευδοφιλοσοφουντες της 

εποχής του που μιμούνται κακά τους αρχαίους φιλοσοφους


ΖΕΥΣ

[20] άλλον κάλεσε,αυτόν τον εν χρω κουρεμένο,τον σκυθρωπό,από την Στοα

ΕΡΜΗΣ

Καλά λες.γιατι φαίνεται πολυ πλήθος να τον περιμένει από τους συγκεντρωμένους στην αγορά.την ίδια την αρετή πουλώ.των βίων τον τελειοτατον.ποιος όλα μόνος να τα ξέρει θέλει;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

πως αυτό το λες;

ΕΡΜΗΣ

ότι μόνος αυτός σοφός,μόνος καλος,μόνος δίκαιος, ανδρείος,βασιλιάς,

ρήτορας,πλούσιος,νομοθέτης και τ'αλλα όσα ειναι

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

λοιπόν και μάγειρας μόνος,και βέβαια μα τον Δία, βυρσοδεψης,η ' ξυλουργός,

και τα τοιαύτα;

ΕΡΜΗΣ

φαινεται

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

[21] έλα,φίλε μου,και πες σε με τον αγοραστή ποιος τις είσαι,και πρώτον

αν δεν σε στεναχωρεί που πουλιεσαι και δούλος εισαι

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

καθόλου.γιατι αυτά δεν είναι από μας.αυτα τα  όχι από μας αδιάφορα ειναι

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

δεν καταλαβαίνω οτι λες

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

τι λες;δεν καταλαβαίνεις ότι από τα τέτοια τα μεν είναι προτιμητέα τα δε αντιθετως μη προτιμητεα;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ούτε τώρα καταλαβαινω

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

εύλογως.γιατι δεν είσαι συνειθισμενος στα δικες μας ονομασίες ουτε την

αντιληπτική φαντασία έχεις,όμως ο εναρετος ο οποίος την λογική

θεωρία έμαθε όχι μόνο αυτά γνωρίζει ,αλλά και το τυχαιο συμβάν  και

το επακόλουθο του τυχαίο συμβάν ποια είναι και πόσο το ένα με το αλλο

διαφερει

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

στη Σοφια σου,μην αρνηθείς τι'ναι τούτο να πεις,τι το τυχαίο συμβάν και το

επακόλουθο του τυχαίο συμβάν,γιατί δεν γνωρίζω πως εξεπλαγειν από την

ευρυθμία των ονοματων

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

όχι καμια άρνηση.γιατι αν κάποιος κουτσός όντας με εκείνο το κουτσό

πόδι σε πέτρα πέσει θα τραυματισθεί ,ο τέτοιος είχε μεν χωρίς αμφιβολία

τυχαίο συμβάν την χωλότητα,το δε τραύμα το επακόλουθο του τυχαίο 

συμβάν επιπλέον ελαβε

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

[22] τι οξύτητα νου.τι άλλο πιο πολύ λες ότι γνωρίζεις;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

των λόγων τις περιστροφες με τις οποίες μπερδεύω τους  συνομιλούντας

και τους  αποστομονω και τους κάνω να σιωπούν,απλά φίμωτρο σ'αυτους

γύρω βαζοντας.το όνομα δε στη δύναμη αυτή ο φημισμένος συλλογισμος

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ηρακλή,για κάποιον αμαχητο και  ισχυρο λες

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

πρόσεξε λοιπόν.υπαρχει σε σε παιδί;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

και τι;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

αυτό,αν με κάποιο τρόπο κορκοδειλος το αρπάξει βρίσκοντας πλησίον του

ποταμού να περιπλανιέται,κι ύστερα να στο αποδώσει υπόσχεται,αν του πεις

αυτό το οποίο  πραγματικά αυτός έχει αποφασίσει για την απόδοση του βρέφους,τι θα του πεις ότι έχει σκεφτει;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

πολύ δύσκολα να αποκριθεί ρωτάς.γιατι σ'απορια είμαι ποια απ'τα δυο λέγοντας θα το λαβω πίσω,αλλά εσύ,στο Δια,αποκρισου να μου δώσει το παιδί,μη και

φτάσει να το καταπιει

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

πάρε θαρρος.γιατι κι άλλα θαυμασιωτερα θα σε διδαξω

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

τα ποια;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

αυτόν που θερίζει κι αυτόν που κυριεύει και παν'απ'ολα την Ηλέκτρα και τον 

καλυμενον

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

για ποιον καλυμενον η' για ποια Ηλέκτρα λες;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

την Ηλέκτρα εκείνη την ξακουστή,του Αγαμέμνονα,η οποία τα αυτά και συγχρόνως τα γνωρίζει και δεν γνωρίζει.γιατι ενώ στέκεται μπροστά της 

ο Ορέστης ακόμη άγνωστος γνωρίζει μεν τον Ορέστη ότι αδελφός της,ότι 

δε ο Ορέστης αυτός αγνοεί.τον δε πάλι καλυμενον και πολύ θαυμαστόν 

θ'ακουσει λόγο.αποκρισου σε με,τον δικό σου πατέρα τον γνωρίζεις;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ναι.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

τι λοιπόν;αν σε σένα παρουσιαζοντας κάποιον καλυμενο ρωτήσω,αυτόν

τον γνωρίζεις;τι θα πεις;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

φανερά το αγνοω

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

[23]αλλ'ομως αυτός ετουτος ήταν ο πατέρας ο δικός σου.ωστε αν τούτον 

αγνοείς,φανερό είναι ότι τον πατέρα τον δικό σου αγνοεις

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

όχι βεβαιως,αλλα αποκαλύπτοντας αυτόν θα μάθω την αλήθεια.ομως 

πραγματικά ποιος σε σένα είναι ο στόχος της σοφίας,η ' τι θα πράξεις 

στο πιο ακραίο σημείο της αρετής αφού είσαι φθασμενος;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

με τα πρώτα κατά τη φύση τους θα καταπιαστώ,λέω τον πλούτο,την υγεία 

και τα τετοια,προτυτερα είναι αναγκη πολύ να ασκηθω σε ψιλογραμμενα 

βιβλία ακονιζοντας την όραση και σχόλια συναθροίζοντας και σολοικισμων

γεμάτα και άστοχων λέξεων.και ανακεφαλαιοντας,δεν είναι ορθό να γίνεις σοφός,αν δεν πιεις τρεις φορές τη μία μετά την άλλη από τον ελλεβορο

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ευγενικά σου αυτά και αρκετά ανδρεία.το ότι είσαι φιλαργυρος και

τοκογλυφος-κι επειδη βλέπω αυτά εδώ σε σένα προσοντα-τι να πούμε,για 

άνδρα που ήδη έχει πιει τον ελλεβορον και τελειον στην αρετη;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

ναι,σε μόνον λοιπόν στον σοφό  να δανείζει πρέπει.επειδη το ίδιον αυτού

το συλλογιζεσθαι,το  δανείζειν και το υπολογίζειν του τόκους πλησίον είναι

φαίνεται με το συλλογιζεσθαι.θα ηταν μόνος ο ενάρετος ακριβώς για εκείνο 

και τούτο.και όχι μονο για απλούς,όπως ακριβώς οι άλλοι,τόκους,αλλά και

από τούτους άλλους τόκους να λαμβάνει.η' αγνοείς ότι από τους τόκους 

μερικοί μεν είναι πρώτοι,άλλοι δε δεύτεροι,ακριβώς αυτοί  απόγονοι εκείνων;

βλέπεις βέβαια και ο συλλογισμός αυτά τα οποία λέει:εάν τον πρώτο τόκο

πάρει,θα πάρει και τον δεύτερο.αλλα οπωσδήποτε τον πρώτο θα πάρει,

επομένως θα πάρει και τον δευτερο

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

[24] λοιπόν και περί των μισθών τα ίδια θα πούμε,τους οποίους εσύ λαμβάνεις

για τη σοφία από τους νέους,και φανερό είναι ότι μόνο ο ενάρετος μισθό

για την αρετή θα λαμβανει;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

κατάλαβες.γιατι όχι ένεκα του εαυτού μου τα λαμβάνω,αλλα  για χάρη αυτού

που τα δίνει.επειδη είναι ο μεν τις σκορπιστης,ο δε μαζωχτης,τον μεν

εαυτό ασκώ να είναι μαζωχτης,τον δε μαθητη σκορπιστης

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

και μήπως το εναντίον έπρεπε ο  νέος μεν  να είναι μαζωχτης,συ δε ο μόνος πλούσιος σκορπιστης

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Αστειεύεσαι.αυτε μου.αλλα κοιτά μη σε τοξευσω με τον αναπόδεικτο

συλλογισμο

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

και τι τρομερό από το βέλος;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

απορία και σιωπή και διαστροφή της διάνοιας.[25] το δε μέγιστο,αν θέλω,πολύ γρήγορα σε αποδεικνύω πετρα

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

πως πέτρα;αφού ο Περσέας,μεγάλε,δεν μου φαίνεται να'σαι.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

να πως.η πέτρα σώμα ειναι;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ναι

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

τι λοιπόν;το ζωντανό ον δεν είναι σώμα;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ναι

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

εσύ δεν είσαι ζωντανο ον;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

έτσι φαινεται

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

επομένως πέτρα αν σώμα οντας.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Καθόλου,αλλά διαχώρισε με για τ'ονομα του Δια και εξ αρχής κάνε με

ανθρωπο

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

όχι δύσκολο.ελα πάλι να εισαι άνθρωπος.ομως πες μου,κάθε σώμα ζωντανό ον;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

οχι

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

τι;η πέτρα ζωντανό ον;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

οχι

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

συ σώμα είσαι;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ναι

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

σώμα οντας ζωντανό ον είσαι;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ναι

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

επομένως δεν είσαι πέτρα αφού ζωντανό ον εισαι

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

εύγε,ωραία το έκανες.γιατι τα μέλη όπως ακριβώς της Νιότης πάγωναν 

και στερεωμενα ηταν.αλλα βεβαίως θα σ'αγορασω.ποσο γι'αυτόν να καταβαλω;

ΕΡΜΗΣ

δώδεκα μνες.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

παρε

ΕΡΜΗΣ

εσύ μόνον αυτόν αγόρασες;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

μα τον Δία,αλλά αυτοί όλοι που βλεπεις

ΕΡΜΗΣ

πολλοι και με τους ώμους που υπομένουν και του θεριζοντος λόγου αξιοι

.

.

ΖΕΥΣ

[20] Ἄλλον κάλει, τὸν ἐν χρῷ κουρίαν ἐκεῖνον, τὸν σκυθρωπόν, τὸν ἀπὸ τῆς 

στοᾶς.

ΕΡΜΗΣ

Εὖ λέγεις· ἐοίκασι γὰρ πολύ τι πλῆθος αὐτὸν περιμένειν τῶν ἐπὶ τὴν ἀγορὰν ἀπηντηκότων. αὐτὴν τὴν ἀρετὴν πωλῶ, τῶν βίων τὸν τελειότατον. τίς ἅπαντα μόνος εἰδέναι θέλει;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Πῶς τοῦτο φής;

ΕΡΜΗΣ

Ὅτι μόνος οὗτος σοφός, μόνος καλός, μόνος δίκαιος ἀνδρεῖος βασιλεὺς ῥήτωρ πλούσιος νομοθέτης καὶ τὰ ἄλλα ὁπόσα ἐστίν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὐκοῦν καὶ μάγειρος μόνος, καὶ νὴ Δία γε σκυτοδέψης ἢ τέκτων καὶ τὰ τοιαῦτα;

ΕΡΜΗΣ

Ἔοικεν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

[21] Ἐλθέ, ὦγαθέ, καὶ λέγε πρὸς τὸν ὠνητὴν ἐμὲ ποῖός τις εἶ, καὶ πρῶτον εἰ οὐκ ἄχθῃ πιπρασκόμενος καὶ δοῦλος ὤν.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Οὐδαμῶς· οὐ γὰρ ἐφ᾽ ἡμῖν ταῦτά ἐστιν. ἃ δὲ οὐκ ἐφ᾽ ἡμῖν, ἀδιάφορα εἶναι συμβέβηκεν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὐ μανθάνω ᾗ καὶ λέγεις.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Τί φής; οὐ μανθάνεις ὅτι τῶν τοιούτων τὰ μέν ἐστι προηγμένα, τὰ δ᾽ ἀνάπαλιν ἀποπροηγμένα;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὐδὲ νῦν μανθάνω.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Εἰκότως· οὐ γὰρ εἶ συνήθης τοῖς ἡμετέροις ὀνόμασιν οὐδὲ τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν ἔχεις, ὁ δὲ σπουδαῖος ὁ τὴν λογικὴν θεωρίαν ἐκμαθὼν οὐ μόνον ταῦτα οἶδεν, ἀλλὰ καὶ σύμβαμα καὶ παρασύμβαμα ὁποῖα καὶ ὁπόσον ἀλλήλων διαφέρει.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Πρὸς τῆς σοφίας, μὴ φθονήσῃς κἂν τοῦτο εἰπεῖν, τί τὸ σύμβαμα καὶ τὸ παρασύμβαμα· καὶ γὰρ οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ἐπλήγην ὑπὸ τοῦ ῥυθμοῦ τῶν ὀνομάτων.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Ἀλλ᾽ οὐδεὶς φθόνος· ἢν γάρ τις χωλὸς ὢν αὐτῷ ἐκείνῳ τῷ χωλῷ ποδὶ προσπταίσας λίθῳ τραῦμα ἐξ ἀφανοῦς λάβῃ, ὁ τοιοῦτος εἶχε μὲν δήπου σύμβαμα τὴν χωλείαν, τὸ τραῦμα δὲ παρασύμβαμα προσέλαβεν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

[22] Ὢ τῆς ἀγχινοίας· τί δὲ ἄλλο μάλιστα φὴς εἰδέναι;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Τὰς τῶν λόγων πλεκτάνας αἷς συμποδίζω τοὺς προσομιλοῦντας καὶ ἀποφράττω καὶ σιωπᾶν ποιῶ, φιμὸν ἀτεχνῶς αὐτοῖς περιτιθείς· ὄνομα δὲ τῇ δυνάμει ταύτῃ 

ὁ ἀοίδιμος συλλογισμός.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ἡράκλεις, ἄμαχόν τινα καὶ βίαιον λέγεις.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Σκόπει γοῦν· ἔστι σοι παιδίον;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Τί μήν;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Τοῦτο ἤν πως κροκόδειλος ἁρπάσῃ πλησίον τοῦ ποταμοῦ πλαζόμενον εὑρών, κᾆτά σοι ἀποδώσειν ὑπισχνῆται αὐτό, ἢν εἴπῃς τἀληθὲς ὅ τι δέδοκται αὐτῷ 

περὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ βρέφους, τί φήσεις αὐτὸν ἐγνωκέναι;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Δυσαπόκριτον ἐρωτᾷς. ἀπορῶ γὰρ ὁπότερον εἰπὼν ἀπολάβοιμι. ἀλλὰ σὺ πρὸς Διὸς ἀποκρινάμενος ἀνάσωσαί μοι τὸ παιδίον, μὴ καὶ φθάσῃ αὐτὸ καταπιών.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Θάρρει· καὶ ἄλλα γάρ σε διδάξομαι θαυμασιώτερα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Τὰ ποῖα;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Τὸν θερίζοντα καὶ τὸν κυριεύοντα καὶ ἐπὶ πᾶσι τὴν Ἠλέκτραν καὶ τὸν ἐγκεκαλυμμένον.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Τίνα τοῦτον τὸν ἐγκεκαλυμμένον ἢ τίνα τὴν Ἠλέκτραν λέγεις;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Ἠλέκτραν μὲν ἐκείνην τὴν πάνυ, τὴν Ἀγαμέμνονος, ἣ τὰ αὐτὰ οἶδέ τε ἅμα καὶ 

οὐκ οἶδε· παρεστῶτος γὰρ αὐτῇ τοῦ Ὀρέστου ἔτι ἀγνῶτος οἶδε μὲν Ὀρέστην, 

ὅτι ἀδελφὸς αὐτῆς, ὅτι δὲ οὗτος Ὀρέστης ἀγνοεῖ. τὸν δ᾽ αὖ ἐγκεκαλυμμένον 

καὶ πάνυ θαυμαστὸν ἀκούσῃ λόγον· ἀπόκριναι γάρ μοι, τὸν πατέρα οἶσθα τὸν σεαυτοῦ;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ναί.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Τί οὖν; ἤν σοι παραστήσας τινὰ ἐγκεκαλυμμένον ἔρωμαι, τοῦτον οἶσθα; τί φήσεις;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Δηλαδὴ ἀγνοεῖν.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

[23] Ἀλλὰ μὴν αὐτὸς οὗτος ἦν ὁ πατὴρ ὁ σός· ὥστε εἰ τοῦτον ἀγνοεῖς, δῆλος 

εἶ τὸν πατέρα τὸν σὸν ἀγνοῶν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὐ μὲν οὖν· ἀλλ᾽ ἀποκαλύψας αὐτὸν εἴσομαι τὴν ἀλήθειαν. ὅμως δ᾽ οὖν τί σοι 

τῆς σοφίας τὸ τέλος, ἢ τί πράξεις πρὸς τὸ ἀκρότατον τῆς ἀρετῆς ἀφικόμενος;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Περὶ τὰ πρῶτα κατὰ φύσιν τότε γενήσομαι, λέγω δὲ πλοῦτον, ὑγίειαν καὶ τὰ τοιαῦτα. πρότερον δὲ ἀνάγκη πολλὰ προπονῆσαι λεπτογράφοις βιβλίοις παραθήγοντα τὴν ὄψιν 

καὶ σχόλια συναγείροντα καὶ σολοικισμῶν ἐμπιπλάμενον καὶ ἀτόπων ῥημάτων· καὶ τὸ κεφάλαιον, οὐ θέμις γενέσθαι σοφόν, ἢν μὴ τρὶς ἐφεξῆς τοῦ ἐλλεβόρου πίῃς.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Γενναῖά σου ταῦτα καὶ δεινῶς ἀνδρικά. τὸ δὲ Γνίφωνα εἶναι καὶ τοκογλύφον 

—καὶ γὰρ τάδε ὁρῶ σοι προσόντα— τί φῶμεν, ἀνδρὸς ἤδη πεπωκότος τὸν ἐλλέβορον καὶ τελείου πρὸς ἀρετήν;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Ναί· μόνῳ γοῦν τὸ δανείζειν πρέποι ἂν τῷ σοφῷ· ἐπεὶ γὰρ ἴδιον αὐτοῦ συλλογίζεσθαι, τὸ δανείζειν δὲ καὶ λογίζεσθαι τοὺς τόκους πλησίον εἶναι 

δοκεῖ τῷ συλλογίζεσθαι, μόνου ἂν εἴη τοῦ σπουδαίου καθάπερ ἐκεῖνο καὶ 

τοῦτο, καὶ οὐ μόνον γε ἁπλοῦς, ὥσπερ οἱ ἄλλοι, τοὺς τόκους, ἀλλὰ καὶ τούτων ἑτέρους τόκους λαμβάνειν· ἢ γὰρ ἀγνοεῖς ὅτι τῶν τόκων οἱ μέν εἰσι πρῶτοί τινες, οἱ δὲ δεύτεροι, καθάπερ αὐτῶν ἐκείνων ἀπόγονοι; ὁρᾷς δὲ δὴ καὶ τὸν συλλογισμὸν ὁποῖά φησιν· εἰ τὸν πρῶτον τόκον λήψεται, λήψεται καὶ τὸν δεύτερον· ἀλλὰ μὴν τὸν πρῶτον λήψεται, ἄρα καὶ τὸν δεύτερον

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

[24] Οὐκοῦν καὶ μισθῶν πέρι τὰ αὐτὰ φῶμεν, οὓς σὺ λαμβάνεις ἐπὶ τῇ σοφίᾳ 

παρὰ τῶν νέων, καὶ δῆλον ὅτι μόνος ὁ σπουδαῖος μισθὸν ἐπὶ τῇ ἀρετῇ λήψεται;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Μανθάνεις· οὐ γὰρ ἐμαυτοῦ ἕνεκα λαμβάνω, τοῦ δὲ διδόντος αὐτοῦ χάριν· 

ἐπεὶ γάρ ἐστιν ὁ μέν τις ἐκχύτης, ὁ δὲ περιεκτικός, ἐμαυτὸν μὲν ἀσκῶ εἶναι περιεκτικόν, τὸν δὲ μαθητὴν ἐκχύτην.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Καὶ μὴν τοὐναντίον ἐχρῆν τὸν νέον μὲν εἶναι περιεκτικόν, σὲ δὲ τὸν μόνον πλούσιον ἐκχύτην.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Σκώπτεις, ὦ οὗτος. ἀλλ᾽ ὅρα μή σε ἀποτοξεύσω τῷ ἀναποδείκτῳ συλλογισμῷ.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Καὶ τί δεινὸν ἀπὸ τοῦ βέλους;

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Ἀπορία καὶ σιωπὴ καὶ διαστραφῆναι τὴν διάνοιαν. [25] ὃ δὲ μέγιστον, ἢν ἐθέλω, τάχιστά σε ἀποδείξω λίθον.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Πῶς λίθον; οὐ γὰρ Περσεὺς σύ, ὦ βέλτιστε, εἶναί μοι δοκεῖς.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Ὧδέ πως· ὁ λίθος σῶμά ἐστι;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ναί.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Τί δέ; τὸ ζῷον οὐ σῶμα;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ναί.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Σὺ δὲ ζῷον;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ἔοικα γοῦν.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Λίθος ἄρα εἶ σῶμα ὤν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Μηδαμῶς. ἀλλ᾽ ἀνάλυσόν με πρὸς τοῦ Διὸς καὶ ἐξ ὑπαρχῆς ποίησον ἄνθρωπον.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Οὐ χαλεπόν· ἀλλ᾽ ἔμπαλιν ἴσθι ἄνθρωπος. εἰπὲ γάρ μοι, πᾶν σῶμα ζῷον;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὔ.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Τί δέ; λίθος ζῷον;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὔ.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Σὺ δὲ σῶμα εἶ;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ναί.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Σῶμα δὲ ὢν ζῷον εἶ;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ναί.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ

Οὐκ ἄρα λίθος εἶ ζῷόν γε ὤν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Εὖ γε ἐποίησας, ὡς ἤδη μου τὰ σκέλη καθάπερ τῆς Νιόβης ἀπεψύχετο καὶ 

πάγια ἦν. ἀλλὰ ὠνήσομαί γε σέ. πόσον ὑπὲρ αὐτοῦ καταβαλῶ;

ΕΡΜΗΣ

Μνᾶς δώδεκα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Λάμβανε.

ΕΡΜΗΣ

Μόνος δὲ αὐτὸν ἐώνησαι;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ οὗτοι πάντες οὓς ὁρᾷς.

ΕΡΜΗΣ

Πολλοί γε καὶ τοὺς ὤμους καρτεροὶ καὶ τοῦ θερίζοντος ἄξιοι.

.

.

.

 


ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ,ΒΙΩΝ ΠΡΑΣΙΣ,

Η ΒΙΟΥ ΠΡΑΣΙΣ(ΠΩΛΗΣΙΣ) ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΠΥΡΡΩΝΟΣ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ο Πύρρων ο Ηλείος (360 π.Χ. – 270 π.Χ.) ήταν Έλληνας φιλόσοφος, ιδρυτής της Σχολής 

του Σκεπτικισμού. Ιερεύς και περίφημος για την ψυχική του γαλήνη, συμπαθών 

της απλότητος των Κυνικών και επηρεασμένος από τον Δημόκριτο και τον σχετικισμό 

των Σοφιστών , κήρυξε μία αδιατάρακτη ηρεμία του θυμικού μέσω της διαρκούς

 αμφιβολίας και της παραιτήσεως από κάθε γνώμη ή ροπή («εποχή», αποφυγή κάθε

 κρίσεως) λόγω του παντελώς αδύνατου της σιγουριάς.

(Βικιπαίδεια)


Ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 - 180 μ.Χ.) ήταν ρήτορας[3] και σατιρικός συγγραφέας που έγραφε στην ελληνική γλώσσα. Ήταν ο δημιουργός του σατιρικού διαλόγου και 

από τους σημαντικότερους αττικιστές συγγραφείς της Δεύτερης σοφιστικής[4].

(Βικιπαίδεια)


ΖΕΥΣ

ποιος μας υπολείπεται;

ΕΡΜΗΣ

απομένει ο Σκεπτικός αυτός.συ ο Πυρριας έλα εδώ και πωλήσου γρήγορα.

ήδη παρέχονται οι πολλοί και μ'ολιγους θα γίνει η πώληση.ομως ποιος

κι αυτόν θ'αγορασει;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

εγώ βέβαια,αλλά πρώτα πές σε μένα,εσύ τι γνωρίζεις;

ΠΥΡΡΩΝ

τιποτα

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

πως αυτό είπες;

ΠΥΡΡΩΝ

ότι τίποτα γενικως δεν υπαρχει για μένα φαίνεται

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ούτε εμείς επομένως είμαστε κάποιοι;

ΠΥΡΡΩΝ

ούτε αυτό γνωριζω

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ούτε ότι εσύ κάποιος να είσαι τυγχάνεις;

ΠΥΡΡΩΝ

πολύ περισσότερο ακόμη αυτό αγνοω.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

μια απορία.τι σε σένα η ζυγαριά αυτή θέλει;

ΠΥΡΡΩΝ

ζυγίζω σ'αυτη τους λόγους και στο ίσο προσαρμόζω,κι όταν και ακριβώς

ομοίους και ισοβαρεις δω,τότε πραγματικά τότε δεν γνωρίζω ποιος είναι 

ο πιο αληθης.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

από τα άλλα τι θα κανεις αρμονικα;

ΠΥΡΡΩΝ

τα πάντα εκτός δραπέτη να καταδιωξω.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

γιατί αυτό σε σενα αδύνατο;

ΠΥΡΡΩΝ.

γιατί,φίλε μου,δεν συλλαμβανω

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

εύλογο.γιατι αργος και νωθρός να είσαι  φαίνεται.αλλα ποιος σε σένα

ο στόχος της επίβλεψης;

ΠΥΡΡΩΝ

η αμάθια και το μήτε ν'ακουω μήτε να βλεπω.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

λοιπόν και τυφλός συνάμα και κωφός πως είσαι λες;

ΠΥΡΡΩΝ

κι επιπλεον ακομη χωρίς κρίση και χωρίς αίσθηση και γενικώς απ'τό σκουλήκι

σε τίποτα μη  διαφερωντας

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

γι'αυτα για αγορά είσαι.ποσο αυτός να αξίζει πες;

ΕΡΜΗΣ

μνα  Αττικης·

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

λάβε.τι λες,αυτέ μου;σ'αγορασα;

ΠΥΡΡΩΝ

αγνωστο

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

καθόλου,αφού σ'αγορασα και το χρήμα κατεβαλα

ΠΥΡΡΩΝ

απέχω κρισης περί τούτου και το διερευνω.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

και τώρα ακολούθα με,όπως ακριβώς πρέπει υπηρέτης μου .

ΠΥΡΡΩΝ

ποιος γνωρίζει αν είναι αληθή αυτά που λες;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

ο κήρυκας και η μνα και οι παροντες

ΠΥΡΡΩΝ

γιατί παρευρίσκονται με μας κάποιοι;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

αλλ'εγω βέβαια ήδη ρίχνοντας σε μέσα στο μυλο θα πείσω ποιος είναι

ο κύριος με τον χειρότερο λογο

ΠΥΡΡΩΝ

απέχουν κρισης περί αυτου.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

μα το Δία,αλλ'ηδη εχω αποφανθει

ΕΡΜΗΣ

συ σταματά να αντιτείνεις και ακόλουθα τον αγοραστή,εσάς δε για αύριο

σας προσκαλούμε.γιατι προς πούλημα ιδιωτών και χειρονακτων και των

της αγορας  βίους να φέρουμε σκοπεύουμε


ΖΕΥΣ

Τίς λοιπὸς ἡμῖν;

ΕΡΜΗΣ

Καταλείπεται ὁ Σκεπτικὸς οὗτος. σὺ ὁ Πυρρίας πρόσιθι καὶ ἀποκηρύττου κατὰ τάχος. ἤδη μὲν ὑπορρέουσιν οἱ πολλοὶ καὶ ἐν ὀλίγοις ἡ πρᾶσις ἔσται. ὅμως δὲ τίς καὶ τοῦτον ὠνήσεται;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ἔγωγε. ἀλλὰ πρῶτον εἰπέ μοι, σὺ τί ἐπίστασαι;

ΠΥΡΡΩΝ

Οὐδέν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Πῶς τοῦτο ἔφησθα;

ΠΥΡΡΩΝ

Ὅτι οὐδὲν ὅλως εἶναί μοι δοκεῖ.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὐδὲ ἡμεῖς ἄρα ἐσμέν τινες;

ΠΥΡΡΩΝ

Οὐδὲ τοῦτο οἶδα.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὐδὲ ὅτι σύ τις ὢν τυγχάνεις;

ΠΥΡΡΩΝ

Πολὺ μᾶλλον ἔτι τοῦτο ἀγνοῶ.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ὢ τῆς ἀπορίας. τί δέ σοι τὰ σταθμία ταυτὶ βούλεται;

ΠΥΡΡΩΝ

Ζυγοστατῶ ἐν αὐτοῖς τοὺς λόγους καὶ πρὸς τὸ ἴσον ἀπευθύνω, καὶ ἐπειδὰν ἀκριβῶς ὁμοίους τε καὶ ἰσοβαρεῖς ἴδω, τότε δὴ τότε ἀγνοῶ τὸν ἀληθέστερον.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Τῶν ἄλλων δὲ τί ἂν πράττοις ἐμμελῶς;

ΠΥΡΡΩΝ

Τὰ πάντα πλὴν δραπέτην μεταδιώκειν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Τί δὲ τοῦτό σοι ἀδύνατον;

ΠΥΡΡΩΝ

Ὅτι, ὦγαθέ, οὐ καταλαμβάνω.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Εἰκότως· βραδὺς γὰρ καὶ νωθής τις εἶναι δοκεῖς. ἀλλὰ τί σοι τὸ τέλος τῆς ἐπιστάσεως;

ΠΥΡΡΩΝ

Ἡ ἀμαθία καὶ τὸ μήτε ἀκούειν μήτε ὁρᾶν.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Οὐκοῦν καὶ τὸ τυφλὸς ἅμα καὶ κωφὸς εἶναι λέγεις;

ΠΥΡΡΩΝ

Καὶ ἄκριτός γε προσέτι καὶ ἀναίσθητος καὶ ὅλως τοῦ σκώληκος οὐδὲν 

διαφέρων.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ὠνητέος εἶ διὰ ταῦτα. πόσου τοῦτον ἄξιον χρὴ φάναι;

ΕΡΜΗΣ

Μνᾶς Ἀττικῆς·

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Λάμβανε. τί φής, ὦ οὗτος; ἐώνημαι σε;

ΠΥΡΡΩΝ

Ἄδηλον.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Μηδαμῶς· ἐώνημαι γὰρ καὶ τἀργύριον κατέβαλον.

ΠΥΡΡΩΝ

Ἐπέχω περὶ τούτου καὶ διασκέπτομαι.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Καὶ μὴν ἀκολούθει μοι, καθάπερ χρὴ ἐμὸν οἰκέτην.

ΠΥΡΡΩΝ

Τίς οἶδεν εἰ ἀληθῆ ταῦτα φής;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ὁ κῆρυξ καὶ ἡ μνᾶ καὶ οἱ παρόντες.

ΠΥΡΡΩΝ

Πάρεισι γὰρ ἡμῖν τινες;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Ἀλλ᾽ ἔγωγέ σε ἤδη ἐμβαλὼν ἐς τὸν μυλῶνα πείσω εἶναι δεσπότης κατὰ τὸν χείρω λόγον.

ΠΥΡΡΩΝ

Ἔπεχε περὶ τούτου.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ

Μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἤδη γε ἀπεφηνάμην.

ΕΡΜΗΣ

Σὺ μὲν παῦσαι ἀντιτείνων καὶ ἀκολούθει τῷ πριαμένῳ, ὑμᾶς δὲ εἰς αὔριον παρακαλοῦμεν· ἀποκηρύξειν γὰρ τοὺς ἰδιώτας καὶ βαναύσους καὶ ἀγοραίους βίους μέλλομεν.

.

.

.



ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ,Βιβλίο Ε' Τερψιχόρη,92

-Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΟΥ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΣΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΟ ΠΕΡΙΑΝΔΡΟ-

-Η ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΑΝΔΡΟ-

(μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)


-Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΟΥ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΣΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΟ ΠΕΡΙΑΝΔΡΟ-


στέλνοντας λοιπόν στον Θρασύβουλο δημόσιο απεσταλμένο ρωτούσε με

ποιον τρόπο πιο ασφαλη καθιστώντας τα πράγματα πιο καλά την πόλη

θα διοικεί.Ο Θρασύβουλος αυτόν που ηρθε από τον Περιανδρο τον έβγαλε

έξω από τη τη πόλη,μπαίνοντας μέσα σε χωράφι σπαρμένο και την ίδια

στιγμη διέτρεχε τα ώριμα σπαρτά ρωτώντας και ξανα ρωτωντας

τον απεσταλμένο για την άφιξη του από την Κόρινθο και συνεχεια έσπαζε

κάποιο από τα στάχυα αν κάπως έβλεπε να υπερεχει,σπάζοντας τα πετούσε,

ώστε από τα ώριμα σπαρτά και τα πιο καλά και πιο ψηλά κατέστρεψε μ'αυτο 

τον τροπο. 

διαβαινοντας το χωράφι και μην δίνοντας του κανενα λόγο έστειλε πίσω 

τον απεσταλμένο.επιστρεφοντας ο απεσταλμένος στην Κόρινθο ήταν ανυπόμονος να ακούσει την υπόδειξη ο Περίανδρος.αυτος του είπε πως 

τίποτα ο Θρασύβουλος δεν του υπέδειξε.και απορεί μ'αυτον σε τέτοιον 

άνθρωπο που τον έστειλε,ένα παραφρονα και επιζήμιο των δικών του,

διηγουμενος αυτά που από τον Θρασύβουλο  ειδε.

ο Περιανδρος καταλαβαινοντας αυτό που έγινε και κατανοωντας ότι του

υπέδειξε ο Θρασυβουλος αυτούς που υπερεχουν από τους πολίτες να

σκοτώσει,τότε λοιπόν όλο τον κακό του χαρακτήρα φανέρωσε στους 

πολιτες


πέμψας γὰρ παρὰ Θρασύβουλον κήρυκα ἐπυνθάνετο ὅντινα ἂν τρόπον ἀσφαλέστατον καταστησάμενος τῶν πρηγμάτων κάλλιστα τὴν πόλιν ἐπιτροπεύοι. Θρασύβουλος δὲ τὸν ἐλθόντα παρὰ τοῦ Περιάνδρου ἐξῆγε 

ἔξω τοῦ ἄστεος, ἐσβὰς δὲ ἐς ἄρουραν ἐσπαρμένην ἅμα τε διεξήιε τὸ λήιον ἐπειρωτῶν τε καὶ ἀναποδίζων τὸν κήρυκα κατὰ τὴν ἀπὸ Κορίνθου ἄπιξιν, 

καὶ ἐκόλουε αἰεὶ ὅκως τινὰ ἴδοι τῶν ἀσταχύων ὑπερέχοντα, κολούων δὲ 

ἔῤῥιπτε, ἐς ὃ τοῦ ληίου τὸ κάλλιστόν τε καὶ βαθύτατον διέφθειρε τρόπῳ τοιούτω·διεξελθὼν δὲ τὸ χωρίον καὶ ὑποθέμενος ἔπος οὐδὲν ἀποπέμπει 

τὸν κήρυκα. νοστήσαντος δὲ τοῦ κήρυκος ἐς τὴν Κόρινθον ἦν πρόθυμος πυνθάνεσθαι τὴν ὑποθήκην ὁ Περίανδρος· ὁ δὲ οὐδέν οἱ ἔφη Θρασύβουλον ὑποθέσθαι, θωμάζειν τε αὐτοῦ παρ᾽ οἷόν μιν ἄνδρα ἀποπέμψειε, ὡς 

παραπλῆγά τε καὶ τῶν ἑωυτοῦ σινάμωρον, ἀπηγεόμενος τά περ πρὸς Θρασυβούλου ὀπώπεε.

Περίανδρος δὲ συνιεὶς τὸ ποιηθὲν καὶ νόῳ ἴσχων ὥς οἱ ὑπετίθετο 

Θρασύβουλος τοὺς ὑπειρόχους τῶν ἀστῶν φονεύειν, ἐνθαῦτα δὴ πᾶσαν κακότητα ἐξέφαινε ἐς τοὺς πολιήτας

.

-Η ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΑΝΔΡΟ


γιατί όσα ο Κυψελος άφησε πίσω του ατελείωτα και σκοτώνοντας και 

διωκοντας,ο Περιανδρος αυτά τα αποτελείωσε.σε μια μέρα εγδυσε 

όλες τις γυναίκες των Κορινθίων για την δική του γυναίκα Μέλισσα.

όταν λοιπόν στέλνοντας στους Θεσπρωτους στον Αχέροντα ποταμό 

αγγελιοφόρους στο νεκρομαντείο για αυτά που είχε αφήσει για φύλαξη

φιλοξενουμενος ούτε θα φανερώσει είπε η Μέλισσα εμφανισθεισα ούτε 

θα μιλήσει σε ποιο μέρος βρίσκονται τα φυλαγμένα.αφου κι από το κρυο

ριγουσε και είναι γυμνη.γιατι από τα ρούχα που μ'αυτη έκαψε κανένα όφελος

δεν είναι αφού δεν κάηκαν.μαρτυρια πως αληθή είναι αυτά που λέει,ότι σε

κρυο φούρνο ο Περιανδρος τα ψωμιά μεσα πεταξε.

αυτά όταν πίσω αναγγέλθηκαν στον Περιανδρο,γιατί αληθινό ήταν το σημάδι

αφού αυτός με τη Μελισσα ενώ ήταν νεκρή  έσμιξε.αμεσως λοιπόν μετά την 

την αγγελία έβγαλε διακήρυξη στο Ηραίο να βγουν όλες οι γυναίκες των

Κορινθίων.

αυτές λοιπόν σαν σε γιορτή έφθασαν διακοσμημένες τα πιο καλά φορωντας.

αυτός τοποθετώντας κρυμμενους φύλακες εγδυσε αυτες όλες χωρίς εξαίρεση,και τις ελεύθερες τις υπηρέτριες,σωριάζοντας δε (τα φορέματα)

σε σκαμμένο λάκκο στην Μελίσσα προσευχόμενος τα κατεκαψε.

αυτά έχοντας κάνει και δεύτερη φορά στέλνοντας είπε το ειδωλο της 

Μέλισσας σε ποιο μέρος βρίσκονταν του ξένου τα φυλαγμενα


ὅσα γὰρ Κύψελος ἀπέλιπε κτείνων τε καὶ διώκων, Περίανδρος σφέα 

ἀπετέλεσε, μιῇ δὲ ἡμέρῃ ἀπέδυσε πάσας τὰς Κορινθίων γυναῖκας διὰ τὴν 

ἑωυτοῦ γυναῖκα Μέλισσαν.  πέμψαντι γάρ οἱ ἐς Θεσπρωτοὺς ἐπ᾽ Ἀχέροντα ποταμὸν ἀγγέλους ἐπὶ τὸ νεκυομαντήιον παρακαταθήκης πέρι ξεινικῆς οὔτε σημανέειν ἔφη ἡ Μέλισσα ἐπιφανεῖσα οὔτε κατερέειν ἐν τῷ κέεται χώρῳ 

ἡ παρακαταθήκη· ῥιγοῦν τε γὰρ καὶ εἶναι γυμνή· τῶν γάρ οἱ συγκατέθαψε 

ἱματίων ὄφελος εἶναι οὐδὲν οὐ κατακαυθέντων· μαρτύριον δέ οἱ εἶναι ὡς ἀληθέα ταῦτα λέγει, ὅτι ἐπὶ ψυχρὸν τὸν ἰπνὸν Περίανδρος τοὺς ἄρτους 

ἐπέβαλε.ταῦτα δὲ ὡς ὀπίσω ἀπηγγέλθη τῷ Περιάνδρῳ, πιστὸν γάρ οἱ 

ἦν τὸ συμβόλαιον ὃς νεκρῷ ἐούσῃ Μελίσσῃ ἐμίγη, ἰθέως δὴ μετὰ τὴν 

ἀγγελίην κήρυγμα ἐποιήσατο ἐς τὸ Ἥραιον ἐξιέναι πάσας τὰς Κορινθίων γυναῖκας. αἳ μὲν δὴ ὡς ἐς ὁρτὴν ἤισαν κόσμῳ τῷ καλλίστῳ χρεώμεναι, 

ὃ δ᾽ ὑποστήσας τοὺς δορυφόρους ἀπέδυσε σφέας πάσας ὁμοίως, τάς 

τε ἐλευθέρας καὶ τὰς ἀμφιπόλους, συμφορήσας δὲ ἐς ὄρυγμα Μελίσσῃ ἐπευχόμενος κατέκαιε.ταῦτα δέ οἱ ποιήσαντι καὶ τὸ δεύτερον πέμψαντι 

ἔφρασε τὸ εἴδωλον τὸ Μελίσσης ἐς τὸν κατέθηκε χῶρον τοῦ ξείνου τὴν παρακαταθήκην.

.

.

.






ΘΑΛΑΤΤΑ ΘΑΛΑΤΤΑ

ΞΕΝΟΦΩΝ.ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ,βιβλίο δ',4.7.15-4.7.27

-μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


[4.7.15]από εκεί πορευθηκαν μέσα απ'τους Χαλυβους επτα σταδια και

πενήντα παρασάγγας.αυτοι απ'τους οποίους πέρασαν ήταν πολύ ανδρειοι

και στα χέρια ήταν,είχαν θώρακες από λινό μέχρι κάτω απ'τη κοιλιά,αντί

πτερύγια σπαρτά πυκνά πλεγμενα

 [4.7.16] είχαν περικνημίδες και κράνη και στη ζώνη μαχαίρι όσο το δρεπανοειδες Λακωνικό,με το οποίο έσφαζαν  αυτούς στους οποίους μπορούσαν

να επικρατησουν και κόβοντας τα κεφάλια κρατωντας επορευονταν,και

τραγουδούσαν και εχορευαν οπότε οι εχθροί αυτούς επρόκειτο να δουν.

είχαν και δόρυ ως δεκαπέντε πήχεις έχοντας μια λόγχη.

 [4.7.17] αυτοί έμεναν μέσα στους οικισμούς.οταν δεν περνούσαν οι Έλληνες,

ακολουθούσαν πάντα προς μάχη.κατοικουσαν σε οχυρα,και οι προμήθειες

μέσα σ' αυτά ήταν  αποθηκευμένες.ωστε τίποτα να μην παίρνουν από εκεί

οι Έλληνες,αλλά διατρεφονταν με τα ζώα που απ'τους Τσόχους πηραν.

[4.7.18] από αυτούς οι Έλληνες έφθασαν στον Αρπασο ποταμό,με πλάτος

τέσσερα πλεθρα.από εκει επορευθημεν μέσα από τους Σκυθηνους τέσσερις

σταθμούς και είκοσι παρασάγγας μέσα από  πεδιάδα σε χωριά,στα οποία 

έμειναν τρεις μέρες και μάζεψαν τρόφιμα.

[4.7.19]από εκεί πέρασαν τέσσερις σταθμούς και είκοσι παρασάγγας προς

πόλη μεγάλη και ευδαίμονα και κατοικιμενη,η οποία ονομάζονταν Γυμνιαδα,

απ' αυτήν ο αρχοντας στους Έλληνες στέλνει οδηγό,όπως μέσα από εχθρική

σ'αυτους χώρα τους οδηγησει

[4.7.20] όταν ήρθε  εκείνος λεει ότι θα τους φέρει σε πέντε μέρες σε μέρος

από όπου θα δουν την θάλασσα.αν όχι,να πεθάνει δήλωσε,και οδηγώντας

επειδή εισεβαλε στην εχθρική του χώρα,παρακίνησε να καίνε και να

καταστρέφουν τη χώρα,με το οποίο και φανερό έγινε ότι ένεκα τούτου

έχει ελθει,όχι για εξυπερετηση των Ελληνων.

[4.7.21] και φθάνουν στην πεμπτη μέρα στο όρος.το όνομα στο όρος ήταν Θηχης.

όταν οι πρώτοι ανέβηκαν στο όρος και είδαν την θάλασσα,κραυγή μεγάλη

εβγαλαν

[4.7.22] ακούγοντας ο Ξενοφώντας και οι οπισθοφυλακής υπέθεσαν πως απο

μπροστά άλλοι επιτίθονται εχθροί.γιατι ακολουθούσαν από πίσω από την

χώρα που καίγονταν,κι από αυτούς οι οπισθοφυλακες σκότωσαν μερικούς 

και έπιασαν ζωντανούς κάνοντας ενέδρα,κι ασπίδες πήραν από στεραια

ακατέργαστα δέρματα βοδιών περίπου εικοσι

[4.7.23]επειδή η βοη και πιο δυνατη γίνονταν και πιο κοντά και αυτοί που

συνεχώς επονταν έτρεχαν γρήγορα σ'αυτους που συνεχώς φώναζαν και πολύ 

πιο μεγάλη γίνονταν η βοη όσο πιο πολλοι γινονταν,φάνηκε τώρα ότι κάτι 

πολύ μεγάλο ήταν στον Ξενοφώντα.

[4.7.24]  κι ανεβαίνοντας στο άλλο και τον Λύκιο και τους ιππείς παίρνωντας

πήγε για βοήθεια.και μια στιγμή ακουν τους στρατιώτες να φωνάζουν:

Θαλαττα Θαλαττα και μεταφέρονταν από τον έναν στον άλλον.προς τα εκει 

τώρα έτρεχαν όλοι και οι οπισθοφυλακες,και τα υποζύγια τραβούσαν και τα αλογα.

[4.7.25]όταν έφθασαν όλοι πάνω στη κορυφή,εκεί τώρα αγκάλιαζαν ο ένας

τον άλλον και τους στρατηγούς και τους λοχαγούς δακρυσμένοι,και ξαφνικά

από υπόδειξη κάποιου οι στρατιώτες φέρνουν πέτρες και κάνουν σωρο

μεγαλο

[4.7.26]

εκεί πάνω τοποθέτησαν πλήθος δέρματα ακατέργαστα βοδιών και ραβδους

και τις ασπίδες που άρπαξαν,και ο οδηγός ο ίδιος και έκοβε σε κομμάτια τις 

ασπίδες και τους άλλους παρακινούσε να το κανουν

[4.7.27] μετά από αυτά τον οδηγό οι Έλληνες έστειλαν πισω δώρα δίνοντας 

όλοι μαζί άλογο και φιάλη αργυρη και στολή Περσική και δέκα δαρεικους.

ζητούσε μάλιστα τα δαχτυλίδια και πήρε πολλά από τους στρατιώτες.

δείχνοντας σ'αυτους χωριό όπου να κατασκηνώσουν και το δρόμο τον

οποίον θα πορευθούν  στους Μακρωνες,επειδη βραδυαζε,αναχωρησε νυχτα

φευγοντας

.

.

[4.7.15] Ἐντεῦθεν ἐπορεύθησαν διὰ Χαλύβων σταθμοὺς ἑπτὰ παρασάγγας πεντήκοντα. οὗτοι ἦσαν ὧν διῆλθον ἀλκιμώτατοι, καὶ εἰς χεῖρας ᾖσαν. 

εἶχον δὲ θώρακας λινοῦς μέχρι τοῦ ἤτρου, ἀντὶ δὲ τῶν πτερύγων σπάρτα 

πυκνὰ ἐστραμμένα. [4.7.16] εἶχον δὲ καὶ κνημῖδας καὶ κράνη καὶ παρὰ τὴν 

ζώνην μαχαίριον ὅσον ξυήλην Λακωνικήν, ᾧ ἔσφαττον ὧν κρατεῖν δύναιντο, 

καὶ ἀποτεμόντες ἂν τὰς κεφαλὰς ἔχοντες ἐπορεύοντο, καὶ ᾖδον καὶ 

ἐχόρευον ὁπότε οἱ πολέμιοι αὐτοὺς ὄψεσθαι ἔμελλον. εἶχον δὲ καὶ δόρυ 

ὡς πεντεκαίδεκα πήχεων μίαν λόγχην ἔχον. [4.7.17] οὗτοι ἐνέμενον ἐν 

τοῖς πολίσμασιν· ἐπεὶ δὲ παρέλθοιεν οἱ Ἕλληνες, εἵποντο ἀεὶ μαχούμενοι. 

ᾤκουν δὲ ἐν τοῖς ὀχυροῖς, καὶ τὰ ἐπιτήδεια ἐν τούτοις ἀνακεκομισμένοι 

ἦσαν· ὥστε μηδὲν λαμβάνειν αὐτόθεν τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ διετράφησαν 

τοῖς κτήνεσιν ἃ ἐκ τῶν Ταόχων ἔλαβον.

[4.7.18] Ἐκ τούτων οἱ Ἕλληνες ἀφίκοντο ἐπὶ Ἅρπασον ποταμόν, εὖρος 

τεττάρων πλέθρων. ἐντεῦθεν ἐπορεύθησαν διὰ Σκυθηνῶν σταθμοὺς τέτταρας παρασάγγας εἴκοσι διὰ πεδίου εἰς κώμας· ἐν αἷς ἔμειναν ἡμέρας τρεῖς 

καὶ ἐπεσιτίσαντο.

[4.7.19] Ἐντεῦθεν διῆλθον σταθμοὺς τέτταρας παρασάγγας εἴκοσι πρὸς πόλιν μεγάλην καὶ εὐδαίμονα καὶ οἰκουμένην ἣ ἐκαλεῖτο Γυμνιάς. ἐκ ταύτης †τῆς χώρας† ὁ ἄρχων τοῖς Ἕλλησιν ἡγεμόνα πέμπει, ὅπως διὰ τῆς ἑαυτῶν πολεμίας χώρας ἄγοι αὐτούς. [4.7.20] ἐλθὼν δ᾽ ἐκεῖνος λέγει ὅτι ἄξει αὐτοὺς πέντε ἡμερῶν εἰς χωρίον ὅθεν ὄψονται θάλατταν· εἰ δὲ μή, τεθνάναι ἐπηγγείλατο. 

καὶ ἡγούμενος ἐπειδὴ ἐνέβαλλεν εἰς τὴν [ἑαυτοῦ] πολεμίαν, παρεκελεύετο 

αἴθειν καὶ φθείρειν τὴν χώραν· ᾧ καὶ δῆλον ἐγένετο ὅτι τούτου ἕνεκα ἔλθοι, 

οὐ τῆς τῶν Ἑλλήνων εὐνοίας. [4.7.21] καὶ ἀφικνοῦνται ἐπὶ τὸ ὄρος τῇ πέμπτῃ ἡμέρᾳ· ὄνομα δὲ τῷ ὄρει ἦν Θήχης. ἐπεὶ δὲ οἱ πρῶτοι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ὄρους καὶ κατεῖδον τὴν θάλατταν, κραυγὴ πολλὴ ἐγένετο. [4.7.22] ἀκούσας δὲ ὁ Ξενοφῶν καὶ οἱ ὀπισθοφύλακες ᾠήθησαν ἔμπροσθεν ἄλλους ἐπιτίθεσθαι πολεμίους· εἵποντο 

γὰρ ὄπισθεν ἐκ τῆς καιομένης χώρας, καὶ αὐτῶν οἱ ὀπισθοφύλακες 

ἀπέκτεινάν τέ τινας καὶ ἐζώγρησαν ἐνέδραν ποιησάμενοι, καὶ γέρρα ἔλαβον δασειῶν βοῶν ὠμοβόεια ἀμφὶ τὰ εἴκοσιν.

[4.7.23] Ἐπειδὴ δὲ βοὴ πλείων τε ἐγίγνετο καὶ ἐγγύτερον καὶ οἱ ἀεὶ ἐπιόντες ἔθεον δρόμῳ ἐπὶ τοὺς ἀεὶ βοῶντας καὶ πολλῷ μείζων ἐγίγνετο ἡ βοὴ ὅσῳ 

δὴ πλείους ἐγίγνοντο, ἐδόκει δὴ μεῖζόν τι εἶναι τῷ Ξενοφῶντι, [4.7.24] καὶ ἀναβὰς ἐφ᾽ ἵππον καὶ Λύκιον καὶ τοὺς ἱππέας ἀναλαβὼν παρεβοήθει· καὶ 

τάχα δὴ ἀκούουσι βοώντων τῶν στρατιωτῶν Θάλαττα θάλαττα καὶ παρεγγυώντων. ἔνθα δὴ ἔθεον πάντες καὶ οἱ ὀπισθοφύλακες, καὶ τὰ ὑποζύγια ἠλαύνετο καὶ οἱ ἵπποι. [4.7.25] ἐπεὶ δὲ ἀφίκοντο πάντες ἐπὶ τὸ ἄκρον, ἐνταῦθα 

δὴ περιέβαλλον ἀλλήλους καὶ στρατηγοὺς καὶ λοχαγοὺς δακρύοντες. καὶ ἐξαπίνης ὅτου δὴ παρεγγυήσαντος οἱ στρατιῶται φέρουσι λίθους καὶ 

ποιοῦσι κολωνὸν μέγαν. [4.7.26] ἐνταῦθα ἀνετίθεσαν δερμάτων πλῆθος ὠμοβοείων 

καὶ βακτηρίας καὶ τὰ αἰχμάλωτα γέρρα, καὶ ὁ ἡγεμὼν αὐτός τε κατέτεμνε 

τὰ γέρρα καὶ τοῖς ἄλλοις διεκελεύετο. [4.7.27] μετὰ ταῦτα τὸν ἡγεμόνα οἱ Ἕλληνες ἀποπέμπουσι δῶρα δόντες ἀπὸ κοινοῦ ἵππον καὶ φιάλην ἀργυρᾶν 

καὶ σκευὴν Περσικὴν καὶ δαρεικοὺς δέκα· ᾔτει δὲ μάλιστα τοὺς δακτυλίους, 

καὶ ἔλαβε πολλοὺς παρὰ τῶν στρατιωτῶν. κώμην δὲ δείξας αὐτοῖς οὗ σκηνήσουσι καὶ τὴν ὁδὸν ἣν πορεύσονται εἰς Μάκρωνας, ἐπεὶ ἑσπέρα 

ἐγένετο, ᾤχετο τῆς νυκτὸς ἀπιών

.

.

.

 





ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ,Βιβλίο Γ' Θαλεια.150-160

Ο ΖΩΠΥΡΟΣ ΜΕΓΑΒΥΖΟΥ ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΟΣ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ-x.ν.κουβελης c.n.couvelis


Η μετάφραση δεν πρέπει να είναι ναρκισσιστικη επίδειξη του μεταφραστη,

αλλά να ακολουθεί το κείμενο,το ύφος του συγγραφέα του πρωτότυπου,

επειδή κάθε συγγραφέας είναι αυτόνομος στο λογο,δεν πρέπει να

εξαλείφονται οι ιδιαιτερότητες του στο βωμό της ματαιοδοξίας

του Εγώ του μεταφραστή,ο μεταφραστής είναι υπηρέτης,με την αυστηρή έννοια,

και όχι κύριος,δεν χρειάζεται τα φώτα του,και μάλιστα πολλές

φορές εκτυφλωτικά,για να φανερωθεί ο συγγραφέας,πρέπει ο συγγραφέας

να φανερώνεται ακριβώς όπως είναι,όπως είναι αυτό που έγραψε,

οι αυθαιρεσίες,απλοποιήσεις, του μεταφραστη για χάριν του νοήματος και 

του ευαναγνωστου είναι επιζήμιες,επειδή αυτός,ο μεταφρασμενος,

συγγραφέας έγραψε έτσι και όχι αλλιώς,δεν είναι ο συγγραφέας του

μεταφραστή του,δυστυχώς αυτό σπάνια(η' και καθόλου)τηρείται,

με τις μεταφράσεις να είναι(έως παντελώς) ασχετες,φουλ στο ναρκισσισμο,

'κοιταται τι πετυχημένη μετάφραση έκανα εγω',μια ωραιοποιημένη

του Εγώ του κενοδοξια εις βάρος του έργου του συγγραφέα,αυτό το

να συγχρονισουμε τους αρχαίους ειναι  μια εγωιστική ιδεοληψία,

ο συγγραφέας έγραψε τότε έτσι για εκείνους τους ανθρώπους,αυτό 

το έτσι έγραψετότε πρέπει να μας ενδιαφέρει,αν δεν μπορούμε να το 

κάνουμε ας τον αφήσουμε ήσυχο,απείραχτο,άλλωστε έχει τεράστια γοητεία 

πωςωτότε έτσι  έγραψε για εκεινους,πως σκέφτονταν,σε ποια πραγματικότητα 

σε ποια λογοτεχνία και φιλοσοφία,απαράδεκτες οι μεταφράσεις του νοήματος,

γι'αυτούς που αγνοούν τη γλώσσα από αυτούς που αγνοούν τη γλώσσα,και 

μάλιστα τους τεμπέληδες της γλώσσας,

γιατί η γλώσσα είναι πρωτίστως  εργασια,αν δεν εργασθεις σε αυτή(με αυτή)

θα μείνεις στην επιφάνεια του έργου του συγγραφέα,

θα φανείς εσύ,ο μεταφραστής,και θα χαθεί,θα αφανίσει,ο συγγραφέας

εμείς,οπωσδήποτε,θέλουμε τον έναν και μοναδικό συγγραφέα,

όχι τον παρασιτικό ναρκισσο συγγραφεα


ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ,Βιβλίο Γ' Θαλεια.150-160

Ο ΖΩΠΥΡΟΣ ΜΕΓΑΒΥΖΟΥ ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΒΑΒΥΛΩΝΟΣ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


150.1.οταν στη Σάμο  το ναυτικο στράτευμα είχε πάει,οι Βαβυλώνιοι επαναστάτησαν,

γιατί εν'οσω χρόνο και ο Μάγος κυβερνούσε και οι επτά επαναστάτησαν,όλον αυτό 

τον χρόνο και μέσα στην διαταραχή για την πολιορκία προετοιμάζονταν.2.και πως αυτά έκαναν δεν γνωρίζω.επειτα δε φανερά επαναστάτησαν,κι έκαναν αυτό εδώ.τις μητερες διώχνοντας,κάθε ένας μια γυναίκα διάλεξε αυτήν που ήθελε απ'αυτες του σπιτιού του,

τις δε υπόλοιπεςνόλες συγκεντρώνοντας έπνιξαν.την δε μια κάθε ένας να κάνει 

ψωμί διάλεξε.αυτες τις έπνιξαν για να μην το ψωμί τους καταναλωνουν

151.1.μαθαινοντας αυτά ο Δαρείος και μαζεύοντας όλη την δύναμη του εκστράτευσε εναντίον τους,και επελαυνοντας στην Βαβυλώνα την πολιορκησε που δεν την ένοιαξε καθόλου για τη πολιορκία.γιατι ανεβαίνοντας πάνω στους προμαχώνες του τείχους οι Βαβυλώνιοι ενεπαιζαν χορεύοντας και περιγελουσαντον Δαρείο και τον στρατόν του.και κάποιος απ'αυτους είπε αυτό το λόγο.2.τι κάθεστε Πέρσες εδώ,και δεν φεύγετε,γιατί τότε θα μας πάρετε,οταντα μουλάρια γεννησουν.αυτο είπε απ'τους Βαβυλώνιους κάποιος ελπίζονταςότι ουδέποτε μουλάρι θα γεννησει

152.1.επτα μήνες κι ένας χρόνος είχε περάσει ήδη και ο Δαρείος δυσανασχετούσε και ο στρατός όλος που δεν ήταν δυνατόν να καταλάβουν τους Βαβυλώνιους.αν και όλα τα σοφίσματα κι όλες  τις μηχανές είχε κάνει εναντίον τους ο Δαρείος.αλλα δεν κατόρθωσε αυτούς να καταλάβει.και αλλά σοφίσματα δοκιμασε ,και μάλιστα με αυτά που ο Κύρος τους κατέλαβε,και σ'αυτό δοκιμάσθηκε,αλλά ήταν σε πολύ αυστηρή επιφυλακή οι Βαβυλώνιοι,και δεν ήταν ικανός να τους καταλαβει

153.1.στον εικοστό μήνα στον Ζωπυρο του Μεγαβυζου,αυτού απ'αυτους που κατέβαλαν τον Μάγο,σ'αυτό του Μεγαβυζου το παιδί τον Ζωπυρο έγινε το θαύμα αυτό εδω.απο τις μουλες μια που κουβαλούσε τα τρόφιμα γέννησε.μόλις εξαγγέλθηκε και αφού μη πιστεύοντας το  ο ίδιος ο Ζωπυρος είδε το βρέφος είπε σ'αυτους που το είδαν ότι ήθελε 

σε κανένα να μην πουν το γεγονος.2.και τα λόγια θυμηθηκε του Βαβυλώνιου,ο οποίος στην αρχή είπε,όταν τα μουλάρια γεννήσουν,τότε το τείχος θα αλωσετε,απ'αυτον τον 

λόγο στον Ζωπυρο φάνηκε ότι είναι δυνατόν να αλωθεί η Βαβυλώνα.επομενως

μαζί με τον Θεό κι εκείνου το λόγο και τη γέννηση απ'το δικό του μουλαρι

154.1.οταν πίστεψε ότι είναι πεπρωμένο  πλέον  η Βαβυλώνα να αλωθεί,προσερχόμενος στον Δαρείο ρώτησε να μάθει αν παρά πολύ επέμενε την Βαβυλώνα να καταλάβει.αφου έμαθε πως ήταν πολύ σημαντικο,ένα άλλο έβαλε στο μυαλό του,όπως και αυτός να ειναι που θα την καταλάβει και δικό του το έργο να είναι.γιατι παρά πολύ στους Πέρσες τα καλά έργα σε πολυ μεγάλο βαθμό τιμουνται.2.τωρα με άλλο τρόπο δεν περιμένε δυνατό 

να είναι αυτή στα χέρια να βάλει,παρά αν τον εαυτό του ακρωτηριαζοντας  αυτομόλησε σ'αυτους.ετσι λοιπόν χωρίς πολύ σκέψη τον εαυτό του ακρωτηριαζει με ακρωτηριασμό αγιατρευτο. αφού έκοψε την μύτη του και τ'αυτια και μαλλιά φρικτά ζυριζοντας και μαστιγωθηκε πήγε στον Δαρειο

155 1.ο Δαρείος πολύ βαριά το έφερε βλέπωντας τον πολύ άξιον άνδρα ακρωτηριασμένο,

κι απ'τον θρόνο αναπηδωντας φώναξε και τον ρώτησε ποιος ήταν αυτός που τον ακρωτηρίασε και τι του έκανε.2.αυτος είπε:δεν υπάρχει τέτοιος ανδρας,εκτός από σένα,στον οποίο να'ναι δύναμη τόση που εμένα έτσι να μεταχειρισθει.ουτε κάποιος απ'τους ξενους βασιλιά αυτά εδώ έκανε,αλλά ο ίδιος εγώ μόνος μου,τι πολύ βαριά το

πήρα οι Ασσύριοι τους Πέρσες να περιγελουν

3.αυτος του αποκρίθηκε:απ'τους άνδρες πιο παράλογε,στο έργο το πιο αισχιστο το πιο ωραίο όνομα έθεσες,λέγοντας πως για τους πολιορκημένους τον εαυτό σου αγιατρευτα μεταχειρισθηκες.γιατι,ματαιοδοξε,επειδή εσυ  ακρωτηριάστηκες γρηγορότερα οι εχθροί θα υποκύψουν;πως να μην εχεις ξεφύγει από τα φρενα τον εαυτό σου αφανίζοντας;

4 αυτός είπε.αν σε σένα κοινοποιουσα αυτά που επρόκειτο να κάνω,ούτε καν θα μου έδινες προσοχή,τώρα όμως επιβαλλοντας το στον εαυτό μου το εκανα.αυτή τη στιγμή αν τα δικά σου δεν παραμελήσεις,θα την πάρουμε την Βαβυλώνα.γιατι εγώ όπως έχω θα αυτομολησω μέσα στο τείχος και θα πω σ'αυτους πως από σένα αυτά εδώ έπαθα.και πιστεύω,πείθοντας τους πως αυτά έχουν έτσι,να πετύχω να λάβω στρατο

5 εσύ απ'τη μέρα που θα εγω μπω μέσα στο τείχος,απ'αυτή στη δέκατη μέρα από το στρατό σου,που καθολου δεν θα σε λυπησει να χαθεί,απ'αυτον χίλιους παρέταξε κατά τις καλεσμένες πύλες Σεμίραμις.μετα παλι απ:τη δέκατη στην έβδομη άλλους σε μένα παρέταξε δυο χιλιαδες κατά τιςκαλεσμεμες πύλες των Νηνιων.απο δε την εβδομη άφησε διαστημα είκοσι μερες ,και έπειτα άλλους κατηύθυνε κατά τις καλεσμένες πύλες των

Χαλδαιων,τέσσερεις χιλιάδες,να μην έχουν μητε οι πρώτοι  κανένα απ'τα αμυντικά μήτε οι άλλοι,εκτός από μαχαίρια.τουτο επέτρεψε να έχουν.6.μετα δε την εικοστή μέρα αμέσως τον άλλο στρατό διέταξε γύρω γυρω να επιτεθεί προς το τείχος,τους Πέρσες παρέταξε και κατά τις καλεσμένες Βηλίδες και Κισσιες πυλες.οπως λοιπον πιστεύω,σε μένα αφού με μεγάλα έργα έχω αποδείξει,και τα άλλα θα επιτρέψουν σε μένα οι Βαβυλώνιοι οπωσδηποτε και των πυλών τους γάντζους για το άνοιγμα.το δε από κεί και πέρα σε μένα

και στους Πέρσες να σκεφθουμε αυτά που πρέπει να κανουμε

156.1.αυτες αφού έδωσε τις εντολές πήγε στις πύλες,κοιτώντας πίσω σαν πραγματικά αυτομολος,βλέπωντας τον από τους πύργους αυτοί που για αυτό ήταν τοποθετημένοι κατέβηκαν γρήγορα κάτω και λίγο τι ανοίγοντας τη μισή πύλη τον ρώτησαν και ποιος είναι και τι ήρθε να ζητησει.αυτος σ'αυτους είπε και πως είναι ο Ζωπυρος και αυτομολει σ'εκεινους.

2 τον πήγαν λοιπόν οι φυλακές των πυλών,αυτά μόλις άκουσαν ,στο κοινό των 

Βαβυλωνίων,στεκωντας σ'αυτο θρηνολογουσε,λέγοντας πως από τον Δαρείο έχει πάθει αυτα που έχει πάθει στον εαυτό του.επαθε δε αυτά διότι συμβουλευσε αυτοί να αποσύρουν το στρατο,επειδή πράγματι καμια διέξοδος δεν φαίνονταν για αλωση

3.και τώρα,είπε λέγοντας,εγώ σε σας Βαβυλώνιοι ήρθα για πολύ μεγάλο καλό,και στο στρατό και στους Πέρσες και στο Δαρείο για πολύ μεγάλο κακό.γιατί βέβαια εμένα έτσι που έχει ακρωτηριασει δεν θα μείνει ατιμώρητος.γνωρίζω δε όλους τους σχεδιασμούς 

των σκοπών του.τετοια είπε.

157.1.οι Βαβυλώνιοι βλέπωντας τον άνδρα που στους Πέρσες πολύ άξιος ήταν και από μύτη και απ'αυτιά στερημένον ,και απ'το μαστίγωμα στα αίματα ανακατεμένο,

ολοκληρωτικα θεωρώντας ότι αυτός λέει την αλήθεια και σ'αυτους ήρθε σύμμαχος,να του εμπιστευτούν έτοιμοι ήταν αυτά που ζητουσε.ζητούσε δε στρατο.

2.οταν απ'αυτούς αυτόν παρέλαβε,έκανε αυτά που με τον Δαρειο συμφώνησαν.γιατί βγάζοντας στη δέκατη μέρα τον στρατό των Βαβυλωνίων και αφού κύκλωσε τους χίλιους,τους πρώτους που έδωσε εντολή στον Δαρείο να παρατάξει,αυτούς τους κατέσφαξε.

3.μαθαινοντας οι Βαβυλώνιοι ότι στα λόγια του τα έργα αποδεικνύονται όμοια,

ολοκληρωτικά ευχαριστημένοι όντες στα παντα ήταν έτοιμοι να τον υπηρετήσουν .αυτός αφήνοντας να περάσουν οι συμφωνημενες μέρες,πάλι αφού έκανε επιλογή απ'τους Βαβυλώνιους τους εβγαλε έξω και κατέσφαξε απ'του Δαρείου τους στρατιώτες τους δύο χιλιαδες4.βλεπωντας κι αυτό το έργο οι Βαβυλωνιοι όλοι τον Ζωπυρο είχαν στα 

στόματα υμνώντας.αυτος δε πάλι αφήνοντας να περάσουν οι συμφωνημενες μέρες τους έβγαλε εξω σ'αυτο που προείπανε,και αφού τους κύκλωσε κατέσφαξε τους τέσσερεις χιλιάδες,όταν κι αυτό κατόρθωσε,τα πάντα ήταν στους Βαβυλώνιους ο Ζωπυρος,και στρατάρχης αυτός σ'αυτους και φύλακας των τειχών εχει αναδειχθει

158.1.οταν λοιπόν ο Δαρείος την επίθεση έκανε κατά τα συμφωνημένα γύρω γύρω απ'το τείχος τότε εκεί όλο το δόλο ο Ζωπυρος φανερωσε.γιατι οι μεν Βαβυλώνιοι ανεβαίνοντας πάνω στο τείχος αμύνονταν στο στρατό του Δαρείου που επιτίθονταν ,ο δε Ζωπυρος και τις Κισσιες και τις Βηλίδες καλεσμένες πύλες ανοίγοντας διάπλατα έβαλε τους Περσες μεσα στο τειχος.2.απ'τους Βαβυλώνιους.που είδαν αυτό που.εγινε,αυτοί κατέφυγαν 

στου Διός Βηλου το ιερό,αυτοί όμως που δεν το είδαν,έμειναν ο καθένας στη θέση του,έως ότου κι αυτοί έμαθαν ότι ήταν προδομενοι.

159.1.η Βαβυλωνα έτσι τώρα για δεύτερη φορά πάρθηκε.ο Δαρείος αφού επικράτησε των Βαβυλωνίων,το τείχος τους γκρέμισε κι όλες τις πύλες χάλασε.γιατι όταν για πρώτη φορά κατέλαβε ο Κύρος την Βαβυλώνα κανένα απ'τα δύο αυτά δεν έκανε.κι επίσης  ο Δαρείος από τους κορυφαίους άνδρες περίπου τρίς χιλιάδες παλουκωσε.στους δε λοιπούς Βαβυλώνιους τους έδωσε την πόλη να την κατοικουν.2.ωστε να έχουν γυναίκες οι Βαβυλώνιοι για να γίνει σ'αυτους γενιά,αυτά εδώ ο Δαρείος προνοωντας έκανε.γιατι τις δίκες των,όπως και στην αρχή έχει αναφερθεί,έπνιξαν οι Βαβυλώνιοι για τα τρόφιμα προβλεποντας.επιταξε τα γειτονικά εθνη γυναίκες στη Βαβυλώνα να εγκαταστήσουν,

τόσες τον καθένα επιτασσοντας,ώστε πενήντα χιλιάδες το σύνολο των γυναικών ανήλθε.απ'αυτές δε τις γυναίκες οι τωρινοί Βαβυλώνιοι έχουν γινει

160.1.του Ζωπυρου κανένας το καλό έργο απ'τους Πέρσες δεν ξεπέρασε κατά τη κρίση του Δαρείου ούτε από τα ύστερα που έγιναν ούτε από τα προτερα.παρα μόνο ο Κύρος.γιατι μ'αυτον κανένας από τους Πέρσες δεν αξίωσε τον εαυτόν του μ'αυτον να συγκριθει.πολλες φορές ο Δαρείος λέγεται πως την αποψη αυτή εδώ δηλωσε,πως θα ήθελε τον Ζωπυρο καλλίτερα να έχει απείραχτο από τη παραμορφωση παρά Βαβυλώνες είκοσι σ''αυτον πέρα απ' αυτήν να προστίθονταν.2.τιμησε δε αυτόν παρα πολυ.γιατι 

και δώρα σ''αυτον κάθε χρόνο έδινε αυτά που στους Πέρσες είναι τα πιο τιμητικά.και την Βαβυλώνα σ''αυτον έδωσε χωρίς φόρους να διαχειρίζεται μεχρι εκεινου της ζωης.κι άλλα πολλά έδωσε επιπλέον.απ' τον Ζωπυρο αυτόν γεννιέται ο Μεγαβυζος,ο οποίος στην Αιγυπτο εναντια των Αθηναίων και των συμμάχων ήταν στρατηγος.απ'τον Μεγαβυζο δε αυτόν γεννιέται ο Ζωπυρος ο οποίος στην Αθήνα αυτομόλησε απ'τους Περσες


 

150

1 Ἐπὶ δὲ Σάμον στρατεύματος ναυτικοῦ οἰχομένου Βαβυλώνιοι ἀπέστησαν, 

κάρτα εὖ παρεσκευασμένοι· ἐν ὅσῳ γὰρ ὅ τε Μάγος ἦρχε καὶ οἱ ἑπτὰ ἐπανέστησαν, ἐν τούτῳ παντὶ τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ταραχῇ ἐς τὴν πολιορκίην παρεσκευάζοντο. 2 καί κως ταῦτα ποιεῦντες ἐλάνθανον. ἐπείτε δὲ ἐκ τοῦ ἐμφανέος ἀπέστησαν, ἐποίησαν τοιόνδε· τὰς μητέρας ἐξελόντες, γυναῖκα ἕκαστος μίαν προσεξαιρέετο τὴν ἐβούλετο ἐκ τῶν ἑωυτοῦ οἰκίων, τὰς δὲ λοιπὰς ἁπάσας συναγαγόντες ἀπέπνιξαν· τὴν δὲ μίαν ἕκαστος σιτοποιὸν ἐξαιρέετο· ἀπέπνιξαν δὲ αὐτάς, ἵνα μή σφεων τὸν σῖτον ἀναισιμώσωσι.


151

1 Πυθόμενος δὲ ταῦτα ὁ Δαρεῖος καὶ συλλέξας πᾶσαν τὴν ἑωυτοῦ δύναμιν ἐστρατεύετο ἐπ᾽ αὐτούς, ἐπελάσας δὲ ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα ἐπολιόρκεε φροντίζοντας οὐδὲν τῆς πολιορκίης. ἀναβαίνοντες γὰρ ἐπὶ τοὺς προμαχεῶνας τοῦ τείχεος οἱ Βαβυλώνιοι κατωρχέοντο καὶ κατέσκωπτον Δαρεῖον καὶ τὴν στρατιὴν αὐτοῦ, καί τις αὐτῶν εἶπε τοῦτο τὸ ἔπος. 2 “τί κάτησθε ὦ Πέρσαι ἐνθαῦτα, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπαλλάσσεσθε; τότε γὰρ αἱρήσετε ἡμέας, ἐπεὰν ἡμίονοι τέκωσι„. τοῦτο εἶπε τῶν τις Βαβυλωνίων οὐδαμὰ ἐλπίζων ἂν ἡμίονον τεκεῖν.


152 

1 Ἑπτὰ δὲ μηνῶν καὶ ἐνιαυτοῦ διεληλυθότος ἤδη ὁ Δαρεῖός τε ἤσχαλλε καὶ ἡ στρατιὴ 

πᾶσα οὐ δυνατὴ ἐοῦσα ἑλεῖν τοὺς Βαβυλωνίους. καίτοι πάντα σοφίσματα καὶ πάσας μηχανὰς ἐπεποιήκεε ἐς αὐτοὺς Δαρεῖος· ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἐδύνατο ἑλεῖν σφεας, ἄλλοισί τε σοφίσμασι πειρησάμενος, καὶ δὴ καὶ τῷ Κῦρος εἷλε σφέας, καὶ τούτῳ ἐπειρήθη. ἀλλὰ γὰρ δεινῶς ἦσαν ἐν φυλακῇσι οἱ Βαβυλώνιοι, οὐδὲ σφέας οἷός τε ἦν ἑλεῖν.


153

1 Ἐνθαῦτα εἰκοστῷ μηνὶ Ζωπύρῳ τῷ Μεγαβύζου, τούτου ὃς τῶν ἑπτὰ ἀνδρῶν ἐγένετο 

τῶν τὸν Μάγον κατελόντων, τούτῳ τῷ Μεγαβύζου παιδὶ Ζωπύρῳ ἐγένετο τέρας τόδε· τῶν οἱ σιτοφόρων ἡμιόνων μία ἔτεκε. ὡς δέ οἱ ἐξαγγέλθη καὶ ὑπὸ ἀπιστίης αὐτὸς ὁ Ζώπυρος εἶδε τὸ βρέφος, ἀπείπας τοῖσι ἰδοῦσι μηδενὶ φράζειν τὸ γεγονὸς ἐβουλεύετο. 2 καί οἱ πρὸς τὰ τοῦ Βαβυλωνίου ῥήματα, ὃς κατ᾽ ἀρχὰς ἔφησε, ἐπεάν περ ἡμίονοι τέκωσι, 

τότε τὸ τεῖχος ἁλώσεσθαι, πρὸς ταύτην τὴν φήμην Ζωπύρῳ ἐδόκεε εἶναι ἁλώσιμος ἡ Βαβυλών· σὺν γὰρ θεῷ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἑωυτῷ τεκεῖν τὴν ἡμίονον.


154 

1 Ὡς δέ οἱ ἐδόκεε μόρσιμον εἶναι ἤδη τῇ Βαβυλῶνι ἁλίσκεσθαι, προσελθὼν Δαρείου ἀπεπυνθάνετο εἰ περὶ πολλοῦ κάρτα ποιέεται τὴν Βαβυλῶνα ἑλεῖν. πυθόμενος δὲ ὡς πολλοῦ τιμῷτο, ἄλλο ἐβουλεύετο, ὅκως αὐτός τε ἔσται ὁ ἑλὼν αὐτὴν καὶ ἑωυτοῦ τὸ ἔργον ἔσται· κάρτα γὰρ ἐν τοῖσι Πέρσῃσι αἱ ἀγαθοεργίαι ἐς τὸ πρόσω μεγάθεος τιμῶνται. 2 ἄλλῳ μέν νυν οὐκ ἐφράζετο ἔργῳ δυνατὸς εἶναί μιν ὑποχειρίην ποιῆσαι, εἰ δ᾽ ἑωυτὸν λωβησάμενος αὐτομολήσειε ἐς αὐτούς. ἐνθαῦτα ἐν ἐλαφρῷ ποιησάμενος ἑωυτὸν λωβᾶται λώβην ἀνήκεστον· ἀποταμὼν γὰρ ἑωυτοῦ τὴν ῥῖνα καὶ τὰ ὦτα καὶ τὴν κόμην κακῶς περικείρας καὶ μαστιγώσας ἦλθε παρὰ Δαρεῖον.


155 

1 Δαρεῖος δὲ κάρτα βαρέως ἤνεικε ἰδὼν ἄνδρα δοκιμώτατον λελωβημένον, 

ἔκ τε τοῦ θρόνου ἀναπηδήσας ἀνέβωσέ τε καὶ εἴρετό μιν ὅστις εἴη ὁ λωβησάμενος καὶ 

ὅ τι ποιήσαντα. 2 ὁ δὲ εἶπε “οὐκ ἔστι οὗτος ὡνήρ, ὅτι μὴ σύ, τῷ ἐστὶ δύναμις τοσαύτη ἐμὲ δὴ ὧδε διαθεῖναι· οὐδέ τις ἀλλοτρίων ὦ βασιλεῦ τάδε ἔργασται, ἀλλ᾽ αὐτὸς ἐγὼ ἐμεωυτόν, δεινόν τι ποιεύμενος Ἀσσυρίους Πέρσῃσι καταγελᾶν„. 3 ὃ δ᾽ ἀμείβετο “ὦ σχετλιώτατε ἀνδρῶν, ἔργῳ τῷ αἰσχίστῳ οὔνομα τὸ κάλλιστον ἔθευ, φὰς διὰ τοὺς πολιορκεομένους σεωυτὸν ἀνηκέστως διαθεῖναι. τί δ᾽, ὦ μάταιε, λελωβημένου σεῦ θᾶσσον 

οἱ πολέμιοι παραστήσονται; κῶς οὐκ ἐξέπλωσας τῶν φρενῶν σεωυτὸν διαφθείρας;

4 ὁ δὲ εἶπε “εἰ μέν τοι ὑπερετίθεα τὰ ἔμελλον ποιήσειν, οὐκ ἄν με περιεῖδες· νῦν δ᾽ ἐπ᾽ ἐμεωυτοῦ βαλόμενος ἔπρηξα. ἤδη ὦν ἢν μὴ τῶν σῶν δεήσῃ, αἱρέομεν Βαβυλῶνα. ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἔχω αὐτομολήσω ἐς τὸ τεῖχος καὶ φήσω πρὸς αὐτοὺς ὡς ὑπὸ σεῦ τάδε ἔπαθον· καὶ δοκέω, πείσας σφέας ταῦτα ἔχειν οὕτω, τεύξεσθαι στρατιῆς. 5 σὺ δέ, ἀπ᾽ ἧς ἂν ἡμέρης ἐγὼ ἐσέλθω ἐς τὸ τεῖχος, ἀπὸ ταύτης ἐς δεκάτην ἡμέρην τῆς σεωυτοῦ στρατιῆς, τῆς οὐδεμία ἔσται ὤρη ἀπολλυμένης, ταύτης χιλίους τάξον κατὰ τὰς Σεμιράμιος καλεομένας πύλας· μετὰ δὲ αὖτις ἀπὸ τῆς δεκάτης ἐς ἑβδόμην ἄλλους μοι τάξον δισχιλίους κατὰ τὰς Νινίων καλεομένας πύλας· ἀπὸ δὲ τῆς ἑβδόμης διαλείπειν εἴκοσι ἡμέρας, καὶ ἔπειτα ἄλλους κάτισον ἀγαγὼν κατὰ τὰς Χαλδαίων καλεομένας πύλας, τετρακισχιλίους. ἐχόντων δὲ μήτε οἱ πρότεροι μηδὲν τῶν ἀμυνεύντων μήτε οὗτοι, πλὴν ἐγχειριδίων· τοῦτο δὲ 

ἐᾶν ἔχειν. 6 μετὰ δὲ τὴν εἰκοστὴν ἡμέρην ἰθέως τὴν μὲν ἄλλην στρατιὴν κελεύειν πέριξ προσβάλλειν πρὸς τὸ τεῖχος, Πέρσας δέ μοι τάξον κατά τε τὰς Βηλίδας καλεομένας καὶ Κισσίας πύλας. ὡς γὰρ ἐγὼ δοκέω, ἐμέο μεγάλα ἔργα ἀποδεξαμένου, τά τε ἄλλα ἐπιτρέψονται ἐμοὶ Βαβυλώνιοι καὶ δὴ καὶ τῶν πυλέων τὰς βαλανάγρας· τὸ δὲ ἐνθεῦτεν ἐμοί τε καὶ Πέρσῃσι μελήσει τὰ δεῖ ποιέειν„.


156

1 Ταῦτα ἐντειλάμενος ἤιε ἐπὶ τὰς πύλας, ἐπιστρεφόμενος ὡς δὴ ἀληθέως αὐτόμολος. ὁρῶντες δὲ ἀπὸ τῶν πύργων οἱ κατὰ τοῦτο τεταγμένοι κατέτρεχον κάτω καὶ ὀλίγον τι παρακλίναντες τὴν ἑτέρην πύλην εἰρώτων 

τίς τε εἴη καὶ ὅτευ δεόμενος ἥκοι. ὁ δέ σφι ἠγόρευε ὡς εἴη τε Ζώπυρος καὶ αὐτομολέοι ἐς ἐκείνους. 2 ἦγον δή μιν οἱ πυλουροί, ταῦτα ὡς ἤκουσαν, ἐπὶ τὰ κοινὰ τῶν Βαβυλωνίων· καταστὰς δὲ ἐπ᾽ αὐτὰ κατοικτίζετο, φὰς ὑπὸ Δαρείου πεπονθέναι τὰ ἐπεπόνθεε ὑπ᾽ ἑωυτοῦ, παθεῖν δὲ ταῦτα διότι συμβουλεῦσαι οἱ ἀπανιστάναι τὴν στρατιήν, ἐπείτε δὴ οὐδεὶς πόρος ἐφαίνετο τῆς ἁλώσιος. 3 “νῦν τε„ ἔφη λέγων “ἐγὼ ὑμῖν ὦ Βαβυλώνιοι 

ἥκω μέγιστον ἀγαθόν, Δαρείῳ δὲ καὶ τῇ στρατιῇ καὶ Πέρσῃσι μέγιστον κακόν· οὐ γὰρ δὴ ἐμέ γε ὧδε λωβησάμενος καταπροΐξεται· ἐπίσταμαι δ᾽ αὐτοῦ πάσας τὰς διεξόδους τῶν βουλευμάτων„. τοιαῦτα ἔλεγε.


157 

1 Οἳ δὲ Βαβυλώνιοι ὁρῶντες ἄνδρα τὸν ἐν Πέρσῃσι δοκιμώτατον ῥινός τε καὶ ὤτων 

ἐστερημένον, μάστιξί τε καὶ αἵματι ἀναπεφυρμένον, πάγχυ ἐλπίσαντες λέγειν μιν ἀληθέα καί σφι ἥκειν σύμμαχον, ἐπιτρέπεσθαι ἕτοιμοι ἦσαν τῶν ἐδέετο σφέων· ἐδέετο δὲ στρατιῆς. 2 ὁ δὲ ἐπείτε αὐτῶν τοῦτο παρέλαβε, ἐποίεε τά περ τῷ Δαρείῳ συνεθήκατο· ἐξαγαγὼν γὰρ τῇ δεκάτῃ ἡμέρῃ τὴν στρατιὴν τῶν Βαβυλωνίων καὶ κυκλωσάμενος 

τοὺς χιλίους, τοὺς πρώτους ἐνετείλατο Δαρείῳ τάξαι, τούτους κατεφόνευσε. 3 μαθόντες δέ μιν οἱ Βαβυλώνιοι τοῖσι ἔπεσι τὰ ἔργα παρεχόμενον ὅμοια, πάγχυ περιχαρέες ἐόντες πᾶν δὴ ἕτοιμοι ἦσαν ὑπηρετέειν. ὁ δὲ διαλιπὼν ἡμέρας τὰς συγκειμένας, αὖτις ἐπιλεξάμενος 

τῶν Βαβυλωνίων ἐξήγαγε καὶ κατεφόνευσε τῶν Δαρείου στρατιωτέων τοὺς δισχιλίους. 

4 ἰδόντες δὲ καὶ τοῦτο τὸ ἔργον οἱ Βαβυλώνιοι πάντες Ζώπυρον εἶχον ἐν στόμασι αἰνέοντες. ὁ δὲ αὖτις διαλιπὼν τὰς συγκειμένας ἡμέρας ἐξήγαγε ἐς τὸ προειρημένον, καὶ κυκλωσάμενος κατεφόνευσε τοὺς τετρακισχιλίους. ὡς δὲ καὶ τοῦτο κατέργαστο, πάντα δὴ ἦν ἐν τοῖσι Βαβυλωνίοισι Ζώπυρος, καὶ στρατάρχης τε οὗτός σφι καὶ τειχοφύλαξ ἀπεδέδεκτο.


158

1 Προσβολὴν δὲ Δαρείου κατὰ τὰ συγκείμενα ποιευμένου πέριξ τὸ τεῖχος, ἐνθαῦτα δὴ πάντα τὸν δόλον ὁ Ζώπυρος ἐξέφαινε. οἱ μὲν γὰρ Βαβυλώνιοι ἀναβάντες ἐπὶ τὸ τεῖχος ἠμύνοντο τὴν Δαρείου στρατιὴν προσβάλλουσαν, ὁ δὲ Ζώπυρος τάς τε Κισσίας καὶ Βηλίδας καλεομένας πύλας ἀναπετάσας ἐσῆκε τοὺς Πέρσας ἐς τὸ τεῖχος. 2 τῶν δὲ Βαβυλωνίων οἳ μὲν εἶδον τὸ ποιηθέν, οὗτοι μὲν ἔφευγον ἐς τοῦ Διὸς τοῦ Βήλου τὸ ἱρόν· 

οἳ δὲ οὐκ εἶδον, ἔμενον ἐν τῇ ἑωυτοῦ τάξι ἕκαστος, ἐς ὃ δὴ καὶ οὗτοι ἔμαθον προδεδομένοι.


159

1 Βαβυλὼν μέν νυν οὕτω τὸ δεύτερον αἱρέθη. Δαρεῖος δὲ ἐπείτε ἐκράτησε 

τῶν Βαβυλωνίων, τοῦτο μὲν σφέων τὸ τεῖχος περιεῖλε καὶ τὰς πύλας πάσας ἀπέσπασε· τὸ γὰρ πρότερον ἑλὼν Κῦρος τὴν Βαβυλῶνα ἐποίησε τούτων οὐδέτερον· τοῦτο δὲ ὁ Δαρεῖος τῶν ἀνδρῶν τοὺς κορυφαίους μάλιστα ἐς τρισχιλίους ἀνεσκολόπισε, τοῖσι δὲ λοιποῖσι Βαβυλωνίοισι ἀπέδωκε τὴν πόλιν οἰκέειν. 2 ὡς δ᾽ ἕξουσι γυναῖκας οἱ Βαβυλώνιοι ἵνα σφι γενεὴ ὑπογίνηται, τάδε Δαρεῖος προϊδὼν ἐποίησε· τὰς γὰρ ἑωυτῶν, ὡς καὶ 

κατ᾽ ἀρχὰς δεδήλωται, ἀπέπνιξαν οἱ Βαβυλώνιοι τοῦ σίτου προορέοντες· ἐπέταξε τοῖσι περιοίκοισι ἔθνεσι γυναῖκας ἐς Βαβυλῶνα κατιστάναι, ὅσας δὴ ἑκάστοισι ἐπιτάσσων, ὥστε πέντε μυριάδων τὸ κεφαλαίωμα τῶν γυναικῶν συνῆλθε· ἐκ τουτέων δὲ τῶν γυναικῶν οἱ νῦν Βαβυλώνιοι γεγόνασι.


160

1 Ζωπύρου δὲ οὐδεὶς ἀγαθοεργίην Περσέων ὑπερεβάλετο παρὰ Δαρείῳ κριτῇ οὔτε τῶν ὕστερον γενομένων οὔτε τῶν πρότερον, ὅτι μὴ Κῦρος μοῦνος· τούτῳ γὰρ οὐδεὶς Περσέων ἠξίωσέ κω ἑωυτὸν συμβαλεῖν. πολλάκις δὲ Δαρεῖον λέγεται γνώμην τήνδε ἀποδέξασθαι, ὡς βούλοιτο ἂν Ζώπυρον εἶναι ἀπαθέα τῆς ἀεικείης μᾶλλον ἢ Βαβυλῶνάς οἱ εἴκοσι 

πρὸς τῇ ἐούσῃ προσγενέσθαι. 2 ἐτίμησε δέ μιν μεγάλως· καὶ γὰρ δῶρά 

οἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἐδίδου ταῦτα τὰ Πέρσῃσι ἐστὶ τιμιώτατα, καὶ τὴν 

Βαβυλῶνά οἱ ἔδωκε ἀτελέα νέμεσθαι μέχρι τῆς ἐκείνου ζόης, καὶ ἄλλα 

πολλὰ ἐπέδωκε. Ζωπύρου δὲ τούτου γίνεται Μεγάβυζος, ὃς ἐν Αἰγύπτῳ 

ἀντία Ἀθηναίων καὶ τῶν συμμάχων ἐστρατήγησε· Μεγαβύζου δὲ τούτου 

γίνεται Ζώπυρος, ὃς ἐς Ἀθήνας ηὐτομόλησε ἐκ Περσέων.

.

.

.




ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ/ΕΠΙΔΗΜΙΩΝ

ΕΠΙΔΗΜΙΩΝ Γ'. Ἑκκαίδεκα ἄρρωστοι,α' αρρωστος

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ιπποκρατική Τριαδική Αρχή:

άρρωστος/αρρώστια/ιατρός

(παρατήρηση του αρρώστου/της πορείας της αρρώστιας/απόφαση 

θεραπείας)


Δεκαέξι άρρωστοι

α' αρρωστος

XVII. [α'.] στη Θάσο ο Παριανός που ήταν κατακειτος στο Αρτεμίσιο,

δυνατος πυρετός τον επιάσε,στην αρχή συνεχής,πολύ φλογερός,δίψα,

άρχιζοντας με κώμα κατέληξε αυπνος.στη κοιλιά ταραχή στην αρχή,

ουρά αραιά.

την έκτη ούρησε όπως το λάδι.ειχε παρακρουση.την έβδομη επιδεινώθηκε

σε όλα,δεν κοιμήθηκε καθόλου.αλλα και τα ούρα όμοια και το μυαλο

ταραγμενο.απο τη κοιλιά όπως η χολή,λιπαρά αφοδευτηκαν,

την όγδοη λίγο από το μύτη έσταξε,έκανε λίγο  εμετό όπως το μωβ χρώμα.

λιγο κοιμηθηκε.

την ενατη τα ίδια,

την δέκατη συνηρθε σε όλα.

την εντεκατη ίδρωσε παντου.

πάγωσε ολόκληρος,γρήγορα όμως πάλι ζεσταθηκε,

την δεκατη τεταρτηδυνατος πυρετος.περιττωματα όπως η χολή,αραιά,

πολλά,στα ουρά αιωρηματα,είχε παρακρουση,

την δεκατη εβδομη πονούσε.δεν είχε ύπνο,και ο πυρετός αυξήθηκε,

την εικοστή ίδρωσε παντου.απυρετος,περιττώματα όπως η χολή,νηστικός,

σε κώμα,

την εικοστή τετάρτη επανήρθε.

την τριακοστη τετάρτη απυρετος.ευκοιλιοτητα,και πάλι ζεσταθηκε.

την τεσσαρακοστή απυρετος.δυσκοιλιοτητα.οχι βαρια.νηστικος.έκανε πάλι 

λίγο πυρετό και συνεχώς σε παροξυσμό,ποτε απυρετος και πότε οχι,

γιατί αν κάπως τον αφήνει και ανακουφιζεται ,γρήγορα πάλι επανερχεται.

και τροφη ελάχιστη και ακατάλληλη  παίρνει.υπνος κακός.κατα τις

υποτροπές έχει παρακρουση.τα ουρα είναι πυκνά.αλλα ουρει αυτή τη φορά

με δυσκολία και με πόνο.και έχει δυσκοιλιότητα και μετα παλι αραιωμένα

(κόπρανα),μικροι πυρετοι συνεχεια.περιττωματα αραιά.πολλα.

στις εκατόν είκοσι πέθανε.

σε τουτη την περίπτωση η κοιλιά συνεχώς από την πρώτη μέρα ήταν υγρη

όπως η χολή,σε υγρή κατάσταση πολλά ηταν(κόπρανα) η' μαζί με καυτα 

κι αχωνευτα (κόπρανα).ουρα ολότελα κακά.σε κώμα επί το πλείστον.

αϋπνος με πόνους.νηστικος συνεχως


 Ἑκκαίδεκα ἄρρωστοι


α' αρρωστος


XVII. [α'.] Ἐν Θάσῳ τὸν Πάριον, ὃς κατέκειτο ὑπὲρ Ἀρτεμισίου, πυρετὸς 

ἔλαβεν ὀξύς, κατ᾽ ἀρχὰς συνεχής, καυσώδης· δίψος· ἀρχόμενος 

κωματώδης καὶ πάλιν ἄγρυπνος· κοιλίη ταραχώδης ἐν ἀρχῇσιν, οὖρα 

λεπτά. ἕκτῃ οὔρησεν ἐλαιῶδες, παρέκρουσεν. ἑβδόμῃ παρωξύνθη πάντα, 

οὐδὲν ἐκοιμήθη, ἀλλὰ οὖρά τε ὅμοια καὶ τὰ τῆς γνώμης ταραχώδεα· ἀπὸ 

δὲ κοιλίης χολώδεα, λιπαρὰ διῆλθεν. ὀγδόῃ σμικρὸν ἀπὸ ῥινῶν ἔσταξεν, 

ἤμεσεν ἰώδεα ὀλίγα, σμικρὰ ἐκοιμήθη. ἐνάτῃ διὰ τῶν αὐτῶν. δεκάτῃ 

πάντα συνέδωκεν. ἑνδεκάτῃ ἵδρωσε δι᾽ ὅλου· περιέψυξε, ταχὺ δὲ πάλιν ἀνεθερμάνθη. τεσσαρεσκαιδεκάτῃ πυρετὸς ὀξύς, διαχωρήματα χολώδεα,

λεπτά, πολλά, οὔροισιν ἐναιώρημα, παρέκρουσεν. ἑπτακαιδεκάτῃ 

ἐπιπόνως· οὔτε γὰρ ὕπνοι, ὅ τε πυρετὸς ἐπέτεινεν. εἰκοστῇ ἵδρωσε 

δι᾽ ὅλου· ἄπυρος, διαχωρήματα χολώδεα, ἀπόσιτος, κωματώδης· 

εἰκοστῇ τετάρτῃ ὑπέστρεψε. τριηκοστῇ τετάρτῃ ἄπυρος, κοιλίη 

οὐ συνίστατο, καὶ πάλιν ἀνεθερμάνθη. τεσσαρακοστῇ ἄπυρος, κοιλίη 

συνέστη χρόνον οὐ πολύν, ἀπόσιτος, σμικρὰ πάλιν ἐπύρεξε καὶ διὰ 

παντὸς πεπλανημένως· ἄπυρος τὰ μέν, τὰ δ᾽ οὔ· εἰ γάρ τι διαλίποι καὶ διακουφίσαι, 

ταχὺ πάλιν ὑπέστρεφε. σιταρίοισί τε ὀλίγοισι καὶ φαύλοισι προσεχρῆτο. ὕπνοι κακοί, 

περὶ τὰς ὑποστροφὰς παρέκρουσεν. οὖρα 

πάχος μὲν ἔχοντα οὔρει τηνικαῦτα, ταραχώδεα δὲ καὶ πονηρά. καὶ τὰ 

κατὰ κοιλίην συνιστάμενα καὶ πάλιν διαλυόμενα. πυρέτια συνεχέα. 

διαχωρήματα λεπτά, πολλά. ἐν εἴκοσι καὶ ἑκατὸν ἔθανε. 

τούτῳ κοιλίη συνεχέως ἀπὸ τῆς πρώτης ὑγρὴ χολώδεσιν, ὑγροῖσι πολλοῖσιν ἦν 

ἢ συνισταμένη ζέουσι καὶ ἀπέπτοισιν· οὖρα διὰ τέλεος κακά· κωματώδης 

τὰ πλεῖστα, μετὰ πόνων ἄγρυπνος, ἀπόσιτος συνεχέως

.

.

.

 



ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ

ΠΕΡΙ ΙΕΡΗΣ ΝΟΥΣΟΥ

αποσπασμα

- μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


(Ιερή νόσο,από θεού,οι Ασκληπιαδες και οι προ-ιπποκρατικοι γιατροί

θεωρούσαν την επιληψία,και καταγινονταν με ξόρκια να την θεραπεύσουν.

Ο Ιπποκράτης τους απέδειξε πως καθόλου 'αυτη η νόσος όπως και όλες οι 

άλλες,δεν είναι από θεό,ιερή,αλλά έχει φυσικά αίτια και βρίσκοντας τα

θα θεραπευθεί,επιστημονικά και όχι μαγικο-θεουργικα)


γι'αυτη που καλούν ιερή νόσο αυτο εδώ συμβαίνει.σε τίποτα δεν μου 

φαινεται από τις άλλες νόσους ότι είναι πιο θεϊκή ούτε πιο ιερή,αλλά 

από τη φύση είναι όπως και τα λοιπά νοσήματα,από όπου προέρχεται.

λόγω της φύσης της και με προφαση αυτό οι άνθρωποι νόμισαν πως 

κάτι θεϊκό πράγμα είναι από απειρία και απορία,επειδή σε τίποτα δεν 

μοιάζει με τις άλλες νοσους.

και μ'αυτη την απορία σ'αυτους να μην γνωρίζουν το θεϊκό σ'αυτη 

παραμένει.και με την ευκολία του τρόπουτης θεραπείας με την οποία θεραπεύονται,

και με καθαρμους θεραπεύονταικαι με επωδους(ξορκισμους).

αν επειδή είναι παράξενη θεϊκή νομιζεται,τότε πολλά τα ιερά νοσήματα

θα είναι κι όχι ενα,όπως εγώ θα αποδείξω αλλά ούτε λιγότερο παράξενα

να είναι ούτε  λιγότερο υπερφυσικά,τα οποια κανένας δεν νομίζει να είναι

ιερά.

επισης κι  οι πυρετοι οι καθημερινοί  και οι τριταιοι και οι τεταρταιοι 

καθόλου λιγότερο δεν φαίνονται σε μένα  ιεροί ότι ειναι κι από το θεό

προερχόμενοι απ'αυτην τη νόσο,αν και δεν είναι τόσο παραξενοι.

επίσης βλέπω μανιασμένους ανθρώπους και να παραφρονουν  από μηδαμινή

εμφανή πρόφαση και πολλά και παράλογα κάνοντας,και στον ύπνο γνωρισα 

πολλούς να στενάζουν βαρια  και να φωνάζουν δυνατά,άλλους να πνίγονται,κι 

άλλους να τινάζονται και να τρέχουν βγαίνοντας έξω και να παραφρονουν 

μέχρι να ξυπνήσουν,έπειτα υγιείς γινονται και φρονούν όπως ακριβώς και προτυτερα,

αν κι έχουν γίνει χλωμοί και αδύναμοι,κι αυτά όχι μια φορά,

αλλα πολλέςφορες,κι άλλα πολλά είναι και παντός είδους για τα οποία 

για το καθένα να πεις θα χρειάζονταν πολλά λόγια.

σε μένα φαίνεται ότι οι πρώτοι που αυτό το νόσημα έκαναν ιερό τέτοιοι

είναι άνθρωποι οι οποίοι και τώρα είναι και μάγοι και  εξαγνιστες και

αλαζόνες,όσοι απ'αυτους προσποιούνται πως παρά πολύ θεοσεβεις είναι

και κάτι παραπάνω γνωριζουν

Αυτοί λοιπόν προφασιζόμενοι και προβάλλοντας το θείο απο την αμηχανία

να μπορέσουν να προσφέρουν ότι θα ωφελήσουν,για να μην φανερωθούν 

πωςτίποτα δεν γνωρίζουν,ιερή θεώρησαν αυτή η ασθένεια είναι,και λόγους επιλέγοντας επιτήδειους τη θεραπεία κατέστησαν ασφαλή γι'αυτους τους

ίδιους,καθαρμους προσφέροντας και επωδας(ξορκισμους) και από τα λουτρα

να απέχουν ζητώντας και από φαγητά πολλά και βλαβερα στους ανθρώπους

που νοσούν να φανε.

από τα θαλασσινά το μπαρμπούνι,το μελανουρι,τη σφυρίδα,το χέλι(γιατί

αυτά τα ψάρια είναι τα πιο επικίνδυνα),από τα κρέατα του κατσικιού και 

των ελαφιών και των γουρουνιών και του σκύλου(γιατί αυτά τα κρέατα 

πιο πολύ ταράζουν τη κοιλιά),απ'τα πουλερικά του κόκορα και της

τρυγονας και του γαλου,ακόμα όσα θεωρούνται ότι πιο πολύ βαριά

είναι,από τα λάχανα τη μέντα,το σκόρδο και το κρεμμύδι(γιατί το 

καυστικό μ'αυτον που  ασθενει καθόλου δεν συμφωνεί),μαύρο ρούχο να 

μην έχουν(γιατί ένδειξη θανάτου το μαύρο),μήτε πάνω σε κατσικίσιο δέρμα

να ξαπλωνουν μήτε να φορούν,μήτε το ένα πόδι πάνω στ'αλλο να εχουν,

μήτε το χέρι πάνω στο χέρι(να σταυρώνουν)(γιατί αυτά όλα εμπόδια 

είναι(της αρρώστιας)).

Όλα δε αυτά ενεκα του θείου επιβάλλουν,ως κάτι περισσοτερο να

γνωρίζουν και άλλα,από πρόφαση λέγοντας,οπως,αν υγιής γίνει,αυτων

η δόξα θα είναι και η ικανότητα,αν πεθάνει,εκ του ασφαλούς παρουσιάζουν

τις απολογίες τους και προφασιζονται πως δεν είναι αίτιοι αυτοί ,αλλά

οι θεοί.γιατι ούτε να φάνε,ούτε να πιουν κανένα φάρμακο δεν εδοσαν,

ούτε σε λουτρά καυτά τους έβαλαν,ώστε να θεωρηθεί ότι αίτιο είναι.

Εγώ τότε νομίζω ότι από τους Λίβυους που κατοικούν στο εσωτερικό 

της χώρας κανενας δεν υγιαινει,διότι πάνω σε κατσικίσια δέρματα 

ξαπλώνουν και κρέατα κατσικίσια έχουν σε χρήση,επειδή δεν έχουν

ουτε στρωμα ούτε ρούχο ούτε παπούτσι το οποίο κατσικισιο να μην 

είναι.γιατι δεν υπάρχει σ'αυτους κανένα άλλο πρόβατο παρά κατσίκια

και βόδια.

Αν λοιπόν αυτά όταν προσφερονται και τρώγονται τη νόσο και γεννούν

και αυξάνουν κι όταν δεν τρώγονται θεραπεύεται,άρα δεν είναι ο θεός

αίτιος για τίποτα,ουτε οι καθαρμοί ωφελούν,αλλά  τα φαγητά είναι αυτά

που θεραπεύουν και που βλάπτουν,του δε θείου εξαφανίζεται η δύναμη.

.

.

Περὶ μὲν τῆς ἱερῆς νούσου καλεομένης ὧδ' ἔχει· οὐδέν τί μοι δοκέει 

τῶν ἄλλων θειοτέρη εἶναι νούσων οὐδὲ ἱερωτέρη, ἀλλὰ φύσιν μὲν 

ἔχει ἣν καὶ τὰ λοιπὰ νουσήματα, ὅθεν γίνεται. Φύσιν δὲ αὐτῇ καὶ 

πρόφασιν οἱ ἄνθρωποι ἐνόμισαν θεῖόν τι πρῆγμα εἶναι ὑπὸ ἀπειρίης 

καὶ θαυμασιότητος, ὅτι οὐδὲν ἔοικεν ἑτέρῃσι νούσοισιν· καὶ κατὰ 

μὲν τὴν ἀπορίην αὐτοῖσι τοῦ μὴ γινώσκειν τὸ θεῖον αὐτῇ διασώζεται, 

κατὰ δὲ τὴν εὐπορίην τοῦ τρόπου τῆς ἰήσιος ᾧ ἰῶνται, ἀπόλλυται, ὅτι καθαρμοῖσί τε ἰῶνται καὶ ἐπαοιδῇσιν. Εἰ δὲ διὰ τὸ θαυμάσιον θεῖον 

νομιεῖται, πολλὰ τὰ ἱερὰ νουσήματα ἔσται καὶ οὐχὶ ἓν, ὡς ἐγὼ ἀποδείξω 

ἕτερα οὐδὲν ἧσσον ἐόντα θαυμάσια οὐδὲ τερατώδεα, ἃ οὐδεὶς νομίζει 

ἱερὰ εἶναι. Τοῦτο μὲν γὰρ οἱ πυρετοὶ οἱ ἀμφημερινοὶ καὶ οἱ τριταῖοι καὶ 

οἱ τεταρταῖοι οὐδὲν ἧσσόν μοι δοκέουσιν ἱεροὶ εἶναι καὶ ὑπὸ θεοῦ 

γίνεσθαι ταύτης τῆς νούσου, ὧν οὐ θαυμασίως γ' ἔχουσιν· τοῦτο δὲ 

ὁρέω μαινομένους ἀνθρώπους καὶ παραφρονέοντας ἀπὸ μηδεμιῆς 

προφάσιος ἐμφανέος, καὶ πολλά τε καὶ ἄκαιρα ποιέοντας, ἔν τε τῷ 

ὕπνῳ οἶδα πολλοὺς οἰμώζοντας καὶ βοῶντας, τοὺς δὲ πνιγομένους, 

τοὺς δὲ καὶ ἀναΐσσοντάς τε καὶ φεύγοντας ἔξω καὶ παραφρονέοντας 

μέχρις ἂν ἐπέγρωνται, ἔπειτα δὲ ὑγιέας ἐόντας καὶ φρονέοντας ὥσπερ 

καὶ πρότερον, ἐόντας τ' αὐτέους ὠχρούς τε καὶ ἀσθενέας, καὶ ταῦτα 

οὐχ ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις, ἄλλα τε πολλά ἐστι καὶ παντοδαπὰ ὧν περὶ 

ἑκάστου λέγειν πουλὺς ἂν εἴη λόγος. Ἐμοὶ δὲ δοκέουσιν οἱ πρῶτοι 

τοῦτο τὸ νόσημα ἀφιερώσαντες τοιοῦτοι εἶναι ἄνθρωποι οἷοι καὶ νῦν 

εἰσι μάγοι τε καὶ καθάρται καὶ ἀγύρται καὶ ἀλαζόνες, ὁκόσοι δὴ 

προσποιέονται σφόδρα θεοσεβέες εἶναι καὶ πλέον τι εἰδέναι.

Οὗτοι τοίνυν παραμπεχόμενοι καὶ προβαλλόμενοι τὸ θεῖον τῆς ἀμηχανίης 

τοῦ μὴ ἴσχειν ὅ τι προσενέγκαντες ὠφελήσουσιν, ὡς μὴ κατάδηλοι ἔωσιν 

οὐδὲν ἐπιστάμενοι, ἱερὸν ἐνόμισαν τοῦτο τὸ πάθος εἶναι, καὶ λόγους 

ἐπιλέξαντες ἐπιτηδείους τὴν ἴησιν κατεστήσαντο ἐς τὸ ἀσφαλὲς σφίσιν 

αὐτοῖσι, καθαρμοὺς προσφέροντες καὶ ἐπαοιδὰς, λουτρῶν τε ἀπέχεσθαι κελεύοντες καὶ ἐδεσμάτων πολλῶν καὶ ἀνεπιτηδείων ἀνθρώποισι 

νοσέουσιν ἐσθίειν, 

θαλασσίων μὲν τρίγλης, μελανούρου, κεστρέος, ἐγχέλυος (οὗτοι γὰρ 

οἱ ἰχθύες εἰσὶν ἐπικαιρότατοι), κρεῶν δὲ αἰγείου καὶ ἐλάφων καὶ 

χοιρίων καὶ κυνὸς (ταῦτα γὰρ κρεῶν ταρακτικώτατά ἐστι τῆς κοιλίης), 

ὀρνίθων δὲ ἀλεκτρυόνος καὶ τρυγόνος καὶ ὠτίδος, ἔτι δὲ ὅσα νομίζεται ἰσχυρότατα 

εἶναι, λαχάνων δὲ μίνθης, σκορόδου καὶ κρομύου (δριμὺ γὰρ ἀσθενέοντι οὐδὲν ξυμφέρει), ἱμάτιον δὲ μέλαν μὴ ἔχειν (θανατῶδες γὰρ 

τὸ μέλαν), μηδὲ ἐν αἰγείῳ κατακέεσθαι δέρματι μηδὲ φορέειν, μηδὲ πόδα 

ἐπὶ ποδὶ ἔχειν, μηδὲ χεῖρα ἐπὶ χειρὶ (ταῦτα γὰρ πάντα κωλύματα εἶναι). 

Ταῦτα δὲ πάντα τοῦ θείου εἵνεκεν προστιθέασιν, ὡς πλέον τι εἰδότες 

καὶ ἄλλα; προφάσιας λέγοντες, ὅκως, εἰ μὲν ὑγιὴς γένοιτο, αὐτῶν ἡ δόξα 

εἴη καὶ ἡ δεξιότης, εἰ δὲ ἀποθάνοι, ἐν ἀσφαλεῖ καθισταῖντο αὐτῶν αἱ 

ἀπολογίαι καὶ ἔχοιεν πρόφασιν ὡς οὐκ αἴτιοί εἰσιν αὐτοὶ, ἀλλ' οἱ θεοί· 

οὔτε γὰρ φαγέειν οὔτε πιέειν ἔδοσαν φάρμακον οὐδὲν, οὔτε λουτροῖσι καθήψησαν, 

ὥστε δοκέειν αἴτιον εἶναι. Ἐγὼ δὲ δοκέω Λιβύων τῶν τὴν 

μεσόγειον οἰκεόντων οὐδένα ὑγιαίνειν, ὅτι ἐν αἰγείοισι δέρμασι 

κατακέονται καὶ κρέασιν αἰγείοισι χρῶνται, ἐπεὶ οὐκ ἔχουσιν οὔτε στρῶμα 

οὔτε ἱμάτιον οὔτε ὑπόδημα ὅ τι μὴ αἴγειόν ἐστιν· οὐ γάρ ἐστιν αὐτοῖς ἄλλο προβάτιον οὐδὲν ἢ αἶγες καὶ βόες. Εἰ δὲ ταῦτα προσφερό1.51 μενα καὶ ἐσθιόμενα τὴν νοῦσον

τίκτει τε καὶ αὔξει καὶ μὴ ἐσθιόμενα ἰῆται, οὐκ 

ἐστὶν ἄρα ὁ θεὸς αἴτιος οὐδενὸς, οὐδὲ οἱ καθαρμοὶ ὠφελέουσιν, ἀλλὰ 

τὰ ἐδέσματα τὰ ἰώμενά ἐστι καὶ τὰ βλάπτοντα, τοῦ δὲ θείου ἀφανίζεται 

ἡ δύναμις. 

.

.

.

 


ΑΚΟΥΣΙΛΑΟΣ Γενεηλογίαι (ή Ἱστορίαι)59-αποσπασμα 40α

Η ΚΑΙΝΗ ΤΟΥ ΕΛΑΤΟΥ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ακουσίλαος ο Αργείος,(τέλος 6ου άι.π.Χ)λογογράφος,ιστοριογράφος,

έργο του:Γενεηλογίαι(Ιστορίαι),


Με την Καινή του Ελάτου σμιγεται ο Ποσειδων.επειτα(γιατί αυτή με αυτόν

τον θεό παιδιά δεν ηταν να γεννήσει ούτε από εκείνον ούτε από άλλον

κανέναν)την κάνει ο Ποσειδών άντρα άτρωτο.να έχει δύναμη την πιο μεγάλη

από τους τότε ανθρώπους,κι όταν κάποιος αυτόν προσπαθούσε να κεντοισει 

με σίδερο η' χαλκό,έπεφτε αμέσως στη κατοχή του.κι αυτός γίνεται βασιλιάς

των Λαπιθών και με τους Κενταυρους πολεμουσε.επειτα στήνοντας ενα

ακόντιο στην αγορά σαν θεό πρόσταζε να υπολογισθεί.στους θεούς όμως 

δεν ήταν αρεστο.κι ο Ζευς βλέποντας αυτόν αυτά να κάνει τον απειλει και 

του ρίχνει εναντίον τους Κενταυρους.κι εκείνοι αυτόν κατακοβουν όρθιο

και πετουν καταγης κι από πάνω πέτρα τοποθετούν σημάδι και πεθαινει 


 

ΑΚΟΥΣΙΛΑΟΣ: 59. – Απόσπασμα 40α

Καινῇ δὲ τῇ Ἐλάτου μίσγεται Ποσειδῶν. ἔπειτα (οὐ γὰρ ἦν αὐτῷ ἱερὸν παῖδας τεκὲν 

οὔτ᾽ ἐξ ἐκείνου οὔτ᾽ ἐξ ἄλλου οὐδενός) ποιεῖ αὐτὸν Ποσε̣ιδέων ἄνδρα ἄτρωτον, ἰσχὺν ἔχοντα μεγίστην τῶν ἀνθρώπων τῶν τότε, καὶ ὅτε τις αὐτὸν κεντοίη σιδήρῳ ἢ χαλκῷ, ἡλίσκετο μάλιστα χρημάτων. καὶ γίγνεται βασιλεὺς οὗτος Λαπιθέων καὶ τοῖς Κενταύροις πολεμέεσκε. ἔπειτα στήσας ἀκόντιον ἐν ἀγορῇ θεὸν ἐκέλευεν ἀριθμεῖν. θεοῖσι δ᾽ οὐκ ἦεν ἀρεστόν, καὶ Ζεὺς ἰδὼν αὐτὸν ταῦτα ποιοῦντα ἀπειλεῖ καὶ ἐφορμᾷ τοὺς Κενταύρους, κἀκεῖνοι αὐτὸν κατακόπτουσιν ὄρθιον κατὰ γῆς καὶ ἄνωθεν πέτρην ἐπιτιθεῖσιν σῆμα,

 καὶ ἀποθνῄσκει.

.

.

.


ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ.ΗΘΙΚΑ.-ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΡΕΤΑΙ-

ΚΙΕΣ -ΠΙΕΡΙΑ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Κιες

Στις νεαρές κοπέλες των Κιων έθιμο ήταν στα δημόσια ιερά να πηγαίνουν 

μαζί και να περνούν τη μέρα η μία με την άλλη,οι δε μνηστήρες τις έβλεπαν 

να παίζουν και να χορεύουν.το βράδυ στο μέρος της κάθε μιας πήγαιναν 

φροντίζοντας η μία της άλλης τους γονείς και τα αδέλφια μέχρι και τα πόδια 

τους έπλεναν.πολλες φορές απο τους μνηστήρες μια την ερωτεύονταν 

περισσότεροι με κόσμιο έρωτα και αγνό,ώστε αν ένα κοριτσι ήταν 

λογοδοσμενο σε έναν οι άλλοι αμέσως έπαυαν να διεκδικούν.το κύριο

από την καλή σταση των γυναικών είναι ότι μήτε μοιχεία μήτε διαφθορά

αμνηστευτης για επτακόσια χρόνια δεν θυμούνται σ'αυτους να εγινε


Κῖαι 

Ταῖς Κίων παρθένοις ἔθος ἦν εἰς ἱερὰ δημόσια συμπορεύεσθαι 

καὶ διημερεύειν μετ’ ἀλλήλων, οἱ δὲ μνηστῆρες ἐθεῶντο παιζούσας 

καὶ χορευούσας· ἑσπέρας δὲ πρὸς ἑκάστην ἀνὰ μέρος βαδίζουσαι 

διηκονοῦντο τοῖς ἀλλήλων γονεῦσι καὶ ἀδελφοῖς ἄχρι τοῦ καὶ τοὺς 

πόδας ἀπονίζειν. τῶν δὲ μνηστήρων ἤρων πολλάκις μιᾶς πλείονες 

οὕτω κόσμιον ἔρωτα καὶ νόμιμον, ὥστε τῆς κόρης ἐγγυηθείσης ἑνὶ 

τοὺς ἄλλους εὐθὺς πεπαῦσθαι. κεφάλαιον δὲ τῆς εὐταξίας τῶν 

γυναικῶν τὸ μήτε μοιχείαν μήτε φθορὰν ἀνέγγυον [249E] ἐτῶν 

ἑπτακοσίων μνημονεύεσθαι παρ’ αὐτοῖς γενομένην

.

.

Πιερία 

Απ'τους Ίωνες που έφθασαν στην Μίλητο στασιαζοντας μερικοί κατά

των παιδιών του Νειλεου αποχώρησαν στον Μυούντα κι εκεί κατοικισαν,

πολλά κακά υποφέροντας από τους Μιλησιους.γιατι πολεμούν

μ'αυτους λόγω της αποστασίας.ομως δεν  ήταν προκηρυγμενος ούτε

χωρίς επαφές ο πόλεμος,αλλά σε κάποιες γιορτές σύχναζαν στην

Μίλητο από τον Μυουντα γυναίκες. ήταν ο Πυθης άνδρας σ'αυτους

ξεχωριστός,γυναίκα έχοντας την Ιαπυγια,και θυγατέρα την Πιερία.

όντας λοιπόν εορτή στην Άρτεμη και θυσία στους Μιλήσιος,την οποία

ονομάζουν Νηληιδα,έστειλε την γυναίκα και τη θυγατέρα,αφού

παρεκάλεσαν όπως στη γιορτή πάρουν μερος.απ'του Νειλεου τα παιδιά

ο πιο δυνατός με τ'ονομα Φρυγιος την Πιερία ερωτευθείς είχε στο νου,

τι σ'αυτη πιο πολύ θα γίνονταν απ'αυτον να είναι χαρισμενο.οταν είπε

εκείνη ''αν διακανονισεις για μένα  πολλές φορές εδώ και με πολλές να 

ερχομαι' καταλαβαίνοντας  ο Φρυγιος ότι ζητούσε φιλιά και ειρήνη στους 

πολίτες καταπαυσε τον πολεμο.ηταν λοιπόν στις δύο πόλεις δόξα και

τιμή για την Πιερία,ώστε και οι γυναίκες των Μιλησίων να εύχονται 

μέχρι τώρα να τις αγαπούν οι άντρες τους,όπως ο Φρυγιος αγάπησε

την Πιερία

.

.

Πιερία 

Τῶν εἰς Μίλητον ἀφικομένων Ἰώνων στασιάσαντες ἔνιοι πρὸς τοὺς 

Νείλεω παῖδας ἀπεχώρησαν εἰς Μυοῦντα κἀκεῖ κατῴκουν, πολλὰ κακὰ 

πάσχοντες ὑπὸ τῶν Μιλησίων· ἐπολέμουν γὰρ αὐτοῖς διὰ τὴν ἀποστασίαν. 

οὐ μὴν ἀκήρυκτος ἦν οὐδ’ ἀνεπίμικτος ὁ πόλεμος, ἀλλ’ ἔν τισιν ἑορταῖς 

ἐφοίτων εἰς Μίλητον ἐκ τοῦ Μυοῦντος αἱ γυναῖκες. ἦν δὲ Πύθης ἀνὴρ 

ἐν αὐτοῖς ἐμφανής, γυναῖκα μὲν ἔχων Ἰαπυγίαν, θυγατέρα δὲ Πιερίαν. 

οὔσης οὖν ἑορτῆς Ἀρτέμιδι καὶ θυσίας παρὰ Μιλησίοις, [254A] ἣν Νηληίδα προσαγορεύουσιν, ἔπεμψε τὴν γυναῖκα καὶ τὴν θυγατέρα, δεηθείσας 

ὅπως τῆς ἑορτῆς μετάσχωσι· τῶν δὲ Νείλεω παίδων ὁ δυνατώτατος 

ὄνομα Φρύγιος τῆς Πιερίας ἐρασθεὶς ἐνενόει, τί ἂν αὐτῇ μάλιστα γένοιτο 

παρ’ αὐτοῦ κεχαρισμένον. εἰπούσης δ’ ἐκείνης «εἰ διαπράξαιό μοι τὸ 

πολλάκις ἐνταῦθα καὶ μετὰ πολλῶν βαδίζειν‘, συνεὶς [οὖν] ὁ Φρύγιος 

δεομένην φιλίας καὶ εἰρήνης τοῖς πολίταις κατέπαυσε τὸν πόλεμον. 

[254B] ἦν οὖν ἐν ἀμφοτέραις ταῖς πόλεσι δόξα καὶ τιμὴ τῆς Πιερίας, 

ὥστε καὶ τὰς Μιλησίων εὔχεσθαι γυναῖκας ἄχρι νῦν οὕτως ἐρᾶν τοὺς 

ἄνδρας αὐτῶν, ὡς Φρύγιος ἠράσθη Πιερίας.

.

.

.




ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ.ΗΘΙΚΑ.Αποφθέγματα Λακωνικά

(Αποσπάσματα)-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΑΓΑΣΙΚΛΗΣ


σ''αυτον που του είπε πως κάποιος χωρίς σωματοφυλακες να'χει τους 

πολίτες μ'ασφαλεια να κυβερνά  μπορεί .'Αν ετσι' ειπε 'αυτους κυβερνά 

όπως ακριβώς οι πατεράδες τους γιους


Πρὸς δὲ τὸν εἰπόντα, πῶς ἄν τις ἀδορυφόρητος ὢν τῶν πολιτῶν ἄρχειν ἀσφαλῶς δύναιτο, «Ἐὰν οὕτως» ἔφη «αὐτῶν ἄρχῃ, ὥσπερ οἱ πατέρες τῶν 

υἱῶν.»

'


ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ


Ο Αγησίλαος ο μέγας σε συμπόσιο κάποτε τυχαινοντας συμποσιαρχος,

όταν ρωτήθηκε από τον οινοχόο πόσο σε καθεναν πρεπει να προσφέρει,

'Αν το πολύ κρασί ειναι προς διάθεση' ειπε 'οσο καθένας ζηταει,αν λίγο,

εξ ίσου δώσε σ'ολους'


Ἀγησίλαος ὁ μέγας παρὰ πότον ποτὲ λαχὼν συμποσίαρχος, ἐρωτηθεὶς 

ὑπὸ τοῦ οἰνοχόου πόσον ἑκάστῳ προσφέροι, «Εἰ μὲν πολὺς οἶνός ἐστιν» 

ἔφη «παρεσκευασμένος, [208c] ὅσον ἕκαστος αἰτεῖ· εἰ δ´ ὀλίγος, ἐξ ἴσου 

δίδου πᾶσι.»


για κάποιον  κακούργο που ακλόνητα υπέμεινε τα βασανιστήρια.'Οπως

πάρα πολύ πανουργος' είπε 'ανθρωπος,στα άθλια και αισχρά πράγματα

υπομονή και καρτερικότητα επιδεικνυει'


Κακούργου δέ τινος ἐμμόνως ὑπομείναντος βασάνους, «Ὡς σφόδρα πονηρός» εἶπεν «ἅνθρωπος, εἰς μοχθηρὰ  καὶ αἰσχρὰ πράγματα τὴν ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν κατατιθέμενος.»


τα Ελληνικά έθνη στην Ασία που ψήφισαν στις πιο επιφανείς πόλεις εικόνες

αυτού να κρεμάσουν προειδοποίησε.'Σε μένα καμια εικόνα μήτε να'ναι γραπτή

μήτε από πηλο  μήτε κατασκευαστη'

'

Τῶν δ´ ἐπὶ τῆς Ἀσίας Ἑλληνικῶν ἐθνῶν ψηφισαμένων ἐν ταῖς ἐπιφανεστάταις πόλεσιν εἰκόνας ἀνιστᾶν αὐτοῦ, προέγραψεν «Ἐμοῦ μηδεμία εἰκὼν ἔστω μήτε γραπτὴ μήτε πλαστὴ μήτε κατασκευαστή.»


βλέποντας στην Ασία σπίτι σκεπασμένο στην οροφη με τετράγωνα δοκαρια

ρώτησε τον ιδιοκτήτη αν τετράγωνα σ'αυτους φυτρώνουν τα δέντρα,

λέγοντας του όχι αλλά στρογγυλά.'Αν λοιπόν τετράγωνα' ειπε 'ηταν,στρογγυλά 

θα τα καταλήγατε;'


Θεασάμενος δ´ ἐπὶ τῆς Ἀσίας οἰκίαν τετραγώνοις ὠροφωμένην δοκοῖς 

ἠρώτησε τὸν κεκτημένον εἰ τετράγωνα [210e] παρ´ αὐτοῖς φύεται τὰ ξύλα· φαμένου δὲ οὔ, ἀλλὰ στρογγύλα, «Τί οὖν;» εἶπεν «εἰ τετράγωνα ἦν, στρογγύλ´ 

ἂν ἐτελεῖτε;»


όταν ρωτήθηκε κάποτε μέχρι που είναι της Λακωνικής τα σύνορα,σειωντας  

το δόρυ είπε.' Μέχρι όπου αυτό φθανει'


Ἐρωτηθεὶς δέ ποτε ἄχρι τίνος εἰσὶν οἱ τῆς Λακωνικῆς ὅροι, κραδάνας τὸ 

δόρυ εἶπεν «Ἄχρις οὗ τοῦτο φθάνει.»


σ'αλλον που ρωτουσε γιατί χωρίς τείχη η Σπάρτη,δείχνοντας τους πολίτες

 εξωπλισμενους.Αυτα ειναι'' είπε 'των Λακεδαιμονίων τα τειχη'


Ἄλλου δ´ ἐπιζητοῦντος διὰ τί ἀτείχιστος ἡ Σπάρτη, ἐπιδείξας τοὺς πολίτας ἐξωπλισμένους «Ταῦτ´ ἐστιν» εἶπε «τὰ Λακεδαιμονίων τείχη.»


βλέποντας κάποιον Λάκωνα κουτσό στον πόλεμο να βγαίνει κι αλογο να

ζητάει.'Δεν αντιλαμβάνεσαι' είπε 'οτι όχι αυτους που φεύγουν αλλ' αυτους

που μένουν ο πόλεμος ανάγκη εχει;'


Θεωρήσας δέ τινα Λάκωνα χωλὸν ἐπὶ πόλεμον ἐξιόντα καὶ ἵππον ζητοῦντα, 

«Οὐκ αἰσθάνῃ» ἔφη «ὅτι οὐ φευγόντων ἀλλὰ μενόντων ὁ πόλεμος χρείαν 

ἔχει;»


όταν ρωτήθηκε πως μεγάλη δόξα απέκτησε.'Καταφρονοντας τον θανατο'

είπε


Ἐρωτώμενος δὲ πῶς μεγάλην δόξαν περιεποιήσατο, «Θανάτου 

καταφρονήσας» ἔφη.


άλλοτε όταν ρωτήθηκε γιατί αντίθετα απ''τους άλλους πιο πολύ 

ευδαιμονουν οι Σπαρτιατες.'Διοτι' είπε ' αντίθετα απ''τους άλλους 

και το να κυβερνάς ασκούν και το να κυβερνιεσαι,'


Ἄλλοτε δ´ ἐρωτώμενος διὰ τί μάλιστα παρὰ τοὺς [212c] ἄλλους 

εὐδαιμονοῦσιν οἱ Σπαρτιᾶται, «Διότι» εἶπε «παρὰ τοὺς ἄλλους ἀσκοῦσιν 

ἄρχειν τε καὶ ἄρχεσθαι.»


σ'αυτον κάποιος του έκανε επίδειξη το τείχος της πόλης ότι ήταν οχυροτατο

και ανθεκτικότατο οικοδομημενο και τον ρώτησε αν καλό σ''αυτον φαίνεται.

'Μα το Δια' είπε 'καλο,όχι ομως για άνδρες αλλά για γυναίκες να κατοικούν

μεσα'


212e] Ἐπεδείκνυέ τις αὐτῷ τῆς πόλεως τὸ τεῖχος ὀχυρὸν καὶ καρτερῶς 

ἄγαν ἐξῳκοδομημένον καὶ ἠρώτα εἰ καλὸν αὐτῷ φαίνεται· «Νὴ Δί´» ἔφη 

«καλὸν, οὐχ ὡς ἀνδράσι δὲ ἀλλ´ ὡς γυναιξὶν ἐνοικεῖν.»


όταν ρωτήθηκε από κάποιον ποια πρέπει να μαθαινουν τα παιδιά.'Αυτα' 

είπε'τα οποία και όταν γίνουν ανδρες θα χρησιμοποιησουν'


Ἐπιζητοῦντος δέ τινος τίνα δεῖ μανθάνειν τοὺς παῖδας, [213d] «Ταῦτ´» 

εἶπεν «οἷς καὶ ἄνδρες γενόμενοι χρήσονται


όντας ιδιαίτερα πολύ φίλος με τα παιδιά λέγεται ότι με τα μικρά του παιδιά

καλάμι καβαλικευοντας όπως άλογο στο σπίτι μαζί τους έπαιζε.οταν τον

είδε κάποιος απ'τους φίλους τον παρεκάλεσε σε κανέναν να μην το πει 

πριν κι αυτός πατέρας παιδιών να γινει


Φιλοτεκνότατος δ´ ὢν διαφερόντως λέγεται ὅτι μικροῖς τοῖς παιδίοις 

κάλαμον περιβεβηκὼς ὥσπερ ἵππον οἴκοι συνέπαιζεν· ὀφθεὶς δὲ ὑπό 

τινος τῶν φίλων παρεκάλει μηδενὶ φράζειν, πρὶν καὶ αὐτὸς πατὴρ παίδων γένηται


ΑΓΗΣΙΠΟΛΙΣ Ο ΚΛΕΟΜΒΡΟΤΟΥ


ο Αγησιπολις του Κλεομβρότου,όταν του είπε κάποιος ότι ο Φίλιππος

μέσα σε λίγες μέρες την Όλυνθο ξεθεμελίωσε.'Μα τους θεους' είπε 'αλλη

τέτοια σε πολλαπλάσιο χρόνο δεν θα οικοδομησει'


[215b] Ἀγησίπολις ὁ Κλεομβρότου, εἰπόντος τινὸς ὅτι Φίλιππος ἐν ὀλίγαις ἡμέραις Ὄλυνθον κατέσκαψε, «Μὰ τοὺς θεούς» ἔφη «ἄλλην τοιαύτην ἐν πολλαπλασίονι χρόνῳ οὐκ οἰκοδομήσει.»


ΑΓΙΣ Ο ΑΧΙΔΑΜΟΥ


 οι Λακεδαιμονίοι,είπε, δεν ρωτούν πόσοι είναι οι εχθροί,αλλά που ειναι


Οὐκ ἔφη δὲ τοὺς Λακεδαιμονίους ἐρωτᾶν πόσοι εἰσὶν οἱ πολέμιοι, ἀλλὰ 

ποῦ εἰσίν.


σε έναν πρεσβευτή από τα Άβδηρα ,όταν σταμάτησε αφού πολλά είπε,

ρωτώντας τον τι στους πολίτες θα αναφέρει.'Οτι' είπε 'οσον εσύ χρόνο

να μιλάς χρησιμοποίησες,τόσον εγω σιωπωντας ακουγα'


Πρὸς δὲ τὸν ἐκ τῶν Ἀβδήρων πρεσβευτήν, ὅτε κατεπαύσατο πολλ´ εἰπών, ἐρωτῶντα τί τοῖς πολίταις ἀπαγγείλῃ, «Ὅτι» ἔφη «ὅσον σὺ χρόνον λέγειν ἔχρῃζες, τοσοῦτον ἐγὼ σιωπῶν ἤκουον.»


ΑΓΙΣ Ο ΝΕΩΤΕΡΟΣ


σε άνθρωπο πονηρό που ρωτούσε πολλές φορές ποιος να είναι ο άριστος

Σπαρτιάτης.'Αυτος που δεν μοιάζει σε σένα καθολου'


Πρὸς δ´ ἄνθρωπον πονηρὸν ἐρωτῶντα πολλάκις τίς ἄριστος εἴη Σπαρτιάτης 

«Ὁ σοὶ ἀνομοιότατος.»


ΑΝΤΑΛΙΚΙΔΑΣ


σε άλλον Αθηναίο που σ''αυτον είπε.'Αλλα εμείς απ'τον Κηφισσο αλήθεια

πολλές φορές σας εκδιωξαμε'.'Εμεις' είπε ' ουδεποτε εσάς από τον

Ευρωτα'


Ἑτέρου δ´ Ἀθηναίου πρὸς αὐτὸν εἰπόντος «Ἀλλὰ μὴν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 

Κηφισοῦ πολλάκις ὑμᾶς ἐδιώξαμεν», «Ἡμεῖς δέ» ἔφη «οὐδέποτε ὑμᾶς 

ἀπὸ τοῦ Εὐρώτα''


σ''αυτον που ρώτησε γιατί κοντά μαχαίρια κατά τον πόλεμο χρησιμοποιούν

οι Λακεδαιμονίοι.'Διοτι' είπε,'πλησιον στους εχθρούς μαχομαστε'


Πρὸς δὲ τὸν ἐπιζητοῦντα διὰ τί ἐγχειριδίοις βραχέσι κατὰ πόλεμον χρῶνται Λακεδαιμόνιοι, «Διότι» εἶπε «πλησίον τοῖς πολεμίοις μαχόμεθα.»


ΑΡΧΙΔΑΜΟΣ Ο ΖΕΥΞΙΔΑΜΟΥ


τα πολυτελή  ρούχα που στις θυγατέρες ο Διονύσιος ο τύραννος της

Σικελίας έστειλε,δεν τα δέχθηκε λεγοντας.'Φοβαμαι μήπως όταν τα

φορέσουν τα κορίτσια φανούν σε μενα ανηθικα'


Ταῖς δὲ θυγατράσιν αὐτοῦ ἱματισμὸν πολυτελῆ Διονυσίου [218e] τοῦ 

Σικελίας τυράννου πέμψαντος, οὐκ ἐδέξατο εἰπών «Φοβοῦμαι μὴ 

περιθέμεναι αἱ κόραι φανῶσί μοι αἰσχραί.»


ΑΝΑΞΙΒΙΟΣ


ο Αναξιβιος όταν πιάστηκε σε ενεδρα από τον Ιφικράτη στρατηγό των 

Αθηναίων και ρωτηθηκε  απ'τους στρατιώτες τι πρόκειται να κάνει.

'Τι αλλο' είπε ,'η' από σας να σωθώ,η' μαχόμενος να πεθανω'


[219c] Ἀναξίβιος ἐνεδρευθεὶς ὑπὸ Ἰφικράτους τοῦ Ἀθηναίων στρατηγοῦ 

καὶ ἐρωτώμενος ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν τί δεῖ ποεῖν, «Τί γὰρ ἄλλο» ἔφη 

«ἢ ὑμᾶς μὲν σῴζεσθαι, ἐμὲ δὲ μαχόμενον ἀποθανεῖν;»


ΒΡΑΣΙΔΑΣ


σε κάποια μάχη μέσα απ'την ασπίδα χτυπήθηκε με ακόντιο και το δόρυ 

απ'τό τραύμα τραβώντας μ'αυτο το ίδιο τον εχθρό σκότωσε και όταν

ρωτήθηκε πως τραυματίσθηκε.'Απο προδοσια' είπε 'της ασπιδας'


Ἐν δέ τινι μάχῃ διὰ τῆς ἀσπίδος ἀκοντισθεὶς καὶ τὸ δόρυ τοῦ τραύματος ἐξελκύσας αὐτῷ τούτῳ τὸν πολέμιον ἀπέκτεινε καὶ πῶς ἐτρώθη 

ἐρωτηθείς «Προδούσης με» ἔφη «τῆς ἀσπίδος.»


ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ


όταν ρωτήθηκε από κάποιον γιατί εξορίζεται από την Σπάρτη ενώ βασιλιάς

είναι.'Διοτι' είπε 'πιο ανωτεροι αυτής οι νόμοι ειναι'


220b] Πυθομένου δέ τινος διὰ τί φεύγει τὴν Σπάρτην βασιλεὺς ὤν, 

«Ὅτι» ἔφη «κρείσσονες αὐτῆς οἱ νόμοι εἰσί.»


ΕΚΠΡΕΠΗΣ


ο έφορος Εκπρεπης του μουσικού Φρυνιδα με σκεπάρνι τις δύο από τις

εννιά χορδές εκοψε λέγοντας.'Να μην κακοποιείς τη μουσικη'


Ἐκπρέπης ἔφορος Φρύνιδος τοῦ μουσικοῦ σκεπάρνῳ τὰς δύο τῶν ἐννέα 

χορδῶν ἐξέτεμεν, εἰπών «Μὴ κακούργει τὴν μουσικήν.»


ΕΥΔΑΜΙΔΑΣ Ο ΑΡΧΙΔΑΜΟΥ


ακούγοντας φιλοσοφο που έβγαζε λόγο ότι ο μόνος ικανός στρατηγός 

ο σοφός είναι.'Τα λογια' είπε ' θαυμάσια,ο ομιλητής όμως άπιστος,γιατί 

ποτέ δεν έχει τριγύρω σαλπισει'


Ἀκούσας δὲ φιλοσόφου διαλεχθέντος ὅτι μόνος ἀγαθὸς στρατηγὸς 

ὁ σοφός ἐστιν, «Ὁ μὲν λόγος» ἔφη «θαυμαστός· ὁ δὲ λέγων ἄπιστος· 

[220e] οὐ γὰρ περισεσάλπιγκται.»


ΖΕΥΞΙΔΑΜΟΣ


σε κάποιον Αιτωλό  που έλεγε ότι σ'αυτους που θέλουν να ανδραγαθησουν 

πιο ανώτερος απ'την ειρήνη ο πολεμος.'Οχι μα τους θεους' είπε 'αλλα

σ'αυτους πιο ανώτερος ο θάνατος απ'τη ζωη'


Αἰτωλοῦ δέ τινος λέγοντος ὅτι τοῖς ἀνδραγαθεῖν βουλομένοις κρείσσων 

τῆς εἰρήνης ὁ πόλεμος, «Οὐ μὰ τοὺς θεούς» ἔφη «[221c] ἀλλὰ τούτοις 

κρείσσων ὁ θάνατος τῆς ζωῆς.»


ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ


σε ξένο που έλεγε ότι στους πολίτες του καλείται φιλολακων.'Πιο καλο 

ειναι'είπε ' φίλο των πολιτών παρα φιλολακωνα να σε καλουν'


Πρὸς δὲ τὸν ξένον τὸν λέγοντα ὅτι παρὰ τοῖς αὑτοῦ πολίταις καλεῖται φιλολάκων, «Κρεῖσσον» ἔφη «ἦν σε φιλοπολίτην ἢ φιλολάκωνα καλεῖσθαι''


σε κάποιον που έλεγε ότι η Σπάρτη σώζεται από τους βασιλιάδες που 

στην αρχή ειναι.'Οχι' είπε ' αλλά απ'τους πολίτες που σε πειθαρχια ειναι'


Λέγοντος δέ τινος ὅτι ἡ Σπάρτη σῴζεται διὰ τοὺς βασιλεῖς ἀρχικοὺς ὄντας, «Οὔκ» ἔφη «ἀλλὰ διὰ τοὺς πολίτας πειθαρχικοὺς ὄντας.»

.

.

.




Αρριανός,Αλεξάνδρου Ανάβασις

-Θάνατος Αλεξανδρου /Βιβλίο Ζ,7.26.1-7.26.3

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


7.26.1 έτσι στις εφημερίδες τις βασιλικες έχουν αναγραφει,κι επιπλέον

ότι οι στρατιώτες επεθυμισαν να τον δουν,άλλοι πως ακόμα να ζει

θα έβλεπαν,άλλοι,ότι έιχε πεθάνει ήδη διαδίδονταν,και αυτου απεκρυπταν

υπεθεταν οι σωματοφύλακες το θάνατο,όπως εγώ νομίζω,οι δε 

πολλοί από  βαριά  θλίψη και επιθυμία για τον βασιλιά έσπευσαν να

δουν τον Αλέξανδρο,αυτός άφωνος ήταν,λένε,όταν περνούσε μπροστά

του το στράτευμα,χαιρετούσε τον καθέναν και το κεφάλι μόλις

σηκωνοντας και με τα μάτια νευωντας

7.26.2 λένε οι εφημερίδες οι βασιλικές στο ιερό του Σεραπιδος οτι

και ο Πειθων κοιμήθηκε και ο Άτταλος και ο Δημοφώντας και ο Πευκεστας,

κι επίσης και ο Κλεομένης και ο Μενιδας και ο Σέλευκος ρωτώντας

τον θεό αν προτιμότερο και καλλιτερο για τον Αλέξανδρο ήταν στο ιερό 

του θεού να μεταφερθεί και σαν ικετης να θεραπευθεί από τον θεό,

και βγήκε κάποιος χρησμός από τον θεό να μην μεταφερθεί στο ιερο,

αλλά εκεί μένοντας θα ήταν 

7.26.3 καλλιτερο,κι αυτά αναγγελθηκαν απο τους εταίρους και ο Αλεξανδρος

λίγο ύστερα πέθανε,σαν αυτό πραγματικά να ήταν το καλλιτερο,τίποτα

παραπέρα από αυτά ούτε στον Αριστόβουλο ούτε στον Πτολεμαίο έχει

αναγραφει,άλλοι κι αυτά εδώ ανέγραψαν,ότι ρωτήθηκε από τους εταίρους

αυτός σε ποιον την βασιλεία αφήνει,και ότι αυτος αποκρίθηκε στον πιο 

δυνατό,άλλοι,πως πρόσθεσε σε αυτο το λόγο ότι μέγα επιτάφιο αγώνα 

βλέπει για αυτόν να γινεται

 .


7.26.1 Οὕτως ἐν ταῖς ἐφημερίσι ταῖς βασιλείοις ἀναγέγραπται, καὶ ἐπὶ 

τούτοις ὅτι οἱ στρατιῶται ἐπόθησαν ἰδεῖν αὐτόν, οἱ μέν, ὡς ζῶντα ἔτι 

ἴδοιεν, οἱ δέ, ὅτι τεθνηκέναι ἤδη ἐξηγγέλλετο, ἐπικρύπτεσθαι δὲ αὐτοῦ 

ἐτόπαζον πρὸς τῶν σωματοφυλάκων τὸν θάνατον, ὡς ἔγωγε δοκῶ· τοὺς πολλοὺς 

δὲ ὑπὸ πένθους καὶ πόθου τοῦ βασιλέως βιάσασθαι ἰδεῖν 

Ἀλέξανδρον. Τὸν δὲ ἄφωνον μὲν εἶναι λέγουσι παραπορευομένης τῆς 

στρατιᾶς, δεξιοῦσθαι δὲ ὡς ἑκάστους τήν τε κεφαλὴν ἐπαίροντα μόγις 

καὶ τοῖν ὀφθαλμοῖν ἐπισημαίνοντα.

7.26.2 λέγουσι δὲ αἱ ἐφημερίδες αἱ βασίλειοι ἐν τοῦ Σαράπιδος τῷ ἱερῷ Πείθωνά 

τε ἐγκοιμηθέντα καὶ Ἄτταλον καὶ Δημοφῶντα καὶ Πευκέσταν, 

πρὸς δὲ Κλεομένην τε καὶ Μενίδαν καὶ Σέλευκον, ἐπερωτᾶν τὸν θεὸν εἰ 

λῷον καὶ ἄμεινον Ἀλεξάνδρῳ εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ θεοῦ κομισθέντα καὶ 

ἱκετεύσαντα θεραπεύεσθαι πρὸς τοῦ θεοῦ· καὶ γενέσθαι φήμην τινὰ ἐκ 

τοῦ θεοῦ μὴ κομίζεσθαι εἰς τὸ ἱερόν, ἀλλὰ αὐτοῦ μένοντι ἔσεσθαι

7.26.3 ἄμεινον. ταῦτά τε ἀπαγγεῖλαι τοὺς ἑταίρους καὶ Ἀλέξανδρον οὐ 

πολὺ ὕστερον ἀποθανεῖν, ὡς τοῦτο ἄρα ἤδη ὂν τὸ ἄμεινον. οὐ πόρρω δὲ 

τούτων οὔτε Ἀριστοβούλῳ οὔτε Πτολεμαίῳ ἀναγέγραπται. οἱ δὲ καὶ 

τάδε ἀνέγραψαν, ἐρέσθαι μὲν τοὺς ἑταίρους αὐτὸν ὅτῳ τὴν βασιλείαν 

ἀπολείπει, τὸν δὲ ὑποκρίνασθαι ὅτι τῷ κρατίστῳ· οἱ δέ, προσθεῖναι 

πρὸς τούτῳ τῷ λόγῳ ὅτι μέγαν ἐπιτάφιον ἀγῶνα ὁρᾷ ἐφ΄ αὑτῷ ἐσόμενον.

.

.

.



Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία ι'

(Κανένας είναι το όνομα μου)Οὖτις ἐμοί γ' ὄνομα

Από τα Κυκλωπικα 1-στιχ 361-374

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


τρεις έφερα και του'δωσα,τρεις ο μωρός κατάπιε

κι όταν λοιπόν του Κύκλωπα το κρασί σκότησε το νου

τότε σ''αυτον είπα με λόγια προσεκτικά και ηπια 

Κύκλωπα μένα ρωτάς το δοξασμένο όνομα,τώρα αμεσως

θα στο'πω,κι εσύ όπως υποσχεθηκες τα δώρα δος μου

Κανένας είναι τ'ονομα μου.Κανεναν με φωνάζουν

μάνα και πατέρας κι όλοι οι άλλοι σύντροφοι

έτσι του'πα κι αμεσως αυτός μ'υφος μ'απαντησε σκληρό 

τον Κανέναν εγώ μετά απ'τους συντρόφους υστερα θα φάω

πρωτύτερα τους άλλους,να αυτό το δώρο σου θα'ναι  370

είπε,και ξάπλωνοντας έπεσε τ'ανάσκελα,έπειτα γυρνοντας

κατά μια μεριά τον χοντρό του σβέρκο κι έτσι αυτόν τον 

πήρε ο ύπνος που τα πάντα δαμάζει,κι απ'τό λαρυγγι κρασια 

τρεχαν έξω κομμάτια φαι ανθρωπων ξερνούσε μεθυσμενος


τρὶς μὲν ἔδωκα φέρων, τρὶς δ' ἔκπιεν ἀφραδίῃσιν.

αὐτὰρ ἐπεὶ Κύκλωπα περὶ φρένας ἤλυθεν οἶνος,

καὶ τότε δή μιν ἔπεσσι προσηύδων μειλιχίοισι·

«Κύκλωψ, εἰρωτᾷς μ' ὄνομα κλυτόν; αὐτὰρ ἐγώ τοι

ἐξερέω· σὺ δέ μοι δὸς ξείνιον, ὥς περ ὑπέστης.

Οὖτις ἐμοί γ' ὄνομα· Οὖτιν δέ με κικλήσκουσι

μήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ' ἄλλοι πάντες ἑταῖροι.»

ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ' αὐτίκ' ἀμείβετο νηλέϊ θυμῷ·

«Οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι μετὰ οἷσ' ἑτάροισι,

τοὺς δ' ἄλλους πρόσθεν· τὸ δέ τοι ξεινήϊον ἔσται.»   370

ἦ, καὶ ἀνακλινθεὶς πέσεν ὕπτιος, αὐτὰρ ἔπειτα

κεῖτ' ἀποδοχμώσας παχὺν αὐχένα, κὰδ δέ μιν ὕπνος

ᾕρει πανδαμάτωρ· φάρυγος δ' ἐξέσσυτο οἶνος

ψωμοί τ' ἀνδρόμεοι· ὁ δ' ἐρεύγετο οἰνοβαρείων.

.

·.

.




Αριστοφάνης,Σφηκες,στιχ. 168-197
Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις
-μεταφραση κείμενο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΦΗΚΩΝ

Οι Σφήκες είναι το έκτο από τα εργα του Αριστοφάνη (Δαιταλής, 
Βαβυλώνιοι,Αχαρνής, Ιππής, Νεφέλαι, Σφήκες)
και το τέταρτο από τα σωζομενα (Αχαρνής, Ιππής, Νεφέλαι, Σφήκες)
,η κωμωδία παίχθηκε στα Λήναια το 422 π.Χ,όπου πήρε το δεύτερο
βραβείο, και σατυρίζει
την δικομανία των Αθηναίων και τον δημαγωγό στρατηγό Κλεωνα
Ο Κλέων είχε αυξήσει σε τρεις οβολούς το μισθό των ηλιαστων
δικαστών,
ο γέρος Φιλοκλεων(Φίλος του Κλεωνος)ήταν από τους φανατικούς
δικαστές και ήταν όλη τη μέρα στην Ηλιαία στα Δικαστηρια και
δίκαζε,
ο γιος του Βδελυκλεων(Βδελυσσομαι τον Κλεωνα,απεχθάνομαι
τον Κλεωνα) τον έχει κλείσει στο σπίτι,κι έχει βάλει φρουρούς
να μην βγει έξω,
ο Φιλοκλεων μην αντέχοντας την στέρηση του δικαστηρίου προσπαθεί 
να αποδράσει,
την πρώτη βγαίνοντας από την καμινάδα  σαν καπνός,
την δεύτερη  σπρώχνοντας βίαια τη πόρτα,
την τρίτη κρυμμένος κάτω από την κοιλιά γαϊδάρου,ως Ούτις,Κανένας,
όπως ο Οδυσσέας στην ραψωδία ι' της Οδυσσειας που κρύφθηκε κάτω 
από τη κοιλιά κριαριού νά ξεφύγει από τον Κύκλωπα Πολύφημο ως 
Ούτις,
έρχονται οι συνδικαστες ηλιαστες,ο χορός με μορφή σφηκών,να
πάρουν το μέρος του Φιλοκλεωνα,κι επιδεικνύουν Τυραννοφοβια,
ο Βδελυκλεων πείθει τον Φιλοκλεωνα να δικάζει μέσα στο σπίτι,
οικιακά,με την ησυχία του 
και τότε γίνεται και η περίφημη δική των δύο σκύλων:
κατά του σκύλου Αιξωνέα Λαβη που έκλεψε ένα κομμάτι τυρί από τον 
σκύλο Κυδαθηναιέα,
η δίκη αυτή είναι σάτυρα κατά του Κλεωνα που κατηγόρησε τον Λαχη
για δωροδοκία στη Σικελία,
επίσης ο Βλεδυκλεων καταφέρνει να αλλάξει εντελώς ζωή ο γέρος 
πατέρας δικαστής και να το ρίξει έξω ,στην ντόλτσε βιτα,οινοποσία
και αυλητριδα,πάντα με την ίδια μανία,μέχρι που στο τέλος της κωμωδίας 
να συμμετέχει σε διαγωνισμό χορου
.
.
Αριστοφάνης,Σφηκες,στιχ. 168-197
Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις
-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Βδελυκλέων
ο άνθρωπος αυτός κάτι πονηρό πολύ μεγάλο θα κάνει

Φιλοκλέων
μα το θεό καθόλου,αλλά να δώσω για πούλημα θέλω
το γαϊδούρι πηγαίνοντας μ'αυτα τα καλάθια 170
γιατί η πρώτη του μήνα ειναι

Βδελυκλέων
λοιπόν τι δεν ξερω
κι εγώ να το δώσω για πούλημα;

Φιλοκλέων
όχι βέβαια ακριβώς όπως εγω

Βδελυκλέων
αλλ'ομως μα το θεό πιο καλα

Φιλοκλέων
τότε το γαϊδούρι βγάλε εξω

Σωσίας
ποια πρόφαση βρήκε,με ποση υποκρισια,
για τον αφήσεις να βγει εξω 175

Βδελυκλέων
αλλ'ομως δεν έπιασε
αυτή,γιατί κατάλαβα το τέχνασμα του.
λοιπόν μπαίνοντας μέσα το γαϊδούρι νομίζω πρέπει
να βγάλω έξω για να μην ο γέρος ξεγλυστρισει πάλι
γομάρι γιατί κλαίς;επειδή θα πουληθεις σήμερα;
περπατα γρήγορα.γιατι αγκομαχας;μηπως κουβαλάς 180
κάποιον Οδυσσέα;

Σωσίας
ναι,μα το θεό, κουβαλά 
από κάτω πραγματικά κάποιον που έχει κρυφτεί

Βδελυκλέων
ποιον;ας τον δούμε.αυτος εδώ ποιος να'ναι;
ποιος αληθεια εισαι άνθρωπε;

Φιλοκλέων
Ο Κανένας μα το θεο

Βδελυκλέων
εσύ ο Κανένας; από πού; 185

Φιλοκλέων
του Ιθακου του Αποδραστηαλογιδη

Βδελυκλέων
Κανένα μα το θεό κανένα δεν θα χαρείς εσύ
τράβηξε τον από κάτω γρηγορα.ο βρωμιαρης
που κρυφτηκε εκει κάτω.ετσι που να μου φαίνεται
πάρα πολύ όμοιος να'ναι με το πουλάρι κλητηρα

Φιλοκλέων
αν δεν μ'αφησεις ήσυχο,θα λογομαχησουμε 190

Βδελυκλέων
κι αλήθεια εμείς οι δυο γιατί θα λογομαχησουμε;

Φιλοκλέων
για σκιά γαιδουριου
(περὶ ὄνου σκιᾶς)

Βδελυκλέων
πονηρός είσαι πολύ στο τέχνασμα κι αγύριστο κεφαλι

Φιλοκλέων
εγώ πονηρός;όχι μα το θεό αλλά δεν γνωρίζεις 
τι άξιος είμαι,αλλ'ισως όταν θα φας 
τη πατσοκοιλια γεροντα ηλιαστη 195

Βδελυκλέων
σπρώξε το γαϊδούρι και μπες κι εσυ  μέσα στο σπιτι

Φιλοκλέων
ε συνδικαστες και Κλέων βοηθατε
.
.
Αριστοφάνης,Σφηκες,στιχ. 168-197
Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις

Βδελυκλέων
ἅνθρωπος οὗτος μέγα τι δρασείει κακόν.

Φιλοκλέων
μὰ τὸν Δί᾽ οὐ δῆτ᾽, ἀλλ᾽ ἀποδόσθαι βούλομαι
τὸν ὄνον ἄγων αὐτοῖσι τοῖς κανθηλίοις·    170
νουμηνία γάρ ἐστιν.

Βδελυκλέων
οὔκουν κἂν ἐγὼ
αὐτὸν ἀποδοίμην δῆτ᾽ ἄν;

Φιλοκλέων
οὐχ ὥσπερ γ᾽ ἐγώ.

Βδελυκλέων
μὰ Δἴ ἀλλ᾽ ἄμεινον.

Φιλοκλέων
ἀλλὰ τὸν ὄνον ἔξαγε.

Σωσίας
οἵαν πρόφασιν καθῆκεν, ὡς εἰρωνικῶς,
ἵν᾽ αὐτὸν ἐκπέμψειας.    175

Βδελυκλέων
ἀλλ᾽ οὐκ ἔσπασεν
ταύτῃ γ᾽· ἐγὼ γὰρ ᾐσθόμην τεχνωμένου.
ἀλλ᾽ εἰσιών μοι τὸν ὄνον ἐξάγειν δοκῶ
ὅπως ἂν ὁ γέρων μηδὲ παρακύψῃ πάλιν.
κάνθων τί κλάεις; ὅτι πεπράσει τήμερον;
βάδιζε θᾶττον. τί στένεις, εἰ μὴ φέρεις    180
Ὀδυσσέα τιν᾽;

Σωσίας
ἀλλὰ ναὶ μὰ Δία φέρει
κάτω γε τουτονί τιν᾽ ὑποδεδυκότα.

Βδελυκλέων
ποῖον; φέρ᾽ ἴδωμαι τουτονί. τουτὶ τί ἦν;
τίς εἶ ποτ᾽ ὦνθρωπ᾽ ἐτεόν;

Φιλοκλέων
Οὖτις νὴ Δία.

Βδελυκλέων
Οὖτις σύ; ποδαπός;    185

Φιλοκλέων
Ἴθακος Ἀποδρασιππίδου.

Βδελυκλέων
Οὖτις μὰ τὸν Δἴ οὔτι χαιρήσων γε σύ.
ὕφελκε θᾶττον αὐτόν. ὦ μιαρώτατος
ἵν᾽ ὑποδέδυκεν· ὥστ᾽ ἔμοιγ᾽ ἰνδάλλεται
ὁμοιότατος κλητῆρος εἶναι πωλίῳ.

Φιλοκλέων
εἰ μή μ᾽ ἐάσεθ᾽ ἥσυχον, μαχούμεθα.    190

Βδελυκλέων
περὶ τοῦ μαχεῖ νῷν δῆτα;

Φιλοκλέων
περὶ ὄνου σκιᾶς.

Βδελυκλέων
πονηρὸς εἶ πόῤῥω τέχνης καὶ παράβολος.

Φιλοκλέων
ἐγὼ πονηρός; οὐ μὰ Δἴ ἀλλ᾽ οὐκ οἶσθα σὺ
νῦν μ᾽ ὄντ᾽ ἄριστον· ἀλλ᾽ ἴσως, ὅταν φάγῃς
ὑπογάστριον γέροντος ἡλιαστικοῦ.    195

Βδελυκλέων
ὤθει τὸν ὄνον καὶ σαυτὸν ἐς τὴν οἰκίαν.

Φιλοκλέων
ὦ ξυνδικασταὶ καὶ Κλέων ἀμύνατε.
.
.
.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 463-511

-Τυραννοφοβια-

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Χορός


δεν είναι φως φανάρι

στους φτωχούς,πως τυραννία

'στα μουλωχτα θα μας την κατσουν'465

αφού εσύ πονηρέ και παρατρεχαμενε τ'Αμυνια

απ'τους νομους μας εμποδας που'ταξε η πολη

χωρις κάποια δικαιολογια 

χωρις λογικη καθαρη

παρά μόνος διαταζεις;  470


Βδελυκλέων

δεν γίνετε χωρίς κοκορομαχίες και στριγκλιες

να μιλήσουμε μεταξύ μας και να συμφωνήσουμε;


Χορός

με σένα κουβέντες εχθρε του λαού και φιλομοναρχικε, 475

και τον κολλητό του Βρασίδα και που φοράει ποδογυρους 

με γιρλάντες και τρέφει αξύριστο γενακι; 


Βδελυκλέων

μα το θεό,πιο καλά για μένα να παρατήσω εντελώς τον πατέρα

παρά με τοσες φασαρίες να θαλασσωνω  κάθε μερα


Χορός

κι ούτε ακόμα στην άκρη με το σέλινο δεν είσαι και τον απηγανο 480

αυτό έτσι με περιτύλιγμα τριχοινικων  επών να πούμε

όμως τώρα τίποτα δεν περνάς αλλά όταν ο συνήγορος 

αυτά και αυτά θα σου λούσει και συνωμοτη θα σ'ονομασει


Βδελυκλέων

επιτέλους για το θεό πότε θα με ξεφορτωθείτε;

ν'αφήνω να με γδερνουν και να γδερνω ολη τη μέρα;485


Χορός

ποτέ,κι ακόμα ένα τίποτα από μένα να μείνει,

αφού πάνω μας τυραννία θέλεις να βαλεις

.


Βδελυκλέων

τα πάντα για σας τυραννία είναι και συνωμοτες

και στα μεγάλα και στα μικρά καποιος κατηγορει

αυτης εγώ δεν άκουσα τ',όνομα  ποτέ σε πενήντα χρονια 490

τώρα πιο πολύ απ'τό παστωμενο είναι  ακριβοτερη

ώστε και τ'ονομα της στην αγορά να κυκλοφορει 

αν κάποιος ψωνίσει ροφούς και  σαρδέλες δεν θελει

αμέσως λέει ο διπλανός που  πουλα τις σαρδελες 

αυτός ψωνίζει σαν άνθρωπος που συμπαθα την τυραννία 495

αν πράσο επιπλέον ζητά στις φρυσες κάτι ορεκτικο

η λαχανοπωλησα λοξοκοιτωντας λέει στον άλλον

πες μου,πράσο ζητάς,ποιο απ'τα δύο την τυραννια

η' νομίζεις πως η Αθήνα για σε παρέχει ορεκτικά;


Ξανθίας

κι εμένα η πόρνη που χθες το μεσημέρι μπήκα μέσα 500

και να την ιππευσω ζητησα θυμωνοντας πολύ 

σε μένα ειπε πως ήθελα του Ιππία την τυραννία να επανορθωσω


Βδελυκλέων

αυτά λοιπόν ν'ακουνε τους ευχαριστούν,και τώρα εγω

που τον πατέρα θέλω απ'αυτες ν'απαλλαξω

τις πρωινοδικαστικοσυκοφαντικοταλαιπωροσυναναστροφες 505

να ζει βίο καθώς πρέπει όπως ακριβώς ο Μορυχος, πως αιτία

έχω αυτά να πραττω συνωμότης οντας και με τυραννικά φρονηματα


Φιλοκλέων

μα το θεό και πολύ σωστά,γιατι εγώ ούτε κι αν του πουλιού το γαλα

αντί του βιου μου να λάβω δεν θα μου τον στερησεις τωρα

ούτε ευχαριστιεμαι με τα κοτσύφια ούτε με τα χέλια,αλλά ευχαριστη

μια δικουλα τοση δα αν φάω μέσα σε πήλινη χύτρα να'ναι βουτηγμενη


.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 463-511

Τυραννοφοβια


Χορός

ἆρα δῆτ᾽ οὐκ αὐτὰ δῆλα

τοῖς πένησιν, ἡ τυραννὶς

“ὡς λάθρᾳ γ᾽ ἐλάνθαν᾽ ὑπιοῦσά με”,    465

εἰ σύ γ᾽ ὦ πόνῳ πόνηρε καὶ κομηταμυνία

τῶν νόμων ἡμᾶς ἀπείργεις ὧν ἔθηκεν ἡ πόλις,

οὔτε τιν᾽ ἔχων πρόφασιν

οὔτε λόγον εὐτράπελον,

αὐτὸς ἄρχων μόνος;    470


Βδελυκλέων

ἔσθ᾽ ὅπως ἄνευ μάχης καὶ τῆς κατοξείας βοῆς

ἐς λόγους ἔλθοιμεν ἀλλήλοισι καὶ διαλλαγάς;


Χορός

σοὐς λόγους ὦ μισόδημε καὶ μοναρχίας ἐραστά,

καὶ ξυνὼν Βρασίδᾳ καὶ φορῶν κράσπεδα    475

στεμμάτων τήν θ᾽ ὑπήνην ἄκουρον τρέφων;


Βδελυκλέων

νὴ Δί᾽ ἦ μοι κρεῖττον ἐκστῆναι τὸ παράπαν τοῦ πατρὸς

μᾶλλον ἢ κακοῖς τοσούτοις ναυμαχεῖν ὁσημέραι.


Χορός

οὐδὲ μὴν οὐδ᾽ ἐν σελίνῳ σοὐστὶν οὐδ᾽ ἐν πηγάνῳ·    480

τοῦτο γὰρ παρεμβαλοῦμεν τῶν τριχοινίκων ἐπῶν.

ἀλλὰ νῦν μὲν οὐδὲν ἀλγεῖς, ἀλλ᾽ ὅταν ξυνήγορος

ταὐτὰ ταῦτα σου καταντλῇ καὶ ξυνωμότας καλῇ.


Βδελυκλέων

ἆρ᾽ ἂν ὦ πρὸς τῶν θεῶν ὑμεῖς ἀπαλλαχθεῖτέ μου;

ἢ δέδοκταί μοι δέρεσθαι καὶ δέρειν δι᾽ ἡμέρας;    485


Χορός

οὐδέποτέ γ᾽, οὐχ ἕως ἄν τί μου λοιπὸν ᾖ,

ὅστις ἡμῶν ἐπὶ τυραννίδ᾽ ὧδ᾽ ἐστάλης.


Βδελυκλέων

ὡς ἅπανθ᾽ ὑμῖν τυραννίς ἐστι καὶ ξυνωμόται,

ἤν τε μεῖζον ἤν τ᾽ ἔλαττον πρᾶγμά τις κατηγορῇ,

ἧς ἐγὼ οὐκ ἤκουσα τοὔνομ᾽ οὐδὲ πεντήκοντ᾽ ἐτῶν·    490

νῦν δὲ πολλῷ τοῦ ταρίχους ἐστὶν ἀξιωτέρα,

ὥστε καὶ δὴ τοὔνομ᾽ αὐτῆς ἐν ἀγορᾷ κυλίνδεται.

ἢν μὲν ὠνῆταί τις ὀρφὼς μεμβράδας δὲ μὴ ᾽θέλῃ,

εὐθέως εἴρηχ᾽ ὁ πωλῶν πλησίον τὰς μεμβράδας·

᾽οὗτος ὀψωνεῖν ἔοιχ᾽ ἅνθρωπος ἐπὶ τυραννίδι.᾽    495

ἢν δὲ γήτειον προσαιτῇ ταῖς ἀφύαις ἥδυσμά τι,

ἡ λαχανόπωλις παραβλέψασά φησι θατέρῳ·

“εἰπέ μοι, γήτειον αἰτεῖς· πότερον ἐπὶ τυραννίδι,

ἢ νομίζεις τὰς Ἀθήνας σοὶ φέρειν ἡδύσματα;”


Ξανθίας

κἀμέ γ᾽ ἡ πόρνη χθὲς εἰσελθόντα τῆς μεσημβρίας,    500

ὅτι κελητίσαι ᾽κέλευον, ὀξυθυμηθεῖσά μοι

ἤρετ᾽ εἰ τὴν Ἱππίου καθίσταμαι τυραννίδα.


Βδελυκλέων

ταῦτα γὰρ τούτοις ἀκούειν ἡδἔ, εἰ καὶ νῦν ἐγὼ

τὸν πατέρ᾽ ὅτι βούλομαι τούτων ἀπαλλαχθέντα τῶν

ὀρθροφοιτοσυκοφαντοδικοταλαιπώρων τρόπων    505

ζῆν βίον γενναῖον ὥσπερ Μόρυχος, αἰτίαν ἔχω

ταῦτα δρᾶν ξυνωμότης ὢν καὶ φρονῶν τυραννικά.


Φιλοκλέων

νὴ Δἴ ἐν δίκῃ γ᾽· ἐγὼ γὰρ οὐδ᾽ ἂν ὀρνίθων γάλα

ἀντὶ τοῦ βίου λάβοιμ᾽ ἂν οὗ με νῦν ἀποστερεῖς·

οὐδὲ χαίρω βατίσιν οὐδ᾽ ἐγχέλεσιν, ἀλλ᾽ ἥδιον ἄν    510

δικίδιον σμικρὸν φάγοιμ᾽ ἂν ἐν λοπάδι πεπνιγμένον.

.

.

.

Αριστοφάνης Σφηκες στιχ.  1333-1387

Ο γέροντοερωτας του Φιλοκλεωνα

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


.

Ξυμότης τις(καποιος Συμποτης)

αύριο θα δώσεις για τούτα λόγο στο δικαστήριο·

σ'εμας όλους,κι ας παιδιαριζεις,

γιατί μαζί όλοι θα σε εγκαλεσουμε


Φιλοκλέων

ω ω θα με εγκαλεστε 1335

στα παλιά είστε,δεν καταλαβατε

πως ούτε ν'ακουω δεν ανεχομε

για δικές,χα χα

αυτο'δω μ'αρεσει(πιάνει το κορίτσι την αυλητριδα)

πετα τα ψηφοκουτια 1340

γιατί δεν εξαφανίζεστε;που'ναι ηλιαστης;μακρυά πέρα 


(στην αυλητριδα)

έλα ανέβα εδώ χρυσομαμουνακι μου

με το χέρι τούτο δω πιάσε το σχοινι

κράτα το,προσεξε το ,γιατι χαλαρωμενο το σχοινι

όμως σίγουρα αν τριφθει δεν θα στεναχωρηθει

βλέπεις εγώ πόσο έξυπνα σ'αρπαξα 1345

ενώ'σουν έτοιμη για λεσβιακά με τους συμποσιαστες

γι'αυτό ένεκα αυτού αποδωσε στο πέος αυτη'δω τη χάρη

αλλά δεν θα την αποδώσεις ούτε θ'απλωσεις χέρι το ξέρω

αλλά θα με κοροϊδέψεις και θα γελάσεις μ'αυτο παρά πολυ

όπως ήδη με πολλους άλλους έτσι έκανες 1350

αν όμως γίνεις όχι ψυχρή όπως τώρα δα γυναίκα

εγώ εσένα όταν ο γιος μου θα πεθάνει

θα σ'εξαγορασω παλλακίδα να σ'εχω γουρουνάκι μου

τώρα δεν κάνω εγώ κουμάντο στα πράγματα μου

γιατι'μαι νέος και με φυλάνε πολύ στενά 1355

γιατί το παιδάκι μου με επιτηρεί,κι είναι ιδιότροπο

κι επίσης κυμινοπριονιζοκαρδαμογλυφο

αυτά τα κάνει γιατί για μένα φοβάται μην ξωκυλλω

γιατί πατέρας κανένας άλλος σ''αυτο δεν είναι εκτός από μενα.

να τώρα αυτος για σενα και για μενα φαινεται να τρέχει 1360

έλα γρήγορα στάσου αυτες εδώ τις λαμπαδες

πιάνοντας,για να τον περιπαιξω σαν νεαρουλη

μ'αυτα που κάποτε αυτός εμένα πριν τα μυστηρια


Βδελυκλέων

ου να χαθείς γεροραμολιμεντο και μουνικλαμενο

να ποθείς τον έρωτα μου φαίνεται ωραίου πτώματος 1365

ξινα θα τιμωρηθεις μα το θεό γι' αυτο που κανεις.


Φιλοκλέων.

πόσο θα σ'αρεσει να φας μια δικη από ξιδι


Βδελυκλέων

αισχρά δεν περιπαιζεις εσύ που την αυλητριδα

απ'τους συμποσιαστες έκλεψες;


Φιλοκλέων

ποια αυλητριδα;

τι'ναι αυτά που παραληρείς σαν από τύμβο να'πεσες; 1370


Βδελυκλέων

μα το θεό αυτή που στέκεται κοντά σου η Δαρδανιδα


Φιλοκλέων

καθόλου,αλλά η λαμπαδα που στην αγορά στους θεούς καιεται


Βδελυκλέων

λαμπαδα αυτή;


Φιλοκλέων

βεβαίως λαμπάδα,δεν την βλέπεις που έχει χρωματιστα στίγματα;


Βδελυκλέων

τι'ναι αυτό το μαύρο στη μέση της;


Φιλοκλέων

η πίσσα απ'οπου καθώς καιεται βγαίνει έξω 1375


Βδελυκλέων

αυτό εδώ πίσω δεν είναι ο κωλος της;


Φιλοκλέων

εξογκωμα που απ'τη λαμπαδα αυτό προεξεχει


Βδελυκλέων

τι μας λες;ποιο εξόγκωμα;(μιλάει στην αυλητριδα)ε συ δεν θα'ρθεις εδώ;


Φιλοκλέων

α α τι πρόκειται να κάνεις;


Βδελυκλέων

να την πάω αλλού την παίρνω 

αφαιρωντας από σενα και κρίνω ότι είσαι σάπιο κρεας 1380

και τίποτα δεν μπορεις να κανεις


Φιλοκλέων

άκου τώρα κι εμενα

στα Ολυμπια,όταν εγω θεωρος ημουνα ,

ο Εφουδίων  μάχονταν τον Ασκωνδα καλα

όντας ήδη γερος.κατοπιν με τη γροθιά χτυπώντας

ο γεροντότερος έβγαλε νοκ αουτ τον νεωτερο 1385

γι'αυτό πρόσεξε καλά μην το μάτι σου μαυρισει


Βδελυκλέων

μα το θεό την έμαθες καλά την Ολυμπια

.

.

Αριστοφάνης Σφηκες στιχ.  1333-1387

Ο γέροντοερωτας του Φιλοκλεωνα


Φιλοκλέων

ἄνεχε πάρεχε·

κλαύσεταί τις τῶν ὄπισθεν

ἐπακολουθούντων ἐμοί·

οἷον, εἰ μὴ ᾽ῤῥήσεθ᾽, ὑμᾶς

ὦ πόνηροι ταυτῃὶ τῇ    1330

δᾳδὶ φρυκτοὺς σκευάσω.

Ξυμότης τις

ἦ μὴν σὺ δώσεις αὔριον τούτων δίκην

ἡμῖν ἅπασι, κεἰ σφόδρ᾽ εἶ νεανίας.

ἁθρόοι γὰρ ἥξομέν σε προσκαλούμενοι.

ἰὴ ἰεῦ, καλούμενοι.    1335

ἀρχαῖά γ᾽ ὑμῶν· ἆρά γ᾽ ἴσθ᾽

ὡς οὐδ᾽ ἀκούων ἀνέχομαι

δικῶν; ἰαιβοῖ, αἰβοῖ.

τάδε μ᾽ ἀρέσκει· βάλλε κημούς.

οὐκ ἄπεισι; ποῦ ᾽στιν <ἡμῖν>    1340

ἡλιαστής; ἐκποδών.


ἀνάβαινε δεῦρο χρυσομηλολόνθιον,

τῇ χειρὶ τουδὶ λαβομένη τοῦ σχοινίου.

ἔχου· φυλάττου δ᾽, ὡς σαπρὸν τὸ σχοινίον·

ὅμως γε μέντοι τριβόμενον οὐκ ἄχθεται.

ὁρᾷς ἐγώ σ᾽ ὡς δεξιῶς ὑφειλόμην    1345

μέλλουσαν ἤδη λεσβιᾶν τοὺς ξυμπότας·

ὧν οὕνεκ᾽ ἀπόδος τῷ πέει τῳδὶ χάριν.

ἀλλ᾽ οὐκ ἀποδώσεις οὐδ᾽ ἐφιαλεῖς οἶδ᾽ ὅτι,

ἀλλ᾽ ἐξαπατήσεις κἀγχανεῖ τούτῳ μέγα·

πολλοῖς γὰρ ἤδη χἀτέροις αὔτ᾽ ἠργάσω.    1350

ἐὰν γένῃ δὲ μὴ κακὴ νυνὶ γυνή,

ἐγώ σ᾽ ἐπειδὰν οὑμὸς υἱὸς ἀποθάνῃ,

λυσάμενος ἕξω παλλακὴν ὦ χοιρίον.

νῦν δ᾽ οὐ κρατῶ ᾽γὼ τῶν ἐμαυτοῦ χρημάτων

νέος γάρ εἰμι καὶ φυλάττομαι σφόδρα.    1355

τὸ γὰρ υἵδιον τηρεῖ με, κἄστι δύσκολον

κἄλλως κυμινοπριστοκαρδαμογλύφον.

ταῦτ᾽ οὖν περί μου δέδοικε μὴ διαφθαρῶ.

πατὴρ γὰρ οὐδείς ἐστιν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ.

ὁδὶ δὲ καὐτὸς ἐπὶ σὲ κἄμ᾽ ἔοικε θεῖν.    1360

ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα στῆθι τάσδε τὰς δετὰς

λαβοῦσ᾽, ἵν᾽ αὐτὸν τωθάσω νεανικῶς,

οἵοις ποθ᾽ οὗτος ἐμὲ πρὸ τῶν μυστηρίων.


Βδελυκλέων

ὦ οὗτος οὗτος τυφεδανὲ καὶ χοιρόθλιψ,

ποθεῖν ἐρᾶν τ᾽ ἔοικας ὡραίας σοροῦ.    1365

οὔτοι καταπροίξει μὰ τὸν Ἀπόλλω τοῦτο δρῶν.


Φιλοκλέων

ὡς ἡδέως φάγοις ἂν ἐξ ὄξους δίκην.


Βδελυκλέων

οὐ δεινὰ τωθάζειν σε τὴν αὐλητρίδα

τῶν ξυμποτῶν κλέψαντα;


Φιλοκλέων

ποίαν αὐλητρίδα;

τί ταῦτα ληρεῖς ὥσπερ ἀπὸ τύμβου πεσών;    1370


Βδελυκλέων

νὴ τὸν Δἴ αὕτη πού ᾽στί σοί γ᾽ ἡ Δαρδανίς.


Φιλοκλέων

οὔκ, ἀλλ᾽ ἐν ἀγορᾷ τοῖς θεοῖς δᾲς κάεται.


Βδελυκλέων

δᾲς ἥδε;


Φιλοκλέων

δᾲς δῆτ᾽. οὐχ ὁρᾷς ἐστιγμένην;


Βδελυκλέων

τί δὲ τὸ μέλαν τοῦτ᾽ ἐστὶν αὐτῆς τοὐν μέσῳ;


Φιλοκλέων

ἡ πίττα δήπου καομένης ἐξέρχεται.    1375


Βδελυκλέων

ὁ δ᾽ ὄπισθεν οὐχὶ πρωκτός ἐστιν οὑτοσί;


Φιλοκλέων

ὄζος μὲν οὖν τῆς δᾳδὸς οὗτος ἐξέχει.


Βδελυκλέων

τί λέγεις σύ; ποῖος ὄζος; οὐκ εἶ δεῦρο σύ;


Φιλοκλέων

ἆ ἆ τί μέλλεις δρᾶν;


Βδελυκλέων

ἄγειν ταύτην λαβὼν

ἀφελόμενός σε καὶ νομίσας εἶναι σαπρὸν    1380

κοὐδὲν δύνασθαι δρᾶν.


Φιλοκλέων

ἄκουσόν νυν ἐμοῦ.

Ὀλυμπίασιν, ἡνίκ᾽ ἐθεώρουν ἐγώ,

Ἐφουδίων ἐμαχέσατ᾽ Ἀσκώνδᾳ καλῶς

ἤδη γέρων ὤν· εἶτα τῇ πυγμῇ θενὼν

ὁ πρεσβύτερος κατέβαλε τὸν νεώτερον.    1385

πρὸς ταῦτα τηροῦ μὴ λάβῃς ὑπώπια.


Βδελυκλέων

νὴ τὸν Δἴ ἐξέμαθές γε τὴν Ὀλυμπίαν.

.

.

.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 13-53

Τα δύο όνειρα και οι ονειροκρισιες τους

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


(Ο Ξανθίας και ο Σωσίας είναι οι δυο φύλακες που έβαλε ο Βδελυκλεων 

να φυλάνε νύχτα και μέρα να μην αποδρασει απ'το σπιτι  ο έγκλειστος 

ο δικομανης ηλιαστης:γέρος πατέρας του Φιλοκλεων)


Ξανθίας

....

και τοτε όνειρο παράξενο είδα εντελως·


Σωσίας

κι εγώ αλήθεια τέτοιο ουδέποτε

τώρα πες το πρωτος 15


Ξανθίας

μου φάνηκε αετός

να χυμαει κάτω στην αγορά τεράστιος

αρπάζοντας στα νύχια ασπιδα με χαλκό

καλυμμένη ν'ανεβαινει ψηλά στον ουρανό

κι έπειτα αυτή να πετα του Κλεωνυμου


Σωσίας

επομένως σε τίποτα του γρίφου δεν διαφέρει ο Κλεωνυμος 20


Ξανθίας

πως αληθεια;


Σωσίας

θα ρωτησει κάποιος σ'αυτους τους συμποσιαστες,λέγοντας

'ποιο είν'αυτό το θηρίο που στη γη και στον ουρανο

καί στη θάλασσα πεταξε την ασπίδα;'


Ξανθίας

αλλιμονο αλήθεια τι κακό θα πάθω

βλέποντας τέτοιο όνειρο;


Σωσίας

μην ανησυχείς

γιατί δεν είναι τρομερό μα τους θεους


Ξανθίας

τρομερό όμως είναι ο άνθρωπος να πετά τα όπλα

τώρα το δικό σου πες.


Σωσίας

κατά τα άλλα είναι πολύ σημαντικο

γιατί για της πόλης είναι το σκάφος ολο


Ξανθίας

λέγε τώρα ξεκινώντας κάπως απ'την καρίνα το πράγμα 30


Σωσίας

μου φάνηκε εκεί στον πρώτο ύπνο στη Πνυκα

να συνεδριάζουν προβατα συγκεντρωμένα

έχοντας μπαστούνια και τριμμένα πανωφορια

κι έπειτα σ'αυτα τα πρόβατα μου φάνηκε

να δημογορει μια φάλαινα που τα πάντα καταβροχθίζει 35

που'χε φωνή πρησμενης γουρουνας


Ξανθίας

πω πω


Σωσίας

τι ειναι;


Ξανθίας

σταματα σταματα, μη λες

βρωμαει πολύ άσχημα το όνειρο τομάρι σάπιο 


Σωσίας

έπειτα η ακάθαρτη φάλαινα εχοντας ζυγαρια

ζύγιζε βορινο λιπος για θυσία του δημου 40


Ξανθίας

αλίμονο φοβάμαι

τον δημο μας θέλει να διασπάσει


Σωσίας

μου φάνηκε πως ο Θεωρος σ'αυτη κοντά

χάμω κάθονταν το κεφαλι κόρακα έχοντας

τότε ο Αλκιβιάδης μου είπε ψευδιζοντας

'ολας,ο Θεωλος το κεφαλι κόλακα εχει'


Ξανθίας

ορθά αυτό ο Αλκιβιάδης ψευδισε


Σωσίας

δεν είναι εκείνο αλλόκοτο,ο Θεωρος κόρακας

να γίνει;


Ξανθίας

καθόλου,αλλά υπεροχο


Σωσίας

πῶς;


Ξανθίας

τι πως;

άνθρωπος όντας έπειτα έγινε ξαφνικά κορακας

δεν είναι φανερό αυτο που καταλήγει,ότι 50

από μας αρπαχθεις στους κόρακες θα οδηγηθεί;


Σωσίας

τότε δεν πρέπει δίνοντας δύο οβολούς να σε μισθωσω

έτσι που ερμηνεύεις σοφα τα όνειρα;

.

.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 13-53

Τα δύο όνειρα και οι ονειροκρισιες τους


Ξανθίας

....

καὶ δῆτ᾽ ὄναρ θαυμαστὸν εἶδον ἀρτίως.


Σωσίας

κἄγωγ᾽ ἀληθῶς οἷον οὐδεπώποτε.

ἀτὰρ σὺ λέξον πρότερος.    15


Ξανθίας

ἐδόκουν αἰετὸν

καταπτόμενον ἐς τὴν ἀγορὰν μέγαν πάνυ

ἀναρπάσαντα τοῖς ὄνυξιν ἀσπίδα

φέρειν ἐπίχαλκον ἀνεκὰς ἐς τὸν οὐρανόν,

κἄπειτα ταύτην ἀποβαλεῖν Κλεώνυμον.


Σωσίας

οὐδὲν ἄρα γρίφου διαφέρει Κλεώνυμος.    20


Ξανθίας

πῶς δή;


Σωσίας

προσερεῖ τις τοῖσι συμπόταις, λέγων

“τί ταὐτὸν ἐν γῇ τ᾽ ἀπέβαλεν κἀν οὐρανῷ

κἀν τῇ θαλάττῃ θηρίον τὴν ἀσπίδα;”


Ξανθίας

οἴμοι τί δῆτά μοι κακὸν γενήσεται

ἰδόντι τοιοῦτον ἐνύπνιον;    25


Σωσίας

μὴ φροντίσῃς.

οὐδὲν γὰρ ἔσται δεινὸν οὐ μὰ τοὺς θεούς.


Ξανθίας

δεινόν γέ ποὔστ᾽ ἄνθρωπος ἀποβαλὼν ὅπλα.

ἀτὰρ σὺ τὸ σὸν αὖ λέξον.


Σωσίας

ἀλλ᾽ ἐστὶν μέγα.

περὶ τῆς πόλεως γάρ ἐστι τοῦ σκάφους ὅλου.


Ξανθίας

λέγε νυν ἀνύσας τι τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος.    30


Σωσίας

ἔδοξέ μοι περὶ πρῶτον ὕπνον ἐν τῇ πυκνὶ

ἐκκλησιάζειν πρόβατα συγκαθήμενα,

βακτηρίας ἔχοντα καὶ τριβώνια·

κἄπειτα τούτοις τοῖς προβάτοισι μοὐδόκει

δημηγορεῖν φάλαινα πανδοκεύτρια,    35

ἔχουσα φωνὴν ἐμπεπρησμένης ὑός.


Ξανθίας

αἰβοῖ.


Σωσίας

τί ἔστι;


Ξανθίας

παῦε παῦε, μὴ λέγε·

ὄζει κάκιστον τοὐνύπνιον βύρσης σαπρᾶς.


Σωσίας

εἶθ᾽ ἡ μιαρὰ φάλαιν᾽ ἔχουσα τρυτάνην

ἵστη βόειον δημόν.    40


Ξανθίας

οἴμοι δείλαιος·

τὸν δῆμον ἡμῶν βούλεται διιστάναι.


Σωσίας

ἐδόκει δέ μοι Θέωρος αὐτῆς πλησίον

χαμαὶ καθῆσθαι τὴν κεφαλὴν κόρακος ἔχων.

εἶτ᾽ Ἀλκιβιάδης εἶπε πρός με τραυλίσας,

“ὁλᾷς; Θέωλος τὴν κεφαλὴν κόλακος ἔχει”.    45


Ξανθίας

ὀρθῶς γε τοῦτ᾽ Ἀλκιβιάδης ἐτραύλισεν.


Σωσίας

οὔκουν ἐκεῖν᾽ ἀλλόκοτον, ὁ Θέωρος κόραξ

γιγνόμενος;


Ξανθίας

ἥκιστ᾽, ἀλλ᾽ ἄριστον.


Σωσίας

πῶς;


Ξανθίας

ὅπως;

ἄνθρωπος ὢν εἶτ᾽ ἐγένετ᾽ ἐξαίφνης κόραξ·

οὔκουν ἐναργὲς τοῦτο συμβαλεῖν, ὅτι    50

ἀρθεὶς ἀφ᾽ ἡμῶν ἐς κόρακας οἰχήσεται;


Σωσίας

εἶτ᾽ οὐκ ἐγὼ δοὺς δύ᾽ ὀβολὼ μισθώσομαι

οὕτως ὑποκρινόμενον σοφῶς ὀνείρατα;

.

.

.

 .


3 Κυνικοί Μύθοι του Αισωπου

1.Κύων κοιμώμενος καὶ λύκος-2.Κύων καὶ μάγειρος -3.Κύων κωδωνοφορῶν

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αἰσώπου Μῦθοι

Κύων κοιμώμενος καὶ λύκος 

Σκύλος που κοιμάται και λύκος


Σκύλος μπροστά από κάποια αγροικια κοιμωνταν.Οταν λυκος κατεφθασε εκει

κι ηθελε να τον φάει,τον συγκράτησε τώρα να μην τον καταβροχθίσει.

Γιατί τώρα,είπε,είμαι πάχος κι αδύνατος,αν όμως λίγο περιμένεις,πρόκειται

τ'αφεντικα μου να κάμουν γάμους,τότε κι εγώ πολύ τρώγοντας παχύτερος

θα γίνω,και θα γινω για σένα πιο ευχάριστη τροφη'

Ο λύκος αφού πείστηκε έφυγε.Μετα από μέρες ξαναρχωντας βρήκε πάνω

στη στέγη τον σκύλο να κοιμαται,και στέκοντας κατω σ'αυτον τον καλούσε,

θυμίζοντας του τα συμφωνημενα.

Κι ο σκύλος είπε.'Λυκε,αν από τώρα και στο εξής μπροστά απ'την αγροικια

με δεις να κοιμάμαι,καθόλου μην περιμένεις τους γαμους'


Ο μύθος δηλώνει ότι απ'τους ανθρώπους οι φρονιμοι,όταν από κάτι

που κινδύνευσαν σωθούν,σ'όλη τους τη ζωή απ'αυτο φυλλαγονται.

.

.

Αἰσώπου Μῦθοι

Κύων καὶ μάγειρος 

Σκύλος και μαγειρας


Σκύλος πηδώντας μέσα σε μαγειρείο και,καθώς ο μάγειρας απασχολημένος

ήταν,καρδιά αρπάζοντας,έφυγε.

Ο μάγειρας στρέφοντας τα μάτια,όταν τον είδε να φεύγει,είπε.

'Ε κοπριτη,να ξέρεις,όπουδηποτε κι αν πας,θα φυλάξω να σε πιάσω,γιατί 

από μένα δεν πήρες καρδιά,άλλα σε μενα καρδια εδωσες'


Ο μύθος δηλώνει ότι πολλές φορές τα παθήματα στους ανθρώπους

μαθήματα γινονται

.

.

Αἰσώπου Μῦθοι

Κύων κωδωνοφορῶν 

Σκύλος που κουδούνι φοραει


Σκύλος ύπουλα δάγκωνε.Σ'αυτον το αφεντικό του κουδούνι του κρέμασε,

ώστε να γίνεται φανερός σ'ολους'.

Αυτός το κουδούνι σειωντας στην αγορά αλαζονικά κα καμαρωνε.

Μια γριά σκύλα του'πε.

'Γιατι φαντασιοπληκτεις,αυτό δεν το φοράς ως ένδειξη μεγαλείου,αλλά

προς απόδειξη της κρυμμένης σου κακιας'


Ότι η κενοδοξια των αλλαζονων φανερή είναι δηλώνοντας την κακια

που δεν φαινεται

.

.


Αἰσώπου Μῦθοι

Κύων κοιμώμενος καὶ λύκος 


Κύων πρὸ ἐπαύλεώς τινος ἐκάθευδε. Λύκου δ’ ἐπιδραμόντος καὶ βρῶμα μέλλοντος θήσειν αὐτὸν, ἐδεῖτο μὴ νῦν αὐτὸν καταθῦσαι. «Νῦν μὲν γάρ, φησί, λεπτός εἰμι καὶ ἰσχνός· ἂν δὲ μικρὸν ἀναμείνῃς, μέλλουσιν οἱ ἐμοὶ δεσπόται ποιήσειν γάμους, κἀγὼ τηνικαῦτα πολλὰ φαγὼν πιμελέστερος ἔσομαι, καὶ σοὶ ἡδύτερον βρῶμα γενήσομαι.» Ὁ μὲν οὖν λύκος πεισθεὶς ἀπῆλθε· μεθ’ ἡμέρας δ’ ἐπανελθὼν εὗρεν ἄνω ἐπὶ τοῦ δώματος τὸν κύνα καθεύδοντα, καὶ στὰς κάτωθεν πρὸς ἑαυτὸν ἐκάλει, ὑπομιμνῄσκων αὐτὸν τῶν συνθηκῶν. Καὶ ὁ κύων· « Ἀλλ’, ὦ λύκε, εἰ τὸ ἀπὸ τοῦδε πρὸ τῆς ἐπαύλεώς με ἴδοις καθεύδοντα, μηκέτι γάμους ἀναμείνῃς.»


Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι οἱ φρόνιμοι τῶν α̣νθρώπων, ὅταν περί τι κινδυνεύσαντες σωθῶσι, διὰ βίου τοῦτο φυλάττονται.

.

.

Αἰσώπου Μῦθοι

Κύων καὶ μάγειρος 


Κύων εἰσπηδήσας εἰς μαγειρεῖον καὶ, τοῦ μαγείρου ἀσχολουμένου, καρδίαν ἁρπάσας, ἔφυγεν. Ὁ δὲ μάγειρος ἐπιστραφείς, ὡς εἶδεν αὐτὸν φεύγοντα, εῖπεν· «Ὦ οὗτος, ἴσθι ὡς, ὅπουπερ ἂν ᾖς, φυλάξομαί σε· οὐ γὰρ ἀπ’ ἐμοῦ καρδίαν εἴληφας, ἀλλ’ ἐμοὶ καρδίαν ἔδωκας.»


Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι πολλάκις τὰ παθήματα τοῖς ἀνθρώποις μαθήματα γίνονται.

.

.

Αἰσώπου Μῦθοι

Κύων κωδωνοφορῶν 


Λάθρᾳ κύων ἔδακνε. Τούτῳ δὲ ὁ δεσπότης κώδωνα ἐκρέμασεν, ὥστε πρόδηλον εἶναι τοῖς πᾶσι. Οὗτος δὲ τὸν κώδωνα σείων ἐν τῇ ἀγορᾷ ἠλαζονεύετο. Γραῦς δὲ κύων εἶπεν αὐτῷ· «Τί φαντάζῃ; οὐ δι’ ἀρετὴν τοῦτον φορεῖς, ἀλλὰ δι’ ἔλεγχον τῆς κεκρυμμένης σου κακίας.»


Ὅτι οἱ τῶν ἀλαζόνων κενόδοξοι τρόποι πρόδηλοί εἰσι δηλοῦντες τὴν ἀφανῆ κακίαν

.

.

.


Αριστοφάνης,Πλούτος,στιχ 959-1096

Η γριά αμοροζα του νεαρού εραστη

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Γριά

λοιπόν αγαπητά γεροντια στο σπίτι

φτάσαμε οντως του νέου τούτου θεού 960

η' το δρόμο έχουμε εντελώς χάσει;


Χορός

μάθε πώς στη πόρτα αυτή έφτασες

κοριτσάκι,γιατί σαν τέτοιο στην ώρα σου ρωτας


Γρια

κάποιον τώρα από κει μέσα να φωναξω


Χρεμύλος

άστο,γιατί εγώ από κει μέσα ήρθα 965

όμως πρέπει μάλιστα να πεις γιατ'ηρθες


Γρια

έχω πάθει βάσανα κι άδικα αγαπητέ

γιατί αφ' ότου ο θεός αυτός άρχισε να βλέπει

αβιωτο εχει κάνει σε μένα το βιο


Χρεμύλος

τι'ναι;μήπως κι εσύ συκοφαντρια 970

μεσ'στις γυναίκες είσαι;


Γριά 

μα το Δία οχι


Χρεμύλος

μήπως λοιπόν σε δικες έλαχες;


Γριά

κοροϊδεύεις;μεγάλη με κατατρώει καψα τη δυστυχη


Χρεμύλος

πές λοιπόν τι κάψα σε καίει;


Γρια

άκου τώρα,είχα κάποιον νεαρό αγαπητικό, 975

φτωχό ,αλλά ομορφόπαιδο και καλό

κι έντιμο,γιατί αν του ζητούσα,

όλα μου τα'κανε τακτικά και καλά

κι εγώ εκείνον στα πάντα υπηρετουσα


Χρεμύλος

τι ήταν που κάθε φορά πιο πολύ σου ζηταγε; 980


Γριά

όχι πολλά,γιατί παρά πολύ μ'εντρεπονταν,

είκοσι δραχμές ασημένιες κάποτε ζήτησε

για κουστούμι,οκτώ κάποτε για παπούτσια

και για τις αδελφές ν'αγορασει φουστάνι

ζήτησε,κάποτε για τη μάνα πανωφόρι 985

κάποτε ζήτησε σιτάρι τέσσερα σακια


Χρεμύλος

πράγματι όχι πολλά μα τον Απολλωνα αυτά

που'πες,αλλ'ομως φανερό πως σ'εντρεπονταν


Γριά

κι αυτά  βεβαια  δεν μου τα ζητούσε έλεγε

για πληρωμή,αλλά από έρωτα 990

για να με θυμάται  κουστούμι φορώντας από μενα


Χρεμύλος

όπως λες ο άνθρωπος τρελα ερωτευμένος


Γρια

αλλά δεν έχει τώρα ο σιχαμερός πια το νου

τον ιδιο αλλά άλλαξε πάρα πολύ

γιατί οταν σ'αυτον αυτό εδώ το γλύκισμα 995

και τ'αλλα στο πιάτο μισκοτακια του'στειλα

γράφοντας οτι το βράδυ θα παω


Χρεμύλος

πως αντέδρασε,πες μου


Γριά

χωρίς να τ'αγγιξει μου τα επεστρεψε μαζι 

με τη χυλοπιτα αυτή δω και να μην πάω πια 1000

ποτέ προς τα κει κι επιπλέον διώχνοντας τον άνθρωπο 

είπε ότι,'καποτε παλιά ήταν ακμαία τα Μιλήσια οργανα'


Χρεμύλος

φανερό απ'τό φέρσιμο ότι δεν ήταν κάποιος απατεωνας

αφού πλούτισε δεν τον ευχαριστούσε η φακή

πριν λόγω της φτώχιας όλα τα'τρωγε 1005


Γρια

κι όμως κάθε μέρα πριν μα το θεό

στην πόρτα μου έρχονταν παντα


Χρεμύλος

για την κηδεία;


Γρια

όχι μα τον Δία,αλλά την φωνή μου

ποθούσε  ν'ακουσει


Χρεμύλος

για να πάρει λοιπον δωρακι


Γρια

και μα το Δία αν λυπημένη μ'ενιωθε 1010

παπακι και περιστερακι χαϊδευτικά μ'ελεγε


Χρεμύλος

έπειτα βεβαια σου ζητούσε παπουτσια


Γραῦς

στα μεγάλα μυστήρια που πάνω σ'αμαξα

πήγαινα επειδή με κοίταξε κάποιος πονηρά

δερνομουνα γι'αυτο όλη τη μέρα 1015

τόσο πολύ ζηλιάρης ο νεαρός ηταν


Χρεμύλος

γιατί,ως φαίνεται,γουσταρε μοναχος να τρωει


Γρια

και τα χέρια πανέμορφα τα'βρισκε


Χρεμύλος

οπότε βέβαια του προσφερες είκοσι δραχμες


Γρια

κι έλεγε ότι γλυκομυριζει η επιδερμίδα μου 


Χρεμύλος

αν με κρασί της Θάσου τον κουμανταριζες,βέβαια,μα τον Δια


Γρια

το βλέμμα πως ήταν τρυφερό κι ομορφο


Χρεμύλος

δεν ήταν λοιπόν ανόητος ο άνθρωπος,αλλά γνώριζε

εκφυλης γριάς τη περιουσία να καταβροχθιζει


Γρια

αυτά λοιπόν ο θεός φίλε δεν τα κάνει σωστά 1025

λέγοντας πως βοηθάει πάντα τους αδικημενους


Χρεμύλος

τι δηλαδή να κάνει;λεγε και θα το'χει καμωμενο


Γρια

δίκιο είναι μα τον Δία ν'αναγκασει αυτόν 

που καλοπέρασε από μένα πάλι να με ξεπληρώσει,

αν όχι δεν είναι δίκιο κάτι καλό να'χει 1030


Χρεμύλος

λοιπόν δεν σ'ανταπεδιδε κάθε μέρα τη νύχτα;


Γρια

ναι αλλά έλεγε δεν θα μ'εγκαταλειψει ποτέ όσο ζω


Χρεμύλος

πολύ σωστά.γιατι τώρα καθόλου δεν σε νομίζει ζωντανη


Γρια

κι απ'τον πόνο έχω λιώσει αγαπητε


Χρεμύλος

όχι,αλλά σαπησες,όπως

φαίνεται 1035


Γρια

από δακτυλίδι περναω


Χρεμύλος

αν τύχει το δακτυλίδι να'ναι

κοσκινου


Γρια

και να ο νεαρός εδώ

έρχεται,

που πριν τον κατηγορουσα

νομιζω

σε γλέντι πηγαίνει 1040


Χρεμύλος

φαινεται.

με στεφάνι και δάδα κρατώντας

πορευεται


Νεαρος

σε χαιρετω


Γρια

τι είπες;


Νεαρος

παλιά φιλεναδα

ασπρισες πολύ γρήγορα,

μα τον ουρανο


Γρια

τη δυστυχη πως με βριζει


Χρεμύλος

φαίνεται πως πολύ καιρό

έχει να σε δει 1045


Γρια

τι καιρό η δυστυχη,αυτός

μαζί μου ήταν χθες


Χρεμύλος

τ'αντιθετο λοιπον εχει πάθει

απ'τους πολλούς 

γιατί μεθωντας,όπως φαίνεται,

καθαρότερα βλεπει


Γρια

όχι,γιατ'είναι άξεστος παντοτε

στους τροπους


Νεαρος

ω Ποντιε Ποσειδώνα και θεοί

των γηρατειων 1050

στο πρόσωπο πόσες ρυτιδες

εχεις


Γρια

α α

τη δάδα μην πλησιαζεις


Χρεμύλος

καλά λέει

γιατί αν μια μόνο σπίθα

την αγγίξει

όπως ξερο κλαρι ελιάς

θα καει


Νεαρος

θέλεις για λίγο  να παίξεις μαζί μου; 1055


Γρια

που αλήτη;


Νεαρος

εδώ,πάρε καρυδια


Γρια

τι παιχνίδι;


Νεαρος

πόσα δόντια εχει


Χρεμύλος

το ξέρω

γιατί τρία ίσως έχει  η' τεσσερα

.

Νεαρος

πλήρωσε,γιατί ένα τραπεζίτη μόνο εχει


Γρια

άθλιε μου φαίνεται δεν είσαι στα καλά σου ,1060

να μ',εμπαιζεις σε τόσους αντρες


Νεαρος

ευκαιρια είναι,αν κάποιος σε ξεπλυνει


Χρεμύλος

όχι βέβαια,επειδή τώρα κρύβει,

αν όμως ξεπλύνει τούτο το φκιασιδι,

θα δεις ολοφάνερα τα ρακη του προσωπου 1065


Νεαρος

φαίνεται να επιχειρεί τα βυζιά

να σου χαϊδεψει νομίζοντας πως δεν το'πιασα


Γρια

μα την Αφροδίτη όχι τα δικά μου σιχαμερε


Χρεμύλος

μα την Εκάτη όχι βέβαια,θα'χα τρελαθεί 1070

αλλά νεαρε δεν γίνεται να'αδιαφορησω 

την κοριτσακι αυτο να μισείς


Νεαρος

αλλ'εγω την υπεραγαπω


Χρεμύλος

κι όμως σε κατηγορει


Νεαρος

τι κατηγορεί;


Χρεμύλος

την έβρισες λέει κι είπες ότι

'καποτε παλιά ήταν ακμαία τα Μιλήσια οργανα' 1075


Νεαρος

εγώ γι'αυτη μαζί σου δεν θα μαλωσω


Χρεμύλος

αυτό γιατί;


Νεαρος

σέβομαι την ηλικία σου,επειδή

ποτέ σ'αλλον δεν θα επέτρεπα να το κάνει

τώρα ευχαριστημένος φεύγα παίρνοντας το κοριτσακι


Χρεμύλος

ξέρω ξέρω τι εννοείς,δεν αξιώνεις 1080

ίσως να'σαι μ'αυτη


Γρια

και ποιος είναι αυτός που θα το επιτρέψει;


Νεαρος

δεν θα συζητήσω με μια ξεπετα

μυρια και τρεις χιλιάδες χρονια


Χρεμύλος

όμως επειδή και το κρασί αξιωνες

να πινεις,να πιεις μαζί πρέπει και το κατακάθι 1085


Νεαρος

αλλά ολότελα είναι το κατακαθι παλιό και μουχλα


Χρεμύλος

τότε το πάνινο σουρωτηρι ολ'αυτα θα τα καθαρισει


Νεαρος

αλλ'ας μπωμέσα,γιατί στο θεό θέλω

πηγαίνοντας αυτά τα στεφάνια που'χω ν'αναθεσω


Γρια

κι εγώ αυτό και θέλω κάτι να σου πω 1090


Νεαρος

τοτ'εγω δεν μπαίνω μεσα


Χρεμύλος

έλα θάρρος,μη φοβάσαι,

δεν θα σε βιασει


Νεαρος

πράγματι πολύ σωστά λες

γιατί αρκετό καιρό πριν σ'αυτη υπεκυπτα


Γρια

βάδιζε,εγώ κατόπιν από σένα μπαινω


Χρεμύλος

πόσο ασφυκτικα Δια βασιλιά η γριουλα 1095

όπως πεταλίδα στον νεαρό κολλησε

.

.

.

Αριστοφάνης,Πλούτος,στιχ 959-1096


Γραῦς

ἆρ’ ὦ φίλοι γέροντες ἐπὶ τὴν οἰκίαν

ἀφίγμεθ’ ὄντως τοῦ νέου τούτου θεοῦ,960

ἢ τῆς ὁδοῦ τὸ παράπαν ἡμαρτήκαμεν;


Χορός

ἀλλ’ ἴσθ’ ἐπ’ αὐτὰς τὰς θύρας ἀφιγμένη

ὦ μειρακίσκη: πυνθάνει γὰρ ὡρικῶς.


Γραῦς

φέρε νυν ἐγὼ τῶν ἔνδοθεν καλέσω τινά.


Χρεμύλος

μὴ δῆτ’: ἐγὼ γὰρ αὐτὸς ἐξελήλυθα.965

ἀλλ’ ὅ τι μάλιστ’ ἐλήλυθας λέγειν σ’ ἐχρῆν.


Γραῦς

πέπονθα δεινὰ καὶ παράνομ’ ὦ φίλτατε:

ἀφ’ οὗ γὰρ ὁ θεὸς οὗτος ἤρξατο βλέπειν,

ἀβίωτον εἶναί μοι πεποίηκε τὸν βίον.


Χρεμύλος

τί δ’ ἔστιν; ἦ που καὶ σὺ συκοφάντρια970

εν ταῖς γυναιξὶν ἦσθα;


Γραῦς

μὰ Δί’ ἐγὼ μὲν οὔ.


Χρεμύλος

ἀλλ’ οὐ λαχοῦσ’ ἔπινες ἐν τῷ γράμματι;


Γραῦς

σκώπτεις: ἐγὼ δὲ κατακέκνισμαι δειλάκρα.


Χρεμύλος

οὔκουν ἐρεῖς ἀνύσασα τὸν κνισμὸν τίνα;


Γραῦς

ἄκουέ νυν. ἦν μοί τι μειράκιον φίλον,975

πενιχρὸν μέν, ἄλλως δ’ εὐπρόσωπον καὶ καλὸν

καὶ χρηστόν: εἰ γάρ του δεηθείην ἐγώ,

ἅπαντ’ ἐποίει κοσμίως μοι καὶ καλῶς:

ἐγὼ δ’ ἐκείνῳ πάντα ταῦθ’ ὑπηρέτουν.


Χρεμύλος

τί δ’ ἦν ὅ τι σου μάλιστ’ ἐδεῖθ’ ἑκάστοτε;980


Γραῦς

οὐ πολλά: καὶ γὰρ ἐκνομίως μ’ ᾐσχύνετο.

ἀλλ’ ἀργυρίου δραχμὰς ἂν ᾔτησ’ εἴκοσιν

εἰς ἱμάτιον, ὀκτὼ δ’ ἂν εἰς ὑποδήματα:

καὶ ταῖς ἀδελφαῖς ἀγοράσαι χιτώνιον

ἐκέλευσεν ἂν τῇ μητρί θ’ ἱματίδιον:985

πυρῶν τ’ ἂν ἐδεήθη μεδίμνων τεττάρων.


Χρεμύλος

οὐ πολλὰ τοίνυν μὰ τὸν Ἀπόλλω ταῦτά γε

εἴρηκας, ἀλλὰ δῆλον ὅτι σ’ ᾐχύνετο.


Γραῦς

καὶ ταῦτα τοίνυν οὐχ ἕνεκα μισητίας

αἰτεῖν μ’ ἔφασκεν, ἀλλὰ φιλίας οὕνεκα,990

ἵνα τοὐμὸν ἱμάτιον φορῶν μεμνῇτό μου.


Χρεμύλος

λέγεις ἐρῶντ’ ἄνθρωπον ἐκνομιώτατα.


Γραῦς

ἀλλ’ οὐχὶ νῦν ὁ βδελυρὸς ἔτι τὸν νοῦν ἔχει

τὸν αὐτόν, ἀλλὰ πολὺ μεθέστηκεν πάνυ.

ἐμοῦ γὰρ αὐτῷ τὸν πλακοῦντα τουτονὶ995

καὶ τἄλλα τἀπὶ τοῦ πίνακος τραγήματα

ἐπόντα πεμψάσης ὑπειπούσης θ’ ὅτι

εἰς ἑσπέραν ἥξοιμι—


Χρεμύλος

τί σ’ ἔδρασ’; εἰπέ μοι.


Γραῦς

ἄμητα προσαπέπεμψεν ἡμῖν τουτονί,

ἐφ’ ᾧ τ’ ἐκεῖσε μηδέποτέ μ’ ἐλθεῖν ἔτι,1000

καὶ πρὸς ἐπὶ τούτοις εἶπεν ἀποπέμπων ὅτι

‘πάλαι ποτ’ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι.’


Χρεμύλος

δῆλον ὅτι τοὺς τρόπους τις οὐ μοχθηρὸς ἦν,

ἔπειτα πλουτῶν οὐκέθ’ ἥδεται φακῇ:

πρὸ τοῦ δ’ ὑπὸ τῆς πενίας ἅπανθ’ ὑπήσθιεν.1005


Γραῦς

καὶ μὴν πρὸ τοῦ γ’ ὁσημέραι νὴ τὼ θεὼ

ἐπὶ τὴν θύραν ἐβάδιζεν ἀεὶ τὴν ἐμήν.


Χρεμύλος

ἐπ’ ἐκφοράν;


Γραῦς

μὰ Δί’ ἀλλὰ τῆς φωνῆς μόνον

ἐρῶν ἀκοῦσαι.


Χρεμύλος

τοῦ λαβεῖν μὲν οὖν χάριν.


Γραῦς

καὶ νὴ Δί’ εἰ λυπουμένην γ’ αἴσθοιτό με,1010

νηττάριον ἂν καὶ φάττιον ὑπεκορίζετο.


Χρεμύλος

ἔπειτ’ ἴσως ᾔτει σ’ ἂν εἰς ὑποδήματα.


Γραῦς

μυστηρίοις δὲ τοῖς μεγάλοις ὀχουμένην

ἐπὶ τῆς ἁμάξης ὅτι προσέβλεψέν μέ τις,

ἐτυπτόμην διὰ τοῦθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν.1015

οὕτω σφόδρα ζηλότυπος ὁ νεανίσκος ἦν.


Χρεμύλος

μόνος γὰρ ἥδεθ’, ὡς ἔοικεν, ἐσθίων.


Γραῦς

καὶ τάς γε χεῖρας παγκάλας ἔχειν μ’ ἔθη.


Χρεμύλος

ὁπότε προτείνοιέν γε δραχμὰς εἴκοσιν.


Γραῦς

ὄζειν τε τῆς χρόας ἔφασκεν ἡδύ μου.1020


Χρεμύλος

εἰ Θάσιον ἐνέχεις, εἰκότως γε νὴ Δία.


Γραῦς

τὸ βλέμμα θ’ ὡς ἔχοιμι μαλακὸν καὶ καλόν.


Χρεμύλος

οὐ σκαιὸς ἦν ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἠπίστατο

γραὸς καπρώσης τἀφόδια κατεσθίειν.


Γραῦς

ταῦτ’ οὖν ὁ θεὸς ὦ φίλ’ ἄνερ οὐκ ὀρθῶς ποιεῖ,1025

φάσκων βοηθεῖν τοῖς ἀδικουμένοις ἀεί.


Χρεμύλος

τί γὰρ ποιήσει; φράζε, καὶ πεπράξεται.


Γραῦς

ἀναγκάσαι δίκαιόν ἐστι νὴ Δία

τὸν εὖ παθόνθ’ ὑπ’ ἐμοῦ πάλιν μ’ ἀντευποιεῖν,

ἢ μηδ’ ὁτιοῦν ἀγαθὸν δίκαιόν ἐστ’ ἔχειν.1030


Χρεμύλος

οὔκουν καθ’ ἑκάστην ἀπεδίδου τὴν νύκτα σοι;


Γραῦς

ἀλλ’ οὐδέποτέ με ζῶσαν ἀπολείψειν ἔφη.


Χρεμύλος

ὀρθῶς γε: νῦν δέ γ’ οὐκέτι ζῆν σ’ οἴεται.


Γραῦς

ὑπὸ τοῦ γὰρ ἄλγους κατατέτηκ’ ὦ φίλτατε.


Χρεμύλος

οὐκ ἀλλὰ κατασέσηπας, ὥς γ’ ἐμοὶ δοκεῖς.1035


Γραῦς

διὰ δακτυλίου μὲν οὖν ἔμεγ’ ἂν διελκύσαις.


Χρεμύλος

εἰ τυγχάνοι γ’ ὁ δακτύλιος ὢν τηλία.


Γραῦς

καὶ μὴν τὸ μειράκιον τοδὶ προσέρχεται,

οὗπερ πάλαι κατηγοροῦσα τυγχάνω:

ἔοικε δ’ ἐπὶ κῶμον βαδίζειν.1040


Χρεμύλος

φαίνεται.

στέφανόν γέ τοι καὶ δᾷδ’ ἔχων πορεύεται.


Νεανίας

ἀσπάζομαί σε.


Γραῦς

τί φησιν;


Νεανίας

ἀρχαία φίλη,

πολιὰ γεγένησαι ταχύ γε νὴ τὸν οὐρανόν.


Γραῦς

τάλαιν’ ἐγὼ τῆς ὕβρεος ἧς ὑβρίζομαι.


Χρεμύλος

ἔοικε διὰ πολλοῦ χρόνου σ’ ἑορακέναι.1045


Γραῦς

ποίου χρόνου ταλάνταθ’, ὃς παρ’ ἐμοὶ χθὲς ἦν;


Χρεμύλος

τοὐναντίον πέπονθε τοῖς πολλοῖς ἄρα:

μεθύων γάρ, ὡς ἔικεν, ὀξύτερον βλέπει.


Γραῦς

οὔκ, ἀλλ’ ἀκόλαστός ἐστιν ἀεὶ τοὺς τρόπους.


Νεανίας

ὦ Ποντοπόσειδον καὶ θεοὶ πρεσβυτικοί,1050

ἐν τῷ προσώπῳ τῶν ῥυτίδων ὅσας ἔχει.


Γραῦς

ἆ ἆ,

τὴν δᾷδα μή μοι πρόσφερ’.


Χρεμύλος

εὖ μέντοι λέγει.

ἐὰν γὰρ αὐτὴν εἷς μόνος σπινθὴρ λάβῃ

ὥσπερ παλαιὰν εἰρεσιώνην καύσεται.


Νεανίας

βούλει διὰ χρόνου πρός με παῖσαι;1055


Γραῦς

ποῖ τάλαν;


Νεανίας

αὐτοῦ, λαβοῦσα κάρνα.


Γραῦς

παιδιὰν τίνα;


Νεανίας

πόσους ἔχεις ὀδόντας.


Χρεμύλος

ἀλλὰ γνώσομαι

κἄγωγ’: ἔχει γὰρ τρεῖς ἴσως ἢ τέτταρας.


Νεανίας

ἀπότεισον: ἕνα γὰρ γόμφιον μόνον φορεῖ.


Γραῦς

ταλάντατ’ ἀνδρῶν οὐχ ὑγιαίνειν μοι δοκεῖς,1060

πλυνόν με ποιῶν ἐν τοσούτοις ἀνδράσιν.


Νεανίας

ὄναιο μέντἄν, εἴ τις ἐκπλύνειέ σε.


Χρεμύλος

οὐ δῆτ’, ἐπεὶ νῦν μὲν καπηλικῶς ἔχει,

εἰ δ’ ἐκπλυνεῖται τοῦτο τὸ ψιμύθιον,

ὄψει κατάδηλα τοῦ προσώπου τὰ ῥάκη.1065


Γραῦς

γέρων ἀνὴρ ὢν οὐχ ὑγιαίνειν μοι δοκεῖς.


Νεανίας

πειρᾷ μὲν οὖν ἴσως σε καὶ τῶν τιτθίων

ἐφάπτεταί σου λανθάνειν δοκῶν ἐμέ.


Γραῦς

μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὐκ ἐμοῦ γ’ ὦ βδελυρὲ σύ.


Χρεμύλος

μὰ τὴν Ἑκάτην οὐ δῆτα: μαινοίμην γὰρ ἄν.1070

ἀλλ’ ὦ νεανίσκ’ οὐκ ἐῶ τὴν μείρακα

μισεῖν σε ταύτην.


Νεανίας

ἀλλ’ ἔγωγ’ ὑπερφιλῶ.


Χρεμύλος

καὶ μὴν κατηγορεῖ γέ σου.


Νεανίας

τί κατηγορεῖ;


Χρεμύλος

εἶναί σ’ ὑβριστήν φησι καὶ λέγειν ὅτι

 ‘ πάλαι ποτ’ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι.’1075


Νεανίας

ἐγὼ περὶ ταύτης οὐ μαχοῦμαί σοι.


Χρεμύλος

τὸ τί;


Νεανίας

αἰσχυνόμενος τὴν ἡλικίαν τὴν σήν, ἐπεὶ

οὐκ ἄν ποτ’ ἄλλῳ τοῦτ’ ἐπέτρεψ’ ἐγὼ ποιεῖν:

νῦν δ’ ἄπιθι χαίρων συλλαβὼν τὴν μείρακα.


Χρεμύλος

οἶδ’ οἶδα τὸν νοῦν: οὐκέτ’ ἀξιοῖς ἴσως1080

εἶναι μετ’ αὐτῆς.


Γραῦς

ὁ δ’ ἐπιτρέψων ἐστὶ τίς;


Νεανίας

οὐκ ἂν διαλεχθείην διεσπλεκωμένῃ

ὑπὸ μυρίων ἐτῶν γε καὶ τρισχιλίων.


Χρεμύλος

ὅμως δ’ ἐπειδὴ καὶ τὸν οἶνον ἠξίους

πίνειν, συνεκποτέ’ ἐστί σοι καὶ τὴν τρύγα.1085


Νεανίας

ἀλλ’ ἔστι κομιδῇ τρὺξ παλαιὰ καὶ σαπρά.


Χρεμύλος

οὐκοῦν τρύγοιπος ταῦτα πάντ’ ἰάσεται.


Νεανίας

ἀλλ’ εἴσιθ’ εἴσω: τῷ θεῷ γὰρ βούλομαι

ἐλθὼν ἀναθεῖναι τοὺς στεφάνους τούσδ’ οὓς ἔχω.


Γραῦς

ἐγὼ δέ γ’ αὐτῷ καὶ φράσαι τι βούλομαι.1090


Νεανίας

ἐγὼ δέ γ’ οὐκ εἴσειμι.


Χρεμύλος

θάρρει, μὴ φοβοῦ.

οὐ γὰρ βιάσεται.


Νεανίας

πάνυ καλῶς τοίνυν λέγεις.

ἱκανὸν γὰρ αὐτὴν πρότερον ὑπεπίττουν χρόνον.


Γραῦς

βάδιζ’: ἐγὼ δέ σου κατόπιν εἰσέρχομαι.


Χρεμύλος

ὡς εὐτόνως ὦ Ζεῦ βασιλεῦ τὸ γρᾴδιον1095

ὥσπερ λεπὰς τῷ μειρακίῳ προσείχετο.

.

.

.

 


Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία σ' ,στίχοι 320-339

Λογομαχία Μελανθους και Οδυσσέα

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Και η τιμωρία της μαζί με τις αλλες εντεκα ερωμένες των μνηστήρων

(ραψωδία χ',στίχοι 417-473)


είπε,κι αυτές γέλασαν,η μια την άλλη κοιτώντας 320

κι άσχημα τ'αντιμιλησε η Μελανθω η ομορφομαγουλη

αυτή που ο Δόλιος γέννησε κι η Πηνελόπη φρόντισε

κι από παιδί ανάθρεψε,δινοντας με την καρδιά της παιχνιδια

αλλ'ομως αυτή δεν συμπονουσε πια την Πηνελοπη

αλλά με τον Ευρυμαχο σμιγονταν και ερωτοτροπούσε 325

αυτή λοιπόν στον Οδυσσέα αντιμιλησε με ξεδιάντροπος λόγια

ελεεινε ξενε,τα'χεις ολότελα χαμένα και μας ξεκουφανες

δεν πας λέω να κοιμηθείς μεσ'στο χαλκωματαδικο

η' στη παράγκα,παρά εδώ γύρω πολύ ν'αγορευεις

με θράσος σε τόσους πολλούς άντρες χωρίς κάποιος φόβος 330

να σε τρομάζει,η' μήπως το κρασί σου πήρε τα φρενα,η' τώρα

πάντα τέτοια τα μυαλά σου είναι,γι'αυτό και αερολογεις

η' μήπως πενευεσαι ότι τον Ιρο νικησες τον ζητιανο;

πρόσεξε μήπως απ'τον Ιρο πιο δυνατος άλλος εμφανισθει

κάποιος που μεσ' στα δύο στιβαρα του χέρια σου σπάσει το κεφαλι 335

κι απ'τό παλάτι σε ξαποστειλει βουτηγμένο μεσ'στα πολλά  αιματα

τοτ'αυτη αγριοκοιταζοντας είπε ο πολυστροφος Οδυσσεας

τώρα γρηγορα στον Τηλέμαχο θα πω,σκύλα,αυτά π'αγορευεις

προς τα κεί πηγαίνοντας,αμέσως για να σε κάνει κομματια 339

.

.

Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία σ' στίχοι 320-339


ὣς ἔφαθ', αἱ δ' ἐγέλασσαν, ἐς ἀλλήλας δὲ ἴδοντο.   320

τὸν δ' αἰσχρῶς ἐνένιπε Μελανθὼ καλλιπάρῃος,

τὴν Δολίος μὲν ἔτικτε, κόμισσε δὲ Πηνελόπεια,

παῖδα δὲ ὣς ἀτίταλλε, δίδου δ' ἄρ' ἀθύρματα θυμῷ·

ἀλλ' οὐδ' ὧς ἔχε πένθος ἐνὶ φρεσὶ Πηνελοπείης,

ἀλλ' ἥ γ' Εὐρυμάχῳ μισγέσκετο καὶ φιλέεσκεν.   325

ἥ ῥ' Ὀδυσῆ' ἐνένιπεν ὀνειδείοισ' ἐπέεσσι·

«ξεῖνε τάλαν, σύ γέ τις φρένας ἐκπεπαταγμένος ἐσσί,

οὐδ' ἐθέλεις εὕδειν χαλκήϊον ἐς δόμον ἐλθὼν

ἠέ που ἐς λέσχην, ἀλλ' ἐνθάδε πόλλ' ἀγορεύεις

θαρσαλέως πολλοῖσι μετ' ἀνδράσιν, οὐδέ τι θυμῷ   330

ταρβεῖς· ἦ ῥά σε οἶνος ἔχει φρένας, ἤ νύ τοι αἰεὶ

τοιοῦτος νόος ἐστίν, ὃ καὶ μεταμώνια βάζεις.

ἦ ἀλύεις ὅτι Ἶρον ἐνίκησας τὸν ἀλήτην;

μή τίς τοι τάχα Ἴρου ἀμείνων ἄλλος ἀναστῇ,

ὅς τίς σ' ἀμφὶ κάρη κεκοπὼς χερσὶ στιβαρῇσι   335

δώματος ἐκπέμψῃσι φορύξας αἵματι πολλῷ.»

τὴν δ' ἄρ' ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«ἦ τάχα Τηλεμάχῳ ἐρέω, κύον, οἷ' ἀγορεύεις,

κεῖσ' ἐλθών, ἵνα σ' αὖθι διὰ μελεϊστὶ τάμῃσιν.»

.

.

.

και μέσα στα τρομερά γεγονότα της Μνηστηριοφονιας(ραψωδία χ',στίχοι 417-473) την Μελανθω  την κρεμασαν για τιμωρια μαζί με  τις έντεκα  άλλες ερωμένες των μνηστήρων

Ο Οδυσσέας είπε στην τροφο Ευρυκλεια να καλέσει  τις 12 άπιστες γυναίκες,

αυτές που σμιγονταν αδιαντροπα με τους μνηστήρες,τὴν ἄρ' ὑπὸ μνηστῆρσιν ἔχον μίσγοντό τε λάθρῃ 445,

κι αφού μαζέψουν τους νεκρούς και καθαρίσουν τα τραπέζια ο Τηλέμαχος με

τον βουκολο και τον χοιροβοσκός να τις σφάξουν,όμως ο Τηλέμαχος έκρινε 

πιο ατιμωτικό θάνατο γι'αυτες,να τις κρεμασουν


ἀλλ' ἄγε μοι σὺ γυναῖκας ἐνὶ μεγάροις κατάλεξον,

αἵ τέ μ' ἀτιμάζουσι καὶ αἳ νηλείτιδές εἰσι.»


τὸν δ' αὖτε προσέειπε φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια·

«τοιγὰρ ἐγώ τοι, τέκνον, ἀληθείην καταλέξω.   420

πεντήκοντά τοί εἰσιν ἐνὶ μεγάροισι γυναῖκες

δμῳαί, τὰς μέν τ' ἔργα διδάξαμεν ἐργάζεσθαι,

εἴριά τε ξαίνειν καὶ δουλοσύνην ἀνέχεσθαι·

τάων δώδεκα πᾶσαι ἀναιδείης ἐπέβησαν,

οὔτ' ἐμὲ τίουσαι οὔτ' αὐτὴν Πηνελόπειαν.   425

Τηλέμαχος δὲ νέον μὲν ἀέξετο, οὐδέ ἑ μήτηρ

σημαίνειν εἴασκεν ἐπὶ δμῳῇσι γυναιξίν.

ἀλλ' ἄγ' ἐγὼν ἀναβᾶσ' ὑπερώϊα σιγαλόεντα

εἴπω σῇ ἀλόχῳ, τῇ τις θεὸς ὕπνον ἐπῶρσε.»


τὴν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·   430

«μή πω τήν γ' ἐπέγειρε· σὺ δ' ἐνθάδε εἰπὲ γυναιξὶν

ἐλθέμεν, αἵ περ πρόσθεν ἀεικέα μηχανόωντο.»


ὣς ἄρ' ἔφη, γρηῢς δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει

ἀγγελέουσα γυναιξὶ καὶ ὀτρυνέουσα νέεσθαι.

αὐτὰρ ὁ Τηλέμαχον καὶ βουκόλον ἠδὲ συβώτην   435

εἰς ἓ καλεσσάμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·


«ἄρχετε νῦν νέκυας φορέειν καὶ ἄνωχθε γυναῖκας·

αὐτὰρ ἔπειτα θρόνους περικαλλέας ἠδὲ τραπέζας

ὕδατι καὶ σπόγγοισι πολυτρήτοισι καθαίρειν.

αὐτὰρ ἐπὴν δὴ πάντα δόμον διακοσμήσησθε,   440

δμῳὰς ἐξαγαγόντες ἐϋσταθέος μεγάροιο,

μεσσηγύς τε θόλου καὶ ἀμύμονος ἕρκεος αὐλῆς,

θεινέμεναι ξίφεσιν τανυήκεσιν, εἰς ὅ κε πασέων

ψυχὰς ἐξαφέλησθε καὶ ἐκλελάθωντ' Ἀφροδίτης,

τὴν ἄρ' ὑπὸ μνηστῆρσιν ἔχον μίσγοντό τε λάθρῃ.»   445


ὣς ἔφαθ', αἱ δὲ γυναῖκες ἀολλέες ἦλθον ἅπασαι,

αἴν' ὀλοφυρόμεναι, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέουσαι.

πρῶτα μὲν οὖν νέκυας φόρεον κατατεθνηῶτας,

κὰδ δ' ἄρ' ὑπ' αἰθούσῃ τίθεσαν εὐερκέος αὐλῆς,

ἀλλήλοισιν ἐρείδουσαι· σήμαινε δ' Ὀδυσσεὺς   450

αὐτὸς ἐπισπέρχων· ταὶ δ' ἐκφόρεον καὶ ἀνάγκῃ.

αὐτὰρ ἔπειτα θρόνους περικαλλέας ἠδὲ τραπέζας

ὕδατι καὶ σπόγγοισι πολυτρήτοισι κάθαιρον.

αὐτὰρ Τηλέμαχος καὶ βουκόλος ἠδὲ συβώτης

λίστροισιν δάπεδον πύκα ποιητοῖο δόμοιο   455

ξῦον· ταὶ δ' ἐφόρεον δμῳαί, τίθεσαν δὲ θύραζε.

αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ πᾶν μέγαρον διεκοσμήσαντο,

δμῳὰς ἐξαγαγόντες ἐϋσταθέος μεγάροιο,

μεσσηγύς τε θόλου καὶ ἀμύμονος ἕρκεος αὐλῆς,

εἴλεον ἐν στείνει, ὅθεν οὔ πως ἦεν ἀλύξαι.   460

τοῖσι δὲ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἦρχ' ἀγορεύειν·


«μὴ μὲν δὴ καθαρῷ θανάτῳ ἀπὸ θυμὸν ἑλοίμην


τάων, αἳ δὴ ἐμῇ κεφαλῇ κατ' ὀνείδεα χεῦαν

μητέρι θ' ἡμετέρῃ, παρά τε μνηστῆρσιν ἴαυον.»


ὣς ἄρ' ἔφη, καὶ πεῖσμα νεὸς κυανοπρῴροιο   465

κίονος ἐξάψας μεγάλης περίβαλλε θόλοιο,

ὑψόσ' ἐπεντανύσας, μή τις ποσὶν οὖδας ἵκοιτο.

ὡς δ' ὅτ' ἂν ἢ κίχλαι τανυσίπτεροι ἠὲ πέλειαι

ἕρκει ἐνιπλήξωσι, τό θ' ἑστήκῃ ἐνὶ θάμνῳ,

αὖλιν ἐσιέμεναι, στυγερὸς δ' ὑπεδέξατο κοῖτος,   470

ὣς αἵ γ' ἑξείης κεφαλὰς ἔχον, ἀμφὶ δὲ πάσαις

δειρῇσι βρόχοι ἦσαν, ὅπως οἴκτιστα θάνοιεν.

ἤσπαιρον δὲ πόδεσσι μίνυνθά περ, οὔ τι μάλα δήν.

.

·

.

 


Ηρόδοτος,Ιστορίαι,βιβλίο Δ' Μελπομένη,172,176

Νασαμωνες-Γινδανες,

Από τους Παράξενους λαούς της Λιβύης

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΝΑΣΑΜΩΝΕΣ

172 

απο τούτους τους Αυχισεους  προς τα δυτικά επόμενοι ειναι οι Νασαμωνες,έθνος που είναι πολύ,οι οποίοι το θέρος παρατουν στη θάλασσα 

τα πρόβατα κι ανεβαίνουν στη περιοχή Αυγιλα για να συλλέξουν τους φοίνικες,που πολλοί και με αφθονία σοδειάς έχουν φυτρώσει,όλοι τους καρποφόροι.και τις ακρίδες όταν τις πιάσουν αφού τις αφήνουν στον ήλιο 

τις τρίβουν κι έπειτα πάνω στο γάλα ρίχνοντας το πίνουν.

γυναίκες συνηθίζουν πολλές να έχει ο καθένας από κοινου τις σμιχνονται

με τρόπο παραπλήσιο με τον οποιο κι οι Μασσαγετες,όταν ραβδί  στήσουν μπροστά τις σμίγουν.

κατά τον πρώτο γάμο του Νασαμωνα άντρα νόμος είναι η νύφη στη πρώτη 

νύχτα από όλους να περνάει τους καλεσμένους σμίγοντας,κι ο καθένας αφου

την σμιχθεικε,της δίνει δώρο το οποίο έχει φέρει από το σπιτι.

κάνουν όρκους και καταγινονται με την μαντική έτσι,ορκιζονται στους πιο δίκαιους κι άριστους άνδρες οι οποίοι σ'αυτους λέγονται να γεννήθηκαν,

αυτών,τους τάφους,αγγίζοντας,μαντεύουν στα μνήματα των προγόνων συχναζοντας,και αφού προσευχηθούν πάνω τους κοιμούνται,κι οποίο αν δουν στον ύπνο όνειρο σε τούτο χρησμοδοτουν.

για την καλή πίστη έτσι ενεργούν.απο το χέρι δίνει να πιει κι αυτός από αυτο

του άλλου πίνει.αν δεν έχουν κανένα υγρό,αυτοί από κάτω σκόνη λαμβανοντας

την γλειφουν

.

.

ΓΙΝΔΑΝΕΣ

 176 

από τούτους τους Μακεους έπομενοι οι Γινδανες ειναι.αυτων οι γυναίκες

δεσμούς γύρω από τον αστράγαλο δερμάτινους πολλούς κάθε μία φοράει 

για αυτόν εδώ το λόγο,καθώς λέγεται.για κάθε άντρα με τον οποίο σμιχνεται

δεσμο γύρω από τον αστράγαλο δένει,αυτή δε που τους περισσότερους έχει,

αυτή η άριστη θεωρείται να είναι καθώς από περισσοτερους άντρες αγαπηθηκε

.

.

Ηρόδοτος Ιστορίαι βιβλίο Δ' Μελπομένη,

Νασαμωνες-Γινδανες


172

1 Αὐσχισέων δὲ τούτων τὸ πρὸς ἑσπέρης ἔχονται Νασαμῶνες, ἔθνος ἐὸν πολλόν, οἳ τὸ θέρος καταλείποντες ἐπὶ τῇ θαλάσσῃ τὰ πρόβατα ἀναβαίνουσι ἐς Αὔγιλα χῶρον ὀπωριεῦντες τοὺς φοίνικας. οἳ δὲ πολλοὶ καὶ ἀμφιλαφέες πεφύκασι, πάντες ἐόντες καρποφόροι. τοὺς δὲ ἀττελέβους ἐπεὰν θηρεύσωσι, αὐήναντες πρὸς τὸν ἥλιον καταλέουσι καὶ ἔπειτα ἐπὶ γάλα ἐπιπάσσοντες πίνουσι. 2 γυναῖκας δὲ νομίζοντες πολλὰς ἔχειν ἕκαστος ἐπίκοινον αὐτέων τὴν μῖξιν ποιεῦνται τρόπῳ παραπλησίῳ τῷ καὶ Μασσαγέται· ἐπεὰν σκίπωνα προστήσωνται, μίσγονται. πρῶτον δὲ γαμέοντος Νασαμῶνος ἀνδρὸς νόμος ἐστὶ τὴν νύμφην νυκτὶ τῇ πρώτῃ διὰ πάντων διεξελθεῖν τῶν δαιτυμόνων μισγομένην· τῶν δὲ ὡς ἕκαστος οἱ μιχθῇ, διδοῖ δῶρον τὸ ἂν ἔχῃ φερόμενος ἐξ οἴκου. 3 ὁρκίοισι δὲ καὶ μαντικῇ χρέωνται τοιῇδε· ὀμνύουσι μὲν τοὺς παρὰ σφίσι ἄνδρας δικαιοτάτους καὶ ἀρίστους λεγομένους γενέσθαι, τούτους, τῶν τύμβων ἁπτόμενοι· μαντεύονται δὲ ἐπὶ τῶν προγόνων φοιτέοντες τὰ σήματα, καὶ κατευξάμενοι ἐπικατακοιμῶνται· τὸ δ᾽ ἂν ἴδη ἐν τῇ, ὄψι ἐνύπνιον, τούτῳ χρᾶται. 4 πίστισι δὲ τοιῇσιδε χρέωνται· ἐκ τῆς χειρὸς διδοῖ πιεῖν καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς τοῦ ἑτέρου πίνει. ἢν δὲ μὴ ἔχωσι ὑγρὸν μηδέν, οἳ δὲ τῆς χαμᾶθεν σποδοῦ λαβόντες λείχουσι.

.

.

176

Μακέων δὲ τούτων ἐχόμενοι Γινδᾶνες εἰσί, τῶν αἱ γυναῖκες περισφύρια δερμάτων πολλὰ ἑκάστη φορέει κατὰ τοιόνδε τι, ὡς λέγεται· κατ᾽ ἄνδρα ἕκαστον μιχθέντα περισφύριον περιδέεται· ἣ δὲ ἂν πλεῖστα ἔχῃ, αὕτη ἀρίστη δέδοκται εἶναι ὡς ὑπὸ πλείστων ἀνδρῶν φιληθεῖσα

.

.

.

 


Κλειτη



Νιοβη


Κορυθος


Παρθένιος ο Νικαευς

Περί Ερωτικών Παθημάτων

Περί Κλειτης,Αισαονος,Κορυθου

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


28. Περὶ Κλείτης

(Ιστορεί ο Ευφοριων στον Απολλόδωρο, μετά ο Απολλώνιος στα Αργοναυτικά βιβλίο α') 

[28.1] Διαφορετικά ιστορείται περί Κυζίκου του Αινεου,οι μεν λέγουν πως παντρευτηκε την Λάρισα του Πιάσου,με την οποία ο πατέρας έσμιξε πριν τον γάμο και σε μάχη πέθανε. 

 άλλοι πως μόλις παντρεύτηκε την Κλειτη από παραεξηγηση συγκρουστηκε μ'αυτους που με τον Ιάσονα με την Αργώ έπλεαν.

κι όπως έπεσε νεκρος σ'ολους προκάλεσε οδυνηρό πόνο,και πιο πολύ στην Κλειτη.

βλέποντας τον ριγμένο κατω,τον αγκάλιασε και πολύ οδύρονταν,

την νύχτα ξεφεύγοντας από την προσοχή των υπηρετριων από κάποιο δέντρο κρεμάστηκε.

.

.

33. Περὶ Αἰσάονος

(Ιστορεί ο Ξανθος στα Λυδιακα και ο Νεανθης βιβλίο β' και ο Σιμμίας ο Ρόδιος)

[33.1]Διαφορετικά στα πολλά ιστορούνται και τα της Νιόβης,γιατί λένε πως απ'τον Ταντάλον δεν γεννήθηκε,αλλά του Ασσαονα κόρη,και του Φιλοττου του γυναίκα.σε διαφωνία οταν ήρθε με την Λητώ ποια γέννησε πιο καλα παιδια  δέχτηκε την τιμωρία αυτή εδώ.τον Φιλοττον 

στο κυνήγι σκότωσαν,και τον Ασσαονα τον κυρίεψε πόθος για την κόρη να την παντρευτεί.   

 [33.2]επειδή δεν ενέδωσε η Νιόβη τα παιδιά σε γιορτινό τραπέζι αφού τα κάλεσε τα εκαψε.κι αυτή μετά από τέτοια συμφορά από πολύ ψηλή πέτρα ρίχτηκε,συνειδητοποιωντας τα αμαρτήματα του ο Ασσαων αυτοκτόνησε.

.

.

34. Περὶ Κορύθου

(Ιστορεί ο Ελλάνικος στα Τρωικά και ο Κεφαλων ο Γεργιθεος)

[34.1]Απο την Οινωνη και τον Αλέξανδρο παιδί γεννήθηκε ο Κόρυθος,αυτός σύμμαχος όταν ήρθε στο Ίλιον ερωτεύθηκε την Ελένη.κι εκείνη αυτόν τον δέχτηκε με μεγάλη συμπάθεια,

στην εμφάνιση ήταν υπέροχος,

ανακαλύπτοντας αυτό ο πατέρας τον σκοτωσε.

[34.2] ωστόσο ο Νίκανδρος λέει πως ο Κόρυθος όχι από την Οινωνη, αλλά από την Ελένη και τον Αλέξανδρο γεννήθηκε,

λέγοντας σ'αυτους(τους στίχους)

 

ο τάφος είναι του Κορυθου που στον Άδη κατεβηκε

κι αφου σε γάμο αρπαγμενη εξαναγκάστηκε η  Τυνδαριδα 

υποφεροντας τον κακό συνέλαβε γόνο βοσκου

.

.

.

Παρθένιος ο Νικαευς

Περί Ερωτικών Παθημάτων

Περί Κλειτης,Αισσαονος,Κορυθου


28. Περὶ Κλείτης

(Ἱστορεῖ Εὐφορίων Ἀπολλοδώρῳ, τὰ ἑξῆς Ἀπολλώνιος Ἀργοναυτικῶν α΄)

[28.1] Διαφόρως δὲ ἱστορεῖται περὶ Κυζίκου τοῦ Αἰνέου· οἱ μὲν γὰρ αὐτὸν ἔφασαν ἁρμοσάμενον Λάρισαν τὴν Πιάσου, ᾗ ὁ πατὴρ ἐμίγη πρὸ γάμου, μαχόμενον ἀποθανεῖν· τινὲς δὲ προσφάτως γήμαντα Κλείτην συμβαλεῖν δι᾿ ἄγνοιαν τοῖς μετὰ Ἰάσονος ἐπὶ τῆς Ἀργοῦς πλέουσι, καὶ οὕτως πεσόντα πᾶσι μὲν [τοῖς] ἄλλοις ἀλγεινὸν πόθον ἐμβαλεῖν, ἐξόχως δὲ τῇ Κλείτῃ· ἰδοῦσα γὰρ αὐτὸν ἐρριμμένον, περιεχύθη καὶ πολλὰ κατωδύρατο, νύκτωρ δὲ λαθοῦσα τὰς θεραπαινίδας ἀπό τινος δένδρου ἀνήρτησεν [ἑαυτήν].

.

.

33. Περὶ Αἰσάονος

(Ἱστορεῖ Ξάνθος Λυδιακοῖς καὶ Νεάνθης β΄ καὶ Σιμμίας ὁ Ῥόδιος)

[33.1] Διαφόρως δὲ τοῖς πολλοῖς ἱστορεῖται καὶ τὰ Νιόβης. οὐ γὰρ Ταντάλου φασὶν αὐτὴν γενέσθαι, ἀλλ᾿ Ἀσσάονος μὲν θυγατέρα, Φιλόττου δὲ γυναῖκα· εἰς ἔριν δὲ ἀφικομένην Λητοῖ περὶ καλλιτεκνίας ὑποσχεῖν τίσιν τοιάνδε· τὸν μὲν Φίλοττον ἐν κυνηγίᾳ διαφθαρῆναι, τὸν δὲ Ἀσσάονα τῆς θυγατρὸς πόθῳ ἐχόμενον αὐτὴν αὑτῷ γήμασθαι· [33.2] μὴ ἐνδιδούσης δὲ τῆς Νιόβης, τοὺς παῖδας αὐτῆς εἰς εὐωχίαν καλέσαντα καταπρῆσαι. καὶ τὴν μὲν διὰ ταύτην τὴν συμφορὰν ἀπὸ πέτρας ὑψηλοτάτης αὑτὴν ῥῖψαι, ἔννοιαν δὲ λαβόντα τῶν σφετέρων ἁμαρτημάτων διαχρήσασθαι τὸν Ἀσσάονα ἑαυτόν.

.

.

34. Περὶ Κορύθου

(Ἱστορεῖ Ἑλλάνικος Τρωϊκῶν * * καὶ Κεφάλων ὁ Γεργίθιος)

[34.1] Ἐκ δὲ Οἰνώνης καὶ Ἀλεξάνδρου παῖς ἐγένετο Κόρυθος. οὗτος ἐπίκουρος ἀφικόμενος εἰς Ἴλιον Ἑλένης ἠράσθη, καὶ αὐτὸν ἐκείνη μάλα φιλοφρόνως ὑπεδέχετο· ἦν δὲ τὴν ἰδέαν κράτιστος· φωράσας δὲ αὐτὸν ὁ πατὴρ ἀνεῖλεν. [34.2] Νίκανδρος μέντοι τὸν Κόρυθον οὐκ Οἰνώνης, ἀλλὰ Ἑλένης καὶ Ἀλεξάνδρου φησὶν γενέσθαι, λέγων ἐν τούτοις·


ἠρία τ᾿ εἰν Ἀίδαο κατοιχομένου Κορύθοιο,

ὅντε καὶ ἁρπακτοῖσιν ὑποδμηθεῖσ᾿ ὑμεναίοις

Τυνδαρίς, αἴν᾿ ἀχέουσα, κακὸν γόνον ἤρατο βούτεω.

.

.

.

 


Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Νικίας

-Τα Έργα του Ευριπίδη κατά την Σικελική Πανωλεθρία των Αθηναίων (29)

-Ο κουρέας του Πειραιά ,αναγγελει τη συμφορά,και η εξάρθρωση του στον τροχό

(30)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


[29]

[29.1]

απ'τους Αθηναίους οι πιο πολλοί χάθηκαν μέσα στα λατομεία απ'αρρωστεια

και ασιτεία,κάθε μέρα δύο ποτήρια παίρνοντας κριθάρι κι ένα νερό,ούτε ήταν

λίγοι αυτοί που πουλήθηκαν αφού κλάπηκαν η' και σαν δουλοι διέφυγαν κι 

αυτούς σαν δουλους πουλούσαν,στιγματίζοντας στο μέτωπο με άλογο,αλλά 

ήταν κάποιοι κι αυτό με τη δουλεια υπέμειναν.[29.2]κι αυτούς τους βοηθούσε 

και η μετριοφροσύνη κι η κοσμιότητα.γιατι η' ελευθερώνονταν γρήγορα 

η' με τιμή παρέμειναν σ'αυτους που τους είχαν αποκτήσει,μερικοί και λόγω 

του Ευριπίδη σώθηκαν.μαλιστα,όπως φαίνεται,απ'τους εκτός Έλληνες πόθησαν την μούσα του αυτοί της Σικελίας.κι απ'αυτους που έρχονταν μικρά κάθε φορά

δείγματα και προσγευματα φέρνοντας μαθαίνοντας μ'ευχαριστηση μετέδιδαν

ο ένας στους άλλους.[29.3]τότε λοιπόν λένε οι σωθεντες όταν γύρισαν στη πατρίδα συχνά αγκαλιαζαν τον Ευριπίδη πολύ φιλικά,και διηγούνταν γι'αλλους,

ότι όντας δουλοι αφέθηκαν ελεύθεροι δίδαξαντες όσα απ'τα ποιήματα εκείνου θυμόντουσαν,γι'αλλους,ότι περιπλανώμενοι μετά τη μάχη τροφή και νερό έλαβαν τα μελη τραγουδώντας.[29.4]ούτε πρέπει βέβαια να μας κάνει εντύπωση ότι 

για τους Καυνιους λένε πως όποιο  πλοίο  προσέφευγε στα λιμάνια τους

από πειρατές καταδιωκόμενο στην αρχή δεν το δέχονταν,αλλά το εμπόδιζαν,

έπειτα όταν τους ρωτούσαν αν γνωριζουν ασματα του Ευριπίδη,κι έλεγαν ναι,

τότε τους άφηναν να περάσουν και να προσαραξουν το πλοίο.


[30]

[30.1] για τους Αθηναίους λένε η συμφορά εξ αιτίας αυτού που την ανηγγειλε δεν έγινε πιστευτή.γιατι κάποιος ξένος,αφού αποβιβάστηκε στον Πειραιά και κάθισε σε κουρείο,ως να γνώριζαν ήδη οι Αθηναίοι μίλησε για τα γεγονότα,ο κουρέας όταν άκουσε,πριν άλλοι να μάθουν,έτρεξε κατευθείαν στην Αθήνα,και συναντώντας τους άρχοντες αμέσως στην αγορά μίλησε,κι έκπληξη και ταραχή,ως ήταν αναμενόμενο,προκαλεσθηκε,οι άρχοντες συνέλευση των πολιτών συγκαλωντας παρουσιασαν τον άνθρωπο,όμως καθώς ρωτήθηκε δεν έπεισε ότι  κανένα σαφές δεν είχε να πει,νομιστηκε για μυθοποιος ότι είναι και ταράζει την πόλη,στον τροχό αφού δέθηκε εξαρθρώθηκε πολύ ώρα,έως έφτασαν αυτοί που όλο το κακό,οπως είχε,ανηγγειλαν,έτσι μετά δυσκολίας ο Νικίας έγινε πιστευτός σ'αυτα που έπαθε τα οποία πολλές φορές σ'αυτους προειπε

 .

.

29]

[29.1] τῶν δ' Ἀθηναίων οἱ μὲν πλεῖστοι διεφθάρησαν ἐν ταῖς λατομίαις ὑπὸ νόσου καὶ διαίτης πονηρᾶς, εἰς ἡμέραν ἑκάστην κοτύλας δύο κριθῶν λαμβάνοντες καὶ μίαν ὕδατος, οὐκ ὀλίγοι δ' ἐπράθησαν διακλαπέντες ἢ καὶ διαλαθόντες ὡς οἰκέται. καὶ τούτους ὡς οἰκέτας ἐπώλουν, στίζοντες ἵππον εἰς τὸ μέτωπον· ἀλλ' ἦσαν οἱ καὶ τοῦτο πρὸς τῷ δουλεύειν ὑπομένοντες. [29.2] ἐβοήθει δὲ καὶ τούτοις ἥ τ' αἰδὼς καὶ τὸ κόσμιον· ἢ γὰρ ἠλευθεροῦντο ταχέως ἢ τιμώμενοι παρέμενον τοῖς κεκτημένοις. ἔνιοι δὲ καὶ δι' Εὐριπίδην ἐσώθησαν. μάλιστα γάρ, ὡς ἔοικε, τῶν ἐκτὸς Ἑλλήνων ἐπόθησαν αὐτοῦ τὴν μοῦσαν οἱ περὶ Σικελίαν· καὶ μικρὰ τῶν ἀφικνουμένων ἑκάστοτε δείγματα καὶ γεύματα κομιζόντων ἐκμανθάνοντες ἀγαπητῶς μετεδίδοσαν ἀλλήλοις. [29.3] τότε γοῦν φασι τῶν σωθέντων οἴκαδε συχνοὺς ἀσπάσασθαι τὸν Εὐριπίδην φιλοφρόνως, καὶ διηγεῖσθαι τοὺς μέν, ὅτι δουλεύοντες ἀφείθησαν ἐκδιδάξαντες ὅσα τῶν ἐκείνου ποιημάτων ἐμέμνηντο, τοὺς δ', ὅτι πλανώμενοι μετὰ τὴν μάχην τροφῆς καὶ ὕδατος μετέλαβον τῶν μελῶν ᾄσαντες. οὐ δεῖ δὴ θαυμάζειν ὅτι τοὺς Καυνίους φασὶ πλοίου προσφερομένου τοῖς λιμέσιν ὑπὸ λῃστρίδων διωκομένου μὴ δέχεσθαι τὸ πρῶτον, ἀλλ' ἀπείργειν, εἶτα μέντοι διαπυνθανομένους εἰ γινώσκουσιν ᾄσματα τῶν Εὐριπίδου, φησάντων ἐκείνων, οὕτω παρεῖναι καὶ καταγαγεῖν τὸ πλοῖον.


[30]

[30.1] Ἀθηναίοις δέ φασι τὴν συμφορὰν οὐχ ἥκιστα διὰ τὸν ἄγγελον ἄπιστον γενέσθαι. ξένος γάρ τις, ὡς ἔοικεν, ἀποβὰς εἰς Πειραιᾶ καὶ καθίσας ἐπὶ κουρεῖον, ὡς ἐγνωκότων ἤδη τῶν Ἀθηναίων λόγους ἐποιεῖτο περὶ τῶν γεγονότων. ὁ δὲ κουρεὺς ἀκούσας, πρὶν ἄλλους πυνθάνεσθαι, δρόμῳ συντείνας εἰς τὸ ἄστυ καὶ προσβαλὼν τοῖς ἄρχουσιν εὐθὺς κατ' ἀγορὰν ἐνέβαλε τὸν λόγον. ἐκπλήξεως δὲ καὶ ταραχῆς, [30.2] ὡς εἰκός, γενομένης, οἱ μὲν ἄρχοντες ἐκκλησίαν συναγαγόντες εἰσήγαγον τὸν ἄνθρωπον· ὡς δ' ἐρωτώμενος παρ' οὗ πύθοιτο σαφὲς οὐδὲν εἶχε φράζειν, δόξας λογοποιὸς εἶναι καὶ ταράττειν τὴν πόλιν, εἰς τὸν τροχὸν καταδεθεὶς ἐστρεβλοῦτο πολὺν χρόνον, ἕως ἐπῆλθον οἱ τὸ πᾶν κακόν, ὡς εἶχεν, ἀπαγγέλλοντες. οὕτω μόλις ὁ Νικίας ἐπιστεύθη παθὼν ἃ πολλάκις αὐτοῖς προεῖπεν.

.

.

.



Λουκιανός Σαμοσατευς - Εταιρικοί Διάλογοι-

Κοχλίς και Παρθενίς

Κοχλιδα και Παρθενία

-μεταφραση ιδιολεκτη χ ν.κουβελης c.n.couvelis

 

(Ένας καψουροκαυγας)


Κοχλίδα

γιατί Παρθενια μου είσαι δακρυσμένη;από που φέρνεις τους αυλούς

σπασμενους;


Παρθενία

 ο στρατιώτης ο Αιτωλός ο ψηλεας που'ναι καψουρης με την Κροκαλη

 μ'έδειρε όταν με βρήκε να παίζω αυλό στη Κροκαλη μισθωμένη απ'τον αντεραστη του τον Γοργο και τους αυλούς μου'σπασε και το τραπέζι που 

τρώγαν τ'αναπιδογυρισε καιμτον κρατηρα έσπασε και χύθηκε το κρασί,

κι εκείνο τον αγρότη τον Γοργό απ'το συμποσιο τον άρπαξαν απ'τα μαλλιά ξεριζοντας τα και τον χτυπούσαν απ'ολες τις μεριές κι αυτός κι ένας στρατιώτης,Δεινομαχο,νομίζω τον λένε,κι ένας άλλος στρατιώτης.

δεν ξέρω αν ζει ο άνθρωπος,Κοχλίδα,γιατίαπ'τη μύτη χύθηκε πολύ αίμα 

κι όλο το πρόσωπο του φούσκωσε και μελανιασε


Κοχλίδα

τρελλαθηκε ο άνθρωπος η απ'τό μεθύσι και πιαστηκαν;


Παρθενία

ζήλια,Κοχλίδα,κι έρωτας καψούρα,η Κροκαλη,αν δεν κάνω λάθος,ζήτησε

δύο τάλαντα,αν θέλει μόνος του να την έχει,κι επειδή δεν της τα δινε,

τον έκανε πέρα και δεν τ'ανοιγε τη πόρτα,και τα'φκιαξε με τον Γοργο

απ'την Οινόη ένα αγρότη πλούσιο που ηταν από παλιά καψουρα μαζί της,

εντάξει ανθρωπος έπινε μ'αυτον και με πλήρωσε να τους παίξω αυλό.

πέρασε η ώρα πίνοντας ,εγώ έπαιζα έναν Λυδικό σκοπό κι ο αγρότης

σηκώθηκε και χόρευε,η Κροταλη του χτυπούσε παλαμάκια κι ήταν

όλα εύθυμα.τοτε ακούστηκαν χτυπήματα και φασαρία,η αυλοπορτα 

σειονταν και μετά από λίγο όρμησαν μέσα οκτώ νεαροί πολύ σωματωδεις

κι ο παλιό Μεγαρίτης μ'αυτους.αμεσως τα πάντα αναποδογύρισαν κι ο

Γοργος,όπως ειπα,χτυπιονταν και πατιονταν κάτω στο πατωμα,η Κροκαλη 

δεν ξέρω πως ξέφυγε και πήγε να κρυφτεί στη γειτόνισσα την Θεσπιαδα,

εμένα ο Δεινομαχος με χαστούκισε,Τσακίσου,μου'πε,εσπασε τους αυλούς και 

μου τους πέταξε.και τώρα τρέχω να τα πω στον αφέντη του σπιτιού,φεύγει 

κι ο αγρότης να δει φίλους του  στη πόλη, να παραδώσουν στους δικαστές 

τον Μεγαρίτη.


Κοχλίδα

αυτά είναι οι απολαύσεις απ'τους στρατιωτικούς έρωτες,ξύλο και δικές.

κατα τ'αλλα λενε πως είναι ταξίαρχοι και στρατηγοί,αν κάτι είναι να δώσουν,

Περίμενε,λένε,να πάρω τη σύνταξη και θα τα'χεις όλα.ειναι εγωιστές

γι'αυτό το ριχνουν στη βία,εγώ βέβαια δεν τους πάω καθόλου.ας μου τύχει ψαράς η' ναυτάκι η' αγροτοπαιδο το ίδιο να φλερτάρει,να ξέρει λίγα και να κουβαλάει πολλά.αυτοι που κουνάνε τα λοφια και κοκκορευονται για μάχες,

κουφαλες, Παρθενία μου

.

.

Λουκιανός Σαμοσατευς

Εταιρικοί Διάλογοι/Κοχλίς και Παρθενίς


Luciani Samosatensis Opera. Lucian. Karl Jacobitz. in aedibus B. G. Teubneri. Leipzig, 1896.


Κοχλίς

[1] τί δακρύεις, ὦ Παρθενί, ἢ πόθεν κατεαγότας τοὺς αὐλοὺς φέρεις;


Παρθενίς

ὁ στρατιώτης ὁ Αἰτωλὸς ὁ μέγας ὁ Κροκάλης ἐρῶν ἐρράπισέ με αὐλοῦσαν εὑρὼν παρὰ τῇ Κροκάλῃ ὑπὸ τοῦ ἀντεραστοῦ αὐτοῦ Γόργου μεμισθωμένην καὶ τούς τε αὐλούς μου συνέτριψε καὶ τὴν τράπεζαν μεταξὺ δειπνούντων ἀνέτρεψε καὶ τὸν κρατῆρα ἐξέχεεν ἐπεισπαίσας· καὶ τὸν μὲν ἀγροῖκον ἐκεῖνον τὸν Γόργον ἀπὸ τοῦ συμποσίου κατασπάσας τῶν τριχῶν ἔπαιον περιστάντες [p. 270] αὐτός τε ὁ στρατιώτης —Δεινόμαχος, οἶμαι, καλεῖται— καὶ ὁ συστρατιώτης αὐτοῦ· ὥστε οὐκ οἶδα εἰ βιώσεται ὁ ἄνθρωπος, ὦ Κοχλί· αἷμά τε γὰρ ἐρρύη πολὺ ἀπὸ [p. 323] τῶν ῥινῶν καὶ τὸ πρόσωπον ὅλον ἐξῴδηκεν αὐτοῦ καὶ πελιδνόν ἐστιν.


Κοχλίς

[2] ἐμάνη ὁ ἄνθρωπος ἢ μέθη τις ἦν καὶ παροινία τὸ πρᾶγμα;


Παρθενίς

ζηλοτυπία τις, ὦ Κοχλί, καὶ ἔρως ἔκτοπος· ἡ Κροκάλη δέ, οἶμαι, δύο τάλαντα αἰτήσασα, εἰ βούλεται μόνος ἔχειν αὐτήν, ἐπεὶ μὴ ἐδίδου ὁ Δεινόμαχος, ἐκεῖνον μὲν ἀπέκλεισεν ἥκοντα προσαράξασά γε αὐτῷ τὰς θύρας, ὡς ἐλέγετο, τὸν Γόργον δὲ Οἰνοέα τινά γεωργὸν εὔπορον ἐκ πολλοῦ ἐρῶντα καὶ χρηστὸν ἄνθρωπον προσιεμένη ἔπινε μετ᾽ αὐτοῦ κἀμὲ παρέλαβεν αὐλήσουσαν παρ᾽ αὐτοῖς. ἤδη δὲ προχωροῦντος τοῦ πότου ἐγὼ μὲν ὑπέκρεκόν τι τῶν Λυδίων. ὁ γεωργὸς δὲ ἤδη ἀνίστατο ὀρχησόμενος, ἡ Κροκάλη δὲ ἐκρότει, καὶ πάντα ἦν ἡδέα· ἐν τοσούτῳ δὲ κτύπος ἠκούετο καὶ βοὴ καὶ ἡ αὔλειος ἠράσσετο, καὶ μετὰ μικρὸν ἐπεισέπαισαν ὅσον ὀκτὼ νεανίσκοι μάλα καρτεροὶ καὶ ὁ Μεγαρεὺς ἐν αὐτοῖς. εὐθὺς οὖν ἀνετέτραπτο πάντα καὶ ὁ Γόργος, ὥσπερ ἔφην, ἐπαίετο καὶ ἐπατεῖτο χαμαὶ κείμενος· ἡ Κροκάλη δὲ οὐκ οἶδ᾽ ὅπως ἔφθη ὑπεκφυγοῦσα παρὰ τὴν γείτονα Θεσπιάδα· [p. 324] ἐμὲ δὲ ῥαπίσας ὁ Δεινόμαχος, Ἐκφθείρου, φησί, κατεαγότας μοι τοὺς αὐλοὺς προσρίψας. καὶ νῦν ἀποτρέχω φράσουσα ταῦτα τῷ δεσπότῃ· ἀπέρχεται δὲ καὶ ὁ γεωργὸς ὀψόμενός τινας φίλους τῶν ἀστικῶν, οἳ παραδώσουσι τοῖς πρυτανεῦσι τὸν Μεγαρέα.


Κοχλίς

[3] ταῦτ᾽ ἐστὶν ἀπολαῦσαι τῶν στρατιωτικῶν τούτων ἐρώτων, πληγὰς καὶ δίκας· τὰ δὲ ἄλλα ἡγεμόνες εἶναι καὶ χιλίαρχοι λέγοντες, ἤν τι δοῦναι δέῃ, Περίμεινον, φασί, τὴν σύνταξιν, ὁπόταν απολάβω τὴν [p. 271] μισθοφοράν, καὶ ποιήσω πάντα. ἐπιτριβεῖεν δ᾽ οὖν ἀλαζόνες ὄντες· ἔγω γ᾽ οὖν εὖ ποιῶ μὴ προσιεμένη αὐτοὺς τὸ παράπαν. ἁλιεύς τις ἐμοὶ γένοιτο ἢ ναύτης ἢ γεωργὸς ἰσότιμος κολακεύειν εἰδὼς μικρὰ καὶ κομίζων πολλά, οἱ [p. 325] δὲ τοὺς λόφους ἐπισείοντες οὗτοι καὶ τὰς μάχας διηγούμενοι, ψόφοι, ὦ Παρθενί.

.

.

.




Αριστοφάνης,Ιππής,(424 π.Χ ,α' βραβείο,και πρώτη κωμωδία με το όνομα του)

4 αποσπασματα-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΝΙΚΙΑΣ

το πιο καλό λοιπόν στα παροντα

για μας είναι να καταφυγουμε στων θεών τις ξύλινες εικονες


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

'ποιες ξύλινες εικονες;' αλήθεια πιστεύεις στους θεούς;


ΝΙΚΙΑΣ

εγώ βεβαια


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

κι από που το συμπεραίνεις; 40


ΝΙΚΙΑΣ

ότι δεν με υπολογίζουν,δεν είναι έτσι;


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

μ'επεισες για τα καλά.

.

.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

γιατί η δημαγωγία δεν θέλει εκλεπτυσμένο ανθρωπο

ούτε να'χει αρετη στους τροπους

αλλά αμορφωτο και σιχαμερό

.

.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

και τι αλήθεια λέει ο χρησμός;


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

πολύ καλά,μα τους θεούς,

με τέχνη και σοφά αινιγματικά.

 

αλλ'οποτε αρπάξει δερμάτινος αητός γαμψονυχης

στο ραμφος φιδι τρανό πανούργο αιματοποτη

τότε των Παφλαγονων χάθηκε η σκορδαλοαλμυρα

και στους πατσατζηδες ο Θεός μεγάλη δόξα δωριζει

αν μάλλιστα αλλαντικά να μην πωλούν δεχτουνε


Σημείωση:

(βυρσαητος ο βυρσοδέψης δημαγωγός Κλέωνας,

φίδι μακρύ δράκος το αλλαντικό)

.

.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

τα λόγια μου καλαρεσουν,όμως απορώ πως

το δήμο τέτοιος που'μαι θα κυβερναω


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

πανευκολη δουλειά.αυτα ίδια όπως τα κάνεις καν'τα.

ανακάτεψε και σαλαμισε μαζί τα πράγματα

όλα,και τον δήμο συνέχεια φέρνε με το μέρος σου

γλυκαινοντας με λόγια μαγειρεμενα.

κι έχεις συν τ'αλλα τα δημαγωγικα

λέγειν να διαφθειρεις,απ' αθλια γενια,ξύπνιος της αγοράς είσαι.

έχεις όλα όσα χρειάζονται για να πολιτευτείς.

.

.

ΝΙΚΙΑΣ

κράτιστα τοίνυν τῶν παρόντων ἐστὶ νῷν,

θεῶν ἰόντε προσπεσεῖν του πρὸς βρέτας.


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

"ποῖον βρέτας;" ἐτεὸν ἡγεῖ γὰρ θεούς;


ΝΙΚΙΑΣ

ἔγωγε.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

ποίῳ χρώμενος τεκμηρίῳ;40


ΝΙΚΙΑΣ

ὁτιὴ θεοῖσιν ἐχθρός εἰμ'. οὐκ εἰκότως;


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

εὖ προσβιβάζεις μ'. 

.

.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ


ἡ δημαγωγία γὰρ οὐ πρὸς μουσικοῦ

ἔτ' ἐστὶν ἀνδρὸς οὐδὲ χρηστοῦ τοὺς τρόπους,

ἀλλ' εἰς ἀμαθῆ βδελυρόν

.

.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

πῶς δῆτά φησ' ὁ χρησμός;


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

εὖ νὴ τοὺς θεοὺς

καὶ ποικίλως πως καὶ σοφῶς ᾐνιγμένος·

ἀλλ' ὁπόταν μάρψῃ βυρσαίετος ἀγκυλοχήλης

γαμφηλῇσι δράκοντα κοάλεμον αἱματοπώτην,

δὴ τότε Παφλαγόνων μὲν ἀπόλλυται ἡ σκοροδάλμη,

κοιλιοπώλῃσιν δὲ θεὸς μέγα κῦδος ὀπάζει,

αἴ κεν μὴ πωλεῖν ἀλλᾶντας μᾶλλον ἕλωνται

.

.

ΑΛΛΑΝΤΟΠΩΛΗΣ

τὰ μὲν λόγι' αἰκάλλει με· θαυμάζω δ' ὅπως

τὸν δῆμον οἷός τ' ἐπιτροπεύειν εἴμ' ἐγώ.


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

φαυλότατον ἔργον· ταῦθ' ἅπερ ποιεῖς ποίει·

τάραττε καὶ χόρδευ' ὁμοῦ τὰ πράγματα

ἅπαντα, καὶ τὸν δῆμον ἀεὶ προσποιοῦ

ὑπογλυκαίνων ῥηματίοις μαγειρικοῖς.

τὰ δ' ἄλλα σοι πρόσεστι δημαγωγικά,

φωνὴ μιαρά, γέγονας κακῶς, ἀγοραῖος εἶ·

ἔχεις ἅπαντα πρὸς πολιτείαν ἃ δεῖ

.

.

.


Παρθένιος Νικαευς,Περί Ερωτικων Παθηματων

-27.Περι Αλκινοης

-μεταφραση  χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


27. Περὶ Ἀλκινόης

( Ιστορεί η Μοιρώ στις Αραις)

[27.1]Λένε και η Αλκινοη,του Πολυβου του Κορινθιου η κόρη,γυναίκα του Αμφιλοχου του Δρυαντα,από την οργή της Αθήνας τρελάθηκε με έναν ξένο από την Σάμο,με το όνομα Ξανθος [27.2]γιατί πήρε με μισθό  μια υφάντρα γυναίκα την Νικανδρη κι αφού εργάστηκε ένα χρόνο ύστερα από το σπίτι έδιωξε,χωρίς ολόκληρο το μισθό να δωσει.αυτη την καταραστηκε στην Αθήνα να την τιμωρήσει για την άδικη

κατακράτηση.ετσι σε τέτοια κατάσταση ήρθε ώστε παράτησε και το σπίτι και τα παιδιά που είχε γεννήσει,κι έφυγε με πλοίο  μαζί με τον Ξανθο.[27.3] στη μέση της θάλασσας κατάλαβε τι έγινε,κι αμέσως πολλα δάκρυα έχυσε και φώναζε ποτε τον άντρα και τα παιδιά.στο τέλος αν κι ο Ξανθος πολλά έλεγε να την παρηγορήσει και την διαβεβαίωνε γυναίκα πως θα πάρει,δεν πείστηκε και ρίχτηκε στη θάλασσα να πνιγει

.

.

27. Περὶ Ἀλκινόης

(Ἱστορεῖ Μοιρὼ ἐν ταῖς Ἀραῖς)

[27.1] Ἔχει δὲ λόγος καὶ Ἀλκινόην, τὴν Πολύβου μὲν τοῦ Κορινθίου θυγατέρα, γυναῖκα δὲ Ἀμφιλόχου τοῦ Δρύαντος, κατὰ μῆνιν Ἀθηνᾶς ἐπιμανῆναι ξένῳ Σαμίῳ· Ξάνθος αὐτῷ ὄνομα. [27.2] ἐπὶ μισθῷ γὰρ αὐτὴν ἀγαγομένην χερνῆτιν γυναῖκα Νικάνδρην καὶ ἐργασαμένην ἐνιαυτὸν ὕστερον ἐκ τῶν οἰκίων ἐλάσαι, μὴ ἐντελῆ τὸν μισθὸν ἀποδοῦσαν· τὴν δὲ ἀράσασθαι πολλὰ Ἀθηνᾷ τίσασθαι αὐτὴν ἀντ᾿ ἀδίκου στερήσεως· ὅθεν εἰς τοσοῦτον ἐλθεῖν, ὥστε ἀπολιπεῖν οἶκόν τε καὶ παῖδας ἤδη γεγονότας, συνεκπλεῦσαί τε τῷ Ξάνθῳ· [27.3] γενομένην δὲ κατὰ μέσον πόρον ἔννοιαν λαβεῖν τῶν εἰργασμένων, καὶ αὐτίκα πολλά τε δάκρυα προΐεσθαι καὶ ἀνακαλεῖν ὁτὲ μὲν ἄνδρα κουρίδιον, ὁτὲ δὲ τοὺς παῖδας· τέλος δὲ πολλὰ τοῦ Ξάνθου παρηγοροῦντος καὶ φαμένου γυναῖκα ἕξειν, μὴ πειθομένην ῥῖψαι ἑαυτὴν εἰς θάλασσαν.

.

.

.


Παρθένιος Νικαευς, Περί Ερωτικων Παθηματων,20.Περι Αιρούς

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


20. Περὶ Αἰροῦς

[20.1] Λένε και από τον Οινοπιωνα και την νύμφη Ελίκη κόρη η Αιρω γεννηθηκε.αυτη ο Ωρίωνας του Υγρέα αφού την ερωτεύτηκε  ζήτησε απο αυτον

τη κόρη,και για αυτή και το νησί απάλλαξε τότε από τα άγρια θηρία που ήταν γεμισμένο,και λάφυρα πολλά γυρνώντας στους γείτονες προίκα της  εδινε.

[20.2]όμως ο Οινοπιωνας κάθε φορα μετεθετε  τον γάμο γιατί 

δεν του άρεσε τέτοιον γαμπρό 

να κάνει.κι όταν απο το μεθύσι βγαίνοντας εκτός εαυτού ο Ωρίωνας έσπασε το θάλαμο,όπου η κοπέλα κοιμονταν και να τη βιάσει ήθελε τότε του έκαψε τα μάτια

ο Οινοπιωνας

.

.

20. Περὶ Αἰροῦς

[20.1] Λέγεται δὲ καὶ Οἰνοπίωνος καὶ Νύμφης Ἑλίκης Αἱρὼ κόρην γενέσθαι· ταύτης δὲ Ὠρίωνα τὸν Ὑριέως ἐρασθέντα παρ᾿ αὐτοῦ παραιτεῖσθαι τὴν κόρην, καὶ διὰ ταύτην τήν τε νῆσον ἐξημερῶσαι τότε θηρίων ἀνάπλεων οὖσαν, λείαν τε πολλὴν περιελαύνοντα τῶν προσχώρων ἕδνα διδόναι. [20.2] τοῦ μέντοι Οἰνοπίωνος ἑκάστοτε ὑπερτιθεμένου τὸν γάμον διὰ τὸ ἀποστυγεῖν αὐτῷ γαμβρὸν τοιοῦτον γενέσθαι, ὑπὸ μέθης ἔκφρονα γενόμενον τὸν Ὠρίωνα κατᾶξαι τὸν θάλαμον, ἔνθα ἡ παῖς ἐκοιμᾶτο, καὶ βιαζόμενον ἐκκαῆναι τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπὸ τοῦ Οἰνοπίωνος

.

.

.

 


Ευριπίδης,Φοινισσαι,(411-408 π.Χ),Προοίμιον,Μονόλογος-Εισαγωγη.Ιοκαστης

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ιοκάστη

Ήλιε που διαβαίνεις μέσα απ'τ'ουρανου 

τ'αστερια,πάνω σ'αμαξα χρυσή 

και  φωτιάς φλόγες  μ'αλογα γρήγορα,τι καταστροφής ακτίδα

πάνω στη Θήβα εστειλες,

απ'τη μέρα π'άφησε Καδμος της Φοινίκης τη χώρα πλάι στη θάλασσα 

κι έφτασε σ'αυτη τη γη.

Εδώ τότε την Αρμονια παντρεύτηκε,της Κυπριδας την κορη,

και τον Πολυδωρο  απέκτησε, απ'τον οποίο,λένε,

ο Λαβδακος γεννήθηκε κι απ'αυτον ο Λαιος,

Όλοι ξέρουν πως του Μενοικεα  κόρη  είμαι

κι ο Κρέων αδελφός απ'την ίδια μάνα.

Με φωναζουν Ιοκάστη,γιατί έτσι ο πατέρας  μ'ονοματισε ,

και τον Λαιο παντρεύτηκα,

Και για πολύ καιρό δεν είχαμε παιδιά,

αφ'ότου παντευτηκαμε και να ρωτήσει

πήγε τον Φοιβο αν παιδιά εμείς θα'χουμε,

Τότε του'πε ο θεός,Της Θήβας βασιλιά,της ξακουστης

για τ'αλογα,να μην σπείρεις παιδιά

ενάντια στην θεών τη θέληση,

γιατί αν παιδί αποκτήσεις,αυτό θα σε σκοτώσει

κι όλο το σπίτι σου στο αίμα θα βάψει,

Όμως αυτός,μεθυσμένος μ'εσμιξε,κι απόκτησε παιδί,

κι ύστερα όταν τ'αμαρτημα του κατάλαβε

και τη προειδοποίηση των θεών,έδωσε το παιδί

στους βοσκούς να το παρατήσουν στης Ήρας 

τα λειβαδια πάνω στου Κιθαιρώνα τις κορφές,

αφού με σίδερα του τρύπησε τους αστραγάλους,

γι'αυτο  Οιδίποδα τον ονομασαν οι Ελληνες,

Κι αυτόν τον βρήκαν ιππείς του Πολυβου και σπίτι

τον έφεραν και στα χέρια τον έβαλαν της κυρας τους,

εκείνη σαν να το'χε γεννήσει το βυζαξε

και τον άντρα της έπεισε πως η μάνα του ήτανε,

 Όταν ο γιος μου άντρας έγινε,με μαύρο γενι,

είτε γιατί το υποψιάστηκε,είτε γιατί από κάποιον

άλλον το'μαθε,ξεκίνησε για του Φοίβου το ιερό,

θελωντας στ'αληθεια να μαθει

ποιοι οι γονείς του ητανε,

κι έτσι έκανε κι ο Λαιος,ο άντρας μου,ψάχνωντας

να μάθει αν το παιδί που παράτησε πέθανε,

κι οι δυο τότε συναντήθηκαν στη Φωκίδα  σ'ενα σταυροδρόμι,

και του Λαιου ο αμαξάς τον διέταξε,

Ξένε,κάνε στην άκρη ο βασιλιάς να περάσει,

όμως αυτός δεν υπάκουσε μπροστά προχώρησε,

τ'αλογα με τις οπλές τον πάτησαν κι έτρεξε αίμα απ'τα ποδια του,

Τότε,γιατί πρέπει αυτά τα κακά να πω;ο γιος έσφαξε τον πατέρα

και παιρνωντας τ'αμαξι το'δωσε στον Πολυβο,τον θετό πατέρα,

Όταν τώρα καταπίεζε η Σφίγγα και ερημωνε τη πόλη μας

μετά τ'αντρα μου το θάνατο,ο Κρέων ο αδελφός μου,

ανακοίνωσε την παντρεια μου,πως μ'αυτον θα με πάντρευε

που το αίνιγμα θα λυνε της φοβερής γυναίκας,

Και συνέβη ο γιος μου,ο Οιδίποδας,να μαντέψει της Σφίγγας το τραγουδι,

κι έγινε βασιλιάς αυτής της γης και δέχτηκε

το σκήπτρο αυτής της χώρας για έπαθλο του,

χωρίς να το ξέρει τη μάνα του παντρεύτηκε,ο δύστυχος,

κι ούτε η μάνα του ήξερε πως με τον γιο της κοιμονταν,

Και γέννησα τους δύο μου γιους,τον Ετεοκλη 

και τον ήρωα Πολυνείκη,και δύο θυγατέρες,

τη μια ο πατέρας της κάλεσε Ισμήνη,την άλλη,που πιο μεγάλη ήταν,

την ονομασα Αντιγόνη,

Τώρα όταν ο Οιδίποδας έμαθε πως παντρευτηκε τη μάνα του,

ξερίζωσε με χρυσές καρφιτσες τους βολβούς απ'τα μάτια του,

Αλλά όταν οι γιοι μου μεγάλωσαν κι είχαν γενια,έκλεισαν τον πατέρα τους 

πίσω από  σιδερενια κάγκελα,

να κρυφτεί η μοίρα του,αυτός ακόμα εδώ στο σπίτι ζει,

Και μεσ'στη πολύ τη δυστυχία του καταριέται τα παιδιά του,

αυτο το σπίτι να μοιράσουν με κοφτερό σπαθι

Τόσο αυτοί τρόμαξαν πως οι θεοί θα εκπλήρωναν την κατάρα

αν σε σύγκρουση θα έρχονταν,που έκαναν μια συμφωνία,

ο Πολυνείκης,ο νεώτερος,θ'αφηνε τη χώρα με τη θέληση του εξορισμένος,

ενώ ο Ετεοκλής θα'μενε και θα κρατούσε το σκήπτρο,

κι ότι κάθε χρόνο θ'αλλαζαν,όμως ο Ετεοκλής

αφ'οτου καθησε στης εξουσίας το θρόνο,δεν τον παρατούσε

αλλά ανάγκασε τον Πολυνείκη σ'εξορια απ'τη γη.

Έτσι ο Πολυνείκης πήγε στο Άργος και παντρεύτηκε στην οικογένεια

του Αδραστου,και μαζεύοντας πολυάριθμο στρατό απο Αργιτες

εκστρατευσε εδώ,εναντια στα τείχη των επτά πυλων

απαιτώντας το σκήπτρο του πατέρα του και μερίδιο της γης,

Τώρα,η διαμαχη τους για να τελειωσει,έχω τον έναν γιο

τον άλλον να συναντήσει πείσει,

πριν τ'αρματα αρπαξουν,κι ο αγγελιοφόρος

που'στειλα πως θα'ρθει μου'πε,

Δια,που στα λαμπρά ύψη μένεις τ'ουρανού,σώσε μας,

και συμφιλίωσε τους γιους μου,

μην επιτρέπεις πάντα ο ιδιος θνητος δυστυχισμένος να'ναι

.

.

Ἰοκάστη


ὦ τὴν ἐν ἄστροις οὐρανοῦ τέμνων ὁδὸν

καὶ χρυσοκολλήτοισιν ἐμβεβὼς δίφροις

Ἥλιε, θοαῖς ἵπποισιν εἱλίσσων φλόγα,

ὡς δυστυχῆ Θήβαισι τῇ τόθ᾽ ἡμέρᾳ

5ἀκτῖν᾽ ἐφῆκας, Κάδμος ἡνίκ᾽ ἦλθε γῆν

τήνδ᾽, ἐκλιπὼν Φοίνισσαν ἐναλίαν χθόνα:

ὃς παῖδα γήμας Κύπριδος Ἁρμονίαν ποτὲ

Πολύδωρον ἐξέφυσε, τοῦ δὲ Λάβδακον

φῦναι λέγουσιν, ἐκ δὲ τοῦδε Λάιον.

10ἐγὼ δὲ παῖς μὲν κλῄζομαι Μενοικέως,

— Κρέων τ᾽ ἀδελφὸς μητρὸς ἐκ μιᾶς ἔφυ —

καλοῦσι δ᾽ Ἰοκάστην με: τοῦτο γὰρ πατὴρ

ἔθετο. γαμεῖ δὲ Λάιός μ᾽: ἐπεὶ δ᾽ ἄπαις

ἦν χρόνια λέκτρα τἄμ᾽ ἔχων ἐν δώμασιν,

15ἐλθὼν ἐρωτᾷ Φοῖβον ἐξαιτεῖ θ᾽ ἅμα

παίδων ἐς οἴκους ἀρσένων κοινωνίαν.

ὃ δ᾽ εἶπεν: ὦ Θήβαισιν εὐίπποις ἄναξ,

μὴ σπεῖρε τέκνων ἄλοκα δαιμόνων βίᾳ:

εἰ γὰρ τεκνώσεις παῖδ᾽, ἀποκτενεῖ σ᾽ ὁ φύς,

20καὶ πᾶς σὸς οἶκος βήσεται δι᾽ αἵματος.

ὃ δ᾽ ἡδονῇ δοὺς ἔς τε βακχείαν πεσὼν

ἔσπειρεν ἡμῖν παῖδα: καὶ σπείρας, † βρέφος †

γνοὺς τἀμπλάκημα τοῦ θεοῦ τε τὴν φάτιν,

λειμῶν᾽ ἐς Ἥρας καὶ Κιθαιρῶνος λέπας

25δίδωσι βουκόλοισιν ἐκθεῖναι βρέφος,

σφυρῶν σιδηρᾶ κέντρα διαπείρας μέσον:

ὅθεν νιν Ἑλλὰς ὠνόμαζεν Οἰδίπουν.

Πολύβου δέ νιν λαβόντες ἱπποβουκόλοι

φέρουσ᾽ ἐς οἴκους ἔς τε δεσποίνης χέρας

30ἔθηκαν. ἣ δὲ τὸν ἐμὸν ὠδίνων πόνον

μαστοῖς ὑφεῖτο καὶ πόσιν πείθει τεκεῖν.

ἤδη δὲ πυρσαῖς γένυσιν ἐξανδρούμενος

παῖς οὑμὸς ἢ γνοὺς ἤ τινος μαθὼν πάρα

ἔστειχε τοὺς φύσαντας ἐκμαθεῖν θέλων

35πρὸς δῶμα Φοίβου, Λάιός θ᾽, οὑμὸς πόσις,

τὸν ἐκτεθέντα παῖδα μαστεύων μαθεῖν

εἰ μηκέτ᾽ εἴη. καὶ ξυνάπτετον πόδα

ἐς ταὐτὸν ἄμφω Φωκίδος σχιστῆς ὁδοῦ.

καί νιν κελεύει Λαΐου τροχηλάτης:

40ὦ ξένε, τυράννοις ἐκποδὼν μεθίστασο.

ὃ δ᾽ εἷρπ᾽ ἄναυδος, μέγα φρονῶν. πῶλοι δέ νιν

χηλαῖς τένοντας ἐξεφοίνισσον ποδῶν.

ὅθεν — τί τἀκτὸς τῶν κακῶν με δεῖ λέγειν; —

παῖς πατέρα καίνει καὶ λαβὼν ὀχήματα

45Πολύβῳ τροφεῖ δίδωσιν. ὡς δ᾽ ἐπεζάρει

Σφὶγξ ἁρπαγαῖσι πόλιν ἐμός τ᾽ οὐκ ἦν πόσις,

Κρέων ἀδελφὸς τἀμὰ κηρύσσει λέχη,

ὅστις σοφῆς αἴνιγμα παρθένου μάθοι,

τούτῳ ξυνάψειν λέκτρα. τυγχάνει δέ πως

50μούσας ἐμὸς παῖς Οἰδίπους Σφιγγὸς μαθών:

ὅθεν τύραννος τῆσδε γῆς καθίσταται

καὶ σκῆπτρ᾽ ἔπαθλα τῆσδε λαμβάνει χθονός.

γαμεῖ δὲ τὴν τεκοῦσαν οὐκ εἰδὼς τάλας

οὐδ᾽ ἡ τεκοῦσα παιδὶ συγκοιμωμένη.

55τίκτω δὲ παῖδας παιδὶ δύο μὲν ἄρσενας,

Ἐτεοκλέα κλεινήν τε Πολυνείκους βίαν,

κόρας τε δισσάς: τὴν μὲν Ἰσμήνην πατὴρ

ὠνόμασε, τὴν δὲ πρόσθεν Ἀντιγόνην ἐγώ.

μαθὼν δὲ τἀμὰ λέκτρα μητρῴων γάμων

60ὁ πάντ᾽ ἀνατλὰς Οἰδίπους παθήματα

ἐς ὄμμαθ᾽ αὑτοῦ δεινὸν ἐμβάλλει φόνον,

χρυσηλάτοις πόρπαισιν αἱμάξας κόρας.

ἐπεὶ δὲ τέκνων γένυς ἐμῶν σκιάζεται,

κλῄθροις ἔκρυψαν πατέρ᾽, ἵν᾽ ἀμνήμων τύχη

65γένοιτο πολλῶν δεομένη σοφισμάτων:

ζῶν δ᾽ ἔστ᾽ ἐν οἴκοις. πρὸς δὲ τῆς τύχης νοσῶν

ἀρὰς ἀρᾶται παισὶν ἀνοσιωτάτας,

θηκτῷ σιδήρῳ δῶμα διαλαχεῖν τόδε.

τὼ δ᾽ ἐς φόβον πεσόντε, μὴ τελεσφόρους

70εὐχὰς θεοὶ κραίνωσιν οἰκούντων ὁμοῦ,

ξυμβάντ᾽ ἔταξαν τὸν νεώτερον πάρος

φεύγειν ἑκόντα τήνδε Πολυνείκη χθόνα,

Ἐτεοκλέα δὲ σκῆπτρ᾽ ἔχειν μένοντα γῆς,

ἐνιαυτὸν ἀλλάσσοντε. ἐπεὶ δ᾽ ἐπὶ ζυγοῖς

75καθέζετ᾽ ἀρχῆς, οὐ μεθίσταται θρόνων,

φυγάδα δ᾽ ἀπωθεῖ τῆσδε Πολυνείκη χθονός.

ὃ δ᾽ Ἄργος ἐλθών, κῆδος Ἀδράστου λαβών,

πολλὴν ἀθροίσας ἀσπίδ᾽ Ἀργείων ἄγει:

ἐπ᾽ αὐτὰ δ᾽ ἐλθὼν ἑπτάπυλα τείχη τάδε,

80πατρῷ᾽ ἀπαιτεῖ σκῆπτρα καὶ μέρη χθονός.

ἐγὼ δ᾽ ἔριν λύουσ᾽ ὑπόσπονδον μολεῖν

ἔπεισα παιδὶ παῖδα πρὶν ψαῦσαι δορός.

ἥξειν δ᾽ ὁ πεμφθείς φησιν αὐτὸν ἄγγελος.

ἀλλ᾽, ὦ φαεννὰς οὐρανοῦ ναίων πτυχὰς

85Ζεῦ, σῶσον ἡμᾶς, δὸς δὲ σύμβασιν τέκνοις.

χρὴ δ᾽, εἰ σοφὸς πέφυκας, οὐκ ἐᾶν βροτὸν

τὸν αὐτὸν αἰεὶ δυστυχῆ καθεστάναι.

.

.

.


ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, Φοίνισσαι 469-496,ο λόγος του Πολυνεικη,

ο αντίλογος του Ετεοκλή,499-525 και ό συνθετικός λόγος της Ιοκάστης

(528-585)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΠΟΛΥΝΕΙΚΗΣ

απ'τη φύσει του απλό ο λόγος της αλήθειας

δίχως τα διπλά τεχνασματα 470 

καιριος  είναι,ο άδικος νοσεί σ'αυτο

και φάρμακα χρειάζεται σοφά

εγώ έχοντας στο νου το σπίτι του πατερα

και το δικό μου κι αυτού,για να ξεφύγω

απ'τις κατάρες που ο Οιδίποδας ξεστόμισε 475

για μας τοτε,εκούσια εξορίσθηκα απ'αυτη τη γη

δίνοντας σ'αυτόν τη βασιλεία της πατρίδας

για ένα χρόνο ώστε να άρχει και με τη σειρά

να λάβω,για να μην έρθει έχθρα γι'αυτο και φθονος

και κάτι κακό πράξω και παθω,οπως γίνεται 480

ενώ όμως μ'αυτα συναινεσε μ'ορκους,στους θεούς

δίνοντας,κανενα απ' όσα υποσχέθηκε δεν έπραξε,

αλλά κρατεί την εξουσία ο ίδιος και το δικό μου

μέρος του σπιτιού,και τώρα έτοιμος είμαι αν λαβω

τα δικά μου τον στρατό να διώξω απ'αυτη τη γη 485

να κατοικήσω το σπίτι μου με τη σειρά λαμβάνοντας

κι σ'αυτόν εδώ ν'αφησω το ίσο πάλι στο χρόνο του

και μήτε να πολιορκησω την πατρίδα μήτε να φερω

στους πύργους σκάλες να στήσω ν'ανεβω πανω

αυτά που αν δεν πετύχω το δίκαιο επιχειρω 490

να πράξω,μάρτυρες για αυτά εδω του θεούς καλω

πως τα πάντα πράττω για το δίκαιο δίκαια 

να αποστερουμαι την πατρίδα τόσο ανιερα

αυτά το καθένα,μητέρα,χωρίς περίπλοκα

λόγια να προσθέσω είπα ,αλλά και στους σοφούς495

και στους απλοϊκούς δικαια,όπως σ'εμενα φαίνεται

.

.

Ἐτεοκλῆς


αν σ'ολους το καλό το ίδιο φυσει σοφό συναμα

δεν θα'ταν αντιλογιας στους ανθρώπους εχθρα 500

τώρα ουτ'ομοιο κανένα ούτε ίσο στους θνητους

εκτός σαν όνομα,τέτοιο πράγμα δεν υπαρχει

γιατί τίποτα,μητέρα,αποκρύπτοντας θα πω:

στ'αστρα αν είναι θα παω στους ηλίου την ανατολη

και κάτω βαθεια απ'τη γη,αν έτσι να πράξω μπορώ505

την μέγιστη των θεών ώστε να κρατήσω Τυραννιδα

τούτο λοιπόν το αξίωμα,μητέρα,δεν προτίθεμαι

σ'αλλον να παραχωρισω παρά για μένα μάλλον να διατηρησω

γιατί σ'αντρα δεν ταιριάζει,το περισσότερο κάποιος να χάσει

και το λιγότερο να λαβει,ντροπή δε για αυτα δω νιώθω 510

με τα οπλα να'ρθει αυτος εδώ και καταστρέφοντας τη χώρα

να πετύχει αυτά που επιθυμει,γιατί στη Θήβα αυτό εδώ

θα'ταν προσβολή,αν με το φόβο της Μυκηναιας απειλής 

παρεδινα τα σκήπτρα μου σ'αυτόν εδω να παρει,

έπρεπε αυτός όχι με τα όπλα τις συνδιαλλαγές φιλίας 515

μητέρα,να κάνει,γιατί καθετί καταφέρνει ο λόγος

αυτό που και το σίδερο των εμπολέμων μπορεί να κανει,

αλλά έναν αλλιώς αυτήν εδω τη γη θέλει να κατοικήσει,

του επιτρέπεται,εκείνο δεν θ'αφησω με τη θέληση μου

όταν μπορώ να αρχω,σ'αυτόν εδώ δούλος ποτε να γίνω; 520

γι'αυτά εμπρός φωτιά,εμπρός σπαθιά,

να ζευτουν τ'αλογα,οι τόποι να γεμίσουν απ'αρματα

αφού δεν θα παρατήσω σ'αυτον εδώ την τυραννιδα μου

γιατί εάν πραγματι χρειαστεί ν'αδικησω,χάριν της τυραννιδος

το πιο ωραίο αδίκημα,για τ'αλλα η ευσεβεια επιβάλλεται 525

.

.

Ἰοκάστη

τέκνο μου,όχι όλα στα γηρατειά τα κακα

Ετεοκλή,δεν έρχονται,αλλά η εμπειρια

έχει κάτι να πει σοφωτερο απ'τους νέους 530

γιατί στην πιο κακια των δαιμονων αφήνεσαι

Φιλοδοξία,παιδί μου,μη,άδικος είναι θεος

σε πολλά μέσα σπίτια και πόλεις ευδαίμονες

μπαίνει και βγαίνει με τον όλεθρο των προσκυνητών της

γι'αυτη ειναι που τρελάθηκες,κείνο πιο καλό,τέκνο μου,535

την ισότητα να τιμας,που φίλους πάντα με τους φίλους,

και πόλεις με τις πόλεις,και συμμάχους με τους συμμάχους,

συνδέει,γιατί το ίσο σταθερο στους ανθρώπους φύσει,

στο πιο πολύ πάντοτε αντίπαλο ανθίσταται

το λιγότερο και έτσι αρχινα της μέρας η εχθρα 540

και γιατί μέτρα στους ανθρώπους και σταθμά

η ισότητα έθεσε κι αριθμούς όρισε,

της νύχτας τ'αφεγγες βλέφαρο και του ήλιου το φως

ίσα βαδιζει τον κύκλο του χρόνου,

κανένα απ'αυτα τα δυο δεν έχει φθόνο όταν  αποσύρεται 545

αφου ο ήλιος κι η νύχτα υπακούει στους θνητούς

εσύ δεν θα δεχτείς το απιτι να'χεις ίσο 

και με αυτον εδώ να κατεχεις;και τότε που είναι το δίκαιο;

γιατι την τυραννίδα,αδικία πλεονεξίας,

τιμας υπερφυσικά και τόσο πολύ αυτή εδώ ακολουθας; 550

να θαυμάζεσε απ'τους γύρω και να τιμασε;κούφιο είναι.

η' θέλεις πολλα άγχη πολλά έχοντας στο σπίτι;

και τι το  πολυ είναι;ένα όνομα μόνο,

επειδή αυτά που αρκούν επαρκή στους σώφρονες

ούτε τα πραγματα είναι ιδιοκτησία των θνητών 555

οι θεοί τα έχουν και μεις τα φροντιζουμε

όταν τα θελήσουν  μας τα αφαιρούν πάλι,

η ευημερία δεν είναι βέβαιη,αλλά εφημερη,

έλα,να.σε ρωτώ θετωντας μπροστά δύο λόγους συναμα

ποιο απ'τα δύο να τυραννας η' την πόλη να σώσεις θέλεις,560

αγαπάς να τυραννας;αν όμως σε νικησει αυτός εδώ;

κι οι Αργιτικές λόγχες το δόρυ των Καδμειων κυριέψουν

θα δεις κατακτημένη τη πόλη της Θήβας αυτή εδώ

θα δεις πολλές αιχμαλωτισμενες κόρες

με τη βία από άντρες εχθρους διεφθαρμενες 565

γιατί οδυνηρός ο πλουτος που ζητάς να'χεις

θα γίνει στη Θήβα,φιλόδοξος είσαι εσύ,

σε σένα αυτά εδώ είπα,σε σένα δε, Πολυνεικη,λεω

αλόγιστες ο Άδραστος εύνοιες σε σένα πρόσφερε,

ασυνετα ήρθες και να κυριέψεις την πόλη σου,570

πες,αν κατακτήσεις την γη αυτή εδω-που ποτέ

να μην τυχει-για τους θεούς,τρόπαια πως θα στήσεις στον Δία;

πως πάλι θ'αρχισεις θυσιες,κυριεύοντας την πατρίδα,

και πως στα λάφυρα  θα γράψεις στις ροές του Ιναχου:

'την Θηβα πυρπολώντας αυτες εδώ ο Πολυνείκης στους θεούς 575

τις ασπίδες αφιέρωσε'.ποτε,τέκνο μου,δόξα

τέτοια σε σένα να γίνει απ'τους Ελληνες να λαβεις.

αν πάλι νικηθεις και σ'αυτα εδώ υπερισχύσει

πως στο Άργος θα πας μύριους εγκαταλειπωντας νεκρούς;

κάποιος σίγουρα θα πει:κακες μνηστείες 580

Άδραστε συμφωνησες,για το γάμο μιας νύφης

χανομαστε.για δύο κακά ανυπομονεις,τέκνο μου,

κείνους να στερηθεις και στα εδώ στη μέση ν'αποτυχεις

παρατήστε την υπερβολή,παρατήστε την,οι αλογιστιες δυο,

όταν σμιξουν,το πιο απεχθές κακο 585

.

.

Πολυνείκης


ἁπλοῦς ὁ μῦθος τῆς ἀληθείας ἔφυ,

470κοὐ ποικίλων δεῖ τἄνδιχ᾽ ἑρμηνευμάτων:

ἔχει γὰρ αὐτὰ καιρόν: ὁ δ᾽ ἄδικος λόγος

νοσῶν ἐν αὑτῷ φαρμάκων δεῖται σοφῶν.

ἐγὼ δὲ πατρὸς δωμάτων προυσκεψάμην

τοὐμόν τε καὶ τοῦδ᾽, ἐκφυγεῖν χρῄζων ἀρὰς

475ἃς Οἰδίπους ἐφθέγξατ᾽ εἰς ἡμᾶς ποτε,

ἐξῆλθον ἔξω τῆσδ᾽ ἑκὼν αὐτὸς χθονός,

δοὺς τῷδ᾽ ἀνάσσειν πατρίδος ἐνιαυτοῦ κύκλον,

ὥστ᾽ αὐτὸς ἄρχειν αὖθις ἀνὰ μέρος λαβὼν

καὶ μὴ δι᾽ ἔχθρας τῷδε καὶ φθόνου μολὼν

480κακόν τι δρᾶσαι καὶ παθεῖν, ἃ γίγνεται.

ὃ δ᾽ αἰνέσας ταῦθ᾽ ὁρκίους τε δοὺς θεούς,

ἔδρασεν οὐδὲν ὧν ὑπέσχετ᾽, ἀλλ᾽ ἔχει

τυραννίδ᾽ αὐτὸς καὶ δόμων ἐμῶν μέρος.

καὶ νῦν ἕτοιμός εἰμι τἀμαυτοῦ λαβὼν

485στρατὸν μὲν ἔξω τῆσδ᾽ ἀποστεῖλαι χθονός,

οἰκεῖν δὲ τὸν ἐμὸν οἶκον ἀνὰ μέρος λαβὼν

καὶ τῷδ᾽ ἀφεῖναι τὸν ἴσον αὖθις αὖ χρόνον,

καὶ μήτε πορθεῖν πατρίδα μήτε προσφέρειν

πύργοισι πηκτῶν κλιμάκων προσαμβάσεις,

490ἃ μὴ κυρήσας τῆς δίκης πειράσομαι

δρᾶν. μάρτυρας δὲ τῶνδε δαίμονας καλῶ,

ὡς πάντα πράσσων σὺν δίκῃ, δίκης ἄτερ

ἀποστεροῦμαι πατρίδος ἀνοσιώτατα.

ταῦτ᾽ αὔθ᾽ ἕκαστα, μῆτερ, οὐχὶ περιπλοκὰς

495λόγων ἀθροίσας εἶπον, ἀλλὰ καὶ σοφοῖς

καὶ τοῖσι φαύλοις ἔνδιχ᾽, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ.

.

.

Ἐτεοκλῆς


εἰ πᾶσι ταὐτὸν καλὸν ἔφυ σοφόν θ᾽ ἅμα,

500οὐκ ἦν ἂν ἀμφίλεκτος ἀνθρώποις ἔρις:

νῦν δ᾽ οὔθ᾽ ὅμοιον οὐδὲν οὔτ᾽ ἴσον βροτοῖς,

πλὴν ὀνόμασαι: τὸ δ᾽ ἔργον οὐκ ἔστιν τόδε.

ἐγὼ γὰρ οὐδέν, μῆτερ, ἀποκρύψας ἐρῶ:

ἄστρων ἂν ἔλθοιμ᾽ ἡλίου πρὸς ἀντολὰς

505καὶ γῆς ἔνερθεν, δυνατὸς ὢν δρᾶσαι τάδε,

τὴν θεῶν μεγίστην ὥστ᾽ ἔχειν Τυραννίδα.

τοῦτ᾽ οὖν τὸ χρηστόν, μῆτερ, οὐχὶ βούλομαι

ἄλλῳ παρεῖναι μᾶλλον ἢ σῴζειν ἐμοί:

ἀνανδρία γάρ, τὸ πλέον ὅστις ἀπολέσας

510τοὔλασσον ἔλαβε. πρὸς δὲ τοῖσδ᾽ αἰσχύνομαι,

ἐλθόντα σὺν ὅπλοις τόνδε καὶ πορθοῦντα γῆν

τυχεῖν ἃ χρῄζει: ταῖς γὰρ ἂν Θήβαις τόδε

γένοιτ᾽ ὄνειδος, εἰ Μυκηναίου δορὸς

φόβῳ παρείην σκῆπτρα τἀμὰ τῷδ᾽ ἔχειν.

515χρῆν δ᾽ αὐτὸν οὐχ ὅπλοισι τὰς διαλλαγάς,

μῆτερ, ποιεῖσθαι: πᾶν γὰρ ἐξαιρεῖ λόγος

ὃ καὶ σίδηρος πολεμίων δράσειεν ἄν.

ἀλλ᾽, εἰ μὲν ἄλλως τήνδε γῆν οἰκεῖν θέλει,

ἔξεστ᾽: ἐκεῖνο δ᾽ οὐχ ἑκὼν μεθήσομαι.

520ἄρχειν παρόν μοι, τῷδε δουλεύσω ποτέ;

πρὸς ταῦτ᾽ ἴτω μὲν πῦρ, ἴτω δὲ φάσγανα,

ζεύγνυσθε δ᾽ ἵππους, πεδία πίμπλαθ᾽ ἁρμάτων,

ὡς οὐ παρήσω τῷδ᾽ ἐμὴν τυραννίδα.

εἴπερ γὰρ ἀδικεῖν χρή, τυραννίδος πέρι

525κάλλιστον ἀδικεῖν, τἄλλα δ᾽ εὐσεβεῖν χρεών

.

.

Ἰοκάστη


ὦ τέκνον, οὐχ ἅπαντα τῷ γήρᾳ κακά,

Ἐτεόκλεες, πρόσεστιν: ἀλλ᾽ ἡμπειρία

530ἔχει τι λέξαι τῶν νέων σοφώτερον.

τί τῆς κακίστης δαιμόνων ἐφίεσαι

Φιλοτιμίας, παῖ; μὴ σύ γ᾽: ἄδικος ἡ θεός:

πολλοὺς δ᾽ ἐς οἴκους καὶ πόλεις εὐδαίμονας

ἐσῆλθε κἀξῆλθ᾽ ἐπ᾽ ὀλέθρῳ τῶν χρωμένων:

535ἐφ᾽ ᾗ σὺ μαίνῃ. κεῖνο κάλλιον, τέκνον,

Ἰσότητα τιμᾶν, ἣ φίλους ἀεὶ φίλοις

πόλεις τε πόλεσι συμμάχους τε συμμάχοις

συνδεῖ: τὸ γὰρ ἴσον μόνιμον ἀνθρώποις ἔφυ,

τῷ πλέονι δ᾽ αἰεὶ πολέμιον καθίσταται

540τοὔλασσον ἐχθρᾶς θ᾽ ἡμέρας κατάρχεται.

καὶ γὰρ μέτρ᾽ ἀνθρώποισι καὶ μέρη σταθμῶν

Ἰσότης ἔταξε κἀριθμὸν διώρισε,

νυκτός τ᾽ ἀφεγγὲς βλέφαρον ἡλίου τε φῶς

ἴσον βαδίζει τὸν ἐνιαύσιον κύκλον,

545κοὐδέτερον αὐτῶν φθόνον ἔχει νικώμενον.

εἶθ᾽ ἥλιος μὲν νύξ τε δουλεύει βροτοῖς

σὺ δ᾽ οὐκ ἀνέξῃ δωμάτων ἔχων ἴσον

καὶ τῷδε νεῖμαι; κᾆτα ποῦ 'στιν ἡ δίκη;

τί τὴν τυραννίδ᾽, ἀδικίαν εὐδαίμονα,

550τιμᾷς ὑπέρφευ καὶ μέγ᾽ ἥγησαι τόδε;

περιβλέπεσθαι τίμιον; κενὸν μὲν οὖν.

ἢ πολλὰ μοχθεῖν πόλλ᾽ ἔχων ἐν δώμασι

βούλῃ; τί δ᾽ ἔστι τὸ πλέον; ὄνομ᾽ ἔχει μόνον:

ἐπεὶ τά γ᾽ ἀρκοῦνθ᾽ ἱκανὰ τοῖς γε σώφροσιν.

555οὔτοι τὰ χρήματ᾽ ἴδια κέκτηνται βροτοί,

τὰ τῶν θεῶν δ᾽ ἔχοντες ἐπιμελούμεθα:

ὅταν δὲ χρῄζωσ᾽, αὔτ᾽ ἀφαιροῦνται πάλιν.

ὁ δ᾽ ὄλβος οὐ βέβαιος, ἀλλ᾽ ἐφήμερος.

ἄγ᾽, ἤν σ᾽ ἔρωμαι δύο λόγω προθεῖσ᾽ ἅμα,

560πότερα τυραννεῖν ἢ πόλιν σῷσαι θέλεις,

ἐρεῖς τυραννεῖν; ἢν δὲ νικήσῃ σ᾽ ὅδε;

Ἀργεῖά τ᾽ ἔγχη δόρυ τὸ Καδμείων ἕλῃ,

ὄψῃ δαμασθὲν ἄστυ Θηβαῖον τόδε,

ὄψῃ δὲ πολλὰς αἰχμαλωτίδας κόρας

565βίᾳ πρὸς ἀνδρῶν πολεμίων πορθουμένας.

ὀδυνηρὸς ἆρ᾽ ὁ πλοῦτος, ὃν ζητεῖς ἔχειν,

γενήσεται Θήβαισι, φιλότιμος δὲ σύ.

σοὶ μὲν τάδ᾽ αὐδῶ. σοὶ δέ, Πολύνεικες, λέγω:

ἀμαθεῖς Ἄδραστος χάριτας ἔς σ᾽ ἀνήψατο,

570ἀσύνετα δ᾽ ἦλθες καὶ σὺ πορθήσων πόλιν.

φέρ᾽, ἢν ἕλῃς γῆν τήνδ᾽ — ὃ μὴ τύχοι ποτέ —

πρὸς θεῶν, τρόπαια πῶς ἀναστήσεις Διί;

πῶς δ᾽ αὖ κατάρξῃ θυμάτων, ἑλὼν πάτραν,

καὶ σκῦλα γράψεις πῶς ἐπ᾽ Ἰνάχου ῥοαῖς;

575‘Θήβας πυρώσας τάσδε Πολυνείκης θεοῖς

ἀσπίδας ἔθηκε;’ μήποτ᾽, ὦ τέκνον, κλέος

τοιόνδε σοι γένοιθ᾽ ὑφ᾽ Ἑλλήνων λαβεῖν.

ἢν δ᾽ αὖ κρατηθῇς καὶ τὰ τοῦδ᾽ ὑπερδράμῃ,

πῶς Ἄργος ἥξεις μυρίους λιπὼν νεκρούς;

580ἐρεῖ δὲ δή τις: ὦ κακὰ μνηστεύματα

Ἄδραστε προσθείς, διὰ μιᾶς νύμφης γάμον

ἀπωλόμεσθα. δύο κακὼ σπεύδεις, τέκνον,

κείνων στέρεσθαι τῶνδέ τ᾽ ἐν μέσῳ πεσεῖν.

μέθετον τὸ λίαν, μέθετον: ἀμαθία δυοῖν,

585ἐς ταὔθ᾽ ὅταν μόλητον, ἔχθιστον κακόν.

.

.

.



ΠΙΝΔΑΡΟΣ

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ ΙΒ'

ΣΤΟΝ ΕΡΓΟΤΈΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΜΕΡΑ ΤΟΝ ΔΟΛΙΧΟΔΡΟΜΟ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


σε θερμοπαρακαλώ,παιδί του Ελευθεριου Δια,

να'ναι η Ιμέρα πολιτεια ισχυρή,Σωτειρα Τύχη

γιατί απο σε στη θάλασσα κυβερνιώνται τα γρήγορα

καράβια και στη ξηρά οι ορμητικοί πόλεμοι

και οι αγορές των αποφάσεων,έτσι των  ανθρώπων

πολλές φορές πάνω και μετά κάτω

από ψευδή ανώφελα αφού περασουν κυλουν οι ελπιδες

σημάδι ποτέ απ'οσους πάνω στη γη ζουν να πιστευτει

για πράξη που θα συμβεί δεν βρεθηκε απ'τους θεους

των μελλουμενων είναι τυφλωμένη η γνώση

πολλά στους ανθρώπους αντίθετα απ'τη γνώμη τους πεφτουν

αναποδογυρίζοντας την ευχαρίστηση,άλλοι δε που φοβερες

συναντησαν τρικυμίες με αίσιο τελος τις βαριές συμφορες

σε μικρό χρόνο αντάλλαξαν 

Γιέ του Φιλανορα,πράγματι κι εσυ

σαν το κοκκορι που μάχεται μέσα στο συγγενικό σπίτι

άδοξη η τιμή των ποδιών σου θα φυλλοροουσε

αν η εμφυλια εξέγερση δεν σου στερουσε την πατρίδα της Κνωσου

τώρα στην Ολυμπία εισαι στεφανωμενος

και δυο φορές στα Πύθια και στα Ίσθμια,Εργοτέλη,

εσύ τα θερμά των Νυμφών λουτρά εξυψωνεις

συντροφευοντας με τα χώματα δίπλα που κατοικεις

.

.

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΑΙΣ ΙΒ'

ΕΡΓΟΤΕΛΕΙ ΙΜΕΡΑΙΩι ΔΟΛΙΧΟΔΡΟΜΩι


λίσσομαι, παῖ Ζηνὸς Ἐλευθερίου,

Ἱμέραν εὐρυσθενέ᾽ ἀμφιπόλει, σώτειρα Τύχα.

τὶν γὰρ ἐν πόντῳ κυβερνῶνται θοαὶ

νᾶες, ἐν χέρσῳ τε λαιψηροὶ πόλεμοι

5κἀγοραὶ βουλαφόροι. αἵ γε μὲν ἀνδρῶν

πόλλ᾽ ἄνω, τὰ δ᾽ αὖ κάτω 

ψεύδη μεταμώνια τάμνοισαι κυλίνδοντ᾽ ἐλπίδες:

[10] σύμβολον δ᾽ οὔ πώ τις ἐπιχθονίων

πιστὸν ἀμφὶ πράξιος ἐσσομένας εὗρεν θεόθεν:

τῶν δὲ μελλόντων τετύφλωνται φραδαί.

10πολλὰ δ᾽ ἀνθρώποις παρὰ γνώμαν ἔπεσεν,

ἔμπαλιν μὲν τέρψιος, οἱ δ᾽ ἀνιαραῖς

ἀντικύρσαντες ζάλαις ἐσλὸν βαθὺ πήματος 

ἐν μικρῷ πεδάμειψαν χρόνῳ.

υἱὲ Φιλάνορος, ἤτοι καὶ τεά κεν,

[20] ἐνδομάχας ἅτ᾽ ἀλέκτωρ, συγγόνῳ παρ᾽ ἑστίᾳ

15ἀκλεὴς τιμὰ κατεφυλλορόησε ποδῶν,

εἰ μὴ στάσις ἀντιάνειρα Κνωσίας ἄμερσε πάτρας.

νῦν δ᾽ Ὀλυμπία στεφανωσάμενος

καὶ δὶς ἐκ Πυθῶνος Ἰσθμοῖ τ᾽, Ἐργότελες,

θερμὰ Νυμφᾶν λουτρὰ βαστάζεις, 

ὁμιλέων παρ᾽ οἰκείαις ἀρούραις

.

.


ΠΙΝΔΑΡΟΣ

ΠΥΘΙΟΝΙΚΟΣ Ζ'

ΣΤΟΝ ΑΘΗΝΑΙΟ ΜΕΓΑΚΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΙΚΗ ΣΤΟ ΤΕΘΡΙΠΠΟ


το πιο ωραίο η μεγάλη πόλη της Αθήνας 

προοίμιο στων Αλκμεωνιδων την ισχυρη γενιά 

θεμέλιο της ωδης  στων ίππων την επιτυχια

επειδη σε ποια πατρίδα,σε ποιο οίκο 

μένοντας θα μπορούσες επιφανεστερο 

στην Ελλάδα να ονομάσεις;

γιατί σ'ολες τις πόλεις λόγος γίνεται 

για του Ερεχθέα τους πολίτες,Απόλλωνα,που σε σένα 

ιερό στη θεία Πυθωνα θαυμαστο εχτισαν.

με οδηγούν οι πέντε στα Ισθμια νίκες,

η διαπρεπής μία στου Δια την Ολυμπία,

οι δυο από την Κιρρα

Μεγακλη,κι εσύ μαζι κι οι προγονοι.

για την νέα επιτυχία χαίρω καπως.

όμως θλίβομαι που ο φθόνος 

είναι η ανταμοιβη για τα καλά εργα

γιατί αληθεια λένε έτσι οτι στον άνθρωπο 

η μόνιμη ανθουσα ευδαιμονία  αυτα κι αυτα

φερνει

.

.

ΠΥΘΙΟΝΙΚΑΙΣ Ζ'

ΜΕΓΑΚΛΕΙ ΑΘΗΝΑΙΩΙ ΤΕΘΡΙΠΠΩΙ


Κάλλιστον αἱ μεγαλοπόλιες Ἀθᾶναι 

προοίμιον Ἀλκμανιδᾶν εὐρυσθενεῖ

γενεᾷ κρηπῖδ᾽ ἀοιδᾶν ἵπποισι βαλέσθαι.

ἐπεὶ τίνα πάτραν, τίνα οἶκον ναίων 

ὀνυμάξεαι ἐπιφανέστερον Ἑλλάδι πυθέσθαι;

πάσαισι γὰρ πολίεσι λόγος ὁμιλεῖ 

'Ἐρεχθέος ἀστῶν, Ἄπολλον, οἳ τεόν

δόμον Πυθῶνι δίᾳ θαητὸν ἔτευξαν.

ἄγοντι δέ με πέντε μὲν Ἰσθμοῖ νῖκαι, 

μία δ᾽ ἐκπρεπής Διὸς Ὀλυμπιάς,

δύο δ᾽ ἀπὸ Κίρρας,

ὦ Μεγάκλεες, 

ὑμαί τε καὶ προγόνων.

νέᾳ δ᾽ εὐπραγίᾳ χαίρω τι· τὸ δ᾽ ἄχνυμαι,

φθόνον ἀμειβόμενον τὰ καλὰ ἔργα. 

φαντί γε μάν

οὕτω κ᾽ ἀνδρὶ παρμονίμαν

θάλλοισαν εὐδαιμονίαν τὰ καὶ τὰ 

φέρεσθαι.

.

.

.


ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΠΕΡΣΑΙ (472 π.Χ)

(Η Ύβρη των Περσών)

-Παροδος-στιχοι 1-64- μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΠΑΡΟΔΟΣ


Χορός


εδώ είναι των Περσών που πήγαν

στης Ελλάδας την γη οι πιστοί όπως καλουνται

και των πλουσίων και πολυχρυσων 

ανακτόρων φυλακές,λόγω αξίας κι ηλικίας

αυτούς ο ίδιος ο ανακτας Ξέρξης βασιλιας

γεννα του Δαρείου διάλεξε την χώρα να εποπτευουν

επιπλέον για την επιστροφή του βασιλιά

και της πολυχρυσης στρατιάς ήδη

κακος μάντις πάρα πολύ μας ταράζει

μέσα στη καρδιά.

γιατί όλη η εξουσία Ασιατικής γέννας

έχει ερθει,και τον νέον άντρα καταριεται

κι ούτε κάποιος αγγελιοφόρος,ούτε κάποιος ιππέας

στη πόλη των Περσών φτανει.

αυτοί απ'τα Σουσα κι απ'τα Αγβατανα

και το παλαιό του Κίσσιου κάστρο

αφήνοντας πίσω έφυγαν,άλλοι πάνω σ'αλογα

άλλοι μεσ' τα καράβια,και πεζοπόροι

αποτελώντας πολεμικό στιφος

τέτοιοι όπως Αμιστρης και Αρταφρενης

και Μεγαβατης και Αστασπης

αρχηγοί Περσών,

βασιλιάδες του μεγάλου βασιλιά υποτελεις

οδηγούν,μεγάλης στρατιάς επόπτες,

και τοξότες επιδέξιοι και καββαλαρηδες

φοβεροί να τους δεις,δυνατοί στη μάχη

μ'ακλονητη της ψυχής αποφαση.

κι ο Αρτεμβαρης που στ'αλογο τ'αρεσει να μαχεται

κι ο Μασιστρης,κι ο επιδέξιος τοξότης 

γενναίος Ιμαιος,κι ο Φαρανδακης,

κι ο ηνίοχος των αλόγων  Σοσθανης.

άλλους ο μέγας και που πολλούς τρεφει

Νείλος έστειλε.τον Σουσισκανη,

τον Πηγασταγον Αιγυπτιακής γέννας,

και της ιεράς Μεμφιδας άρχοντα

μεγα Αρσαμη,και τον στις αρχαίες

Θήβες διοικητη Αριομαρδο

κι αυτοί που στα έλη μενουν καραβιών κωπηλάτες

φοβεροι πλήθος κι αναριθμητοι.

καλοθρεμενων ακολουθεί Λυδών

όχλος,και σύμπαν το στη στεριά γέννημενο

που κατέχουν έθνος,οπου ο Μητρογαθης

κι ο Αρκτεας ο ανδρειος,βασιλιάδες κυβερνητες

κι απ' τις πολυχρυσες Σάρδεις ανεβασμένοι πάνω

σε πολλά άρματα εξορμούν

και διζυγα και τριζυγα δίπλα δίπλα

φοβερά στην όψη να τα δεις.

επισης απειλούν του ιερού Τμωλου οι περίοικοι

ζυγόν  να βάλουν δουλιας στην Ελλάδα,

ο Μαρδος,ο Θαρυβης,ακαταπονητοι στη λογχη,

κι οι ακοντιστές Μυσοι.η Βαβυλώνα

η πολυχρυση ανάμεικτο όχλο 

στελνει μακροσυρτο,και καραβιων αναβατες

κι επιδέξιους να τοξοβολουν  με τόλμη

και το μαχαιροφόρο έθνος απο παντου

της Ασίας ακολουθεί

στη φοβερή του βασιλιά πορεια.

τέτοιο  άνθος της Περσικής γης

έφυγε αντρών

και γι'αυτούς όλη η Ασιατικη χωρα

που έθρεψε με καημό στενάζει φλογερο

κι οι γονείς κι οι γυναίκες καθώς μετρούν τις μέρες

με το μακρεμα του καιρού τρεμουν

.

.

ΧΟΡΟΣ

Τάδε μὲν Περσῶν τῶν οἰχομένων

Ἑλλάδ᾽ ἐς αἶαν πιστὰ καλεῖται,

καὶ τῶν ἀφνεῶν καὶ πολυχρύσων

ἑδράνων φύλακες, κατὰ πρεσβείαν

οὓς αὐτὸς ἄναξ Ξέρξης βασιλεὺς    5

Δαρειογενὴς

εἵλετο χώρας ἐφορεύειν.

ἀμφὶ δὲ νόστῳ τῷ βασιλείῳ

καὶ πολυχρύσου στρατιᾶς ἤδη

κακόμαντις ἄγαν ὀρσολοπεῖται    10

θυμὸς ἔσωθεν.

πᾶσα γὰρ ἰσχὺς Ἀσιατογενὴς

οἴχωκε, νέον δ᾽ ἄνδρα βαΰζει,

κοὔτε τις ἄγγελος οὔτε τις ἱππεὺς

ἄστυ τὸ Περσῶν ἀφικνεῖται·    15

οἵτε τὸ Σούσων ἠδ᾽ Ἀγβατάνων

καὶ τὸ παλαιὸν Κίσσιον ἕρκος

προλιπόντες ἔβαν, τοὶ μὲν ἐφ᾽ ἵππων,

τοὶ δ᾽ ἐπὶ ναῶν, πεζοί τε βάδην

πολέμου στῖφος παρέχοντες·    20

οἷος Ἀμίστρης ἠδ᾽ Ἀρταφρένης

καὶ Μεγαβάτης ἠδ᾽ Ἀστάσπης,

ταγοὶ Περσῶν,

βασιλῆς βασιλέως ὕποχοι μεγάλου,

σοῦνται, στρατιᾶς πολλῆς ἔφοροι,    25

τοξοδάμαντές τ᾽ ἠδ᾽ ἱπποβάται,

φοβεροὶ μὲν ἰδεῖν, δεινοὶ δὲ μάχην

ψυχῆς εὐτλήμονι δόξῃ·

Ἀρτεμβάρης θ᾽ ἱππιοχάρμης

καὶ Μασίστρης, ὅ τε τοξοδάμας    30

ἐσθλὸς Ἰμαῖος Φαρανδάκης θ᾽,

ἵππων τ᾽ ἐλατὴρ Σοσθάνης.

ἄλλους δ᾽ ὁ μέγας καὶ πολυθρέμμων

Νεῖλος ἔπεμψεν· Σουσισκάνης,

Πηγασταγὼν Αἰγυπτογενής,    35

ὅ τε τῆς ἱερᾶς Μέμφιδος ἄρχων

μέγας Ἀρσάμης, τάς τ᾽ ὠγυγίους

Θήβας ἐφέπων Ἀριόμαρδος,

καὶ ἑλειοβάται ναῶν ἐρέται

δεινοὶ πλῆθός τ᾽ ἀνάριθμοι.    40

ἁβροδιαίτων δ᾽ ἕπεται Λυδῶν

ὄχλος, οἵτ᾽ ἐπίπαν ἠπειρογενὲς

κατέχουσιν ἔθνος, τοὺς Μητρογαθὴς

Ἀρκτεύς τ᾽ ἀγαθός, βασιλῆς δίοποι,

χαἰ πολύχρυσοι Σάρδεις ἐπόχους    45

πολλοῖς ἅρμασιν ἐξορμῶσιν,

δίρρυμά τε καὶ τρίρρυμα τέλη,

φοβερὰν ὄψιν προσιδέσθαι.

στεῦται δ᾽ ἱεροῦ Τμώλου πελάτης

ζυγὸν ἀμφιβαλεῖν δούλιον Ἑλλάδι,    50

Μάρδων, Θάρυβις, λόγχης ἄκμονες,

καὶ ἀκοντισταὶ Μυσοί· Βαβυλὼν δ᾽

ἡ πολύχρυσος πάμμεικτον ὄχλον

πέμπει σύρδην, ναῶν τ᾽ ἐπόχους

καὶ τοξουλκῷ λήματι πιστούς·    55

τὸ μαχαιροφόρον τ᾽ ἔθνος ἐκ πάσης

Ἀσίας ἕπεται

δειναῖς βασιλέως ὑπὸ πομπαῖς.

τοιόνδ᾽ ἄνθος Περσίδος αἴας

οἴχεται ἀνδρῶν,    60

οὓς πέρι πᾶσα χθὼν Ἀσιῆτις

θρέψασα πόθῳ στένεται μαλερῷ,

τοκέης τ᾽ ἄλοχοί θ᾽ ἡμερολεγδὸν

τείνοντα χρόνον τρομέονται.

.

.

.


ΑΙΣΧΥΛΟΥ,ΠΕΡΣΑΙ (472 π.Χ)

-στιχοι 176-214-Το όνειρο της βασίλισσας Ατοσσα και ο οιωνός 

του αετού

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΑΤΟΣΣΑ


με πολλά πάντα όνειρα νυχτερινά

περνώ,αφ'οτου ο γιος μου στέλνοντας στρατό

στων Ιώνων τη γη πήγε να κυριέψει θελωντας

αλλ'ομως ποτέ τέτοιο καθαρό δεν είδα

μέχρι τη περασμενη νύχτα,αυτό και θά σου πω

σε μένα παρουσιάστηκαν δύο γυναικες καλοντυμενες

η μία με πέπλα περσικά στολισμένη

η άλλη με δωρικά,στην όψη 

και στο ανάστημα απ'τις τώρα πολύ να υπερεχουν

και στα κάλλη αψεγάδιαστες,κι αδερφές από γένος

ιδιο.πατριδα να μενουν η μία την Ελλαδα

με κλήρο έλαχε γη,η άλλη βαρβαρη

σ'αυτες κάποια διχόνοια,όπως μου φάνηκε να είδα,

υπηρχε στην μια και την άλλη.ο γιος μου μαθαινοντας την

προσπάθησε να καταπραυνει.στ'αρμα του

τις ζευει και λουριά στους λαιμους

βάζει,η μια μ'αυτη εδώ υπερηφανευονταν στολή

και στα ηνία είχε υποτακτικο το στόμα.

η άλλη σφαδαζε,και με τα χέρια το καθισμα

συντριβει,κι αρπάζοντας σέρνει βίαια

χωρίς χαλινάρια και το ζυγό σπάζει στη μεση

πέφτει ο γιος μου,κι ο πατερας εμφανιζεται

Δαρείος ευσπλαχνιζοντας τον.κι όπως τον βλεπει

ο Ξέρξης, τα πέπλα ξεσκίζει στό σωμα

κι αυτά που τη νύχτα είδα λεω

όταν σηκώθηκα και τα χέρια σε καλλιρροη

βύθισα πηγή,με θυμιάματα στο χέρι σε βωμό

μπροστά πήγα,στους δαίμονες π'αποτρεπουν τα κακα

θελωντας να θυσιάσω πελανον αλεύρι μέλι και λάδι,

που σ'αυτους αυτά σκοπευουν,τότε βλέπω αετό

να φεύγει προς την εστία του Φοίβου,

κι απ'τό φόβο χωρίς μιλιά στάθηκα,φιλοι,

αμέσως μετά γεράκι κιρκινέζι βλεπω με γοργα

φτερά πάνω του να ορμά και με τα νύχια το κεφάλι

να του μαδα,αυτό τίποτα άλλο δεν έκανε παρα ζαρώνοντας

το σώμα προσφερε.αυτα σε μένα τρομακτικά είναι να δω,

κι εσείς να ακούτε,γιατί καλά το γνωρίζεται,ο γιος μου

πετυχαινοντας θαυμαστος θα γίνει άντρας,,

αν όμως αποτύχει-δεν είναι υπολογος στη πόλη,

αν σωθεί όμοια αυτή εδώ κυβερνα γη

.

·

ΑΤΟΣΣΑ


πολλοῖς μὲν αἰεὶ νυκτέροις ὀνείρασιν

ξύνειμ᾽, ἀφ᾽ οὗπερ παῖς ἐμὸς στείλας στρατὸν

Ἰαόνων γῆν οἴχεται πέρσαι θέλων·

ἀλλ᾽ οὔτι πω τοιόνδ᾽ ἐναργὲς εἰδόμην

180ὡς τῆς πάροιθεν εὐφρόνης· λέξω δέ σοι.

ἐδοξάτην μοι δύο γυναῖκ᾽ εὐείμονε,

ἡ μὲν πέπλοισι Περσικοῖς ἠσκημένη,

ἡ δ᾽ αὖτε Δωρικοῖσιν, εἰς ὄψιν μολεῖν,

μεγέθει τε τῶν νῦν ἐκπρεπεστάτα πολύ,

185κάλλει τ᾽ ἀμώμω, καὶ κασιγνήτα γένους

ταὐτοῦ· πάτραν δ᾽ ἔναιον ἡ μὲν Ἑλλάδα

κλήρῳ λαχοῦσα γαῖαν, ἡ δὲ βάρβαρον.

τούτω στάσιν τιν᾽, ὡς ἐγὼ ᾽δόκουν ὁρᾶν,

τεύχειν ἐν ἀλλήλῃσι· παῖς δ᾽ ἐμὸς μαθὼν

190κατεῖχε κἀπράυνεν, ἅρμασιν δ᾽ ὕπο

ζεύγνυσιν αὐτὼ καὶ λέπαδν᾽ ὑπ᾽ αὐχένων

τίθησι. χἠ μὲν τῇδ᾽ ἐπυργοῦτο στολῇ

ἐν ἡνίαισί τ᾽ εἶχεν εὔαρκτον στόμα,

ἡ δ᾽ ἐσφάδᾳζε, καὶ χεροῖν ἔντη δίφρου

195διασπαράσσει, καὶ ξυναρπάζει βίᾳ

ἄνευ χαλινῶν, καὶ ζυγὸν θραύει μέσον.

πίπτει δ᾽ ἐμὸς παῖς, καὶ πατὴρ παρίσταται

Δαρεῖος οἰκτίρων σφε· τὸν δ᾽ ὅπως ὁρᾷ

Ξέρξης, πέπλους ῥήγνυσιν ἀμφὶ σώματι.

200καὶ ταῦτα μὲν δὴ νυκτὸς εἰσιδεῖν λέγω.

ἐπεὶ δ᾽ ἀνέστην καὶ χεροῖν καλλιρρόου

ἔψαυσα πηγῆς, σὺν θυηπόλῳ χερὶ

βωμὸν προσέστην, ἀποτρόποισι δαίμοσιν

θέλουσα θῦσαι πέλανον, ὧν τέλη τάδε.

205ὁρῶ δὲ φεύγοντ᾽ αἰετὸν πρὸς ἐσχάραν

Φοίβου· φόβῳ δ᾽ ἄφθογγος ἐστάθην, φίλοι·

μεθύστερον δὲ κίρκον εἰσορῶ δρόμῳ

πτεροῖς ἐφορμαίνοντα καὶ χηλαῖς κάρα

τίλλονθ᾽· ὁ δ᾽ οὐδὲν ἄλλο γ᾽ ἢ πτήξας δέμας

210παρεῖχε. ταῦτ᾽ ἔμοιγε δείματ᾽ ἔστ᾽ ἰδεῖν,

ὑμῖν δ᾽ ἀκούειν. εὖ γὰρ ἴστε, παῖς ἐμὸς

πράξας μὲν εὖ θαυμαστὸς ἂν γένοιτ᾽ ἀνήρ,

κακῶς δὲ πράξας—οὐχ ὑπεύθυνος πόλει,

σωθεὶς δ᾽ ὁμοίως τῆσδε κοιρανεῖ χθονός.

.

.

.


ΗΡΟΔΟΤΟΣ,ΙΣΤΟΡΙΑΙ,ΒΙΒΛΙΟ Α' ΚΛΕΙΩ,196,1-5

ΟΙ ΓΑΜΟΙ ΣΤΗ ΒΑΒΥΛΩΝΑ

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


1.196.

1.νόμοι σ'αυτους αυτοί εδω είναι θεσπισμενοι,ο πιο σοφός αυτός εδω κατά τη δική μου γνωμη,τον οποίο και οι Ενετοί της Ιλλυριας όπως μαθαίνω τον χρησιμοποιούν,σε κάθε μία περιοχή μια φορά κάθε έτος γίνονταν αυτά εδώ.

όταν οι παρθένες έφταναν σε ώρα γάμου,αυτές έτσι τις συγκέντρωναν όλες,σ'ενα χώρο

τις έβαζαν ευρυχωρο,και γύρω από αυτές στέκονταν πλήθος από αντρες.

2.τοτε μια προς μια τις σήκωνε ο κήρυκας να πουληθούν,πρώτα την πιο όμορφη απ'ολες,μετά όταν γι'αυτη δινονταν πολύ χρυσό ν'αγορασθει,άλλη καλούσε,η οποία μετά από εκείνη ήταν η πιο όμορφη,πουλιόνταν με όρο να 

παντρευτουν.

όσοι απ'τους Βαβυλώνιους για γάμο ήταν ευκαταστατοι συναγωνίζονταν  μεταξυ τους

αγοράζοντας τις πιο καλλονές.

όσοι απ'το λαο ήταν για γάμο,αυτοί για ομορφιά καθόλου δεν νοιάζονταν ξεχωριστή,αυτοί και χρημα και τις άσχημες παρθένες έπαιρναν.

3.οταν λοιπόν.εφερνε σε τέλος ο κήρυκας την πώληση των πιο όμορφων παρθενων τότε σήκωνε την πιο άσχημη,η' αν κάποια απ'αυτες ανάπηρη ήταν,και γι'αυτη καλούσε,ποιος τη θέλει ελάχιστο χρυσό παιρνωντας μ'αυτη να παντρευτει.μεχρι να βρεθει αυτός που το ελάχιστο δέχονταν.

αυτός ο χρυσός προέρχονταν από τις όμορφες παρθένες κι έτσι οι όμορφες  για τις ασχημες κι αναπηρες εδιναν προίκα.

να δώσει την κόρη του ο καθενας σ'αυτον που ήθελε 

δεν είχε δικαιοδοσια,ούτε χωρις εγγυηση καποιος ,να πάρει την αγορασμενη παρθενα,

αλλά εγγυητές έπρεπε να ορίσει πως μ'αυτη θα παντρευτεί.κι ετσι την  επαιρνε.

4.αν δεν συμφωνούσε μ'αυτη,να αποδωσει πίσω το χρυσό υπήρχε νόμος.

είχε δικαίωμα κι απ'αλλη να'ρθει πόλη αυτός που ήθελε να αγορασει

5.αυτος τωρα ήταν ο πιο καλός νομος τους,που όμως τώρα δεν είναι σε ισχυ, κατι άλλο εχουν νομοθετήσει τελευταία να γίνεται.(για να μην δεινοπαθουν ούτε σ'αλλη πόλη να τις πηγαίνουν)έπειτα γιατί κατακτήθηκαν έπαθαν κακά και τα σπίτια καταστράφηκαν,κάθε ένας απ'το λαο απ'τη στενότητα του βίου εκπορνευει τα θηλυκά παιδιά.


1.196

1 αὕτη μὲν δή σφι ἄρτισις περὶ τὸ σῶμα ἐστί· νόμοι δὲ αὐτοῖσι ὧδε κατεστᾶσι, ὁ μὲν σοφώτατος ὅδε κατὰ γνώμην τὴν ἡμετέρην, τῷ καὶ Ἰλλυριῶν Ἐνετοὺς πυνθάνομαι χρᾶσθαι. κατὰ κώμας ἑκάστας ἅπαξ τοῦ ἔτεος ἑκάστου ἐποιέετο τάδε· ὡς ἂν αἱ παρθένοι γενοίατο γάμων ὡραῖαι, ταύτας ὅκως συναγάγοιεν πάσας, ἐς ἓν χωρίον ἐσάγεσκον ἁλέας, πέριξ δὲ αὐτὰς ἵστατο ὅμιλος ἀνδρῶν, 2 ἀνιστὰς δὲ κατὰ μίαν ἑκάστην κῆρυξ πωλέεσκε, πρῶτα μὲν τὴν εὐειδεστάτην ἐκ πασέων· μετὰ δέ, ὅκως αὕτη εὑροῦσα πολλὸν χρυσίον πρηθείη, ἄλλην ἂν ἐκήρυσσε ἣ μετ᾽ ἐκείνην ἔσκε εὐειδεστάτη· ἐπωλέοντο δὲ ἐπὶ συνοικήσι. ὅσοι μὲν δὴ ἔσκον εὐδαίμονες τῶν Βαβυλωνίων ἐπίγαμοι, ὑπερβάλλοντες ἀλλήλους ἐξωνέοντο τὰς καλλιστευούσας· ὅσοι δὲ τοῦ δήμου ἔσκον ἐπίγαμοι, οὗτοι δὲ εἴδεος μὲν οὐδὲν ἐδέοντο χρηστοῦ, οἳ δ᾽ ἂν χρήματά τε καὶ αἰσχίονας παρθένους ἐλάμβανον. 3 ὡς γὰρ δὴ διεξέλθοι ὁ κῆρυξ πωλέων τὰς εὐειδεστάτας τῶν παρθένων ἀνίστη ἂν τὴν ἀμορφεστάτην, ἢ εἴ τις αὐτέων ἔμπηρος εἴη, καὶ ταύτην ἂν ἐκήρυσσε, ὅστις θέλοι ἐλάχιστον χρυσίον λαβὼν συνοικέειν αὐτῇ, ἐς ὃ τῷ τὸ ἐλάχιστον ὑπισταμένῳ προσέκειτο. τὸ δὲ ἂν χρυσίον ἐγίνετο ἀπὸ τῶν εὐειδέων παρθένων καὶ οὕτω αἱ εὔμορφοι τὰς ἀμόρφους καὶ ἐμπήρους ἐξεδίδοσαν. ἐκδοῦναι δὲ τὴν ἑωυτοῦ θυγατέρα ὅτεῳ βούλοιτο ἕκαστος οὐκ ἐξῆν, οὐδὲ ἄνευ ἐγγυητέω ἀπάγεσθαι τὴν παρθένον πριάμενον, ἀλλ᾽ ἐγγυητὰς χρῆν καταστήσαντα ἡ μὲν συνοικήσειν αὐτῇ, οὕτω ἀπάγεσθαι. 4 εἰ δὲ μὴ συμφεροίατο, ἀποφέρειν τὸ χρυσίον ἔκειτο νόμος. ἐξῆν δὲ καὶ ἐξ ἄλλης ἐλθόντα κώμης τὸν βουλόμενον ὠνέεσθαι. 5 ὁ μέν νυν κάλλιστος νόμος οὗτός σφι ἦν, οὐ μέντοι νῦν γε διατελέει ἐών, ἄλλο δέ τι ἐξευρήκασι νεωστὶ γενέσθαι [ἵνα μὴ ἀδικοῖεν αὐτὰς μηδ᾽ εἰς ἑτέραν πόλιν ἄγωνται ]· ἐπείτε γὰρ ἁλόντες ἐκακώθησαν καὶ οἰκοφθορήθησαν, πᾶς τις τοῦ δήμου βίου σπανίζων καταπορνεύει τὰ θήλεα τέκνα.

.

.

.


Αριστοφάνης,Βάτραχοι 236-251,

-Ειρηνη 1127-1139,-Νεφελες1310-1321

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Βάτραχοι 236-251


Διόνυσος

φουσκάλες εβγαλα

ο κωλος ιδρωσε

έξω θα πεταχτεί και θα λαλησει

Βάτραχοι

βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ.


Διόνυσος

σκάστε τώρα,τραγουδιαρικα 240

πλασματα


Βάτραχοι


όχι,θα κοαζουμε,αν ποτέ

στις μέρες με λιακάδα

χοροπηδουσαμε μέσα στα βούρλα

και στα καλαμια

ευτυχείς με τραγουδια

τσαλαβουτωντας στις μελωδίες

η' του Δία αποφευγαμε τη μπόρα

με υποβρύχιο στο βυθό χορό 

περα-δωθε θα κοαζουμε

πλατς πλούτς πλατσουριζοντας


Διόνυσος


βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ.

ορίστε αυτό απο σας το κολλησα


Διόνυσος


ἐγὼ δὲ φλυκταίνας γ᾽ ἔχω,

χὠ πρωκτὸς ἰδίει πάλαι,

κᾆτ᾽ αὐτίκ᾽ ἐκκύψας ἐρεῖ—


Βάτραχοι


βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ.


Διόνυσος


240ἀλλ᾽ ὦ φιλῳδὸν γένος

παύσασθε.


Βάτραχοι

μᾶλλον μὲν οὖν

φθεγξόμεσθ᾽, εἰ δή ποτ᾽ εὐηλίοις

ἐν ἁμέραισιν

ἡλάμεσθα διὰ κυπείρου

καὶ φλέω, χαίροντες ᾠδῆς

245πολυκολύμβοισι μέλεσιν,

ἢ Διὸς φεύγοντες ὄμβρον

ἔνυδρον ἐν βυθῷ χορείαν

αἰόλαν ἐφθεγξάμεσθα

πομφολυγοπαφλάσμασιν.


Διόνυσος


βρεκεκεκὲξ κοὰξ κοάξ.

τουτὶ παρ᾽ ὑμῶν λαμβάνω.

.

.

Ειρήνη 1127-1139

 

Χορός


πόσο ευχαριστιεμαι πόσο ευχαριστιεμαι

που το κράνος ξεφορτώθηκα

και το τυρι και τα κρεμμυδια

γιατί μάχες δεν γουστάρω 1130

αλλά με φίλους στο τζάκι στη φωτιά

να την περνώ και τα ξύλα που στοιβαξα το καλοκαίρι

να σπιθοβολανε

και στα κάρβουνα ρεβύθια

και βελανιδιά να ψήνω,

χάμω τη θρακιώτισα υπηρέτρια να ρουφω

όταν η γυναίκα μου λουζεται στο μπάνιο 


Χορός 


ἥδομαί γ᾽ ἥδομαι

κράνους ἀπηλλαγμένος

τυροῦ τε καὶ κρομμύων.

1130οὐ γὰρ φιληδῶ μάχαις,

ἀλλὰ πρὸς πῦρ διέλκων

μετ᾽ ἀνδρῶν ἑταίρων φίλων,

ἐκκέας τῶν ξύλων ἅττ᾽ ἂν ᾖ

δανότατα τοῦ θέρους

1135†ἐκπεπρισμένα†,

κἀνθρακίζων τοὐρεβίνθου

τήν τε φηγὸν ἐμπυρεύων,

χἄμα τὴν Θρᾷτταν κυνῶν

τῆς γυναικὸς λουμένης


.

.

Νεφελες 1310_1321

 

Χορός


νομίζω λοιπόν πως αυτος γρήγορα θα βρει

αυτό που από παλιά κάποτε ζητουσε

να'ναι ο γιος ικανός γνώμες εναντιες να λέγει 

στις δικαιες,ώστε να νικά

άπαντες που θα συνομιλα,

κι ας λέει παμπονηριες,

ίσως,ίσως όμως να επιθυμούσε

κι άφωνος  αυτός να ητανε


Χορός


οἶμαι γὰρ αὐτὸν αὐτίχ᾽ εὑρήσειν ὅπερ

πάλαι ποτ᾽ †ἐπεζήτει†

εἶναι τὸν υἱὸν δεινόν οἱ

γνώμας ἐναντίας λέγειν

1315τοῖσιν δικαίοις, ὥστε νικᾶν

ἅπαντας οἷσπερ ἂν

ξυγγένηται, κἂν λέγῃ παμπόνηρ᾽.

1320ἴσως δ᾽ ἴσως βουλήσεται κἄφωνον αὐτὸν εἶναι

.

.

.


Επιγράμματα Φιλοδημου(Παλατινή Ανθολογία)

-μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Φιλόδημος (110 π.Χ Γαδαρα Παλαιστινης-40 η' 35 π.Χ.Herculaneum Ερκολανο

Πομπηια ) Έλληνας επικούρειος φιλόσοφος και ποιητης 


V. 308 

όμορφη στάσου,το ονοματάκι σου;που

θα σε δω;ότι θέλεις στο δινω, δεν μιλάς;

που μένεις;να σου στείλω κάποιον,μήπως

κάποιος σ'εχει;

σκληρη καρδια,γεια,μα ούτε γεια δεν λες;

να ξέρεις πάλι και πάλι θα σε κυνηγω

ξέρω να μαλακωνω κι από σένα πιο ακαταδεχτες

προσωρας έχε γεια,αγαπουλα


Ἡ κομψή͵ μεῖνόν με. τί σοι καλὸν οὔνομα; ποῦ σε

ἔστιν ἰδεῖν; ὃ θέλεις͵ δώσομεν. οὐδὲ λαλεῖς;

ποῦ γίνῃ; πέμψω μετὰ σοῦ τινα. μή τις ἔχει σε;

ὦ σοβαρή͵ ὑγίαιν΄. οὐδ΄ Ὑγίαινε λέγεις;

καὶ πάλι καὶ πάλι σοι προσελεύσομαι·

οἶδα μαλάσσειν καὶ σοῦ σκληροτέρας. νῦν δ΄ ὑγίαινε͵ γύναι

.

͵ 

V. 126

πέντε τάλαντα για μια φορά στην τάδε δίνει ο τάδε

και όταν γαμεί φρικαρει και να'ταν θε μου κι ομορφη

εγώ πέντε δραχμές για δώδεκα στη Λυσιανασση

και γαμω πολύ καλύτερη και χωρίς να κρυβομαι

τελοσπαντων η' τα μυαλά μου έχασα,η' εκείνου

τ'αρχιδια πρέπει με τσεκούρι να του κοψουν


Πέντε δίδωσιν ἑνὸς τῇ δεῖνα ὁ δεῖνα τάλαντα͵

καὶ βινεῖ φρίσσων καί͵ μὰ τόν͵ οὐδὲ καλήν·

πέντε δ΄ ἐγὼ δραχμὰς τῶν δώδεκα Λυσιανάσσῃ͵

καὶ βινῶ πρὸς τῷ κρείσσονα καὶ φανερῶς.

πάντως ἤτοι ἐγὼ φρένας οὐκ ἔχω͵ ἢ τό γε λοιπὸν

τοὺς κείνου πελέκει δεῖ διδύμους ἀφελεῖν

.

.

V. 120 

και τα μεσάνυχτα χωρίς να καταλάβει ο άντρας μου

ήρθα και μούσκεμα απ'τη δυνατή βροχή

ποιος λόγος να καθόμαστε άπρακτοι κι όχι να κοιμόμαστε

και να μιλάμε,όπως πρέπει στους ερωτευμένους να κοιμούνται;


Καὶ νυκτὸς μεσάτης τὸν ἐμὸν κλέψασα σύνευνον

ἦλθον καὶ πυκινῇ τεγγομένη ψακάδι.

τοὔνεκ΄ ἐν ἀπρήκτοισι καθήμεθα κοὐχὶ λαλεῦντες

εὕδομεν͵ ὡς εὕδειν τοῖς φιλέουσι θέμις;

.

.

V. 131 

το κιθάρισμα κι η φωνή και το ελκυστικό βλέμμα 

και το τραγούδι της Ξανθίππης κι η φωτιά που τώρα ανάβει

καρδιά μου θα σε κάψει.το γιατί,το πότε και πώς

δεν το γνωρίζω,θα το μάθεις δυστυχή όταν καψαλιστεις


Ψαλμὸς καὶ λαλιὴ καὶ κωτίλον ὄμμα καὶ ᾠδὴ

Ξανθίππης καὶ πῦρ ἄρτι καταρχόμενον͵

ὦ ψυχή͵ φλέξει σε· τὸ δ΄ ἐκ τίνος ἢ πότε καὶ πῶς

οὐκ οἶδα· γνώσῃ͵ δύσμορε͵ τυφομένη

.

.

V. 112 

Ερωτεύτηκα.ποιος όχι;γλεντησα,ποιος από γλέντια

δεν ξέρει;έκανα τρελες.ποιος ο φταιχτης;αν όχι ο θεος;

τέλος αυτά.γιατι άσπρη η μαύρη τριχα  γινεται τώρα

πια,πως έρχεται η φρόνιμη ηλικία

κι όταν για διασκέδαση καιρός ήταν,διασκεδασαμε,

τώρα για τετοια δεν υπάρχει καιρος,ας συμμαζευτουμε


Ἠράσθην· τίς δ΄ οὐχί; κεκώμακα· τίς δ΄ ἀμύητος

κώμων; ἀλλ΄ ἐμάνην· ἐκ τίνος; οὐχὶ θεοῦ;

ἐρρίφθω· πολιὴ γὰρ ἐπείγεται ἀντὶ μελαίνης

θρὶξ ἤδη͵ συνετῆς ἄγγελος ἡλικίης.

καὶ παίζειν ὅτε καιρός͵ ἐπαίξαμεν· ἡνίκα

καιρὸς οὐκέτι͵ λωιτέρης φροντίδος ἁψόμεθα.

.

.

V. 115 

Ερωτεύτηκα τη Δημω απ'την Παφο.τιποτα σπουδαιο

την Σαμιωτισα Δημω δεύτερη,σιγά το πραγμα

και πάλι μια Δημω απ'την Υσια τρίτη,δεν είναι πια

αυτά αστεία,και τη Δημω τεταρτη απ'την Αργολίδα

έτσι αυτές οι Μοίρες οι ίδιες μ' ονόμασαν Φιλόδημο

αφού πάντα με κάποια Δημω θερμός με πιάνει ποθος


Ἠράσθην Δημοῦς Παφίης γένος· οὐ μέγα θαῦμα·

καὶ Σαμίης Δημοῦς δεύτερον· οὐχὶ μέγα·

καὶ πάλιν Ὑσιακῆς Δημοῦς τρίτον· οὐκέτι ταῦτα

παίγνια· καὶ Δημοῦς τέτρατον Ἀργολίδος.

αὐταί που Μοῖραί με κατωνόμασαν Φιλόδημον͵

ὡς αἰεὶ Δημοῦς θερμὸς ἔχοι με πόθος

.

.

.

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Παρθένιος ο Νικαεύς 

Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων

1. Περὶ Λύρκου

-αποδοση μεταφραστικη-αφηγηση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Ειλεβιη-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Παρθένιος ο Νικαεύς 

Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων

1. Περὶ Λύρκου

-αποδοση μεταφραστικη-αφηγηση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


1. Περὶ Λύρκου

(Η ιστορία στον Λυρκο του Νικαναιτου και στουΑπολλώνιου του Ροδιου την

Καυνο)


[1.1] όταν αρπάχτηκε η Αργεία Ιω από ληστές,,ο πατέρας της ο Ιναχος έστειλε

διάφορους να την ψάξουν,και μέσα σ'αυτους ήταν ο Λύρκος του Φορωνεα,που

περιπλανήθηκε πολύ στη στεριά και πολλές θάλασσες πέρασε,και στο τελος,αφού δεν την βρήκε,παραιτήθηκε απ'την κουραση,κι επειδή φοβήθηκε

τον Ιναχο δεν ξαναγύρισε στο Άργος,φτάνοντας στην Καυνο στον Αιγιαλό εκεί

παντρεύεται την κόρη του Ειλεβιη,λενε πως η κοπέλα μόλις είδε τον

Λυρκο τον ερωτεύτηκε και θερμοπαρακαλεσε τον πατέρα να τον δεχτεί για άντρα της,κι εκείνος  δίνοντας του μεγαλο μερίδιο από τη βασιλική περιουσια γαμπρό τον έκανε.

 [1.2] αφού πέρασε πολύ καιρός και παιδιά δεν αποκτούσε ο Λύρκος,πήγε 

στο μαντείο του Διδυμεα  να ρωτήσει αν θ'αποκτησει κι ο θεός του απαντά

πως  θα αποκτήσει με την πρώτη που θα συναντήσει μόλις φύγει απ'τό μαντείο,

νομίζοντας πως του'πε το μαντειο για τη γυναίκα του βιάστηκε να πάει σ'αυτη.

 [1.3] όταν πλέοντας έφτασε στην Βυβασσο στον Σταφυλο του Διονυσου εκείνος

τον υποδέχτηκε πολύ φιλικά  και πολύ κρασί τον κερασε κι έτσι μεθυσμένο 

τον άφησε να κοιμηθεί με την κόρη του την Ημιθεα,αυτό το'κανε γιατί γνώριζε

τα του χρησμού κι ηθελε αυτη απ'αυτον ν'αποκτησει παιδια.

[1.4] επίσης διαμαχη έγινε αναμεσα στη Ροιω και την Ημιθεα του Σταφυλου τις κόρες ποια απ'αυτες θα σμίξει με τον ξένο,τόσος ερωτικός πόθος τις επιασε.

Ο Λύρκος καταλαβαίνοντας την άλλη μέρα αυτά που'κανε και βλεπωντας 

δίπλα του την Ημιθεα ξαπλωμένη οργίστηκε και κατηγόρησε τον Σταφυλο πως

τον εξαπάτησε,ύστερα μη ξερωντας τι να κάνει,αφού έλυσε τη ζώνη του

την έδωσε στη κοπέλα λέγοντας της να την φυλάξει μέχρι το παιδί να γίνει έφηβος,σαν αναγνωριστικό ,αν ποτέ έρχονταν στον πατέρα στην Καυνο,

και αναχώρησε με το πλοίο,

 [1.5] ο Αιγιαλός όταν έμαθε τα καθέκαστα του χρησμού και για την Ημιθεα,

θέλησε να τον διώξει απ'τη χώρα,και τότε άρχισε συνεχής μάχη ανάμεσα στους φίλους του Λυρκου και στους υποστηρικτές του Αιγιαλού,μάλιστα συνεργός 

του έγινε η Ειλεβιη,γιατί δεν τον είχε αρνηθεί.

[1.6] μετά απ'αυτα όταν έγινε άντρας το παιδί της Ημιθεας και του Λυρκου

(τ'ονομα του Βασιλος ήταν)ήρθε στην Καυνο,κι αυτόν αναγνωρίζοντας ο

Λύρκος που πια γέροντας ήταν αρχηγό των λαών του τον έκανε.

.

.

1. Περὶ Λύρκου

(Ἡ ἱστορία παρὰ Νικαινέτῳ ἐν τῷ Λύρκῳ καὶ Ἀπολλωνίῳ Ῥοδίῳ Καύνῳ)

[1.1] Ἁρπασθείσης Ἰοῦς τῆς Ἀργείας ὑπὸ λῃστῶν, ὁ πατὴρ αὐτῆς Ἴναχος μαστῆράς τε καὶ ἐρευνητὰς ἄλλους καθῆκεν, ἐν δὲ αὐτοῖς Λύρκον τὸν Φορωνέως, ὃς μάλα πολλὴν γῆν ἐπιδραμὼν καὶ πολλὴν θάλασσαν περαιωθείς, τέλος, ὡς οὐχ εὕρισκεν, ἀπεῖπε τὸν κάματον· καὶ εἰς μὲν Ἄργος δεδοικὼς τὸν Ἴναχον οὐ μάλα τι κατῄει, ἀφικόμενος δὲ εἰς Καῦνον πρὸς Αἰγιαλὸν γαμεῖ αὐτοῦ τὴν θυγατέρα Εἱλεβίην· ἔφασαν γὰρ τὴν κόρην ἰδοῦσαν τὸν Λύρκον εἰς ἔρωτα ἐλθεῖν καὶ πολλὰ τοῦ πατρὸς δεηθῆναι κατασχεῖν αὐτόν· ὁ δὲ τῆς τε βασιλείας μοῖραν οὐκ ἐλαχίστην ἀποδασάμενος καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαργμάτων γαμβρὸν εἶχεν. 

[1.2] χρόνου δὲ πολλοῦ προϊόντος ὡς τῷ Λύρκῳ παῖδες οὐκ ἐγίνοντο, ἦλθεν εἰς Διδυμέως χρησόμενος περὶ γονῆς τέκνων· καὶ αὐτῷ θεσπίζει ὁ θεὸς παῖδας φύσειν, ᾗ ἂν ἐκ τοῦ ναοῦ χωρισθεὶς πρώτῃ συγγένηται· ὁ δὲ μάλα γεγηθὼς ἠπείγετο πρὸς τὴν γυναῖκα πειθόμενος κατὰ νοῦν [ἂν] αὐτῷ χωρήσειν τὸ μαντεῖον. 

[1.3] ἐπεὶ δὲ πλέων ἀφίκετο ἐς Βύβασσον πρὸς Στάφυλον τὸν Διονύσου, μάλα φιλοφρόνως ἐκεῖνος αὐτὸν ὑποδεχόμενος εἰς πολὺν οἶνον προυτρέψατο, κἀπειδὴ πολλῇ μέθῃ παρεῖτο, συγκατέκλινεν αὐτῷ Ἡμιθέαν τὴν θυγατέρα. ταῦτα δὲ ἐποίει προπεπυσμένος τὸ τοῦ χρηστηρίου καὶ βουλόμενος ἐκ ταύτης αὐτῷ παῖδας γενέσθαι. 

[1.4] δι᾿ ἔριδος μέντοι ἐγένοντο Ῥοιώ τε καὶ Ἡμιθέα αἱ τοῦ Σταφύλου τίς αὐτῶν μιχθείη τῷ ξένῳ· τοσοῦτος ἀμφοτέρας κατέσχε πόθος. Λύρκος δὲ ἐπιγνοὺς τῇ ὑστεραίᾳ οἷα ἐδεδράκει [καὶ] τὴν Ἡμιθέαν ὁρῶν συγκατακεκλιμένην ἐδυσφόρει τε καὶ πολλὰ κατεμέμφετο τὸν Στάφυλον, ὡς ἀπατεῶνα γενόμενον αὐτοῦ· ὕστερον δέ, μηδὲν ἔχων ὅ τι ποιῇ, περιελόμενος τὴν ζώνην δίδωσι τῇ κόρῃ κελεύων ἡβήσαντι τῷ παιδὶ φυλάττειν, ὅπως ἔχῃ γνώρισμα, ὁπόταν ἀφίκοιτο πρὸς τὸν πατέρα αὑτοῦ εἰς Καῦνον, καὶ ἐξέπλευσεν. 

[1.5] Αἰγιαλὸς δὲ ὡς ᾔσθετο τά τε κατὰ τὸ χρηστήριον καὶ τὴν Ἡμιθέαν, ἤλαυνεν τῆς γῆς αὐτόν. Ἔνθα δὴ μάχη συνεχὴς ἦν τοῖς τε τῷ Λύρκῳ προσθεμένοις καὶ τοῖς τὰ Αἰγιαλοῦ φρονοῦσι· μάλιστα δὲ συνεργὸς ἐγίνετο Εἱλεβίη· οὐ γὰρ ἀπεῖπεν τὸν Λύρκον. 

[1.6] μετὰ δὲ ταῦτα ἀνδρωθεὶς ὁ ἐξ Ἡμιθέας καὶ Λύρκου (Βασίλος αὐτῷ ὄνομα) ἦλθεν εἰς τὴν Καυνίαν, καὶ αὐτὸν γνωρίσας ὁ Λύρκος ἤδη γηραιὸς ὢν ἡγεμόνα καθίστησι τῶν σφετέρων λαῶν

.

.

.

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Το νησι του Καθεστώτος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Το νησι του Καθεστώτος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Το καθεστώς μετά την τελική ολοκληρωτική νίκη του εδραιώθηκε πανισχυρο.Ολοι οι πολιτικοί αντίπαλοι,παρακολουθούνται επί 24ωρου βάσεως,και οι ατίθασοι από αυτούς παιρνουν την αγουσαν προς τα στρατόπεδα των ξερονησιων.

Στην ακτή απέναντι από ένα τέτοιο νησι συγκέντρωναν χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους,και των δύο φύλων.

Τα στρατόπεδα των αντρών και των γυναικων ήταν παριφραγμενα με πυκνό συρματόπλεγμα σε υψος 3μ,πάνω πάνω ήταν ηλεκτροφόρα καλώδια,και τα χωρίζει ένα πανύψηλος μαντρότοιχος από τσιμεντολιθα,εκεί μέσα εμεναν οι κρατούμενοι σε σκηνες και παράγκες μέχρι να μεταφερθούν στο απέναντι νησί.φυλακες νύχτα και μέρα περιπολούσαν πάνοπλοι και δυνατοί προβολείς χτένιζαν το χώρο σε μεγάλη έκταση και βάθος,

συνέχεια άκουγες διαταγές και βρισιές.

Το νησί απέναντι,στέκονταν ακίνητο,μακρόστενο,περίπου 2 μίλια απόσταση,μια οροσειρά πνιγμένη από τα αρχαία χρόνια στα νερά,μια βυθισμένη ράχη γίγαντα,

αδεντρη,σκληρή πέτρα.Εκει θα τους πήγαιναν.Περίμεναν τη σειρά τους,

Είχαν φόβο ,αγωνία,ο άνθρωπος δεν είναι ατσάλι,λυγίζει Φοβόντουσαν μην δειλιασουν και υπογράψουν τη δήλωση μετανοίας.

Περνούσαν οι ώρες,οι μέρες,οι βδομάδες,δεν τους ζητούσε κανείς,

ένιωθαν πως εκεί θα μείνουν μέχρι να πεθανουν,ξεχασμένοι,ταπεινωμένοι,

τα μαλλιά τους μεγάλωσαν,και τα γένια μακρυναν,τα πρόσωπα τους σκληρηναν,βαθουλωσαν τα μάγουλα,

ζαλίζονταν,δεν μπορούσαν να κρατηθούν στα πόδια τους απ' την αδυναμία.

Και κάθε βράδυ άκουγαν πολλές φωνές απ' το νησί απέναντι, άγριες,ουρλιαχτά, φωνές τρομαχτικές,κι έβλεπαν ισχυρά φώτα,εκτυφλωτικες

δέσμες,να πηγαινοέρχονται,κι ακουγαν κροτους δυνατους,σαν ν'ανατιναζαν το βουνό με δυναμίτες,πυροβολισμούς,κοιτούσαν με ξαγρυπνα μάτια κι ακουγαν,κι αυτό από την ώρα που νύχτωνε μέχρι το 

ξημέρωμα,έπειτα ξαφνικά επαυαν όλα,ούτε φωνές,ουτε κρότοι,όλη τη μέρα ησυχία,κι επανέρχονταν,την ίδια ώρα,κάθε νύχτα,

δεν ήξεραν τι να υποθέσουν,τους βασανίζουν,τους δολοφονούν έλεγαν,αυτή θα'ναι κι η δική μας τύχη,

όμως ποτέ δεν τους σήκωσαν άγρια χαράματα να τους φορτώσουν στα καράβια να τους πάνε εκεί,ποτέ κανέναν δεν κουβάλησαν εκεί,κι ούτε κανένας γύρισε απο'κει να τους πει,άκουγαν κι έβλεπαν ξάγρυπνοι,θεατές στο τρομερό θεατρο του νησιού,κι ήταν πολλοι που δεν άντεξαν και τρελάθηκαν,πολλοί που υπεγραψαν κι άλλοι πολλοί που έσπασαν τα συρματοπλέγματα και πήδηξαν στη θάλασσα να πάνε στο νησί να δουν,

κι όλους τους γαζωσαν με τα πυροβολα,και κοκκινησαν απ'τα αίματα ανθρώπων τα νερα.


Ποτέ δεν θα μάθουν αυτοί οι έγκλειστοι στην ακτη άνθρωποι,πως απέναντι,στο νησί,δεν υπάρχει καμία ανθρώπινη ζωή,παρά μόνο μια τεράστια μηχανική κατασκευή,μια παρανοϊκή εγκατασταση,απλωμένη σε όλο το νησί,με τεράστια ηχεία και προβολείς,που αναπαράγει ηχογραφημενες φωνές,ουρλιαχτά,δέσμες ισχυρού φωτος,τρομερούς κρότους ανατιναξεων,πυροβολισμούς,απ'την ακτή την τηλεχειρίζονται ηλεκτρονικά,

την ίδια ώρα νυχτωνοντας την ενεργοποιούν και την ίδια ώρα ξημερώνοντας την απενεργοποιούν,

μια παράσταση κόλασης

.

.

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Άρης Βελουχιώτης

-Σχόλια ενός Προκατασκευασμενου Συμβάντος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Άρης Βελουχιώτης-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Σχόλια ενός Προκατασκευασμενου Συμβάντος -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


έχουμε προδοθεί,και ποτε δεν.μας  έχουν προδώσει;,τα κεφάλια μας ζητούν,πλησιάζουν,ερπονται,μας περικυκλώνουν,αύριο θα γελουν εις βάρος μας,μας εξολόθρευσαν,δεν υπάκουσαμε,δεν ημασταν πατριώτες,δεν είναι εύκολο να κόψεις ένα κεφαλι,αν στη θέση του παρουσιαστουν δύο;,τότε τα κοβεις ,παρουσιάζονται τέσσερα,αλλα,σταματα τα παραμύθια και.τα μυθολογικά,κόβεις μονάχα ένα

κεφάλι κι απαλλασεσαι,από το κεφάλι;η' την Ιστορία;,τέτοια,ίσως,σκέφτεται,

αύριο δεν θα'χει κεφάλι,σε κάποιο φανοστατη κρεμασμενο,σε κοινή θέα,ησυχαστε,εχθρός ήταν δεν ήταν ήρωας,ο ήρωας αγαπά την πατρίδα του,τον Θεό της,αυτός αγαπούσε μόνο το κόμμα,μετά ήθελε αυτός να γίνει το κόμμα,μια παράνοια,ψύχωση,γι'αυτο μη λυπάστε,άλλοι είναι,θα είναι,οι ήρωες σας,αυτά σκέφτεται και τον πλακώνουν,λυπημένη η ψυχή του,ακούει τα βήματα τους,ξέρει θα τον πιάσουν θα τον εξευτελίσουν,τι μένει πλέον;δώθε με τον θάνατο,τι φοβάται;όχι δεν φοβάται,στεναχωριέται γι'αυτη την ερμη πατρίδα,τόσα όνειρα για καλύτερο κόσμο συντριφτηκαν,δεν είμαι δειλός,αυτόν τον αγώνα ξέρω να κάνω,όχι άλλον,αφού είναι το τέλος του,ας έρθει και το τέλος μου,μια κίνηση,απλή,ήμερη,έτσι,να

(ούτε άκουσε τον πυροβολισμο)

.

.

.

 .

.


Αδωνις και Αφροδιτη -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Βίων ο Σμυρναίος

(120 πΧ-57πΧ)

Ἐπιτάφιος Ἀδώνιδος(στιχοι1-37)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Θρηνω τον Άδωνη,χάθηκε ο ωραίος Αδωνης

χάθηκε ο ωραίος Αδωνης

θρηνολογουν οι Έρωτες

ποτέ πια στα πορφυρά σεντόνια μην ξαναπλαγιασεις Κυπριδα

βγαλε,δυστυχή,τα μαύρα ρούχα

και χτύπα το στήθος,και φώναξε

παντού

χάθηκε ο ωραίος Αδωνης

Θρηνω τον Άδωνη,θρηνολογουν οι Ερωτες

ξαπλωμένος ο ωραίος Αδωνης στα ορη από δόντι στο μηρό

απ' άσπρο λευκό οδοντι δαγκωμενος

και την Κυπριδα πικραινει

καθώς ξεψυχά,

και το αιμα μαύρο κυλάει

στη χιονατη σάρκα,

στα μάτια κλεινουν τα φρύδια 

ναρκωμενα,

και το ροδαλο χρώμα φεύγει 

απ' τα χειλη

μαζί μ'αυτον πεθαίνει και το φιλημα

που ποτε πια η Κύπρια δεν θα'χει,

στη Κύπριδα το φίλημα και αν αυτος δεν ζει της αρέσει

αλλά δεν νιώθει το φιλί

ο Άδωνης που τώρα πεθαινει

θρηνω τον Άδωνη

θρηνολογουν οι Έρωτες

βαρια πολύ βαρια πληγη έχει

ο Άδωνης στο μηρό

μεγαλύτερη μέσ' στη καρδιά

η Κυθερεια έχει πληγή

κι γύρω απ'αυτον τον νεαρό άντρα  

τα πιστά σκυλιά ουρλιαζουν

κι οι νύμφες οι Ορειαδες κλαινε

η Αφροδίτη

με λυτά μαλλιά στα λαγκαδια

περιπλανιεται

θλιμμένη αναμαλλιασμενη

ξυπόλητη,τ'αγκαθια την γδερνουν

και το ιερό αίμα ρουφουν

βαριά αναστεναζοντας μέσα

σε δάση τριγυρνά

φωνάζοντας τον Ασσυριο σύζυγό της,και τον νεαρό άντρα

καλώντας,

γύρω απ' τον αφαλό του μαύρο το αίμα λιμνάζει,

τα στήθια απ'τους μηρούς βάφονται κατακόκκινα

το χιονατο σώμα στον Αδωνη πορφυραινει

θρηνω για την Κυθερεια

θρηνολογουν οι Έρωτες

έχασε τον ωραίο άντρα,και μαζί

έχασε το ιερό κάλλος

της Κυπριδας το κάλλος όσο ζούσε ο Άδωνης,

πέθαινε κι η ομορφιά μαζί με τον

Αδωνη

θρηνω για την Κύπριδα

τα όρη όλα λένε και τα δέντρα,

θρηνω τον Άδωνη,

και τα ποτάμια κλαίνε για το πένθος της Αφροδίτης

κι οι πηγές για τον Άδωνη στα όρη

δακρυζουν

τ'ανθη απ'την οδύνη κοκκινίζουν,

κι η Κυθερεια σ'ολους τους γκρεμούς,

σ'ολα τα φαραγγια πικρα τραγουδάει

Θρηνω για την Κυθερεια,χάθηκε

ο ωραίος Αδωνης

.

.

Αδωνις και Αφροδιτη -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ἄδωνιν, «ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις»·

«ὤλετο καλὸς Ἄδωνις», ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.

μηκέτι πορφυρέοις ἐνὶ φάρεσι Κύπρι κάθευδε·

ἔγρεο, δειλαία, κυανόστολα καὶ πλατάγησον

5στήθεα καὶ λέγε πᾶσιν, «ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις».

αἰάζω τὸν Ἄδωνιν·

ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.

κεῖται καλὸς Ἄδωνις ἐν ὤρεσι μηρὸν ὀδόντι,

λευκῷ λευκὸν ὀδόντι τυπείς, καὶ Κύπριν ἀνιῇ

λεπτὸν ἀποψύχων· τὸ δέ οἱ μέλαν εἴβεται αἷμα

10χιονέας κατὰ σαρκός, ὑπ᾽ ὀφρύσι δ᾽ ὄμματα ναρκῇ,

καὶ τὸ ῥόδον φεύγει τῶ χείλεος· ἀμφὶ δὲ τήνῳ

θνᾴσκει καὶ τὸ φίλημα, τὸ μήποτε Κύπρις ἀποίσει.

Κύπριδι μὲν τὸ φίλημα καὶ οὐ ζώοντος ἀρέσκει,

ἀλλ᾽ οὐκ οἶδεν Ἄδωνις ὅ νιν θνᾴσκοντα φίλησεν.

15αἰάζω τὸν Ἄδωνιν· ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.

ἄγριον ἄγριον ἕλκος ἔχει κατὰ μηρὸν Ἄδωνις,

μεῖζον δ᾽ ἁ Κυθέρεια φέρει ποτικάρδιον ἕλκος.

τῆνον μὲν περὶ παῖδα φίλοι κύνες ὠρύονται

καὶ Νύμφαι κλαίουσιν Ὀρειάδες· ἁ δ᾽ Ἀφροδίτα

20λυσαμένα πλοκαμῖδας ἀνὰ δρυμὼς ἀλάληται

πενθαλέα νήπλεκτος ἀσάνδαλος, αἱ δὲ βάτοι νιν

ἐρχομέναν κείροντι καὶ ἱερὸν αἷμα δρέπονται·

ὀξὺ δὲ κωκύοισα δι᾽ ἄγκεα μακρὰ φορεῖται

Ἀσσύριον βοόωσα πόσιν, καὶ παῖδα καλεῦσα.

25ἀμφὶ δέ νιν μέλαν αἷμα παρ᾽ ὀμφαλὸν ᾀωρεῖτο,

στήθεα δ᾽ ἐκ μηρῶν φοινίσσετο, τοὶ δ᾽ ὑπὸ μαζοὶ

χιόνεοι τὸ πάροιθεν Ἀδώνιδι πορφύροντο.

«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν», ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.

ὤλεσε τὸν καλὸν ἄνδρα, σὺν ὤλεσεν ἱερὸν εἶδος.

30Κύπριδι μὲν καλὸν εἶδος ὅτε ζώεσκεν Ἄδωνις,

κάτθανε δ᾽ ἁ μορφὰ σὺν Ἀδώνιδι. «τὰν Κύπριν αἰαῖ».

ὤρεα πάντα λέγοντι, καὶ αἱ δρύες «αἴ τὸν Ἄδωνιν»·

καὶ ποταμοὶ κλαίοντι τὰ πένθεα τᾶς Ἀφροδίτας,

καὶ παγαὶ τὸν Ἄδωνιν ἐν ὤρεσι δακρύοντι,

35ἄνθεα δ᾽ ἐξ ὀδύνας ἐρυθαίνεται, ἁ δὲ Κυθήρα

πάντας ἀνὰ κναμώς, ἀνὰ πᾶν νάπος οἰκτρὸν ἀείδει,

«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν· ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις»·

.

.

.

 .

.




Ο Εθνομαρτυς Ρήγας Φεραίος και το επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κειου
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Η μετάφραση του επιγραμματος του Σιμωνίδη του Κειου από τον Ρήγα Φεραιο)

Ο Εθνομαρτυς Ρήγας Φεραίος είχε βαθειά γνώση των αρχαίων προγόνων του,των λόγων τους,να μείνει πιστός σ'εκεινους

και το ετηρησεν με τον μαρτυρικόν Υπέρ Πατρίδος θάνατον του

Σιμωνίδης ο Κείος

Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα 
τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι 

Οδοιπορε περνώντας από την Σπάρτη ειπέ πως εταφημεν εδώ,
πολεμησαντες δια τους ιερούς νόμους της
(μετάφραση του Ρήγα Φεραίου)

Φιλε,πες στους Λακεδαίμονες πως εδω ήμαστε πεσμενοι
στα λόγια εκείνων πιστοι
(μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)
.
.
.
.
.

 .

.


Τα δαιμόνια και η αγέλη των  χοίρων

(Ματθαίος η' 28-Λουκας η' 27)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Κυριακή Ε΄ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μτθ. η’ 28 – θ’ 1


στο καιρο εκείνο όταν ήρθε ο Ιησούς στη χώρα των Γεργησηνων συναντήθηκαν με αυτόν δύο δαιμονισμένοι,πολύ φοβεροί,τόσο που κάποιος δεν μπορούσε από εκείνο το δρόμο να περάσει.Και τοτε του φώναξαν,λέγοντας.Γιατι σε μας Ιησού Υιε του Θεού ήρθες εδώ 

πριν την ώρα να μας βασανίσεις;

Ήταν μακριά απ'αυτους μια αγέλη πολλών χοίρων που έβοσκε.Οι δαιμονες τότε τον παρακάλεσαν λεγοντας.

Αν μας βγάλεις έξω,επέτρεψε μας να πάμε στην αγέλη των χοίρων.Και είπε σ'αυτους.Πηγενεται.Αυτοι  βγαίνοντας έξω πήγαν στην αγέλη των χοίρων.Και τότε,όρμησε όλη η αγέλη των χοίρων προς το γκρεμο στη θάλασσα και πέθαναν μέσα στα νερά.Οι βοσκοί τότε εφύγαν,και πηγαίνοντας στη πόλη,τα ανάφεραν όλα κι αυτα των δαιμονισμένων.Και τότε όλη η πόλη βγήκε έξω για να συναντήσει τον Ιησού κι όταν τον είδαν ,τον παρακάλεσαν όπως βγει από τα σύνορα τους.

Και μπαίνοντας σε πλοίο πέρασε απέναντι,και ήρθε στην πόλη του


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά κεφ. η' στίχοι 27-39


στο καιρο  εκεινο όταν ήρθε ο Ιησούς στη χώρα των Γαδαρηνων,η οποία είναι

αντιπερα της Γαλιλαίας,συναντήθηκε με αυτόν κάποιος άντρας απο τη πόλη,

ο όποιος είχε δαιμόνια από πολλά χρόνια,και ρούχο δεν ντυνονταν και σε σπίτι

δεν έμενε,αλλά μέσα στα μνήματα,.Βλεπωντας το Ιησου και βγάζοντας μεγάλη 

φωνή έπεσε μπροστά του και με φωνή μεγάλη είπε.Τι με μένα και με σένα,

Ιησού,υιέ του Θεού του υψίστου,σε παρακαλώ,μη με βασανίσεις.

Τότε διέταξε το ακάθαρτο πνεύμα να βγει έξω από τον άνθρωπο.Γιατι πολλά

χρόνια τον είχε αρπαγμενο στη κατοχή του,και έδεναν μ'αλυσιδες και χαλιναρια

να τον φυλάνε,κι αφού έσπαζε τα δεσμά έτρεχε από τον δαίμονα μεσα στις 

ερημιες.Τον ρωτησε ο Ιησούς λέγοντας.ποιο είναι τ'ονομα σου,αυτός είπε.

λεγεων γιατί δαιμονια πολλά μπήκαν μέσα σ'αυτόν και τον παρακαλούσε

να μην τα προσταξει στην άβυσσο να πάνε.

Ήταν εκεί αγέλη χοίρων πολλών που βοσκουσαν στο όρος,και τον παρεκαλούν

για να επιτρέψει σ'αυτους σ'εκεινους να μπουν μέσα και το επέτρεψε 

σ'αυτους.Τοτε εξερχόμενα τα δαιμόνια από τον άνθρωπο εισήρθαν στους χοίρους,κι όρμησε η αγέλη κατά το γκρεμό στη λίμνη και πνίγηκε.Βλεποντας

αυτοί που βοσκούσαν αυτό που έγινε έφυγαν,και ανέφεραν στη πόλη και

στους αγρούς.Βγηκαν τότε να δουν το γεγονός κι ήρθαν προς τον Ιησού και

βρήκαν καθισμενον τον ανθρωπο, απ'τον οποίο τα δαιμόνια είχαν λυθει,

ντυμένο και φρόνιμο κοντά στα πόδια του Ιησού και φοβηθηκαν

Σ'αυτους τότε ανάφεραν αυτοί που είδαν πως σώθηκε ο δαιμονισμένος.

Και ζήτησαν από αυτόν όλο το πλήθος από τα  περιχωρα των Γαδαρηνων  να φύγει απ'αυτους ,γιατί μεγάλος φόβος τους κατείχε.Τοτε αυτός μπαινοντας

σε πλοίο ξαναγύρισε.Τον ικετευε ο άντρας,απ'τον οποιο λύθηκαν από μέσα του 

τα δαιμόνια,να είναι μ'αυτον μαζί.ομως τον άφησε ελεύθερο λέγοντας

ξαναγυρισε στο σπίτι σου και να διηγηθείς ασα έκανε σε σένα ο Θεός.

Κι έφυγε σ'ολη την πόλη διαδίδοντας όσα έκανε σ'αυτόν ο Ιησους

.

Κυριακή Ε΄ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μτθ. η’ 28 – θ’ 1


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι, ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν, λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Ἦν δὲ μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. Οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. Οἱ δὲ ἐξελθόντες, ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. Καὶ ἰδοὺ, ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. Οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον· καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἰδόντες αὐτὸν, παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον, διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

.

.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά κεφ. η' στίχοι 27-39


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνών, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκία οὐκ ἔμενεν, ἀλλ' ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλη εἶπε· τὶ ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαι σοῦ, μὴ μὲ βασανίσῃς.


Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τάς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὃ Ἰησοῦς λέγων τὶ σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεὼν ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.


Ἢν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὅρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν καὶ ἐπέτρψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἢ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξήλθαν δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ' οὐ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἰματισμενον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν.


Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχωροῦ τῶν Γαδαρηνὼν ἀπελθεῖν ἀπ' αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. Αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ' οὐ ἐξεληλυθει τὰ δαιμόνια, εἲναι σῦν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὃ Ἰησοῦς λέγων· ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησε σοὶ ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε καθ' ὅλην τῇ πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

.

.

.

 


Περί του Πλούτου

-Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: Κεφ. Ιβ. 16 – 21

-Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: Κεφ. ιθ’ 16-26

-Μεγας Βασίλειος,Ομιλία εις το  

Καθελώ μου τας αποθήκας

(αποσπάσματα)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: Κεφ. Ιβ. 16 – 21


είπε ο Κύριος αυτή τη παραβολή.Καποιου ανθρώπου πλούσιου αφθονα καρποφόρεσαν τα χωράφια και σκέφτονταν λέγοντας:τι να κάνω,ότι δεν έχω που να συγκεντρώσω τους καρπούς μου;Και είπε:αυτό θα κάνω.Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και μεγαλύτερες θα οικοδόμησω,και θα συγκεντρώσω εκεί όλα

τα γεννηματά μου και τα αγαθά μου,και θα πω στην ψυχή μου.Ψυχη,

έχεις πολλά αγαθά,θα είναι για χρόνια πολλά.Αναπαυσου,φάγε,πιε,ευφρανου.

Είπε τότε σε αυτόν ο Θεός:Αφρονα,αυτή τη νύχτα την ψυχή σου θα σου

ζητήσουν,αυτά που ετοίμασες ποιανού θα είναι;Έτσι ειναι αυτός που θησαυριζει για τον εαυτό του,και δεν πλουτίζει εις Θεόν.Αυτα λέγοντας είπε:αυτός που έχει

αυτιά να ακούει,ας ακουει


Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην. Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων: τί ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου? Και είπε: τούτο ποιήσω. Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου. Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά. Αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. Είπε δέ αυτώ ο Θεός: «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού, α δέ ητοίμασας τίνι έσται»? Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μή εις Θεόν πλουτών. Ταύτα λέγων εφώνη: ο έχων ότα ακούειν, ακουέτω.

.

.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: Κεφ. ιθ’ 16-26


Και να ένας πλησιάζοντας είπε σ'αυτον.διδασκαλε αγαθέ,τι αγαθό να κάνω για

να έχω ζωή αιωνιο;τότε αυτός είπε σ'αυτόν.γιατι με λες αγαθό;κανένας αγαθός

δεν είναι παρά ένας ο Θεός.αν θέλεις να εισέλθεις στη ζωή,τήρησε τις εντολές.λεει σ'αυτόν.ποιες;τότε ο Ιησούς είπε.το ου φονεύσεις,ου μοιχευσεις,ου κλέψεις,ου ψευδομαρτυρησεις,τιμα τον πατέρα και την μητέρα,και να αγαπησεις

τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου.λεγει σ'αυτόν ο νεαρός.ολα αυτά τα

φύλαξα από την νεότητα μου.τι ακόμα μου μενει να κανω;είπε σ'αυτόν ο Ιησούς.

αν θέλεις τέλειος να είσαι.πηγαινε και πώλησε τα υπάρχοντα σου και δωσ'τα στους πτωχούς,και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό.κι έλα εδώ κι ακολούθησε με.

τότε αφού άκουσε ο νεαρός το λόγο αυτό αναχώρησε στεναχωρημένος,γιατί

είχε κτήματα πολλά.Τοτε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του.Αληθεια σας λέω

ότι δύσκολα πλούσιος θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών.και παλι σας λέω.

ευκολότερον είναι καμήλα μέσα από τρυπα βελόνας να περάσει πάρα πλούσιος στη βασιλεία του Θεού να εισέλθει.τοτε οταν άκουσαν οι μαθητές αυτό εξεπλάγησαν πάρα πολύ λέγοντας.ποιος επομενως μπορεί να σωθεί;τότε

κοιτάζοντας τους ο Ιησούς είπε σ'αυτους.για τους ανθρώπους αυτό αδύνατο 

είναι.ομως για το Θεό τα πάντα δυνατά είναι.


16 Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον; 17 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς. 18 λέγει αὐτῷ· ποίας; ὁ δὲ  Ἰησοῦς εἶπε· τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, 19 τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 20 λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; 21 ἔφη αὐτῷ ὁ  Ἱησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. 22 ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά. 23  Ὁ δὲ  Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 24 πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. 25 ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· τίς ἄρα δύναται σωθῆναι; 26 ἐμβλέψας δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι

.

.

Μεγας Βασίλειος,Ομιλία εις το  

Καθελώ μου τας αποθήκας

(αποσπάσματα)

....

μη νομίζεις ολα για την κοιλιά σου ότι έχουν ετοιμαστει.Πως είναι αλλων σκέψου αυτά στα χέρια σου,

λίγο χρόνο σε ευχαριστουν,επειτα

σκορπούν και χανονται.


 μὴ πάντα οἴου

τῇ γαστρὶ τῇ σῇ παρεσκευάσθαι. Ὡς

περὶ ἀλλοτρίων βουλεύου τῶν ἐν χερ-

σίν· μικρὸν εὐφραίνει σε χρόνον, εἶτα

διαῤῥυέντα οἰχήσεται,

....

Συ όμως όλα μαζί με πόρτες και μοχλούς τα'χεις κλεισμένα


 Σὺ δὲ πάντα ὁμοῦ θύραις καὶ

μοχλοῖς ἐναποκλείσας ἔχεις· 

....

Τι να κάνω;Εύκολο θα ήταν να πεις ότι θα χορτάσω τις ψυχές των πεινασμενων,θ'ανοιξω τις αποθηκες κι όλους θα καλέσω τους δυστυχεις


Τί ποιήσω; Ἕτοιμον ἦν εἰπεῖν ὅτι

Ἐμπλήσω τὰς ψυχὰς τῶν πεινώντων,ἀνοίξω τὰς ἀποθήκας, καὶ πάντας καλέσω τοὺς ἐνδεεῖς.

....

Κι ας πούνε και για σένα.Μοιρασε,έδωσε στους πτωχους,η δικαιοσύνη θα παραμείνει στον αιωνα.

Μην μεγαλώνεις τις τιμές

εκμεταλλευόμενος τις ανάγκες.Μην περιμένεις έλλειψη σιταριού για να 

ανοίξεις τα αμπάρια με το σιταρι


Λεγέσθω καὶ περὶ σοῦ· Ἐσκόρπισεν,

ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη

αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα·

Μὴ βαρύτιμος ἔσο ταῖς χρείαις ἐπιτιθέσομενος. Μὴ ἀνάμενε σιτοδείαν, ἵνα ἀνοίξῃς σιτοδοχεῖα·

....

γιατί ποια μηχανή για χρυσό δεν κινείς;το σιταρι σε σένα γίνεται χρυσός,το κρασί σε χρυσό στεροποιειται,τα μαλλια χρυσωνονται,καθε εμπορική πραξη,

κάθε ιδεα σε σένα χρυσό φερνει.

Αυτός ο ίδιος ο χρυσός χρυσό γεννάει πολλαπλασιαζόμενος από τα δάνεια,και χορτασμος δεν είναι,

και τέλος  της επιθυμίας δεν βρισκειται


Ποίαν γὰρ μηχανὴν διὰ χρυσὸν

οὐ κινεῖς; Ὁ σῖτος χρυσός σοι γίνεται,ὁ οἶνος εἰς χρυσὸν μεταπήγνυται, τὰἔριά σοι ἀποχρυσοῦται· πᾶσα ἐμπορία,

πᾶσα ἐπίνοια χρυσόν σοι προσάγει.

Αὐτὸς ἑαυτὸν ὁ χρυσὸς ἀπογεννᾷ πολυπλασιαζόμενος ἐν δανείσμασι· καὶκόρος οὐκ ἔστι, καὶ τέλος τῆς ἐπιθυμίας οὐκ ἐξευρίσκεται.

....

Τα πηγάδια όταν αντλούνται γεμιζουν νερο,όταν είναι παρατημένα σαπίζει το νερο,έτσι κι ο πλούτος όταν είναι στάσιμος είναι αχρηστος,όταν όμως κινειται και μοιραζεται για κοινή ωφέλεια είναι και καρποφόρος


 Τὰ φρέατα ἐξαντλούμενα εὐροώτερα γίνεται· ἐναφιέμενα

δέ, κατασήπεται· καὶ πλούτου τὸ μὲνστάσιμον ἄχρηστον, τὸ δὲ κινούμενον καὶ μεταβαῖνον κοινωφελὲς καὶ ἔγκαρπον. 

....

φάγε,πιε,ευρανσου κάθε μέρα.Τι παραφροσύνη!Αν ψυχή είχες χοίρου,τι άλλο παρά αυτό σ'αυτη 

θα προσφέρεις;Τόσο σαν ζώο είσαι,τόσο χωρίς συναισθηση για τα αγαθά της ψυχής με τροφές σαρκικές αυτή τρεφεις.Κι όσα ο απόπατος δεχεται,αυτά στη ψυχή στελνεις


φάγε, πίε, εὐφραίνου καθ'

ἡμέραν· Ὤ τῆς ἀλογίας! Εἰ δὲ χοιρείανεἶχες ψυχήν, τί ἂν ἄλλο ἢ τοῦτο αὐτῇεὐηγγελίσω; Οὕτω κτηνώδης εἶ, οὕτωςἀσύνετος τῶν τῆς ψυχῆς ἀγαθῶν, τοῖς τῆς σαρκὸς αὐτὴν βρώμασιν δεξιούμενος· καὶ ὅσα ὁ ἀφεδρὼν ὑποδέχεται,ταῦτα τῇ ψυχῇ παραπέμπεις;

....

Αυτός λοιπόν που σε λίγο πρόκειται 

να φύγει από τη ζωή,τι σκέφτεται;

Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας, καὶ μείζονας οἰκοδομήσω


Ὁ γὰρ μετ' ὀλίγον μέλλων ἀνάρ-

παστος ἄγεσθαι, οἷα βουλεύεται;

Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας, καὶ μείζονας οἰκοδομήσω

....

Η' λωποδύτης αυτός που απογυμνωνει τον ντυμένο.θα ονομαστεί.Αυτος που μπορεί και δεν ντύνει τον γυμνό,με ποιο άλλο όνομα αξίζει να ονομαστεί;Γι'αυτον.που πεινάει είναι ο άρτος,που εχεις,στο γυμνομενο το ρούχο,που φυλας στις αποθηκες,στον  ξυπολητο το παπούτσι ,που σε σένα σαπιζει,το χρήμα που'χεις κρυμμένο,σ'αυτον που το χρειαζεται,Ώστε αδικεις τόσους οσους θα μπορούσες να δωσεις


Ἢ ὁ μὲν ἐνδεδυμέ-

νον ἀπογυμνῶν λωποδύτης ὀνομα-

σθήσεται· 

· ὁ δὲ τὸν γυμνὸν μὴ ἐνδύων,

δυνάμενος τοῦτο ποιεῖν, ἄλλης τινός

ἐστι προσηγορίας ἄξιος; Τοῦ πεινῶντός

ἐστιν ὁ ἄρτος, ὃν σὺ κατέχεις· τοῦ γυ-

μνητεύοντος τὸ ἱμάτιον, ὃ σὺ φυλάσ-

σεις ἐν ἀποθήκαις· τοῦ ἀνυποδέτου τὸ

ὑπόδημα, ὃ παρὰ σοὶ κατασήπεται· τοῦ

χρῄζοντος τὸ ἀργύριον, ὃ κατορύξας

ἔχεις. Ὥστε τοσούτους ἀδικεῖς, ὅσοις

παρέχειν ἠδύνασο.


.....


πόσο άξιος σε σένα θα φανει τη μέρα της κρισεως ο λογος εκείνος.Ελατε,οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου,κληρονομησατε την ετοιμασμενη για σας βασιλεία από την αρχή του κοσμου.Γιατι πεινασα,και δώσατε σε μένα να φάω,δίψασα,και με ξεδιψασατε,γυμνός ήμουν και με 

ντυσατε.

Αλλά τρομερή φρικη σε σένα,

και ιδρώτας και σκοτάδι θα σε 

σκεπάσει,όταν ακούσεις την καταδίκη.Φυγετε από μενα,οι καταραμένοι,εις το σκότος το εξώτερον,που ετοιμάστηκε από τον διάβολο και τους αγγέλους του.Γιατι πεινασα,και δεν δώσατε σε μένα να φάω,δίψασα κι ούτε με ξεδιψασατε,γυμνός ήμουν και δεν με ντυσατε,

Γιατί εκεί δεν δικάζεται ο άρπαγας,αλλά  αυτος που δεν 

μοιράζεται με άλλους  κρινεται

 

Ὤ πόσου ἄξιόν σοι φα-

νεῖται ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως τὸ ῥῆμα ἐκεῖνο· Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμα-

σμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέμοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατε με·

γυμνὸς ἤμην, καὶ περιεβάλετέ με· Ποταπὴ δέ σοι φρίκη, καὶ ἱδρώς, καὶ σκότος περιχυθήσεται, ἀκούοντι τῆς

καταδίκης· Πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι, εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον,τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ

ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ οὐκἐποτίσατέ με· γυμνὸς ἤμην, καὶ οὐ περιεβάλετε με· Οὐδὲ γὰρ ἐκεῖ ὁ ἅρπαξ

ἐγκαλεῖται, ἀλλ' ὁ ἀκοινώνητος κατακρίνεται.

.

.


Από τα διηγήματα του ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
Τοξαρις η'  περί φιλίας
-μεταφραση-αποδοση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

α' μέρος
Αγαθοκλής και Χαρίκλεια

ΜΝΗΣΙΠΠΟΣ.μαρτυρας λοιπόν ας είναι ο Φίλιος Ζευς,για όσα,θα σου πω,
είτε ο ιδιος τα γνωριζω,είτε απ'αλλους για την ακρίβεια ρώτησα να μάθω,
τίποτα από μόνος μου δεν θα μεγαλοποιησω.
και κατά πρώτον του Αγαθοκλή και του Δεινια τη φιλια θα σου διηγηθώ,
που φημισμένη στους Ίωνες έγινε.Γιατι αυτος ο Αγαθοκλής απ'τη Σάμο
που πριν λίγο ζούσε,άριστος στη φιλία αποδείχτηκε,στα αλλά δεν ήταν
καθόλου ανώτερος από τους πολλούς Σαμιους ούτε σε γενια ούτε σε άλλη περιουσία.
Με τον Δεινια του Λυσωνα απ'την Έφεσο φίλος από παιδί ήταν.Ο Δεινιας
ήταν πλούσιος πάρα πολύ κι όπως γίνεται αφού νεόπλουτος ήταν,πολλούς
και διάφορους είχε γύρω του, επιτήδειους να πίνουν μαζί  και στις
διασκεδάσεις να συνεβρίσκονται,στη φιλία όμως παρά πολύ υπολειπονταν.
Στην αρχή λοιπόν μ'αυτους κι ο Αγαθοκλής συναναστρέφονταν και συνεβρισκονταν κι έπινε μαζί τους,χωρίς μ'αυτους να του αρέσει πολύ 
τέτοια σπατάλη.Κι ο Δεινιας απ'την άλλη καθόλου δεν του'χε περισσότερη
εκτίμηση απ'τους κόλακες.
Και τέλος ήταν αντίθετος πολλά κατακρινοντας,και φορτικός εγινε
επενθυμίζοντας πάντα τους προγόνους και προειδοποιωντας να φυλαει 
αυτά που μετα πολλων κόπων ο πατέρας σ'αυτον αφού απόκτησε του
τ'άφησε,με αποτέλεσμα γι'αυτά στα γλέντια δεν τον έπαιρνε πια,αλλά
μόνος μ'εκείνους διασκέδαζε,προσπαθώντας να ξεφύγει τον Αγαθοκλη.
Και κάποτε απ'τους κόλακες εκείνους ο δυστυχος πείστηκε πως
τον ερωτεύτηκε η Χαρίκλεια του Δειμωνακτα η γυναίκα,ενός άντρα επιφανούς
και πρώτου απ'τους Εφεσιους στα πολιτικά.Και γράμματα του έφταναν στο σπίτι από τη γυναίκα  και στεφάνια μισομαραμενα και κάποια μήλα δαγκωμενα
κι άλλα απ'όσα οι πουτανες για τους νέους μηχανεύονται,με προσοχη
σχεδιάζουν σ'αυτους τους ερωτες και τους φουντώνουν να νομίζουν πως
πρώτη φορά ερωτεύονται,γιατί αυτό ελκυστικό είναι και μάλιστα σ'αυτούς
που νομίζουν πως είναι ωραίοι,μέχρι χωρίς να το καταλάβουν στα δίχτυα να πέσουν. 
Η Χαρίκλεια ήταν γοητευτική γυναίκα,αδιαντροπη όμως στη πουτανια και παντοτε την έπεφτε σ'οσους συναντούσε κι ακόμα αν πολύ λίγο καποιος το ήθελε.κι αν καποιος και μόνο την κοιτούσε,αμέσως του'κανε νεύμα ναι,και 
καμια ντροπή δεν είχε για ν'αρνηθεί η Χαρίκλεια.
πανούργα και κατά τ'αλλα και τεχνητρα από οποια ήθελε από τις εταιρες
να παρασύρει εραστή κι αν διστάζει ολοκληρωτικά να γοητεύει κι αφού
τον είχε τον αναστατωνε και τον έκαιγε δηθεν με το θυμό,δηθεν με ερωτολογα
και μετά από λίγο με την περιφρόνηση και με προσποιηση πως άλλον προτιμά,
κι είχε όλο τον έλεγχο η γυναίκα και πολλά τεχνάσματα ετοίμαζε για τους
εραστες,
αυτη λοιπόν τότε οι κόλακες του Δεινια έρριξαν στον αβγαλτο νεαρό και
με πολλά κοροϊδεύοντας,τον εσπρωχναν στον έρωτα της Χαρίκλειας,αυτή 
πολλούς ήδη νέους είχε καταστρέψει και μυριάδες έρωτες ειχε υποκριθει
και σπίτια πλούσια είχε αναστατώσει,πονηρή και πολύπειρη να αποπλανησει,
παίρνοντας στα χέρια αφελή κι άπειρο σε τέτοια τεχνάσματα νεαρό μέσα
στα νύχια της,τον ξεμυαλισε εντελώς,όμως κάνοντας τον κυριολεκτικά ότι 
ήθελε κι αυτή όμως χάθηκε απ'το θυμα της και στον δύστυχο τον Δεινια για
μύρια κακά η αιτία έγινε.
κατά πρώτον λοιπόν του πετούσε εκείνα τα γράμματα ,στέλνοντας συνεχως
την ρουφιανα υπηρετρια της,πως τάχα έκλαψε και δεν είχε υπνο και τέλος 
πως θα κρεμαστει για τον έρωτα του,ώσπου ο αφελής πείστηκε πως είναι
ωραίος και στις γυναίκες της Εφέσου περιζητητος και με τα πολλά τέτοια
κόλπα πιάστηκε στα δίχτια της.
Από κεί και πέρα ήταν πια εύκολο,για να καταστραφεί από γυναίκα ωραία
και γνωστρια των ερωτικών απολαύσεων,και ποτε έκανε πως δακρύζει,
και που συχνά αναστεναζε παθιαρικα αναμεσα τα λόγια της  κι όταν αυτός έφευγε τον αγκάλιαζε,κι όταν έρχονταν έτρεχε να τον προϋπαντήσει και
καλλωπιζονταν για να του αρέσει πιο πολύ και συχνά τραγουδούσε κι έπαιζε κιθαρα.
Όλ'αυτά για τον Δεινια τα μεταχειρίζονταν,κι όταν κατάλαβε ότι τον είχε αποπλανησει  και εντελώς από έρωτα ξετρελανει,κι άλλο επινόησε επιπλέον 
και τον δύστυχο αφάνισε.εκανε τάχα πως γκαστρωθηκε απ'αυτον-
αρκετό αυτό για να βάλει φωτιά σ'έναν βλάκα εραστη-κι έπαψε να πηγαινει σ'αυτόν,
τάχα να φυλαχτεί απ'τον άντρα της που'χε μάθει για τον έρωτα τους,αυτό 
εκείνος δεν μπορούσε να το υποφερει,ούτε ν'αντεξει να μην την βλέπει,έκλαιγε 
και τους κολακες έστελνε,και τ'ονομα της Χαρίκλειας φώναζε και την
εικόνα της αγκαλιαζε-που'χε κάνει με λευκή πετρα-οδυρονταν,και τέλος,
πέφτοντας στο πάτωμα κυλιονταν και ήταν ακριβως σαν να'χε λυσσαξει,
Και τα δώρα πια δεν ήταν μήλα και στεφάνια που της έδωσε,αλλά ολόκληρα
σπίτια και χωράφια και υπηρέτες και φορέματα στολισμένα στο χρυσό όσα
ηθελε.
και μετά τι έγινε;σύντομα απ'το σπίτι του Λυσωνα,το πιο ονομαστό στην Ιωνία,
δεν εμεινε τίποτα πια κι άδειασε.Επειτα,αφού πια στεγνός ήταν,τον παράτησε 
για κάποιον άλλον Κρητικό νεαρό από πλούσια οικογένεια ψαρεύοντας και
σ'εκεινον πήγαινε και του'κανε την ερωτευμένη και κείνος το πιστευε.
παρατημένος λοιπόν ο Δεινιας όχι μόνο απ'την Χαρίκλεια αλλά κι απ'τους
κόλακες γιατί εκείνοι ήδη στον Κρητικό εραστή έτρεξαν παει στον
Αγαθοκλή που από πολύ καιρό ήδη ήξερε την κατάντια του και ντρεπονταν 
να του τα  πει ολα-για τον ερωτα,για το ξαφρισμα,για την περιφρόνηση της γυναίκας,για τον Κρητικό αντεραστη,και τέλος,πως δεν μπορεί να ζήσει
χωρις τη Χαρίκλεια,και θεωρώντας που είναι άκαιρο να θυμίσει στον Δεινια
ότι αυτόν μονάχα απ'τους φίλους δεν έκανε παρέα αλλά τους κόλακες απ'αυτον
προτιμούσε τοτε,αφού πούλησε το μοναδικό πατρικό σπίτι που'χε στη
Σάμο επέστρεψε και του'δωσε τα χρήματα,τρία ταλαντα,
παίρνοντας τα ο Δεινιας αμέσως εμφανίστηκε στη Χαρίκλεια που τον βρήκε 
πως ξαναομορφηνε και πάλι η ρουφιαννα υπηρέτρια και τα γράμματα,και του
παραπονέθηκε που εξαφανίστηκε τόσο καιρό,κι οι κόλακες ξανατρεξαν να 
μαδησουν,βλεπωντας πως ήταν ακόμη φαγώσιμος ο Δεινιας.
Της είπε πως θα πάει σ'αυτη και πήγε την ώρα του πρώτου ύπνου και μεσα
ήταν,ο Δειμωνακτας,ο άντρας της Χαρίκλειας,είτε το μυριστηκε,είτε κι επειδή 
από συννενόηση με τη γυναίκα,και τα δύο λέγονται,βγαίνοντας από κρυψώνα
φώναξε να κλειστεί η πόρτα της αυλής και να συλληφθεί ο Δεινιας,με φωτιά 
και μαστίγιο απειλώντας και τράβηξε  πάνω του το σπαθί όπως σε μοιχο,
αυτός καταλαβαίνοντας τον κίνδυνο,αρπάζει ένα λοστό που ήταν εκεί κοντά
και σκοτώνει τον Δειμωνακτα,κτυπώντας τον στον κρόταφο,και τη Χαρίκλεια,
όχι μία φορά πληγώνοντας,αλλά με το λοστό πολλές φορές,και με το σπαθί 
του Δειμωνακτα υστερα.
οι υπηρέτες στην αρχή έμειναν αφωνοι,απ'τό τρομερό πράγμα που γίνονταν
ξαφνιασμένοι,έπειτα προσπαθησαν να τον συλλάβουν,αυτός όρμησε με
το ξίφος πάνω τους,κι εκείνοι σκόρπισαν,ο Δεινιας απομακρύνθηκε γρήγορα μετα απο τέτοιο μεγάλο φονικό που εκανε και μέχρι να ξημερώσει στον Αγαθοκλη έμεινε,κι αναλογίζονταν αυτά που πραχτηκαν,κι αυτά που πρόκειται να συμβουν  μελλοντικά,όταν ξημέρωσε ήρθαν οι στρατηγοι-γιατι ήδη το φονικό μαθευτηκε-κι αφού συνέλαβαν τον Δεινια,που δεν αρνήθηκε πως έκανε φονο,τον πήγαν στον αρμοστή που κυβερνούσε την Ασία τοτε,αυτός στον μεγάλο βασιλέα τον παραπεμπει και μετά από λίγο στάλθηκε ο Δεινιας στη Γυάρο νησι
των Κυκλάδων,σ'αυτη να μείνει εξόριστος για πάντα με απόφαση του βασιλεα,
ο Αγαθοκλής και στ'αλλα συμπαραστάθηκε και βρέθηκε στην Ιταλία και
παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ο μόνος απ'τους φίλους και σε τίποτα
δεν δείλιασε,κι όταν  πια έφευγε για την εξορία ο Δεινιας,ούτε τότε εγκατέλειψε τονφίλο,καταδίκασε λοιπόν τον ίδιο του τον εαυτό να μεινει στη Γυαρο
και εξορίατηκε μαζί μ'αυτον,και επειδή σ'ολα τα αναγκαία  είχαν στέρηση,
πήγε σε ψαράδες πορφύρα και έκανε καταδύσεις και μ'αυτο που κέρδιζε
κι έφερνε έτρεφε τον Δεινια,κι οταν κάποτε αρρώστησε για πολύ καιρό τον φρόντισε και τον θεραπευσε,κι όταν πέθανε δεν θέλησε να γυρίσει στο
στο τόπο του,αλλά στο νησί έμεινε επειδή ντρέπονταν και πεθαμένο 
να εγκαταλείψει τον φίλο του.
αυτη  είναι η συμπεριφορά Έλληνα φίλου που δεν  έγινε πριν από  πολλά χρονια,
γιατι όπως ξέρω πέντε ήδη χρόνια έχουν περάσει απ'ότου ο Αγαθοκλής στη 
Γυαρο πεθανε.
.
.
ΜΝΗΣΙΠΠΟΣ 12 ἴστω τοίνυν ὁ Ζεὺς ὁ Φίλιος, ἦ μὴν ὁπόσα, ἂν λέγω πρὸς σὲ ἢ αὐτὸς εἰδὼς ἢ παρ᾽ ἄλλων ὁπόσον οἷόν τε ἦν δι᾽ ἀκριβείας ἐκπυνθανόμενος ἐρεῖν, μηδὲν παρ᾽ ἐμαυτοῦ ἐπιτραγῳδῶν. Καὶ πρώτην γέ σοι τὴν Ἀγαθοκλέους καὶ Δεινίου φιλίαν διηγήσομαι, ἀοίδιμον ἐν τοῖς Ἴωσι γενομένην. Ἀγαθοκλῆς γὰρ οὗτος ὁ Σάμιος οὐ πρὸ πολλοῦ ἐγένετο, ἄριστος μὲν πρὸς φιλίαν, ὡς ἔδειξεν, τὰ ἄλλα δὲ οὐδὲν ἀμείνων Σαμίων τῶν πολλῶν οὔτε ἐς τὸ γένος οὔτε ἐς τὴν ἄλλην περιουσίαν. Δεινίᾳ δὲ τῷ Λύσωνος Ἐφεσίῳ φίλος ἐκ παίδων ἦν. ὁ δὲ Δεινίας ἐπλούτει ἄρα εἰς ὑπερβολήν καὶ ὥσπερ εἰκὸς νεόπλουτον ὄντα, πολλοὺς καὶ ἄλλους εἶχε περὶ ἑαυτόν, ἱκανοὺς μὲν συμπιεῖν καὶ πρὸς ἡδονὴν συνεῖναι, φιλίας δὲ πλεῖστον ὅσον ἀποδέοντας. Tέως μὲν οὖν ἐν τούτοις καὶ ὁ Ἀγαθοκλῆς ἐξητάζετο, καὶ συνῆν καὶ συνέπινεν αὐτοῖς οὐ πάνυ χαίρων τῇ τοιαύτῃ διατριβῇ, καὶ ὁ Δεινίας οὐδὲν αὐτὸν ἐντιμότερον εἶχεν τῶν κολάκων. Τελευταῖον δὲ καὶ προσέκρουε τὰ πολλὰ ἐπιτιμῶν, καὶ φορτικὸς ἐδόκει ὑπομιμνήσκων ἀεὶ τῶν προγόνων καὶ φυλάττειν παραγγέλλων ἃ μετὰ πολλῶν καμάτων ὁ πατὴρ αὐτῷ κτησάμενος κατέλιπεν, ὥστε διὰ ταῦτα οὐδὲ ἐπὶ τοὺς κώμους ἀπῆγεν ἔτι αὐτόν, ἀλλὰ μόνος μετ᾽ ἐκείνων ἐκώμαζε, λανθάνειν πειρώμενος τὸν Ἀγαθοκλέα.
13 Καὶ δή ποτε ὑπὸ τῶν κολάκων ἐκείνων ὁ ἄθλιος ἀναπείθεται ὡς ἐρῴη αὐτοῦ Χαρίκλεια Δημώνακτος γυνή, ἀνδρὸς ἐπιφανοῦς καὶ πρώτου Ἐφεσίων τὰ πολιτικά: καὶ γραμματεῖά τε εἰσεφοίτα παρὰ τῆς γυναικὸς αὐτῷ καὶ στέφανοι ἡμιμάραντοι καὶ μῆλά τινα ἀποδεδηγμένα καὶ ἄλλα ὁπόσα αἱ μαστροποὶ ἐπὶ τοῖς νέοις μηχανῶνται, κατὰ μικρὸν αὐτοῖς ἐπιτεχνώμεναι τοὺς ἔρωτας καὶ ἀναφλέγουσαι τὸ πρῶτον ἐρᾶσθαι νομίζοντας ἐπαγωγότατον γὰρ τοῦτό γε καὶ μάλιστα τοῖς καλοῖς εἶναι οἰομένοις, ἄχρι· ἂν λάθωσιν εἰς τὰ δίκτυα ἐμπεσόντες. ἡ Χαρίκλεια δὲ ἦν ἀστεῖον μέν τι γύναιον, ἑταιρικὸν δὲ ἐκτόπως καὶ τοῦ προστυχόντος ἀεί, καὶ εἰ πάνυ ἐπ᾽ ὀλίγῳ ἐθελήσειέ τις· καὶ εἰ προσίδοι τις μόνον, εὐθὺς ἐπένευε, καὶ δέος οὐδὲν ἦν μή πη ἀντείποι Χαρίκλεια. Δεινὴ δὲ καὶ τὰ ἄλλα, καὶ τεχνῖτις παρ᾽ ἥντινα βούλει τῶν ἑταιρῶν ἐπισπάσασθαι ἐραστὴν καὶ ἀμφίβολον ἔτι ὄντα ὅλον ὑποποιήσασθαι καὶ ἐνεχόμενον ἤδη ἐπιτεῖναι καὶ προσεκκαῦσαι ἄρτι μὲν ὀργῇ, ἄρτι δὲ κολακείᾳ καὶ μετὰ μικρὸν ὑπεροψίᾳ καὶ τῷ πρὸς ἕτερον ἀποκλίνειν δοκεῖν, καὶ ὅλη συνεκεκρότητο ἁπανταχόθεν ἡ γυνὴ καὶ πολλὰ μηχανήματα παρεσκεύαστο κατὰ τῶν ἐραστῶν.
14Ταύτην οὖν τότε οἱ Δεινίου κόλακες παραλαμβάνουσιν ἐπὶ τὸ μειράκιον, καὶ τὰ πολλὰ ὑπεκωμῴδουν, συνωθοῦντες αὐτὸν εἰς τὸν ἔρωτα τῆς Χαρικλείας. ἡ δὲ πολλοὺς ἤδη νέους ἐκτραχηλίσασα καὶ μυρίους ἔρωτας ὑποκριναμένη καὶ οἴκους πολυταλάντους ἀνατρέψασα, ποικίλον τι καὶ πολυγύμναστον κακόν, παραλαβοῦσα εἰς τὰς χεῖρας ἁπλοϊκὸν καὶ ἄπειρον τῶν τοιούτων μηχανημάτων νεανίσκον οὐκ ἀνῆκεν ἐκ τῶν ὀνύχων, ἀλλὰ περιέχουσα πανταχόθεν καὶ διαπείρασα, ὅτε ἤδη παντάπασιν ἐκράτει, αὐτή τε ἀπώλετο ὑπὸ τῆς ἄγρας καὶ τῷ κακοδαίμονι Δεινίᾳ μυρίων κακῶν αἰτία ἐγένετο
Tὸ μὲν γάρ πρῶτον εὐθὺς ἐκεῖνα ἐπ᾽ αὐτὸν καθίει τὰ γραμματεῖα, συνεχῶς πεμπομένη τὴν ἅβραν, ὡς ἐδάκρυσε καὶ ἐπηγρύπνησε καὶ τέλος ὡς ἀπάγξει ἑαυτὴν ἡ ἀθλία ὑπὸ τοῦ ἔρωτος, ἕως δὴ ὁ μακάριος ἐπείσθη καλὸς εἶναι καὶ ταῖς Ἐφεσίων γυναιξὶ περιπόθητος, καί που συνηνέχθη πολλὰ
15 ἱκετευθείς. Τὸ ἐντεῦθεν ἤδη ῥᾷον, ὡς τὸ εἰκός, ἁλώσεσθαι ἔμελλεν ὑπὸ γυναικὸς καλῆς καὶ πρὸς ἡδονήν τε ὁμιλῆσαι ἐπισταμένης καὶ ἐν καιρῷ δακρῦσαι καὶ μεταξὺ τῶν λόγων ἐλεεινῶς ὑποστενάξαι καὶ ἀπιόντος ἤδη λαβέσθαι καὶ εἰσελθόντι προσδραμεῖν καὶ καλλωπίζεσθαι ὡς ἂν μάλιστα ἀρέσειε, καί που καί ᾆσαι καί κιθαρίσαι.
Οἷς ἅπασι κατὰ τοῦ Δεινίου ἐκέχρητο· καὶ ἐπεὶ ᾔσθετο πονηρῶς ἔχοντα καὶ διάβροχον ἤδη τῷ ἔρωτι καὶ τακερὸν γεγενημένον, ἄλλο ἐπὶ τούτοις ἐπενόει καὶ τὸν ἄθλιον ἀπώλλυε· κύειν τε γὰρ ἐξ αὐτοῦ σκήπτεται — ἱκανὸν δὲ καὶ τοῦτο βλᾶκα ἐραστὴν προσεκπυρῶσαι — καὶ οὐκέτι ἐφοίτα πρὸς αὐτόν, φυλάττεσθαι ὑπὸ τἀνδρὸς λέγουσα πεπυσμένου τὸν ἔρωτα.
ὁ δ᾽ οὐκέτι οἷός τε ἦν φέρειν τὸ πρᾶγμα, οὐδὲ ἠνείχετο μὴ ὁρῶν αὐτήν, ἀλλὰ ἐδάκρυε καὶ τοὺς κόλακας εἰσέπεμπεν καὶ τοὔνομα τῆς Χαρικλείας ἐπεβοᾶτο καὶ τὴν εἰκόνα περιβαλὼν αὐτῆς — ἐπεποίητο δὲ λίθου λευκοῦ — ἐκώκυε, καὶ τέλος καταβαλὼν ἑαυτὸν εἰς τοὔδαφος ἐκυλίνδετο καὶ λύττα ἦν ἀκριβὴς τὸ πρᾶγμα. Τὰ μὲν γὰρ δῶρα οὐ κατὰ μῆλα καὶ στεφάνους ἀντεδίδοτο αὐτῇ, ἀλλὰ συνοικίαι ὅλαι καὶ ἀγροὶ καὶ θεράπαιναι καὶ ἐσθῆτες εὐανθεῖς καὶ χρυσὸν ὁπόσον ἐθελήσειε.
14 Ταύτην οὖν τότε οἱ Δεινίου κόλακες παραλαμβάνουσιν ἐπὶ τὸ μειράκιον, καὶ τὰ πολλὰ ὑπεκωμῴδουν, συνωθοῦντες αὐτὸν εἰς τὸν ἔρωτα τῆς Χαρικλείας. ἡ δὲ πολλοὺς ἤδη νέους ἐκτραχηλίσασα καὶ μυρίους ἔρωτας ὑποκριναμένη καὶ οἴκους πολυταλάντους ἀνατρέψασα, ποικίλον τι καὶ πολυγύμναστον κακόν, παραλαβοῦσα εἰς τὰς χεῖρας ἁπλοϊκὸν καὶ ἄπειρον τῶν τοιούτων μηχανημάτων νεανίσκον οὐκ ἀνῆκεν ἐκ τῶν ὀνύχων, ἀλλὰ περιέχουσα πανταχόθεν καὶ διαπείρασα, ὅτε ἤδη παντάπασιν ἐκράτει, αὐτή τε ἀπώλετο ὑπὸ τῆς ἄγρας καὶ τῷ κακοδαίμονι Δεινίᾳ μυρίων κακῶν αἰτία ἐγένετο.
Καὶ τί γάρ; ἐν βραχεῖ ὁ Λύσωνος οἶκος, ὀνομαστότατος τῶν ἐν Ἰωνίᾳ γενόμενος, ἐξήντλητο ἤδη καὶ ἐξεκεκένωτο. Εἶτα, ὡς ἤδη αὖος ἦν, ἀπολιποῦσα αὐτὸν ἄλλον τινὰ Κρῆτα νεανίσκον τῶν ὑποχρύσων ἐθήρα καὶ μετέβαινεν ἐπ᾽ ἐκεῖνον καὶ ἤρα ἤδη αὐτοῦ, κἀκεῖνος ἐπίστευεν.
ἀμελούμενος οὖν ὁ Δεινίας οὐχ ὑπὸ τῆς Χαρικλείας μόνον ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν κολάκων κἀκεῖνοι γὰρ ἐπὶ τὸν Κρῆτα ἤδη τὸν ἐρώμενον μετεληλύθεσαν ἔρχεται παρὰ τὸν Ἀγαθοκλέα καὶ πάλαι εἰδότα ὡς ἔχοι πονηρῶς τὰ πράγματα αὐτῷ, καὶ αἰδούμενος τὸ πρῶτον ὅμως διηγεῖτο πάντα — τὸν ἔρωτα, τὴν ἀπορίαν, τὴν ὑπεροψίαν τῆς γυναικός, τὸν ἀντεραστὴν τὸν Κρῆτα, καὶ τέλος ὡς οὐ βιώσεται μὴ οὐχὶ συνὼν τῇ Χαρικλείᾳ. ὁ δὲ ἄκαιρον εἶναι νομίσας ἐν τούτῳ ἀπομνημονεύειν τῷ Δεινίᾳ διότι οὐ προσίετο μόνον αὐτὸν τῶν φίλων ἀλλὰ τοὺς κόλακας αὐτοῦ προετίμα τότε, ἣν μόνον εἶχεν πατρῴαν οἰκίαν ἐν Σάμῳ ἀπεμπολήσας ἧκεν αὐτῷ τὴν τιμὴν κομίζων, τρία τάλαντα.
17 Λαβὼν δὲ ὁ Δεινίας οὐκ ἀφανὴς εὐθὺς ἦν τῇ Χαρικλείᾳ καλός ποθεν αὖθις γεγενημένος, καὶ αὖθις ἡ ἅβρα καὶ τὰ γραμματεῖα, καὶ μέμψις ὅτι μὴ πολλοῦ χρόνου ἀφίκετο, καὶ οἱ κόλακες συνέθεον ἐπικαλαμησόμενοι, ὁρῶντες ἐδώδιμον ἔτι ὄντα τὸν Δεινίαν. ὡς δὲ ὑπέσχετο ἥξειν παρ᾽ αὐτὴν καὶ ἧκε περὶ πρῶτον ὕπνον καὶ ἔνδον ἦν, ὁ Δημῶναξ, ὁ τῆς Χαρικλείας ἀνήρ, εἴτε ἄλλως αἰσθόμενος εἴτε καὶ ἀπὸ συνθήματος τῆς γυναικός ἄμφω γὰρ λέγεται ἐπαναστὰς ὥσπερ ἐκ λόχου τήν τε αὔλειον ἀποκλείειν ἐκέλευεν καὶ συλλαμβάνειν τὸν Δεινίαν, πῦρ καὶ μάστιγας ἀπειλῶν καὶ ξίφος ὡς ἐπὶ μοιχὸν σπασάμενος.
ὁ δὲ συνιδὼν οὗ κακῶν ἦν, μοχλόν τινα πλησίον κείμενον ἁρπάσας αὐτόν τε ἀποκτείνει τὸν Δημώνακτα, πατάξας εἰς τὸν κρόταφον, καὶ τὴν Χαρίκλειαν, οὐ μιᾷ πληγῇ ταύτην, ἀλλὰ καὶ τῷ μοχλῷ πολλάκις καὶ τῷ ξίφει τοῦ Δημώνακτος ὕστερον. Οἱ δ᾽ οἰκέται τέως μὲν ἑστήκεσαν ἄφωνοι, τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματος ἐκπεπληγμένοι, εἶτα πειρώμενοι συλλαμβάνειν, ὡς καὶ αὐτοῖς ἐπῄει μετὰ τοῦ ξίφους, ἐκεῖνοι μὲν ἔφευγον, ὁ Δεινίας δὲ ὑπεξέρχεται τηλικοῦτον ἔργον εἰργασμένος. καὶ τὸ μέχρι τῆς ἕω παρὰ τῷ Ἀγαθοκλεῖ διέτριβεν, ἀναλογιζόμενοι τὰ πεπραγμένα καὶ περὶ τῶν μελλόντων ὅ τι ἀποβήσεται σκοποῦντες: ἕωθεν δὲ οἱ στρατηγοὶ παρῆσαν — ἤδη γὰρ τὸ πρᾶγμα διεβεβόητο — καὶ συλλαβόντες τὸν Δεινίαν, οὐδ᾽ αὐτὸν ἔξαρνον ὄντα μὴ οὐχὶ πεφονευκέναι, ἀπάγουσι παρὰ τὸν ἁρμοστὴν ὃς ἥρμοζε τὴν Ἀσίαν τότε. ὁ δὲ βασιλεῖ τῷ μεγάλῳ ἀναπέμπει αὐτὸν καὶ μετ᾽ οὐ πολὺ κατεπέμφθη ὁ Δεινίας εἰς Γύαρον νῆσον τῶν Κυκλάδων, ἐν ταύτῃ φεύγειν εἰς ἀεὶ τεταγμένος ὑπὸ βασιλέως.
18 ὁ δὲ Ἀγαθοκλῆς καὶ τἄλλα μὲν συνῆν καὶ συναπῆρεν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ συνεισῆλθεν εἰς τὸ δικαστήριον μόνος τῶν φίλων καὶ πρὸς οὐδὲν ἐνεδέησεν. ἐπεὶ δὲ ἤδη ἔφευγεν ὁ Δεινίας, οὐδὲ τότε ἀπελείφθη τοῦ ἑταίρου, καταδικάσας δὲ αὐτὸς αὑτοῦ διέτριβεν ἐν Γυάρῳ καὶ συνέφευγεν αὐτῷ, καὶ ἐπειδὴ παντάπασιν ἠπόρουν τῶν ἀναγκαίων, παραδοὺς ἑαυτὸν τοῖς πορφυρεῦσι συγκατεδύετο καὶ τὸ γινόμενον ἐκ τούτου ἀποφέρων ἔτρεφε τὸν Δεινίαν· καὶ νοσήσαντά τε ἐπὶ μήκιστον ἐθεράπευσε καὶ ἀποθανόντος οὐκέτι ἐπανελθεῖν εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἠθέλησεν, ἀλλ᾽ αὐτοῦ ἐν τῇ νήσῳ ἔμεινεν αἰσχυνόμενος καὶ τεθνεῶτα ἀπολιπεῖν τὸν φίλον.
Τοῦτό σοι ἔργον φίλου Ἕλληνος οὐ πρὸ πολλοῦ γενόμενον· ἔτη γὰρ οὐκ οἶδα εἰ πέντε ἤδη διελήλυθεν ἀφ᾽ οὗ Ἀγαθοκλῆς ἐν Γυάρῳ ἀπέθανεν.Μνήσιπποςbr> 12 ἴστω τοίνυν ὁ Ζεὺς ὁ Φίλιος, ἦ μὴν ὁπόσα, ἂν λέγω πρὸς σὲ ἢ αὐτὸς εἰδὼς ἢ παρ᾽ ἄλλων ὁπόσον οἷόν τε ἦν δι᾽ ἀκριβείας ἐκπυνθανόμενος ἐρεῖν, μηδὲν παρ᾽ ἐμαυτοῦ ἐπιτραγῳδῶν. Καὶ πρώτην γέ σοι τὴν Ἀγαθοκλέους καὶ Δεινίου φιλίαν διηγήσομαι, ἀοίδιμον ἐν τοῖς Ἴωσι γενομένην. Ἀγαθοκλῆς γὰρ οὗτος ὁ Σάμιος οὐ πρὸ πολλοῦ ἐγένετο, ἄριστος μὲν πρὸς φιλίαν, ὡς ἔδειξεν, τὰ ἄλλα δὲ οὐδὲν ἀμείνων Σαμίων τῶν πολλῶν οὔτε ἐς τὸ γένος οὔτε ἐς τὴν ἄλλην περιουσίαν. Δεινίᾳ δὲ τῷ Λύσωνος Ἐφεσίῳ φίλος ἐκ παίδων ἦν. ὁ δὲ Δεινίας ἐπλούτει ἄρα εἰς ὑπερβολήν καὶ ὥσπερ εἰκὸς νεόπλουτον ὄντα, πολλοὺς καὶ ἄλλους εἶχε περὶ ἑαυτόν, ἱκανοὺς μὲν συμπιεῖν καὶ πρὸς ἡδονὴν συνεῖναι, φιλίας δὲ πλεῖστον ὅσον ἀποδέοντας. Tέως μὲν οὖν ἐν τούτοις καὶ ὁ Ἀγαθοκλῆς ἐξητάζετο, καὶ συνῆν καὶ συνέπινεν αὐτοῖς οὐ πάνυ χαίρων τῇ τοιαύτῃ διατριβῇ, καὶ ὁ Δεινίας οὐδὲν αὐτὸν ἐντιμότερον εἶχεν τῶν κολάκων. Τελευταῖον δὲ καὶ προσέκρουε τὰ πολλὰ ἐπιτιμῶν, καὶ φορτικὸς ἐδόκει ὑπομιμνήσκων ἀεὶ τῶν προγόνων καὶ φυλάττειν παραγγέλλων ἃ μετὰ πολλῶν καμάτων ὁ πατὴρ αὐτῷ κτησάμενος κατέλιπεν, ὥστε διὰ ταῦτα οὐδὲ ἐπὶ τοὺς κώμους ἀπῆγεν ἔτι αὐτόν, ἀλλὰ μόνος μετ᾽ ἐκείνων ἐκώμαζε, λανθάνειν πειρώμενος τὸν Ἀγαθοκλέα.
13 Καὶ δή ποτε ὑπὸ τῶν κολάκων ἐκείνων ὁ ἄθλιος ἀναπείθεται ὡς ἐρῴη αὐτοῦ Χαρίκλεια Δημώνακτος γυνή, ἀνδρὸς ἐπιφανοῦς καὶ πρώτου Ἐφεσίων τὰ πολιτικά: καὶ γραμματεῖά τε εἰσεφοίτα παρὰ τῆς γυναικὸς αὐτῷ καὶ στέφανοι ἡμιμάραντοι καὶ μῆλά τινα ἀποδεδηγμένα καὶ ἄλλα ὁπόσα αἱ μαστροποὶ ἐπὶ τοῖς νέοις μηχανῶνται, κατὰ μικρὸν αὐτοῖς ἐπιτεχνώμεναι τοὺς ἔρωτας καὶ ἀναφλέγουσαι τὸ πρῶτον ἐρᾶσθαι νομίζοντας ἐπαγωγότατον γὰρ τοῦτό γε καὶ μάλιστα τοῖς καλοῖς εἶναι οἰομένοις, ἄχρι· ἂν λάθωσιν εἰς τὰ δίκτυα ἐμπεσόντες. ἡ Χαρίκλεια δὲ ἦν ἀστεῖον μέν τι γύναιον, ἑταιρικὸν δὲ ἐκτόπως καὶ τοῦ προστυχόντος ἀεί, καὶ εἰ πάνυ ἐπ᾽ ὀλίγῳ ἐθελήσειέ τις· καὶ εἰ προσίδοι τις μόνον, εὐθὺς ἐπένευε, καὶ δέος οὐδὲν ἦν μή πη ἀντείποι Χαρίκλεια. Δεινὴ δὲ καὶ τὰ ἄλλα, καὶ τεχνῖτις παρ᾽ ἥντινα βούλει τῶν ἑταιρῶν ἐπισπάσασθαι ἐραστὴν καὶ ἀμφίβολον ἔτι ὄντα ὅλον ὑποποιήσασθαι καὶ ἐνεχόμενον ἤδη ἐπιτεῖναι καὶ προσεκκαῦσαι ἄρτι μὲν ὀργῇ, ἄρτι δὲ κολακείᾳ καὶ μετὰ μικρὸν ὑπεροψίᾳ καὶ τῷ πρὸς ἕτερον ἀποκλίνειν δοκεῖν, καὶ ὅλη συνεκεκρότητο ἁπανταχόθεν ἡ γυνὴ καὶ πολλὰ μηχανήματα παρεσκεύαστο κατὰ τῶν ἐραστῶν.
14Ταύτην οὖν τότε οἱ Δεινίου κόλακες παραλαμβάνουσιν ἐπὶ τὸ μειράκιον, καὶ τὰ πολλὰ ὑπεκωμῴδουν, συνωθοῦντες αὐτὸν εἰς τὸν ἔρωτα τῆς Χαρικλείας. ἡ δὲ πολλοὺς ἤδη νέους ἐκτραχηλίσασα καὶ μυρίους ἔρωτας ὑποκριναμένη καὶ οἴκους πολυταλάντους ἀνατρέψασα, ποικίλον τι καὶ πολυγύμναστον κακόν, παραλαβοῦσα εἰς τὰς χεῖρας ἁπλοϊκὸν καὶ ἄπειρον τῶν τοιούτων μηχανημάτων νεανίσκον οὐκ ἀνῆκεν ἐκ τῶν ὀνύχων, ἀλλὰ περιέχουσα πανταχόθεν καὶ διαπείρασα, ὅτε ἤδη παντάπασιν ἐκράτει, αὐτή τε ἀπώλετο ὑπὸ τῆς ἄγρας καὶ τῷ κακοδαίμονι Δεινίᾳ μυρίων κακῶν αἰτία ἐγένετο
Tὸ μὲν γάρ πρῶτον εὐθὺς ἐκεῖνα ἐπ᾽ αὐτὸν καθίει τὰ γραμματεῖα, συνεχῶς πεμπομένη τὴν ἅβραν, ὡς ἐδάκρυσε καὶ ἐπηγρύπνησε καὶ τέλος ὡς ἀπάγξει ἑαυτὴν ἡ ἀθλία ὑπὸ τοῦ ἔρωτος, ἕως δὴ ὁ μακάριος ἐπείσθη καλὸς εἶναι καὶ ταῖς Ἐφεσίων γυναιξὶ περιπόθητος, καί που συνηνέχθη πολλὰ
15 ἱκετευθείς. Τὸ ἐντεῦθεν ἤδη ῥᾷον, ὡς τὸ εἰκός, ἁλώσεσθαι ἔμελλεν ὑπὸ γυναικὸς καλῆς καὶ πρὸς ἡδονήν τε ὁμιλῆσαι ἐπισταμένης καὶ ἐν καιρῷ δακρῦσαι καὶ μεταξὺ τῶν λόγων ἐλεεινῶς ὑποστενάξαι καὶ ἀπιόντος ἤδη λαβέσθαι καὶ εἰσελθόντι προσδραμεῖν καὶ καλλωπίζεσθαι ὡς ἂν μάλιστα ἀρέσειε, καί που καί ᾆσαι καί κιθαρίσαι.
Οἷς ἅπασι κατὰ τοῦ Δεινίου ἐκέχρητο· καὶ ἐπεὶ ᾔσθετο πονηρῶς ἔχοντα καὶ διάβροχον ἤδη τῷ ἔρωτι καὶ τακερὸν γεγενημένον, ἄλλο ἐπὶ τούτοις ἐπενόει καὶ τὸν ἄθλιον ἀπώλλυε· κύειν τε γὰρ ἐξ αὐτοῦ σκήπτεται — ἱκανὸν δὲ καὶ τοῦτο βλᾶκα ἐραστὴν προσεκπυρῶσαι — καὶ οὐκέτι ἐφοίτα πρὸς αὐτόν, φυλάττεσθαι ὑπὸ τἀνδρὸς λέγουσα πεπυσμένου τὸν ἔρωτα.
ὁ δ᾽ οὐκέτι οἷός τε ἦν φέρειν τὸ πρᾶγμα, οὐδὲ ἠνείχετο μὴ ὁρῶν αὐτήν, ἀλλὰ ἐδάκρυε καὶ τοὺς κόλακας εἰσέπεμπεν καὶ τοὔνομα τῆς Χαρικλείας ἐπεβοᾶτο καὶ τὴν εἰκόνα περιβαλὼν αὐτῆς — ἐπεποίητο δὲ λίθου λευκοῦ — ἐκώκυε, καὶ τέλος καταβαλὼν ἑαυτὸν εἰς τοὔδαφος ἐκυλίνδετο καὶ λύττα ἦν ἀκριβὴς τὸ πρᾶγμα. Τὰ μὲν γὰρ δῶρα οὐ κατὰ μῆλα καὶ στεφάνους ἀντεδίδοτο αὐτῇ, ἀλλὰ συνοικίαι ὅλαι καὶ ἀγροὶ καὶ θεράπαιναι καὶ ἐσθῆτες εὐανθεῖς καὶ χρυσὸν ὁπόσον ἐθελήσειε.
14 Ταύτην οὖν τότε οἱ Δεινίου κόλακες παραλαμβάνουσιν ἐπὶ τὸ μειράκιον, καὶ τὰ πολλὰ ὑπεκωμῴδουν, συνωθοῦντες αὐτὸν εἰς τὸν ἔρωτα τῆς Χαρικλείας. ἡ δὲ πολλοὺς ἤδη νέους ἐκτραχηλίσασα καὶ μυρίους ἔρωτας ὑποκριναμένη καὶ οἴκους πολυταλάντους ἀνατρέψασα, ποικίλον τι καὶ πολυγύμναστον κακόν, παραλαβοῦσα εἰς τὰς χεῖρας ἁπλοϊκὸν καὶ ἄπειρον τῶν τοιούτων μηχανημάτων νεανίσκον οὐκ ἀνῆκεν ἐκ τῶν ὀνύχων, ἀλλὰ περιέχουσα πανταχόθεν καὶ διαπείρασα, ὅτε ἤδη παντάπασιν ἐκράτει, αὐτή τε ἀπώλετο ὑπὸ τῆς ἄγρας καὶ τῷ κακοδαίμονι Δεινίᾳ μυρίων κακῶν αἰτία ἐγένετο.
Καὶ τί γάρ; ἐν βραχεῖ ὁ Λύσωνος οἶκος, ὀνομαστότατος τῶν ἐν Ἰωνίᾳ γενόμενος, ἐξήντλητο ἤδη καὶ ἐξεκεκένωτο. Εἶτα, ὡς ἤδη αὖος ἦν, ἀπολιποῦσα αὐτὸν ἄλλον τινὰ Κρῆτα νεανίσκον τῶν ὑποχρύσων ἐθήρα καὶ μετέβαινεν ἐπ᾽ ἐκεῖνον καὶ ἤρα ἤδη αὐτοῦ, κἀκεῖνος ἐπίστευεν.
ἀμελούμενος οὖν ὁ Δεινίας οὐχ ὑπὸ τῆς Χαρικλείας μόνον ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν κολάκων κἀκεῖνοι γὰρ ἐπὶ τὸν Κρῆτα ἤδη τὸν ἐρώμενον μετεληλύθεσαν ἔρχεται παρὰ τὸν Ἀγαθοκλέα καὶ πάλαι εἰδότα ὡς ἔχοι πονηρῶς τὰ πράγματα αὐτῷ, καὶ αἰδούμενος τὸ πρῶτον ὅμως διηγεῖτο πάντα — τὸν ἔρωτα, τὴν ἀπορίαν, τὴν ὑπεροψίαν τῆς γυναικός, τὸν ἀντεραστὴν τὸν Κρῆτα, καὶ τέλος ὡς οὐ βιώσεται μὴ οὐχὶ συνὼν τῇ Χαρικλείᾳ. ὁ δὲ ἄκαιρον εἶναι νομίσας ἐν τούτῳ ἀπομνημονεύειν τῷ Δεινίᾳ διότι οὐ προσίετο μόνον αὐτὸν τῶν φίλων ἀλλὰ τοὺς κόλακας αὐτοῦ προετίμα τότε, ἣν μόνον εἶχεν πατρῴαν οἰκίαν ἐν Σάμῳ ἀπεμπολήσας ἧκεν αὐτῷ τὴν τιμὴν κομίζων, τρία τάλαντα.
17 Λαβὼν δὲ ὁ Δεινίας οὐκ ἀφανὴς εὐθὺς ἦν τῇ Χαρικλείᾳ καλός ποθεν αὖθις γεγενημένος, καὶ αὖθις ἡ ἅβρα καὶ τὰ γραμματεῖα, καὶ μέμψις ὅτι μὴ πολλοῦ χρόνου ἀφίκετο, καὶ οἱ κόλακες συνέθεον ἐπικαλαμησόμενοι, ὁρῶντες ἐδώδιμον ἔτι ὄντα τὸν Δεινίαν. ὡς δὲ ὑπέσχετο ἥξειν παρ᾽ αὐτὴν καὶ ἧκε περὶ πρῶτον ὕπνον καὶ ἔνδον ἦν, ὁ Δημῶναξ, ὁ τῆς Χαρικλείας ἀνήρ, εἴτε ἄλλως αἰσθόμενος εἴτε καὶ ἀπὸ συνθήματος τῆς γυναικός ἄμφω γὰρ λέγεται ἐπαναστὰς ὥσπερ ἐκ λόχου τήν τε αὔλειον ἀποκλείειν ἐκέλευεν καὶ συλλαμβάνειν τὸν Δεινίαν, πῦρ καὶ μάστιγας ἀπειλῶν καὶ ξίφος ὡς ἐπὶ μοιχὸν σπασάμενος.
ὁ δὲ συνιδὼν οὗ κακῶν ἦν, μοχλόν τινα πλησίον κείμενον ἁρπάσας αὐτόν τε ἀποκτείνει τὸν Δημώνακτα, πατάξας εἰς τὸν κρόταφον, καὶ τὴν Χαρίκλειαν, οὐ μιᾷ πληγῇ ταύτην, ἀλλὰ καὶ τῷ μοχλῷ πολλάκις καὶ τῷ ξίφει τοῦ Δημώνακτος ὕστερον. Οἱ δ᾽ οἰκέται τέως μὲν ἑστήκεσαν ἄφωνοι, τῷ παραδόξῳ τοῦ πράγματος ἐκπεπληγμένοι, εἶτα πειρώμενοι συλλαμβάνειν, ὡς καὶ αὐτοῖς ἐπῄει μετὰ τοῦ ξίφους, ἐκεῖνοι μὲν ἔφευγον, ὁ Δεινίας δὲ ὑπεξέρχεται τηλικοῦτον ἔργον εἰργασμένος. καὶ τὸ μέχρι τῆς ἕω παρὰ τῷ Ἀγαθοκλεῖ διέτριβεν, ἀναλογιζόμενοι τὰ πεπραγμένα καὶ περὶ τῶν μελλόντων ὅ τι ἀποβήσεται σκοποῦντες: ἕωθεν δὲ οἱ στρατηγοὶ παρῆσαν — ἤδη γὰρ τὸ πρᾶγμα διεβεβόητο — καὶ συλλαβόντες τὸν Δεινίαν, οὐδ᾽ αὐτὸν ἔξαρνον ὄντα μὴ οὐχὶ πεφονευκέναι, ἀπάγουσι παρὰ τὸν ἁρμοστὴν ὃς ἥρμοζε τὴν Ἀσίαν τότε. ὁ δὲ βασιλεῖ τῷ μεγάλῳ ἀναπέμπει αὐτὸν καὶ μετ᾽ οὐ πολὺ κατεπέμφθη ὁ Δεινίας εἰς Γύαρον νῆσον τῶν Κυκλάδων, ἐν ταύτῃ φεύγειν εἰς ἀεὶ τεταγμένος ὑπὸ βασιλέως.
18 ὁ δὲ Ἀγαθοκλῆς καὶ τἄλλα μὲν συνῆν καὶ συναπῆρεν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ συνεισῆλθεν εἰς τὸ δικαστήριον μόνος τῶν φίλων καὶ πρὸς οὐδὲν ἐνεδέησεν. ἐπεὶ δὲ ἤδη ἔφευγεν ὁ Δεινίας, οὐδὲ τότε ἀπελείφθη τοῦ ἑταίρου, καταδικάσας δὲ αὐτὸς αὑτοῦ διέτριβεν ἐν Γυάρῳ καὶ συνέφευγεν αὐτῷ, καὶ ἐπειδὴ παντάπασιν ἠπόρουν τῶν ἀναγκαίων, παραδοὺς ἑαυτὸν τοῖς πορφυρεῦσι συγκατεδύετο καὶ τὸ γινόμενον ἐκ τούτου ἀποφέρων ἔτρεφε τὸν Δεινίαν· καὶ νοσήσαντά τε ἐπὶ μήκιστον ἐθεράπευσε καὶ ἀποθανόντος οὐκέτι ἐπανελθεῖν εἰς τὴν ἑαυτοῦ ἠθέλησεν, ἀλλ᾽ αὐτοῦ ἐν τῇ νήσῳ ἔμεινεν αἰσχυνόμενος καὶ τεθνεῶτα ἀπολιπεῖν τὸν φίλον.
Τοῦτό σοι ἔργον φίλου Ἕλληνος οὐ πρὸ πολλοῦ γενόμενον· ἔτη γὰρ οὐκ οἶδα εἰ πέντε ἤδη διελήλυθεν ἀφ᾽ οὗ Ἀγαθοκλῆς ἐν Γυάρῳ ἀπέθανεν.
.
.
.

 


θεραπεία των 10 λεπρων

Ευαγγελικό Aνάγνωσμα: Λουκας. ιζ’ 12 – 19

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


το καιρό εκεινο ,όταν έμπαινε ο Ιησούς σε κάποια κωμόπολη,συναντήθηκαν

με αυτόν δέκα λεπροί άντρες,οι οποίοι στάθηκαν μακρυα και φώναξαν δυνατά.

Ιησού εσύ που γνωρίζεις,έλεησε μας.Και βλεπωντας είπε σ'αυτους.πηγαινετε

να δείξετε τους εαυτούς σας στους ιερείς,και καθώς πήγαιναν καθαρίστηκαν.

Ένας απ'αυτους ,βλεπωντας ότι θεραπεύτηκε,επέστρεψε με φωνή μεγάλη 

δοξάζοντας τον Θεό,κι έπεσε με το πρόσωπο του στα  πόδια του ευχαριστωντας

τον,ήταν Σαμαρείτης.τοτε ρώτησε ο Ιησούς.δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα;

οι εννέα που είναι;δεν βρέθηκε κανένας άλλος να επιστρέψει και να δοξασει

τον Θεό παρά μόνο  ο αλλοφυλος αυτός.και είπε σ'αυτόν.σηκω πανω και πήγαινε,

η πίστις σου σ'εχει σωσει


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε

.

.

.



Η παραβολή των ταλαντων

Κυριακη ιστ' Ματθαίου κεφ. κε' στίχοι 14-30

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


είπε ο Κύριος την παραβολή αυτή.καποιος άνθρωπος που ετοιμάζονταν για

ταξίδι,κάλεσε τους δούλους του και παρέδωσε σ'αυτους τα υπάρχοντα του,

και στον μεν ένα έδωσε πέντε τάλαντα,στον δε δύο,στον δε ένα,στον καθένα 

κατά την δύναμη του,κι αναχώρησε αμέσως.

πηγε λοιπόν αυτός που  έλαβε τα πέντε τάλαντα εργασθηκε μ'αυτα κι έκανε

άλλα πέντε τάλαντα.το ίδιο κι αυτός με τα δύο κέρδισε κι αυτός αλλά δύο.

αυτός όμως που έλαβε το ένα αφού εφυγε έσκαψε στη γη κι έκρυψε το

χρήμα του κυρίου του.μετα από πολύ καιρό έρχεται ο κύριος των δούλων

εκείνων και λογαριάζεται μ'αυτους.και αφού πλησιασε αυτός που τα πεντε ταλαντα έλαβε και έφερε άλλα πέντε τάλαντα λεγωντας.πεντε τάλαντα

σε μένα  παρέδωσες,να άλλα πέντε ταλαντα κέρδισα επιπλέον σ'αυτα.

είπε σ'αυτόν ο κύριος του.ευγε,δουλε αγαθέ και πιστε.στα λίγα ησουν 

πιστός,στα πολλά θα σε τοποθετήσω.μπες στη χαρά του κυρίου σου.

αφού πλησιασε λοιπόν κι αυτός που τα δύο τάλαντα έλαβε είπε.κυριε,δύο

τάλαντα σε μένα παρέδωσες,να αλλα δυο τάλαντα κέρδισα επιπλέον σ'αυτα.

ειπε σ'αυτόν ο κύριος του.ευγε,δουλε αγαθέ και πιστε,στα λίγα ήσουν 

πιστός,στα πολλά θά σέ τακτοποιήσω.μπες στη χαρα του κυρίου σου.

αφου πλησίασε λοιπον κι αυτός που το ένα τάλαντα είχε λαβει είπε.κυριε,

γνωρίζοντας σε ότι σκληρός είσαι ανθρωπος,αφού θερίζεις όπου δεν εσπειρες,

και μαζευεις απ'οπου δεν σκορπίσες,κι επειδή φοβήθηκα αφού έφυγα έκρυψα

το ταλαντο σου στη γη,να πάρ'το το δικό σου.

τότε αποκρίθηκε λοιπόν  ο κύριος του κι είπε σ'αυτόν.πονηρε δουλε κι οκνηρε.

γνωριζες ότι θεριζω όπου δεν εσπειρα και μαζεύω απ'οπου δεν σκόρπισα,

έπρεπε λοιπον εσύ να καταθέσεις το χρήμα μου στους τραπεζίτες,κι όταν θα

έρθομουν  θα επαιρνα το δικό μου συν τον τοκο.παρτε λοιπόν απ'αυτον το

ταλαντο και δώστε το σ'αυτόν που έχει τα δέκα τάλαντα.

γιατί σ'αυτόν που έχει τα πάντα θα δωθούν και θα περισσέψουν.απ,'αυτον όμως

που δεν έχει κι αυτό που έχει θα αφαιρεθεί απ'αυτον.και τον άχρηστο δούλο

πετάξτε εις το σκότος το εξώτερον εκεί που είναι κλαμα και τριγμος δοντιών.

αυτά λεγωντας είπε.αυτος που έχει αυτιά να ακούει,ας ακουει


Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις ἀπορῶν, ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ τῷ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, τῷ δὲ δύο, τῷ δὲ ἐν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. Ὠσαυτὼς καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. Ὁ δὲ τὸ ἐν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῆ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναιρεῖ μετ' αὐτῶν λόγον. Καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἰδὲ ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς.

Ἐφῇ αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ. Ἐπ’ ὀλίγα ᾖς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σὲ καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σοῦ. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἰδὲ ἀλλὰ δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς. Ἐφῇ αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ· ἐπ’ ὀλίγα ᾖς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σὲ καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σοῦ. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἐν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· κύριε, ἔγνων σὲ ὅτι σκληρὸς εἰ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῆ· ἰδὲ ἔχεις τὸ σόν. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ· ἡδεῖς ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα, ἔδει οὖν σὲ βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ· Ἄρατε οὖν ἀπ' αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα.

Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ. Καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω

.

.

.



Η παραβολή των μυρίων ταλαντων

Κυριακή ια' Ματθαίου,κεφ. ιη΄ 23-35

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


είπε ο Κύριος την παραβολή αυτή.μοιαζει η βασιλεια των ουρανών με άνθρωπο

βασιλιά,που θέλησε να λογαριαστει με τους δούλους του.αφου άρχισε να 

λογαριάζει  έφεραν μπροστά σ'αυτόν ένα οφειλέτη μυρίων ταλαντων,και αφού

δεν ειχε να του δώσει πίσω τον πρόσταζε ο κύριος να  πουλησει τον εαυτό

του και τη γυναίκα του και τα παιδιά κι όλα όσα είχε,και να δωθεί πίσω.

πέφτοντας  λοιπόν ο δούλος τον προσκυνούσε λεγωντας.κυριε,δειξε υπομονή

σε μένα κι όλα θα σου τα δώσω πισω.τοτε επειδη τον λυπήθηκε ο κύριος του 

δούλου εκείνου τον άφησε να φύγει και το δάνειο του χαρισε.

βγαίνοντας έξω ο δούλος εκείνος βρήκε έναν από τους δούλους που είναι 

μαζί,που ώφειλε σ'αυτόν εκατό δηνάρια,και αφού τον έπιασε τον πίεζε πολυ λέγοντας,δωσ'μου πίσω ότι μου οφείλεις,πέφτοντας λοιπόν ο συνδουλος του 

στα πόδια του τον παρακαλούσε λέγοντας.δειξε υπομονή σε μένα και θά σου τα δώσω πισω. όμως δεν θέλησε,αλλά αφού έφυγε τον έβαλε στη φυλακή μέχρι να

το δώσει πίσω αυτό που του χρωστουσε.οταν ειδαν οι συνδουλοι του αυτά

που έγιναν στεναχωρήθηκαν  πάρα πολύ και πήγαν κι είπαν ακριβώς στον κύριο τους όλα οσα εγιναν.τοτε αφού τον  προσκάλεσε ο κύριος του λέει σ'αυτόν.

δουλε πονηρέ,όλο σου το χρέος στο χάρισα,επειδή με παρεκάλεσες,δεν έπρεπε 

και συ να λυπηθείς τον συνδουλο σου,όπως κι εγώ σε λυπηθηκα;κι επειδή

οργίστηκε ο κύριος του τον παρέδωσε στους βασανιστές μέχρι να δωσει

πίσω όλο το χρέος του σ'αυτόν.ετσι κι ο πατέρας μου θα κάνει σε σας,αν δεν

συγχωρέστε ο καθένας στον αδελφό του μεσα απ'την καρδιά σας τα αδικήματα

των


Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ­ταύτην· ὡ­­­μοι­ώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναί­ρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης ­μυρίων ταλάν­των. μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ­ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖ­κα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, ­μα­κροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. ­σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐ­τὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν ­συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤ­­­φειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ ­κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· ­μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλ­λὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. ἰδόν­τες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόν­τες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. τότε προσ­καλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ ­παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ­καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

.

.

.

 


Γεώργιος Κλωντζας(1530-1608) Δευτέρα Παρουσία

Η Τελευταία Κριση

Κατά Ματθαίον κεφ. κε΄ 31 - 46

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


είπε ο Κύριος.οταν έρθει ο υιός του ανθρώπου μ'ολη του τη δόξα κι όλοι

οι άγιοι άγγελοι μ'αυτον ,τότε θα καθίσει πάνω στο θρόνο της δόξας του

και θα συγκεντρωθούν μπροστά του όλα τα έθνη,και θα αποχωρισει αυτούς

απ'τους άλλους όπως ακριβώς ο βοσκός αποχωρίζει τα πρόβατα από τα 

κατσίκια και θα τοποθετήσει τα πρόβατα στα δεξιά του και τα κατσίκια

στα αριστερα.

τότε θα πει ο βασιλιάς σ'αυτους στα δεξιά του.ελατε οι ευλογημένοι του

πατέρα μου,να κληρονομήσεται την ετοιμασμενη  για σας βασιλεία απ'την αρχή 

του κόσμου.γιατι πείνασα και δώσατε σε μένα να φάω,διψασα και με ξεδιψασατε,

ξένος ήμουνα και με συμμαζέψατε,γυμνός,και με ντυσατε,αρρώστησα,και μ'

επισκεφτηκατε,στη φυλακή ήμουνα κι ήρθατε σε μενα.

τότε θα αποκριθούν σ'αυτόν οι δίκαιοι λέγοντας.κυριε,ποτε σε είδαμε να

πεινάς και σ'εθρεψαμε,η' να δίψας και σε ξεδιψασαμε;ποτέ σε είδαμε ξένο 

και σε συμμαζεψαμε,η' γυμνό και σε ντυσαμε;ποτέ σε είδαμε άρρωστο η' στη φυλακή κι ήρθαμε σε σένα;

και θ'αποκριθει ο βασιλιάς και θα πει σ'αυτους.αληθεια σας λέω,εφ'οσον 

το κάνατε σ'εναν απο τούτους τους καταφρονεμενους αδελφούς μου,σε μένα

το κάνατε.

τότε θα πει και σ'αυτους στα αριστερά.φυγετε μακρυά από μένα οι καταραμένοι

στην αιώνια φωτιά την ετοιμασμενη για τον διάβολο και τους αγγέλους του,

γιατι πείνασα και δεν δώσατε σε μένα να φάω,διψασα και δεν με ξεδιψασατε,

ξένοςήμουνα ,και δεν με συμμαζεψατε,γυμνός,και δεν με ντυσατε,ασθενής και στη φυλακή και δε μ'επισκεφτηκατε.

τότε θα αποκριθούν σ'αυτόν κι αυτοί λέγοντας.κυριε,ποτέ σε είδαμε να πεινας

η' να διψας η' ξένο η' γυμνό η' ασθενή η' στη φυλακή και δεν σε υπηρετήσαμε;

τότε θ'αποκριθει σ'αυτους λέγοντας.αληθεια σας λέω,εφ'οσον δεν το κάνατε

σ'εναν από τουτους τους καταφρονεμενους αδελφούς μου,ούτε σε μένα το κάνατε.

και θα πάνε αυτοί στην αιώνιο κόλαση,οι δε δίκαιοι στην αιώνιο ζωη


Εἶπεν ὁ Κύριος· όταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων.

Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καὶἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με.

Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; Πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε;

Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.

Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με.

Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι;

Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.

Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

.

.

.

 


Αριστοφάνης ,Εκκλησιάζουσαι,

στιχ 586-640

Κατά κάποιο τρόπο ενας Κομουνισμος

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Πραξαγορα

κανενας τώρα από σας μην φέρει αντιλογία μητε ν'αντικρουσει

πριν μάθει τι έχει να πει ο ομιλητής κι ακούσει.

γιατί,θα πω,κοινά σ'ολους θα'ναι, σ'ολα θα μετέχουν και θα ζουν,κι ούτε πλούσιοι,κι ούτε φτωχοί,μήτε πολλά κάποιος θα'χει χωράφια,κι άλλος ούτε να ταφεί,μήτε πολλούς καποιος υπηρέτες να'χει,κι ο άλλος ούτε 

κανέναν,αλλά ένα κοινό θα κάνω σ'ολους το προς το ζειν κι ιδιο


Βλεπυρος

πως γίνεται σ'ολους να'ναι κοινά;


Πραξαγορα

θες να τρως τα σκατα πριν από μένα;


Βλεπυρος

και τα σκατα είναι για μας κοινα;


Πραξαγορα

όχι μα το.θεο,αλλά δεν κρατιέσαι να μ'αντικρουσεις

γιατί αυτό πρόκειται να πω,

τη γη πρώτα πρώτα θα την κανω κοινή όλων,και τα χρήματα,κι όλα τ'αλλα όσα είναι στον καθένα,έπειτα απ'αυτα τα κοινά θα σας τρεφουμαι εμείς,με οικονομία και μέτρο και περισκεψη


Βλεπυρος

όσο για όποιον δεν κατέχει γη εντάξει,αλλά για τα χρήματα και τους δαρεικους,που'ναι αδηλωτος πλουτος,τι γινεται; 


Πραξαγορα

αυτόν στο κοινό ταμείο θα καταθεσει


Βλεπυρος

κι αν δεν καταθέσει;


Πραξαγορα

 θα επιορκησει


Βλεπυρος

σιγα τ'αυγα,έτσι τα κερδισε


Πραξαγορα

αλλα σε τιποτα παντως δεν θα του είναι χρησιμος


Βλεπυρος

πως δηλαδή;


Πραξαγορα

κανένας δεν θα πεινάσει.γιατι ολα θα τα'χουν όλοι,ψωμιά,κρέατα,πίτες,πανωφόρια,κρασί,στεφάνια,ρεβύθια,ώστε τι κέρδος θα'χουν να μην τα καταθέσουν;για σκέψου και πες μου


Βλεπυρος

αφού κι όσα περισσότερα  να'χουν ακόμα κλέβουν;


Χορος

πρωτυτερα ναι,φίλε μου,όταν είχαμε τους πρωτερους νόμους,τώρα,αφού ο βίος είναι κοινος,ποιο το κέρδος να μην τα κατεθεσουν;


Βλεπυρος

αν όμως μια μικρούλα δει κι επιθυμήσει και θέλει να καββαλήσει,απ'αυτα θ'αφαιρεσει να δωσει,και στα κοινά θα τρέξει να πάρει μερος αφού  κοιμηθεί μαζί της


Πραξαγόρα

δεν θα χρειαστεί να της δώσει για να κοιμηθεί μαζί της,γιατί θα τις κάνω όλες κοινές με τους άντρες να ξαπλώνουν και να κάνουν παιδιά 

μ'οποια θελουν


Βλεπυρος

τοτε δεν θα πηγαίνουν όλοι στην πιο ωραία και να της ζητουν κρεββάτι;


Πραξαγορα

οι ασχημοτερες και οι πλατσουμυτες 

κοντά στις θεογκομενες θα κάθονται,κι όταν κάποιος μια τέτοια επιθυμήσει,την άσχημη πρώτα θα χουφτωσει.


Πραξαγορα

και πως εμείς τα γεροντια

αφού με τις άσχημες σμίξουμε,

δεν θα'ναι,πες μαςεξαντλημένο το πέος μας,μ'εκεινες τις καλές να πάμε;


Πραξαγορα

δεν θα μαλωσουν,για σένα,μη φοβάσαι δεν θα μαλωσουν


Βλεπυρος

τι θες να πεις;


Πραξαγορα 

αν δεν μπορεις να κοιμηθείς μαζί της,δεν υπάρχει προβλημα


Βλεπυρος

και μ'αυτη τη γνώμη σας τα'χετε όλα καλά οργανώσει,καμιας όπως προβλέπεται δεν θα μείνει η τρύπα κενή,τι θα γίνει όμως με τους άντρες;γιατί θ'αποφευγουν τους άσχημους,και πάνω στους ωραίους θα ρίχνονται


Πραξαγορα

βεβαια θα φύλλανε οι άσχημες να βγουν οι ωραίοι απ'το δείπνο και να τους παίρνουν από πίσω στο δρόμο,όμως καμια ωραία δεν θα κοιμηθεί μ'ωραιο και παλικαρι αν δεν την χαρεί πρωτα ασχημος και κοντοστουπης


Βλεπυρος

δηλαδή η στραβή μύτη του Λυσικρατη ίσια κι ο όμοια με τους ωραίους θα περνιεται;


Πραξαγορα

μα το θεό ναι,δημοκρατια εχουμε,και τι πλάκα θα κάνουμε

όταν σε κάποιον που νομίζει πως κάποιος είναι και φοράει πολλά δαχτυλίδια,ένας με παλιοπαπουτσα του πει,

πρώτος είμαι κάτσε και κοίτα,όταν τελειώσω στην παραδίνω δεύτερο χερι να περασεις


Πραξάγορα

μή νυν πρότερον μηδεὶς ὑμῶν ἀντείπῃ μηδ᾽ ὑποκρούσῃ,

πρὶν ἐπίστασθαι τὴν ἐπίνοιαν καὶ τοῦ φράζοντος ἀκοῦσαι.

590κοινωνεῖν γὰρ πάντας φήσω χρῆναι πάντων μετέχοντας

κἀκ ταὐτοῦ ζῆν, καὶ μὴ τὸν μὲν πλουτεῖν, τὸν δ᾽ ἄθλιον εἶναι,

μηδὲ γεωργεῖν τὸν μὲν πολλήν, τῷ δ᾽ εἶναι μηδὲ ταφῆναι,

μηδ᾽ ἀνδραπόδοις τὸν μὲν χρῆσθαι πολλοῖς, τὸν δ᾽ οὐδ᾽ ἀκολούθῳ:

ἀλλ᾽ ἕνα ποιῶ κοινὸν πᾶσιν βίοτον καὶ τοῦτον ὅμοιον.


Βλέπυρος

595πῶς οὖν ἔσται κοινὸς ἅπασιν;


Πραξάγορα

κατέδει πέλεθον πρότερός μου.


Βλέπυρος

καὶ τῶν πελέθων κοινωνοῦμεν;


Πραξάγορα

μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἔφθης μ᾽ ὑποκρούσας.

τοῦτο γὰρ ἤμελλον ἐγὼ λέξειν: τὴν γῆν πρώτιστα ποιήσω

κοινὴν πάντων καὶ τἀργύριον καὶ τἄλλ᾽ ὁπόσ᾽ ἐστὶν ἑκάστῳ.

εἶτ᾽ ἀπὸ τούτων κοινῶν ὄντων ἡμεῖς βοσκήσομεν ὑμᾶς

600ταμιευόμεναι καὶ φειδόμεναι καὶ τὴν γνώμην προσέχουσαι.


Βλέπυρος

πῶς οὖν ὅστις μὴ κέκτηται γῆν ἡμῶν, ἀργύριον δὲ

καὶ Δαρεικοὺς ἀφανῆ πλοῦτον;


Πραξάγορα

τοῦτ᾽ ἐς τὸ μέσον καταθήσει.

καὶ μὴ καταθεὶς ψευδορκήσει.


Βλέπυρος

κἀκτήσατο γὰρ διὰ τοῦτο.


Πραξάγορα

ἀλλ᾽ οὐδέν τοι χρήσιμον ἔσται πάντως αὐτῷ.


Βλέπυρος

κατὰ δὴ τί;


Πραξάγορα

605οὐδεὶς οὐδὲν πενίᾳ δράσει: πάντα γὰρ ἕξουσιν ἅπαντες,

ἄρτους τεμάχη μάζας χλαίνας οἶνον στεφάνους ἐρεβίνθους.

ὥστε τί κέρδος μὴ καταθεῖναι; σὺ γὰρ ἐξευρὼν ἀπόδειξον.


Βλέπυρος

οὔκουν καὶ νῦν οὗτοι μᾶλλον κλέπτουσ᾽ οἷς ταῦτα πάρεστιν;


Πραξάγορα

πρότερόν γ᾽ ὦταῖρ᾽ ὅτε τοῖσι νόμοις διεχρώμεθα τοῖς προτέροισιν:

610νῦν δ᾽ ἔσται γὰρ βίος ἐκ κοινοῦ, τί τὸ κέρδος μὴ καταθεῖναι;


Βλέπυρος

ἢν μείρακ᾽ ἰδὼν ἐπιθυμήσῃ καὶ βούληται σκαλαθῦραι,

ἕξει τούτων ἀφελὼν δοῦναι, τῶν ἐκ κοινοῦ δὲ μεθέξει

ξυγκαταδαρθών.


Πραξάγορα

ἀλλ᾽ ἐξέσται προῖκ᾽ αὐτῷ ξυγκαταδαρθεῖν.

καὶ ταύτας γὰρ κοινὰς ποιῶ τοῖς ἀνδράσι συγκατακεῖσθαι

615καὶ παιδοποιεῖν τῷ βουλομένῳ.


Βλέπυρος

πῶς οὖν οὐ πάντες ἴασιν

ἐπὶ τὴν ὡραιοτάτην αὐτῶν καὶ ζητήσουσιν ἐρείδειν;


Πραξάγορα

αἱ φαυλότεραι καὶ σιμότεραι παρὰ τὰς σεμνὰς καθεδοῦνται:

κᾆτ᾽ ἢν ταύτης ἐπιθυμήσῃ, τὴν αἰσχρὰν πρῶθ᾽ ὑποκρούσει.


Βλέπυρος

καὶ πῶς ἡμᾶς τοὺς πρεσβύτας, ἢν ταῖς αἰσχραῖσι συνῶμεν,

620οὐκ ἐπιλείψει τὸ πέος πρότερον πρὶν ἐκεῖσ᾽ οἷ φῂς ἀφικέσθαι;


Πραξάγορα

οὐχὶ μαχοῦνται: περὶ σοῦ θάρρει: μὴ δείσῃς: οὐχὶ μαχοῦνται.


Βλέπυρος

περὶ τοῦ;


Πραξάγορα

τοῦ μὴ ξυγκαταδαρθεῖν. καὶ σοὶ τοιοῦτον ὑπάρχει.


Βλέπυρος

τὸ μὲν ὑμέτερον γνώμην τιν᾽ ἔχει: προβεβούλευται γάρ, ὅπως ἂν

μηδεμιᾶς ᾖ τρύπημα κενόν: τὸ δὲ τῶν ἀνδρῶν τί ποιήσει;

625φεύξονται γὰρ τοὺς αἰσχίους, ἐπὶ τοὺς δὲ καλοὺς βαδιοῦνται.


Πραξάγορα

ἀλλὰ φυλάξουσ᾽ οἱ φαυλότεροι τοὺς καλλίους ἀπιόντας

ἀπὸ τοῦ δείπνου καὶ τηρήσουσ᾽ ἐπὶ τοῖσιν δημοσίοισιν:

κοὐκ ἐξέσται παρὰ τοῖσι καλοῖς καὶ τοῖς μεγάλοις καταδαρθεῖν

ταῖσι γυναιξὶ πρὶν ἂν τοῖς αἰσχροῖς καὶ τοῖς μικροῖς χαρίσωνται.


Βλέπυρος

630ἡ Λυσικράτους ἄρα νυνὶ ῥὶς ἴσα τοῖσι καλοῖσι φρονήσει.


Πραξάγορα

νὴ τὸν Ἀπόλλω καὶ δημοτική γ᾽ ἡ γνώμη καὶ καταχήνη

τῶν σεμνοτέρων ἔσται πολλὴ καὶ τῶν σφραγῖδας ἐχόντων,

ὅταν ἐμβάδ᾽ ἔχων εἴπῃ πρότερος, ‘παραχώρει κᾆτ᾽ ἐπιτήρει,

ὅταν ἤδη 'γὼ διαπραξάμενος παραδῶ σοι δευτεριάζειν.’

.

.




ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ 25:1-13

(Η παραβολή των δέκα παρθένων)

-μεταφραση c.n.couvelis


τότε θα παρομοιασθει  η βασιλεία των ουρανών  με δέκα παρθενες οι οποιες αφού πάρουν 

τις λαμπάδες τους θα βγουν έξω για να συναντήσουν τον κυριο,

οι πεντε από αυτές ήταν φρόνιμες και οι πέντε απρονοητες,

εκείνες οι απρονοητες αφού πήραν τις λαμπάδες τους δεν πήραν μαζί τους λαδι,

ενώ οι φρόνιμες πήραν λάδι στα αγγεία τους μαζι με τις λαμπάδες τους,

επειδή καθυστερούσε να έρθει ο νυμφίος όλες νυσταξαν και κοιμηθηκαν,

μεσάνυχτα ακούστηκε φωνή μεγάλη,Ιδού ο νυμφίος έρχεται,βγήτε εξω να τον συναντήσετε,

τότε σηκώθηκαν όλες οι παρθένες εκείνες και ετοίμασαν τις λαμπάδες τους,

όμως οι απρονοητες στις φρονιμες είπαν δώστε μας από το λάδι σας γιατί οι λαμπάδες μας 

θα σβησουν,

τότε τους απάντησαν οι φρόνιμες λέγοντας μηπως δεν φτάσει και για μας γι'αυτό καλλίτερα 

πήγαινετε στους πωλητές να αγοράσετε για σας,

αφού έφυγαν αυτές να αγοράσουν ήρθε ο νυμφίος και οι έτοιμες μπήκαν μαζί μ'αυτον στην 

αίθουσα του γάμου και κλείστηκε η πόρτα,

ύστερα έρχονται και οι υπόλοιπες παρθένες λέγοντας κύριε άνοιξε μας,

τότε αυτός τους απάντησε και είπε,αλήθεια σας λέω δεν σας γνωρίζω,

γι'αυτό λοιπόν βιαστητε γιατί δεν γνωρίζετε τη μέρα ούτε την ώρα κατά την οποία ο υιός 

του ανθρώπου θα ερθει

.

.

25 .1τοτε ομοιωθησεται η βασιλεια των ουρανων δεκα παρθενοις αιτινες λαβουσαι τας 

λαμπαδας αυτων εξηλθον εις απαντησιν του νυμφιου

2 πεντε δε ησαν εξ αυτων φρονιμοι και αι πεντε μωραι

3 αιτινες μωραι λαβουσαι τας λαμπαδας εαυτων ουκ ελαβον μεθ εαυτων ελαιον

4 αι δε φρονιμοι ελαβον ελαιον εν τοις αγγειοις αυτων μετα των λαμπαδων αυτων

5 χρονιζοντος δε του νυμφιου ενυσταξαν πασαι και εκαθευδον

6 μεσης δε νυκτος κραυγη γεγονεν ιδου ο νυμφιος ερχεται εξερχεσθε εις απαντησιν αυτου

7 τοτε ηγερθησαν πασαι αι παρθενοι εκειναι και εκοσμησαν τας λαμπαδας αυτων

8 αι δε μωραι ταις φρονιμοις ειπον δοτε ημιν εκ του ελαιου υμων οτι αι λαμπαδες ημων

 σβεννυνται

9 απεκριθησαν δε αι φρονιμοι λεγουσαι μηποτε ουκ αρκεση ημιν και υμιν πορευεσθε δε 

μαλλον προς τους πωλουντας και αγορασατε εαυταις

10 απερχομενων δε αυτων αγορασαι ηλθεν ο νυμφιος και αι ετοιμοι εισηλθον μετ αυτου 

εις τους γαμους και εκλεισθη η θυρα

11 υστερον δε ερχονται και αι λοιπαι παρθενοι λεγουσαι κυριε κυριε ανοιξον ημιν

12 ο δε αποκριθεις ειπεν αμην λεγω υμιν ουκ οιδα υμας

13 γρηγορειτε ουν οτι ουκ οιδατε την ημεραν ουδε την ωραν εν η ο υιος του ανθρωπου 

ερχεται

.

.

.




Ματθαίου Ευαγγέλιον,κ.23,

Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριται

(μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)


τοτε ο Ιησους έβγαλε λόγο στα πλήθη και στους μαθητές του,λέγοντας,πάνω στην έδρα 

του Μωυσή κάθισαν οι γραμματείς κι οι Φαρισαίοι,

όλα λοιπόν όταν σας πουν να τηρειτε,να τα τηρείτε και να τα κάνετε,όμως τα έργα τους 

μην κάνετε,γιατί λένε,και δεν κανουν,

γιατί δένουν φορτία βαριά και δυσβάσταχτα και τα φορτώνουν πάνω στους ώμους των ανθρώπων,όμως με το δάκτυλο τους δεν θέλουν να τα κινησουν,

όλα τα έργα τους τα κάνουν για να τα δουν οι άνθρωποι,γιατί πλατενουν τα φυλακτηρια τους 

και μεγαλοποιουν τα άκρα απ'τα ιμάτια τους,

προτιμούν να'ναι στη πρώτη θέση στα δείπνα και στα πρώτα καθίσματα στις συναγωγές,

και τ'αγκαλιασματα στην αγορά και καλούνται απ'τους ανθρώπους,διδασκαλε διδασκαλε,

εσείς όμως να μην καληστε διδάσκαλοι,γιατί ένας είναι ο διδάσκαλος σας,ο Χριστός,όλοι σας 

αδέρφια ειστε,

και πατέρα σας να μην καλέσετε πάνω στη γη, γιατί ένας είναι ο πατέρας σας αυτός που'ναι

στους ουρανούς,

ούτε να κληθητε καθηγητές,γιατί ένας είναι ο καθηγητής σας,ο Χριστός

αυτός που'ναι ο πιο μεγάλος από σας να είναι υπηρέτης σας,

όποιος υψώσει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί,κι όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του θα  υψωθει,

ουαί σε σας,γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές,διότι κατατρωτε τα σπίτια των  χηρων και με πρόφαση κάνετε μακριές προσευχές,γι'αυτό θα'χετε περισσότερη αμαρτια,

ουαί σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές,διοτι κλείνετε την βασιλεία των ουρανών

μπροστά απ'τους ανθρώπους,γιατί εσείς δεν μπαίνετε μέσα,ούτε αυτούς που έρχονται 

αφήνετε να μπουν μεσα,

ουαί σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές,διότι γυρίζετε τη θάλασσα και τη ξηρά για 

να προσηλυτησετε έναν,κι όταν γίνει,τον κάνετε υιό της κόλασης δύο φορές από σας,

ουαί σε σας,οδηγοί τυφλοί,που λέτε πως όποιος ορκιστεί στο ναό,τίποτα δεν είναι,όποιος 

αν όμως ορκιστεί στο χρυσό του ναού,υποχρεώνεται,

μωροί και τυφλοι,γιατί ποιο ειναι πιο μεγάλο,ο χρυσός η' ο ναός που αγιάζει τον χρυσό;

κι όποιος αν ορκιστει στο θυσιαστήριο,τίποτα δεν είναι,όποιος όμως αν ορκιστει στο δώρο 

πάνω σ' αυτό, υποχρεώνεται,

μωροί και τυφλοι,γιατί ποιο πιο μεγάλο,το δώρο η' το θυσιαστήριο που αγιάζει το δώρο;

αυτός λοιπόν που ορκίζεται στο θυσιαστήριο ορκίζεται σ'αυτο και σ'ολα πάνω σ'αυτο,

κι αυτός που ορκίζεται στο ναό,ορκίζεται σ'αυτον και σ'αυτον που τον έχει κατοικισει,

κι αυτός που ορκίζεται στον ουρανό ορκίζεται στον θρόνο του Θεού και σ'αυτον που κάθεται 

πάνω του,

ουαί σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές,διότι δίνεται το δέκατο από τον δυόσμο 

και τον άνηθο και το κύμινο,κι αφήσατε τα βαρύτερα του νόμου,την κρίση και το έλεος 

και την πίστη,αυτά έπρεπε να κάνετε κι εκείνα να μη αφήστε,

οδηγοί τυφλοί,που φιλτράρετε το κουνούπι,την καμηλα όμως καταπίνετε,

ουαί σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές,διότι καθαρίζετε το εξωτερικό του ποτηριού 

και το πιατο,μέσα όμως είναι γεμάτα απ'αρπαγη κι αδικία,

Φαρισαιε τυφλέ,καθάρισε  πρωτα αυτό που'ναι μέσα στο ποτήρι και το πιάτο,για  να γίνει και 

το έξω απ'αυτα καθαρό,

ουαί σε σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές,διότι παρομοιάζεστε με τάφους που'χουν.

ασβεστωθει,οι οποίοι απ'εξω φαίνονται ωραίοι,από μέσα όμως είναι γεμάτοι από κόκκαλα νεκρών 

και από κάθε ακαθαρσία,

έτσι κι εσείς απ'εξω φαίνεστε στους ανθρώπους δίκαιοι,από μέσα όμως γεμάτοι είστε από 

υποκρισία και ανομία,

ουαί σε σας,γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές,διότι οικοδομητε τους τάφους των προφητων 

και στολίζετε τα μνημεία των δικαίων,

και λέτε,αν ήμασταν στις ημέρες των πατέρων μας,δεν θα ήμασταν συμμέτοχοι των στο αίμα 

των προφητών,

ώστε μαρτυρατε οι ίδιοι ότι υιοί είστε αυτών  που φόνευσαν τούς προφήτες,κι εσείς αποτελειώστε 

το έργο των πατέρων σας,

φίδια γεννηματα από οχιες,πως θα αποφυγετε απ'τη κρίση της κολασης;

γι'αυτό να εγώ στέλνω σε σας προφήτες και σοφούς και γραμματείς,κι απ'αυτους άλλους θα 

σκοτώστε και θα σταυρωστε,κι απ' αυτούς άλλους θα μαστιγωστε στις συναγωγές σας και θα  καταδιώξτε από πόλη σε πόλη,

για να πέσει πάνω σας όλο το δίκαιο αίμα που χύθηκε πάνω στη γη απ'το αίμα του Άβελ μέχρι 

το αίμα του Ζαχαρία υιού του Βατραχια,τον οποίον φονευσατε μεταξύ του ναού και του 

θυσιαστηρίου,

αλήθεια σας λέω ότι όλα αυτά θα φτάσουν στη γενεά αυτή,

Ιεροσαλημ Ιεροσαλημ,αυτη που σκότωσε τους προφήτες και λιθοβολησε αυτούς που 

στάλθηκαν σ'αυτη,πόσες φορές θέλησα να μαζέψω τα παιδιά σου με τον τρόπο που μαζεύει 

η όρνιθα τα κλωσοπουλα της κάτω απ'τις φτερούγες,και δεν θελησατε,

και να αφήνεται σε σας ο οίκος σας έρημος,

γιατί σας λέω,πως δεν θα με δείτε πια μέχρι να πείτε,ευλογημένος αυτός που έρχεται στο 

όνομα του Κυριου

.

.

Τότε ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε τοῖς ὄχλοις καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, 2 λέγων, Ἐπὶ τῆς Μωσέως καθέδρας ἐκάθισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι· 3 πάντα οὖν ὅσα ἂν εἴπωσιν ὑμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καὶ ποιεῖτε· κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε, λέγουσι γὰρ καὶ οὐ ποιοῦσι. 4 δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα, καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά. 5 πάντα δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις· πλατύνουσι δὲ τὰ φυλακτήρια αὐτῶν, καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων αὐτῶν· 6 φιλοῦσί 

τε τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις, καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς, 7 καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς, καὶ καλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ῥαββί, ῥαββί· 8 ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ῥαββί· εἷς γάρ ἐστιν ὑμῶν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε. 9 καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατὴρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 10 μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός. 11 ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος. 

12 ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτόν, ταπεινωθήσεται· καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτόν, ὑψωθήσεται.

13 Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν.

14 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν, καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα.

15 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλότερον ὑμῶν.

16 Οὐαὶ ὑμῖν, ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ λέγοντες, Ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ ναῷ, οὐδέν ἐστιν· ὃς δ’ ἂν ὀμόσῃ 

ἐν τῷ χρυσῷ τοῦ ναοῦ, ὀφείλει. 17 μωροὶ καὶ τυφλοί· τίς γὰρ μείζων ἐστίν, ὁ χρυσός, ἢ ὁ ναὸς 

ὁ ἁγιάζων τὸν χρυσόν; 18 καί, Ὃς ἐὰν ὀμόσῃ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ, οὐδέν ἐστιν· ὃς δ’ ἂν ὀμόσῃ 

ἐν τῷ δώρῳ τῷ ἐπάνω αὐτοῦ, ὀφείλει. 19 μωροὶ καὶ τυφλοί· τί γὰρ μεῖζον, τὸ δῶρον, ἢ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ δῶρον; 20 ὁ οὖν ὀμόσας ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ 

ἐν πᾶσι τοῖς ἐπάνω αὐτοῦ· 21 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ ναῷ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ κατοικοῦντι 

αὐτόν· 22 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀμνύει ἐν τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ καθημένῳ ἐπάνω αὐτοῦ.

23 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον 

καὶ τὸ κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν· 

ταῦτα ἔδει ποιῆσαι, κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι. 24 ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διϋλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ 

κάμηλον καταπίνοντες.

25 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου 

καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀκρασίας. 26 Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν.

27 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις , 

οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. 

28 οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας.

29 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὑποκριταί, ὅτι οἰκοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν, 

καὶ κοσμεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν δικαίων, 30 καὶ λέγετε, Εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν πατέρων ἡμῶν, 

οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ αὐτῶν ἐν τῷ αἵματι τῶν προφητῶν. 31 ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας· 32 καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν. 33 ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης; 34 διὰ τοῦτο, ἰδού, ἐγὼ ἀποστέλλω

πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς· καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε, καὶ ἐξ αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν· 35 ὅπως ἔλθῃ ἐφ’ ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυνόμενον ἐπὶ τῆς γῆς, ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἅβελ τοῦ δικαίου, ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου, ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου· 36 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἥξει ταῦτα πάντα ἐπὶ τὴν γενεὰν ταύτην.

37 Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτείνουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε. 38 ἰδού, ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. 39 λέγω 

γὰρ ὑμῖν, Οὐ μή με ἴδητε ἀπ’ ἄρτι, ἕως ἂν εἴπητε, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

.

.

.


Παλαιά Διαθήκη,Βασιλειων Β',κ.ΙΑ'

(Δαυίδ και Βηρσαβεε)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


κι έφερε ο χρόνος τον κύκλο του κι ήρθε ο καιρός της εξόδου των βασιλιαδων για πόλεμο κι έστειλε

ο Δαυίδ τον Ιωαβ και τους φρουρούς του μαζί του κι όλον τον στρατό του Ισραήλ και εξόντωσαν 

τους Αμμωνίτες και και πολιόρκησαν την Ραββαθ κι ο Δαυίδ έμεινε στην Ιερουσαλήμ

κι έγινε ένα απόγευμα και σηκώθηκε ο Δαυίδ απ'το κρεβάτι του και περπατούσε στο δωμάτιο του σπιτιού του βασιλιά κι είδε απ'το δωμάτιο μια γυναίκα να λούζεται και η γυναίκα αυτή ήταν πάρα πολύ ομορφη,

κι έστειλε ο Δαυίδ και ζήτησε τη γυναίκα κι είπε,δεν είναι αυτή η Βηρσαβε η κόρη του Ελιαβ και γυναίκα του Ουρία του Χετταίου;

κι έστειλε ο Δαυίδ απεσταλμένους και πήρε αυτή,κι έσμιξε μ'αυτη,και κοιμήθηκε μ'αυτη κι αυτή 

αφού καθαρίστηκε από τα έμμηνα της γύρισε στο σπίτι της,

και η γυναίκα έμεινε έγκυος,κι εστειλε και πληροφόρησε τον Δαυίδ κι είπε.ειμαι έγκυος, 

κι έστειλε ο Δαυίδ στον Ιωαβ λέγοντας,στειλε μου τον Ουρία τον Χετταιο,κι έστειλε ο Ιωαβ

τον Ουρία στον Δαυιδ,

κι ήρθε ο Ουρίας και πήγε σ'αυτον και τον ρώτησε ο Δαυίδ αν είναι καλά ο Ιωαβ και αν είναι 

καλά ο στρατός κι αν καλά πάει ο πολεμος,

κι είπε ο Δαυίδ στον Ουρία,πήγαινε στο σπίτι σου και πλυνε τα πόδια σου,και βγηκε ο Ουρίας 

απ'το σπίτι του βασιλια και βγήκε από πίσω του δώρο του βασιλιά,

και κοιμήθηκε ο Ουρίας δίπλα στη πόρτα του με τους δούλους του κυρίου του και δεν πήγε 

στο σπίτι του,

και πληροφόρησαν τον Δαυίδ λέγοντας,ότι δεν πήγε ο Ουρίας στο σπίτι του,κι είπε ο Δαυίδ 

στον Ουρία,δεν έρχεσαι από δρόμο;γιατί δεν πήγες στο σπίτι σου;

και είπε ο Ουρίας στον Δαυίδ,

ἡ κιβωτός κι ο στρατός του Ισραήλ  και του Ιούδα κατοικούν σε σκηνες,κι ο κύριος μου ο Ιωαβ 

κι οι δουλοι του κυρίου μου έξω στα χωράφια μένουν,κι εγώ θα μπω μέσα στο σπίτι μου να φάω 

και να πιω και να κοιμηθώ με την γυναίκα μου;πως;μα τη ψυχή σου,αν το κάνω αυτο το προσταγμα,

κι είπε ο Δαυίδ στον Ουρία,κάθησε εδω και σημερα,και αύριο θα σε στείλω πίσω,και κάθησε 

ο Ουρίας στην Ιερουσαλήμ τη μέρα εκείνη και την αυριανή,

και τον κάλεσε ο Δαυίδ κι έφαγε     απεναντι του κι ήπιε και τον μεθησε,και βγήκε το βράδυ να κοιμηθεί στο κρεβάτι του με τους δούλους του κυρίου του,και στο σπίτι του δεν πήγε,

και ήρθε το πρωί και έγραψε ο Δαυίδ γράμμα στον Ιωαβ το' στειλε με τα χέρια του ,και στο 

γράμμα έγραψε λέγοντας,βάλε τον Ουρία απεναντι στους δυνατούς εχθρούς και να απομακρυνθητε από πίσω του, ,και να πληγωθεί και να πεθάνει,κι έγινε ενω συνεχιζε τη πολιορκία της πόλης

ο Ιωαβ κι εβάλε τον Ουρία στον τόπο,που γνώριζε ότι ήταν δυνατοί άντρες εκεί,

και βγήκαν οι άντρες της πολης και πολέμησαν με τον Ιωαβ κι έπεσαν απ'το στρατο απ'τους 

δούλους του Δαυίδ και πέθανε κι ο Ουρίας ο Χετταιος,

κι έστειλε ο Ιωαβ και  ανακοινωσε στον Δαυίδ όλα τα γεγονότα του πολέμου λεγοντας στον

 βασιλια,

και πρόσταξε τον αγγελιοφόρο λέγοντας,αν τελειώσεις με όλα τα γεγονότα του πολέμου που 

θα πεις  στον βασιλιά,

κι αν θυμώσει ο βασιλιας και σου πει,γιατί πλησιάσατε τη πόλη να πολεμήσετε;δεν γνωρίζετε πως πάνω απ'το τείχος θα ρίξουν τοξα;

ποιος χτυπησε τον Αβιμελεχ γιο του Ιεροβααλ γιου του Νηρ;δεν έριξε μια γυναίκα κομμάτι πετρας πάνω του ψηλα απ'το τειχος και πέθανε στην Θαμαση;γιατί πλησιάσατε στο τείχος;και πες του,κι επίσης ο δούλος σου ο Ουρίας ο Χετταιος πεθανε,

και πήγε ο  αγγελιοφόρος του Ιωαβ στον βασιλιά στην Ιερουσαλήμ,κι έφτασε και ανακοίνωσε στον Δαυίδ τα παντα,όσα  προσταξε σ'αυτον ο Ιωαβ όλα τα γεγονότα του πολέμου,

και είπε ο Δαυίδ στον αγγελιοφόρο,αυτά εδώ να πεις στον Ιωαβ,μη πάρεις σαν κακό αυτό γεγονός 

στα μάτια σου,διότι ποτε έτσι και ποτε έτσι κατατρώει το μαχαιρι,

να συνεχίσεις πιο δυναμικα τον πόλεμο σου κατά της πόλης και καταγκρεμισε την και κυριεψε την,

κι άκουσε η γυναίκα του Ουρία ότι πέθανε ο Ουρίας ο άντρας της και θρήνησε τον άντρα της,

και πέρασε το πένθος κι έστειλε ο Δαυίδ,και την έφερε στο σπίτι του,κι έγινε σ'αυτον γυναίκα,

και γέννησε σ'αυτον γιο,και ανήθικη φάνηκε η πράξη που έκανε ο Δαυίδ,στα μάτια του Κυρίου

.

.

1 ΚΑΙ ἐγένετο ἐπιστρέψαντος τοῦ ἐνιαυτοῦ εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἐξοδίας τῶν βασιλέων, καὶ ἀπέστειλε Δαυὶδ τὸν Ἰωὰβ καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ μετ' αὐτοῦ καὶ τὸν πάντα Ἰσραήλ, καὶ διέφθειραν τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν καὶ διεκάθισαν ἐπὶ Ραββάθ· καὶ Δαυὶδ ἐκάθισεν ἐν Ἱερουσαλήμ. 2 καὶ ἐγένετο πρὸς ἑσπέραν καὶ ἀνέστη Δαυὶδ ἀπὸ τῆς κοίτης αὐτοῦ καὶ περιεπάτει ἐπὶ τοῦ δώματος τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ εἶδε γυναῖκα λουομένην ἀπὸ τοῦ δώματος, καὶ ἡ γυνὴ καλὴ τῷ εἴδει σφόδρα. 3 καὶ ἀπέστειλε Δαυὶδ καὶ ἐζήτησε τὴν γυναῖκα καὶ εἶπεν· οὐχὶ αὕτη Βηρσαβεὲ θυγάτηρ Ἐλιὰβ γυνὴ Οὐρίου τοῦ Χετταίου; 4 καὶ ἀπέστειλε Δαυὶδ ἀγγέλους καὶ ἔλαβεν αὐτήν, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν, καὶ ἐκοιμήθη μετ' αὐτῆς, καὶ αὐτὴ ἁγιαζομένη ἀπὸ ἀκαθαρσίας αὐτῆς, καὶ ἀπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. 5 καὶ ἐν γαστρὶ ἔλαβεν ἡ γυνή· καὶ ἀποστείλασα ἀπήγγειλε τῷ Δαυὶδ καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ἐν γαστρὶ ἔχω. 6 καὶ ἀπέστειλε Δαυὶδ πρὸς Ἰωὰβ λέγων· ἀπόστειλον πρός με τὸν Οὐρίαν τὸν Χετταῖον· καὶ ἀπέστειλεν Ἰωὰβ τὸν Οὐρίαν πρὸς Δαυίδ. 7 καὶ παραγίνεται Οὐρίας καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτόν, καὶ ἐπηρώτησε Δαυὶδ εἰς εἰρήνην Ἰωὰβ καὶ εἰς εἰρήνην τοῦ λαοῦ καὶ εἰς εἰρήνην τοῦ πολέμου. 8 καὶ εἶπε Δαυὶδ τῷ Οὐρίᾳ· κατάβηθι εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ νίψαι τοὺς πόδας σου· καὶ ἐξῆλθεν Οὐρίας ἐξ οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἐξῆλθεν ὀπίσω αὐτοῦ ἄρσις τοῦ βασιλέως. 9 καὶ ἐκοιμήθη Οὐρίας παρὰ τῇ θύρᾳ τοῦ βασιλέως μετὰ τῶν δούλων τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ οὐ κατέβη εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 10 καὶ ἀνήγγειλαν τῷ Δαυὶδ λέγοντες, ὅτι οὐ κατέβη Οὐρίας εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Οὐρίαν· οὐχὶ ἐξ ὁδοῦ σὺ ἔρχῃ; τί ὅτι οὐ κατέβης εἰς τὸν οἶκόν σου; 11 καὶ εἶπεν Οὐρίας πρὸς Δαυίδ· ἡ κιβωτὸς καὶ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδας κατοικοῦσιν ἐν σκηναῖς, καὶ ὁ κύριός μου Ἰωὰβ καὶ οἱ δοῦλοι τοῦ κυρίου μου ἐπὶ πρόσωπον τοῦ ἀγροῦ παρεμβάλλουσι· καὶ ἐγὼ εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν μου τοῦ φαγεῖν καὶ πιεῖν καὶ κοιμηθῆναι μετὰ τῆς γυναικός μου; πῶς; ζῇ ἡ ψυχή σου, εἰ ποιήσω τὸ ρῆμα τοῦτο. 12 καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς Οὐρίαν· κάθισον ἐνταῦθα καί γε σήμερον, καὶ αὔριον ἐξαποστελῶ σε. καὶ ἐκάθισεν Οὐρίας ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ τῇ ἐπαύριον. 13 καὶ ἐκάλεσεν αὐτὸν Δαυίδ, καὶ ἔφαγεν ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ἔπιε καὶ ἐμέθυσεν αὐτόν· καὶ ἐξῆλθεν ἑσπέρας τοῦ κοιμηθῆναι ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ μετὰ τῶν δούλων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ οὐ κατέβη. 14 καὶ ἐγένετο πρωΐ καὶ ἔγραψε Δαυὶδ βιβλίον πρὸς Ἰωὰβ καὶ ἀπέστειλεν ἐν χειρὶ Οὐρίου. 15 καὶ ἔγραψεν ἐν βιβλίῳ λέγων· εἰσάγαγε τὸν Οὐρίαν ἐξ ἐναντίας τοῦ πολέμου τοῦ κραταιοῦ, καὶ ἀποστραφήσεσθε ἀπὸ ὄπισθεν αὐτοῦ, καὶ πληγήσεται ἀπὸ ὄπισθεν αὐτοῦ, καὶ πληγήσεται καὶ ἀποθανεῖται. 16 καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ φυλάσσειν Ἰωὰβ ἐπὶ τὴν πόλιν καὶ ἔθηκε τὸν Οὐρίαν εἰς τὸν τόπον, οὗ ᾔδει ὅτι ἄνδρες δυνάμεως ἐκεῖ. 17 καὶ ἐξῆλθον οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως καὶ ἐπολέμουν μετὰ Ἰωάβ, καὶ ἔπεσαν ἐκ τοῦ λαοῦ ἐκ τῶν δούλων Δαυίδ, καὶ ἀπέθανε καί γε Οὐρίας ὁ Χετταῖος. 18 καὶ ἀπέστειλεν Ἰωὰβ καὶ ἀπήγγειλε τῷ Δαυὶδ πάντας τοὺς λόγους τοῦ πολέμου λαλῆσαι πρὸς τὸν βασιλέα 19 καὶ ἐνετείλατο τῷ ἀγγέλῳ λέγων· ἐν τῷ συντελέσαι πάντας τοὺς λόγους τοῦ πολέμου λαλῆσαι πρὸς τὸν βασιλέα 20 καὶ ἔσται ἐὰν ἀναβῇ ὁ θυμὸς τοῦ βασιλέως, καὶ εἴπῃ σοι· τί ὅτι ἠγγίσατε πρὸς τὴν πόλιν πολεμῆσαι; οὐκ ᾔδειτε ὅτι τοξεύσουσιν ἀπάνωθεν τοῦ τείχους; 21 τίς ἐπάταξε τὸν Ἀβιμέλεχ υἱὸν Ἱεροβάαλ υἱοῦ Νήρ; οὐχὶ γυνὴ ἔρριψε κλάσμα μύλου ἐπ' αὐτὸν ἀπὸ ἄνωθεν τοῦ τείχους καὶ ἀπέθανεν ἐν Θαμασί; ἱνατί προσηγάγετε πρὸς τὸ τεῖχος; καὶ ἐρεῖς· καί γε ὁ δοῦλός σου Οὐρίας ὁ Χετταῖος ἀπέθανε. 22 καὶ ἐπορεύθη ὁ ἄγγελος Ἰωὰβ πρὸς τὸν βασιλέα εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ παρεγένετο καὶ ἀπήγγειλε τῷ Δαυὶδ πάντα, ὅσα ἀπήγγειλεν αὐτῷ Ἰωὰβ πάντα τὰ ρήματα τοῦ πολέμου. καὶ ἐθυμώθη Δαυὶδ πρὸς Ἰωὰβ καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον· ἱνατί προσηγάγετε πρὸς τὴν πόλιν τοῦ πολεμῆσαι; οὐκ ᾔδειτε ὅτι πληγήσεσθε ἀπὸ τοῦ τείχους; τίς ἐπάταξε τὸν Ἀβιμέλεχ υἱὸν Ἱεροβάαλ; οὐχὶ γυνὴ ἔρριψεν ἐπ' αὐτὸν κλάσμα μύλου ἀπὸ τοῦ τείχους καὶ ἀπέθανεν ἐν Θαμασί; ἱνατί προσηγάγετε πρὸς τὸ τεῖχος; 23 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος πρὸς Δαυὶδ ὅτι ἐκραταίωσαν ἐφ' ἡμᾶς οἱ ἄνδρες καὶ ἐξῆλθαν ἐφ᾿ ἡμᾶς εἰς τὸν ἀγρόν, καὶ ἐγενήθημεν ἐπ' αὐτοὺς ἕως τῆς θύρας τῆς πύλης, 24 καὶ ἐτόξευσαν οἱ τοξεύοντες πρὸς τοὺς παῖδάς σου ἀπάνωθεν τοῦ τείχους, καὶ ἀπέθανον τῶν παίδων τοῦ βασιλέως, καί γε ὁ δοῦλος σου Οὐρίας ὁ Χετταῖος ἀπέθανε. 25 καὶ εἶπε Δαυὶδ πρὸς τὸν ἄγγελον· τάδε ἐρεῖς πρὸς Ἰωάβ· μὴ πονηρὸν ἔστω ἐν ὀφθαλμοῖς σου τὸ ρῆμα τοῦτο, ὅτι ποτὲ μὲν οὕτως καὶ ποτὲ οὕτως φάγεται ἡ μάχαιρα· κραταίωσον τὸν πόλεμόν σου εἰς τὴν πόλιν καὶ κατάσπασον αὐτὴν καὶ κραταίωσον αὐτήν. 26 καὶ ἤκουσεν ἡ γυνὴ Οὐρίου ὅτι ἀπέθανεν Οὐρίας ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, καὶ ἐκόψατο τὸν ἄνδρα αὐτῆς. 27 καὶ διῆλθε τὸ πένθος καὶ ἀπέστειλε Δαυίδ, καὶ συνήγαγεν αὐτὴν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ ἐγενήθη αὐτῷ εἰς γυναῖκα, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ υἱόν. καὶ πονηρὸν ἐφάνη τὸ ρῆμα, ὃ ἐποίησε Δαυίδ, ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου.

.

.

.


Ηροδοτου Ιστορίαι,Βιβλίο Γ',Θάλεια,84-87

-Πως έγινε ο Δαρείος βασιλιάς-

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


84.3 ,για τη βασιλεία συμφωνησαν  αυτό εδώ,οποιου αν το άλογο όταν ο ήλιος ανατείλει το πρώτο χλιμιντρισει ενώ εξω απ'τη πόλη αυτα καβαλικευουν,αυτός θα πάρει τη βασιλεια,

85.1 ο Δαρείος είχε λοιπόν ένα ιπποκόμο επιτήδειο,τ'ονομα του ήταν Οιβαρης,σ'αυτον τον άντρα,

αφού αποχώρησαν,είπε αυτά εδώ,Οιβαρη,αποφασίσαμε σχετικά με τη βασιλεία να κάνουμε αυτά εδώ,οποιου αν το άλογο το πρώτο χλιμιντρισει μόλις ο ήλιος ανέβει ενώ αυτα καβαλικευουμε,αυτός 

θα πάρει τη βασιλεία,τώρα αν έχεις κάποια καλή ιδέα,μηχανεψου πως θα πάρουμε εμεις αυτο το 

δικαίωμα κι όχι καποιος αλλος,

κι απαντα ο Οιβαρης μ'αυτα εδώ,αν κύριε μου απ'αυτο θα'χεις τη βασιλεία η' όχι,παρε θαρρος 

γι'αυτό και ησύχασε,γιατί βασιλιάς κανένας άλλος πριν από σένα δεν θα'ναι,τέτοια να βοηθήσουν κατέχω,λέει τότε ο Δαρείος,

αν λοιπόν κάτι τέτοιο έχεις τέχνασμα,ώρα να το εφαρμόσεις   και να μην το αναβάλλεις,γιατί αύριο θα'ναι η συγκέντρωση μας,όταν ακουσε αυτά ο Οιβαρης κάνει αυτό εδώ,μόλις έγινε νύχτα,απ'τις φοραδες μια,για την οποία του Δαρειου το άλογο ένιωθε έλξη μεγάλη,αφού πήρε  έξω απ'τη πόλη 

την έδεσε κι έφερε το άλογο του Δαρείου,και πολλές φορές το έφερνε γυρω κοντά στη φοράδα,να αγγίζει τη θηλυκιά,στο τέλος άφησε το άλογο να την καββαλήσει,

86.1 άμα η μέρα εφεξε οι εξι όπως συμφώνησαν φάνηκαν πάνω στα αλογα,διαβαινοντας έξω 

απ'τη πόλη,καθώς στο μέρος αυτό έφτασαν όπου την περασμένη νύχτα είχε δεθεί η φοράδα, 

εκεί τό άλογο του Δαρείου προς στα κει τρέχοντας χλιμιντρισε,

άμα το άλογο αυτό έκανε  αστραψε ενώ ήταν καθαρος ουρανος κι ακούστηκε βροντη,

αυτα που έγιναν επιπλέον στον Δαρείο θεωρηθηκαν σύμφωνα  με το τελειωμα της εκλογής 

του,κι αυτοί κατεβαίνοντας απ'τ'αλογα προσκυνησαν τον Δαρείο,

άλλοι λοιπον λενε ότι ο Οιβαρης

αυτά μηχανευτηκε,άλλοι όμως τέτοια (,γιατί και τα δυο λέγονται απ'τους Πέρσες)πως της φοράδας αυτής τα γεννητικά όργανα αγγιξε με το χέρι το οποίο έπειτα το'κρυψε μέσα στη περισκελιδα όμως μολις με του  ηλιου την  ανατολη επροκειτο να φύγουν τα άλογα,ο Οιβαρης εβγάλε το χέρι και 

το'φερε στα ρουθουνιου του αλόγου του Δαρείου,αυτό όταν μυρισε φρουμανισε και χλιμιντρισε

.

.

,84.3περὶ δὲ τῆς βασιληίης ἐβούλευσαν τοιόνδε· ὅτευ ἂν ὁ ἵππος ἡλίου ἐπανατέλλοντος πρῶτος φθέγξηται, ἐν τῷ προαστείῳ αὐτῶν ἐπιβεβηκότων, τοῦτον ἔχειν τὴν βασιληίην.

85.1 Δαρείῳ δὲ ἦν ἱπποκόμος ἀνὴρ σοφός, τῷ οὔνομα ἦν Οἰβάρης. πρὸς τοῦτον τὸν ἄνδρα, ἐπείτε διελύθησαν, ἔλεξε Δαρεῖος τάδε. “Οἴβαρες, ἡμῖν δέδοκται περὶ τῆς βασιληίης ποιέειν κατὰ τάδε· 

ὅτευ ἂν ὁ ἵππος πρῶτος φθέγξηται ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι αὐτῶν ἐπαναβεβηκότων, τοῦτον ἔχειν τὴν βασιληίην. νῦν ὦν εἴ τινα ἔχεις σοφίην, μηχανῶ ὡς ἂν ἡμεῖς σχῶμεν τοῦτο τὸ γέρας καὶ μὴ ἄλλος 

τις„. 2 ἀμείβεται Οἰβάρης τοῖσιδε. “εἰ μὲν δὴ ὦ δέσποτα ἐν τούτῳ τοι ἐστὶ ἢ βασιλέα εἶναι ἢ μή, θάρσεε τούτου εἵνεκεν καὶ θυμὸν ἔχε ἀγαθόν, ὡς βασιλεὺς οὐδεὶς ἄλλος πρὸ σεῦ ἔσται· τοιαῦτα ἔχω φάρμακα„. λέγει Δαρεῖος “εἰ τοίνυν τι τοιοῦτον ἔχεις σόφισμα, ὥρη μηχανᾶσθαι καὶ μὴ ἀναβάλλεσθαι, ὡς τῆς ἐπιούσης ἡμέρης ὁ ἀγὼν ἡμῖν ἐστί„. 3 ἀκούσας ταῦτα ὁ Οἰβάρης ποιέει τοιόνδε· ὡς ἐγίνετο ἡ νύξ, τῶν θηλέων ἵππων μίαν, τὴν ὁ Δαρείου ἵππος ἔστεργε μάλιστα, ταύτην ἀγαγὼν ἐς τὸ προάστειον κατέδησε καὶ ἐπήγαγε τὸν Δαρείου ἵππον, καὶ τὰ μὲν πολλὰ περιῆγε ἀγχοῦ τῇ ἵππῳ ἐγχρίμπτων τῇ θηλέῃ, τέλος δὲ ἐπῆκε ὀχεῦσαι τὸν ἵππον.

86.1 Ἅμ᾽ ἡμέρῃ δὲ διαφωσκούσῃ οἱ ἓξ κατὰ συνεθήκαντο παρῆσαν ἐπὶ τῶν ἵππων· διεξελαυνόντων 

δὲ κατὰ τὸ προάστειον, ὡς κατὰ τοῦτο τὸ χωρίον ἐγίνοντο ἵνα τῆς παροιχομένης νυκτὸς κατεδέδετο ἡ θήλεα ἵππος, ἐνθαῦτα ὁ Δαρείου ἵππος προσδραμὼν ἐχρεμέτισε· 2 ἅμα δὲ τῷ ἵππῳ τοῦτο ποιήσαντι ἀστραπὴ ἐξ αἰθρίης καὶ βροντὴ ἐγένετο. ἐπιγενόμενα δὲ ταῦτα τῷ Δαρείῳ ἐτελέωσέ μιν ὥσπερ ἐκ συνθέτου τευ γενόμενα· οἳ δὲ καταθορόντες ἀπὸ τῶν ἵππων προσεκύνεον τὸν Δαρεῖον.

87.1 Οἳ μὲν δή φασι τὸν Οἰβάρεα ταῦτα μηχανήσασθαι, οἳ δὲ τοιάδε (καὶ γὰρ ἐπ᾽ ἀμφότερα λέγεται ὑπὸ Περσέων), ὡς τῆς ἵππου ταύτης τῶν ἄρθρων ἐπιψαύσας τῇ χειρὶ ἔχοι αὐτὴν κρύψας ἐν τῇσι ἀναξυρίσι· ὡς δὲ ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι ἀπίεσθαι μέλλειν τοὺς ἵππους, τὸν Οἰβάρεα τοῦτον ἐξείραντα τὴν χεῖρα πρὸς τοῦ Δαρείου ἵππου τοὺς μυκτῆρας προσενεῖκαι, τὸν δὲ αἰσθόμενον φριμάξασθαί τε 

καὶ χρεμετίσαι.

.

.

 .

Ισοκρατους Λόγος Περί Ειρήνης

-(μετάφραση αποσπασμάτων χ.ν.κουβελης c.n.couvelis)


2.γιατί συγκεντρωθήκαμε  εδώ να μιλήσουμε για την ειρήνη και τον πόλεμο,τα οποία την πιο 

μεγάλη δύναμη έχουν στη ζωή των ανθρώπων

2.ἥκομεν γὰρ ἐκκλησιάσοντες περὶ πολέμου καὶ εἰρήνης, ἃ μεγίστην ἔχει δύναμιν ἐν τῷ βίῳ 

τῷ τῶν ἀνθρώπων, 


10.αν θέλετε να βρείτε το τι συμφέρει στη πόλη,μάλλον σε αυτούς που εναντιώνονται στις 

γνώμες σας πρέπει να προσέχετε παρα σε αυτούς που ευχαριστουν, γνωριζοντας ότι από αυτούς 

που εδώ εμφανίσθηκαν αυτοί που αυτά που θέλετε λένε εύκολα να σας εξαπατήσουν μπορουν,

γιατί αυτό που λέγεται για ευχαριστηση σας τυφλώνει να δείτε το πιο ωφέλιμο,από αυτους όμως 

που δεν συμβουλεύουν για την ευχαρίστηση τίποτα δεν πάθετε τετοιο,γιατί να σας μεταπείσουν  

δεν θα μπορούσαν,


10.εἴπερ ἠβούλεσθε ζητεῖν τὸ τῇ πόλει συμφέρον, μᾶλλον τοῖς ἐναντιουμένοις ταῖς ὑμετέραις 

γνώμαις προσέχειν τὸν νοῦν ἢ τοῖς καταχαριζομένοις, εἰδότας ὅτι τῶν ἐνθάδε παριόντων οἱ μὲν 

ἃ βούλεσθε λέγοντες ῥᾳδίως ἐξαπατᾶν δύνανται,τὸ γὰρ πρὸς χάριν ῥηθὲν ἐπισκοτεῖ τῷ καθορᾶν 

ὑμᾶς τὸ βέλτιστον, ὑπὸ δὲ τῶν μὴ πρὸς ἡδονὴν συμβουλευόντων οὐδὲν ἂν πάθοιτε τοιοῦτον: 

οὐ γὰρ ἔστιν ὅπως ἂν μεταπεῖσαι δυνηθεῖεν ὑμᾶς,


16.λεω λοιπόν ότι χρειάζεται να κάνετε ειρήνη όχι μόνο με τους Χιώτες και τους Ροδίτες και 

τους Βυζαντινούς και τους Κωες αλλά με όλους τους ανθρώπους,και να χρησιμοποιήστε τις 

συνθήκες όχι αυτές που καποιες τώρα έχουν γραφτεί,αλλά αυτές που έγιναν με τον βασιλιά(της Περσίας) και τους Λακεδαιμονες(την Ανταλκιδειο ειρήνη),που προτάσσουν οι Έλληνες αυτόνομοι 

να είναι και οι φρουρές από τις ξένες πόλεις να αποσυρθούν και την δική του χώρα  να κατέχει ο καθένας,γιατί από αυτά ούτε περισσότερα δικαια θα βρούμε ούτε μάλλον στη πόλη περισσότερο 

να συμφέρουν,


16.φημὶ δ᾽ οὖν χρῆναι ποιεῖσθαι τὴν εἰρήνην μὴ μόνον πρὸς Χίους καὶ Ῥοδίους καὶ Βυζαντίους 

καὶ Κῴους ἀλλὰ πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους, καὶ χρῆσθαι ταῖς συνθήκαις μὴ ταύταις αἷς νῦν τινὲς γεγράφασιν, ἀλλὰ ταῖς γενομέναις μὲν πρὸς βασιλέα καὶ Λακεδαιμονίους, προσταττούσαις δὲ 

τοὺς Ἕλληνας αὐτονόμους εἶναι καὶ τὰς φρουρὰς ἐκ τῶν ἀλλοτρίων πόλεων ἐξιέναι καὶ τὴν 

αὑτῶν ἔχειν ἑκάστους. τούτων γὰρ οὔτε δικαιοτέρας εὑρήσομεν οὔτε μᾶλλον τῇ πόλει 

συμφερούσας.


19.αραγε θα μας επαρκεσει,αν και την πόλη με ασφάλεια κατοικουμε και σε αυτά του βίου πιο ευκατάστατοι γίνουμε και στα δικά μας ομονοουμε και στους Έλληνες είμαστε αρεστοί;

γιατί πιστεύω πως αν αυτά υπάρξουν πραγματικά η πόλη θα ευδαιμονισει,αφού ο πόλεμος από 

όλα που είπα μας στερησε,

και γιατί περισσότερο φτωχούς μας έχει κάνει και πολλούς κινδύνους μας αναγκασε να υπομείνουμε,και στους Έλληνες μας εχει διαβαλει και με κάθε τρόπο μας έχει ταλαιπωρήσει,

20.αν όμως κάνουμε ειρήνη και 

τέτοιοι εμείς αποδεικτουμε όπως οι κοινές συνθήκες προστάζουν,με πολύ ασφάλεια την πόλη 

θα κατοικησουμε ,απαλλαγμένοι από πολέμους και κινδύνους και ταραχή,στην οποια  τώρα

ο ένας με τον αλλον είμαστε οδηγημένοι,κάθε μέρα για ευπορια να εργαζομαστε,

ήσυχασμενοι από τις εισφορες και τις τριηραρχιες και από τις άλλες του πολέμου υποχρεωσεις,

χωρίς φόβο καλλιεργώντας τη γη και τη θάλασσα πλέοντας και τις άλλες εργασίες να επιχειρούμε 

οι οποίες τώρα λόγω του πολέμου έχουν εγκαταλειφθεί,

21.τοτε θα δούμε τη πόλη διπλάσια από ότι τώρα έσοδα να παίρνει,γεμάτοι να είναι από εμπόρους 

και ξένους και μετοικους από τους οποίους έρημη κατάντησε


19.ἆρ’ οὖν ἂν ἐξαρκέσειεν ἡμῖν, εἰ τήν τε πόλιν

ἀσφαλῶς οἰκοῖμεν καὶ τὰ περὶ τὸν βίον εὐπορώτεροι

γιγνοίμεθα καὶ τά τε πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ὁμονοοῖμεν καὶ

παρὰ τοῖς Ἕλλησιν εὐδοκιμοῖμεν; ἐγὼ μὲν γὰρ ἡγοῦμαι

τούτων ὑπαρξάντων τελέως τὴν πόλιν εὐδαιμονήσειν.

ὁ μὲν τοίνυν πόλεμος ἁπάντων ἡμᾶς τῶν εἰρημένων

ἀπεστέρηκεν· καὶ γὰρ πενεστέρους πεποίηκε, καὶ πολλοὺς

κινδύνους ὑπομένειν ἠνάγκασε, καὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας

διαβέβληκε, καὶ πάντας τρόπους τεταλαιπώρηκεν ἡμᾶς.

[20] ἢν δὲ τὴν εἰρήνην ποιησώμεθα καὶ τοιούτους ἡμᾶς

αὐτοὺς παράσχωμεν οἵους αἱ κοιναὶ συνθῆκαι προστάτ-

τουσι, μετὰ πολλῆς μὲν ἀσφαλείας τὴν πόλιν οἰκήσομεν,

ἀπαλλαγέντες πολέμων καὶ κινδύνων καὶ ταραχῆς,

 εἰς ἣν νῦν πρὸς ἀλλήλους καθέσταμεν, καθ’ ἑκάστην δὲ τὴν

ἡμέραν πρὸς εὐπορίαν ἐπιδώσομεν, ἀναπεπαυμένοι μὲν

τῶν εἰσφορῶν καὶ τῶν τριηραρχιῶν καὶ τῶν ἄλλων τῶν

περὶ τὸν πόλεμον λειτουργιῶν,

ἀδεῶς δὲ γεωργοῦντες

καὶ τὴν θάλατταν πλέοντες καὶ ταῖς ἄλλαις ἐργασίαις

ἐπιχειροῦντες αἳ νῦν διὰ τὸν πόλεμον ἐκλελοίπασιν.

21. ὀψόμεθα δὲ τὴν πόλιν διπλασίας μὲν ἢ νῦν τὰς προσό-

δους λαμβάνουσαν, μεστὴν δὲ γιγνομένην ἐμπόρων καὶ

ξένων καὶ μετοίκων ὧν νῦν ἐρήμη καθέστηκεν

.

.

.



-Παθολογια του πολεμου-

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ IΣΤΟΡΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ,βιβλίο γ'-82-4,5,6

-μεταφραση αποσπάσματος χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


4.και την συνειθισμενη σημασία των λέξεων αλλαξαν για τη  δικαιολογηση των πραξεων, γιατί 

η αλογιστη τόλμη περνιονταν για αντρεια του πιστου συμμαχου,η προνοητικη δυστακτικοτητα 

κρυφή δειλία,

η σωφροσύνη σημάδι αναντρειας,και τη σύνεση στο καθετί αδράνεια στο καθετι,

η τυφλή βία σε αρετή του άντρα συγκαταλέγεται,η σκέψη για ασφάλεια φανερή πρόφαση αποφυγής,να πετυχεις μια πλεκτάνη επιτήδειος και να υποκινήσεις ακόμη ικανότερος,

να προαποφασισεις όπως τίποτα απ'αυτα δεν χρειάζεσαι,τότε και τη συμμαχία  διαλύεις και τους εχθρους φοβάσαι,απλά οποιος τρέχει πρόθυμος για κάποιο κακό να κάνει τον επαινουν,κι.οποιος παρακινεί αυτον που ούτε το διανοείται,

[3.82.6] και μηπως και το συγγενικό του συμμαχικου δεν έγινε περισσότερο ξένο γιατί περισσότερο  προθυμοι είναι χωρίς δισταγμό να τολμήσουν,

γιατί βάσει των καθιερωμένων νομων  δεν ωφελουν τέτοιοι συνδεσμοι,αλλά αντίθετοι των κατεστημένων από υπεροψία,

και σ'αυτους τους ίδιους η εμπιστοσύνη δεν ενισχυονταν απ'τον θεϊκό νόμο μάλλον παρά από το 

κοινο της παρανομίας.


[3.82.4] καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει. τόλμα μὲν 

γὰρ ἀλόγιστος ἀνδρεία φιλέταιρος ἐνομίσθη, μέλλησις δὲ προμηθὴς δειλία εὐπρεπής, τὸ δὲ σῶφρον τοῦ ἀνάνδρου πρόσχημα, καὶ τὸ πρὸς ἅπαν ξυνετὸν ἐπὶ πᾶν ἀργόν· τὸ δ᾽ ἐμπλήκτως ὀξὺ ἀνδρὸς 

μοίρᾳ προσετέθη, ἀσφαλείᾳ δὲ τὸ ἐπιβουλεύσασθαι ἀποτροπῆς πρόφασις εὔλογος. [3.82.5] καὶ ὁ 

μὲν χαλεπαίνων πιστὸς αἰεί, ὁ δ᾽ ἀντιλέγων αὐτῷ ὕποπτος. ἐπιβουλεύσας δέ τις τυχὼν ξυνετὸς καὶ ὑπονοήσας ἔτι δεινότερος· προβουλεύσας δὲ ὅπως μηδὲν αὐτῶν δεήσει, τῆς τε ἑταιρίας διαλυτὴς 

καὶ τοὺς ἐναντίους ἐκπεπληγμένος. ἁπλῶς δὲ ὁ φθάσας τὸν μέλλοντα κακόν τι δρᾶν ἐπῃνεῖτο, καὶ 

ὁ ἐπικελεύσας τὸν μὴ διανοούμενον. [3.82.6] καὶ μὴν καὶ τὸ ξυγγενὲς τοῦ ἑταιρικοῦ ἀλλοτριώτερον ἐγένετο διὰ τὸ ἑτοιμότερον εἶναι ἀπροφασίστως τολμᾶν· οὐ γὰρ μετὰ τῶν κειμένων νόμων ὠφελίας 

αἱ τοιαῦται ξύνοδοι, ἀλλὰ παρὰ τοὺς καθεστῶτας πλεονεξίᾳ. καὶ τὰς ἐς σφᾶς αὐτοὺς πίστεις οὐ τῷ θείῳ νόμῳ μᾶλλον ἐκρατύνοντο ἢ τῷ κοινῇ τι παρανομῆσαι. 

.

.

.




-λογος Οιδίποδος και αντίλογος Τειρεσιου-

Σοφοκλής,Οιδίπους Τύραννος,

στίχοι 380-403,408-428

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Οἰδίπους

πλούτε και τυραννια και τέχνη απ'τη τέχνη πιο υπεράνω

σε ζωή γεμάτη ζήλεια,

πόσος σε σας φθονος

κρυβεται,

αν λόγω αυτής εδώ της εξουσίας,που σε μένα η πόλη

δώριζοντας,χωρίς να τη γυρεψω,εμπιστευτηκε,

απ'αυτη ο Κρεοντας ο πιστός,απ'αρχης φιλος,

δολια επιδιώκοντας εμενα να 

άνατρεψει επιθυμεί,

έβαλε τέτοιο μάγο μηχανορραφο,δόλιο αγυρτη 

που για τα κέρδη μονάχα

νοιάζεται,όμως στη τέχνη απ'τη φύση τυφλός,

γιατί,πες μου,που εσύ μάντης είσαι αληθινός;

πως,όταν η σκυλλα που απήγγειλε (το αινιγμα )εδώ ήταν,

δεν είπες κάτι σ'αυτους εδώ τους πολίτες για να λυθει;

αφού το αινιγμα δεν ήταν για

οποιονδήποτε ανθρωπο 

να το ερμηνεύσει,αλλά γνωστη μαντείας χρειαζονταν,

που εσύ ουτ'απ'τους οιωνούς 

φάνηκε να κατέχεις,ούτε κι απ'τους θεούς αυτή να γνωρίζεις,

αλλ'εγω αφού ήρθα,

ο Οιδίποδας που τίποτα δεν γνώριζα,της απάντησα,με το μυαλό

νικωντας οχι απ'τους οιωνούς μαθαίνοντας,

κι εσύ προσπαθείς να μ'ανατρεψεις, νομίζοντας

στο.θρονο θα στεκεις του Κρέοντα διπλα,

κλαίγοντας μου φαίνεται κι εσύ

κι ο συνεργός σ'αυτα εδω θα αφοριστητε,

αν δεν μου φαινοσουν γέρος να'σαι,

θα παθαινες να μάθεις τέτοια να  μελετάς


Τειρεσίας

κι αν έχεις εξουσία σαν να'μαστε ίσοι ίσα θα απαντησω,

γιατί τέτοιο κι εγω εχω δικαιωμα,

γιατί σε σένα δεν είμαι δούλος,

αλλά του Λοξια,

επομενως ούτε του Κρέοντα να'χω την προστασια είμαι δηλωμένος,

σου λέω λοιπόν,επειδή και τυφλό με κοροϊδεύεις,

εσύ κι αν μάτια έχεις  καθολου δεν βλέπεις σε τι κακό είσαι,

ούτε που μενεις,ούτε

με ποιους συγκατοικείς,

άραγε γνωρίζεις από ποιους είσαι;

κι έχεις λησμονήσει πως απεχθής είσαι στους δικούς σου 

από δω κάτω κι απ'τη γη πάνω ,

κι εσένα δίκοπη και της μητέρας

και του πατέρα σου θα'ρθει κάποτε 

απ'αυτη εδω τη γη να σε κυνηγησει μ'αγριο πόδι κατάρα,

κι αν τωρα βλέπεις την αυγη,έπειτα σκοταδι,

της κραυγής σου δεν θα υπάρχει λιμάνι;

ποιος Κιθαιρώνας δεν θα αντηχισει αμέσως,

όταν θα καταλάβεις  τον  γάμο,πως

σε σπίτι χωρίς λιμάνι επλευσες μέσα,αφού ετυχες καλη πλεύση;

ούτε το πλήθος των άλλων κακών αισθάνεσαι,

όσα θα εξισωσουν κι εσένα και τα  ίδια σου τα παιδιά ,

εν τω μεταξύ και τον Κρέοντα και το στόμα μου γέμισε βρισιες,

γιατί από σενα κανένας απ'τους θνητούς ποτέ τοσο κακά θα συντριφτει


Οἰδίπους

ὦ πλοῦτε καὶ τυραννὶ καὶ τέχνη τέχνης [380]

ὑπερφέρουσα τῷ πολυζήλῳ βίῳ,

ὅσος παρ᾽ ὑμῖν ὁ φθόνος φυλάσσεται,

εἰ τῆσδέ γ᾽ ἀρχῆς οὕνεχ᾽, ἣν ἐμοὶ πόλις

δωρητόν, οὐκ αἰτητόν, εἰσεχείρισεν,

ταύτης Κρέων ὁ πιστός, οὑξ ἀρχῆς φίλος, [385]

λάθρᾳ μ᾽ ὑπελθὼν ἐκβαλεῖν ἱμείρεται,

ὑφεὶς μάγον τοιόνδε μηχανοῤῥάφον,

δόλιον ἀγύρτην, ὅστις ἐν τοῖς κέρδεσιν

μόνον δέδορκε, τὴν τέχνην δ᾽ ἔφυ τυφλός.

ἐπεί, φέρ᾽ εἰπέ, ποῦ σὺ μάντις εἶ σαφής; [390]

πῶς οὐκ, ὅθ᾽ ἡ ῥαψῳδὸς ἐνθάδ᾽ ἦν κύων,

ηὔδας τι τοῖσδ᾽ ἀστοῖσιν ἐκλυτήριον;

καίτοι τό γ᾽ αἴνιγμ᾽ οὐχὶ τοὐπιόντος ἦν

ἀνδρὸς διειπεῖν, ἀλλὰ μαντείας ἔδει·

ἣν οὔτ᾽ ἀπ᾽ οἰωνῶν σὺ προυφάνης ἔχων [395]

οὔτ᾽ ἐκ θεῶν του γνωτόν· ἀλλ᾽ ἐγὼ μολών,

ὁ μηδὲν εἰδὼς Οἰδίπους, ἔπαυσά νιν,

γνώμῃ κυρήσας οὐδ᾽ ἀπ᾽, οἰωνῶν μαθών·

ὃν δὴ σὺ πειρᾷς ἐκβαλεῖν, δοκῶν θρόνοις

παραστατήσειν τοῖς Κρεοντείοις πέλας. [400]

κλαίων δοκεῖς μοι καὶ σὺ χὠ συνθεὶς τάδε

ἀγηλατήσειν· εἰ δὲ μὴ ᾽δόκεις γέρων

εἶναι, παθὼν ἔγνως ἂν οἷά περ φρονεῖς.


Τειρεσίας

εἰ καὶ τυραννεῖς, ἐξισωτέον τὸ γοῦν

ἴσ᾽ ἀντιλέξαι· τοῦδε γὰρ κἀγὼ κρατῶ.

410οὐ γάρ τι σοὶ ζῶ δοῦλος, ἀλλὰ Λοξίᾳ·

ὥστ᾽ οὐ Κρέοντος προστάτου γεγράψομαι.

λέγω δ᾽, ἐπειδὴ καὶ τυφλόν μ᾽ ὠνείδισας·

σὺ καὶ δέδορκας κοὐ βλέπεις ἵν᾽ εἶ κακοῦ,

οὐδ᾽ ἔνθα ναίεις, οὐδ᾽ ὅτων οἰκεῖς μέτα.

415ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ἀφ᾽ ὧν εἶ; καὶ λέληθας ἐχθρὸς ὢν

τοῖς σοῖσιν αὐτοῦ νέρθε κἀπὶ γῆς ἄνω,

καί σ᾽ ἀμφιπλὴξ μητρός τε καὶ τοῦ σοῦ πατρὸς

ἐλᾷ ποτ᾽ ἐκ γῆς τῆσδε δεινόπους ἀρά,

βλέποντα νῦν μὲν ὄρθ᾽, ἔπειτα δὲ σκότον.

420βοῆς δὲ τῆς σῆς ποῖος οὐκ ἔσται λιμήν,

ποῖος Κιθαιρὼν οὐχὶ σύμφωνος τάχα,

ὅταν καταίσθῃ τὸν ὑμέναιον, ὃν δόμοις

ἄνορμον εἰσέπλευσας, εὐπλοίας τυχών;

ἄλλων δὲ πλῆθος οὐκ ἐπαισθάνῃ κακῶν,

425ὅσ᾽ ἐξισώσεις σοί τε καὶ τοῖς σοῖς τέκνοις.

πρὸς ταῦτα καὶ Κρέοντα καὶ τοὐμὸν στόμα

προπηλάκιζε. σοῦ γὰρ οὐκ ἔστιν βροτῶν

κάκιον ὅστις ἐκτριβήσεταί ποτε.

.

.

.

Ο Κροισος και οι Ίωνες νησιωτες-

Ηροδότου,Ιστορίαι,βιβλίο α'- Κλειω-27

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


[1.27.1] όταν λοιπόν οι Έλληνες στην Ασία υποτάχτηκαν φόρο να αποδίνουν,μετέπειτα σκέφτηκε καράβια κανωντας να επιτεθει στους νησιωτες,

[1.27.2] όμως όταν όλα ήταν έτοιμα για τη ναυπήγηση,άλλοι λένε πως ο Βιαντας ο Πριηνεας

 έφτασε στις Σάρδεις,άλλοι ο Πιττακός ο Μυτιληναίος,

όταν ρώτησε ο Κροίσος αν κάτι νεώτερο συνέβαινε στην Ελλάδα,του'πε αυτα εδω να σταματήσει 

την ναυπήγηση,

[1.27.3]βασιλιά,οι νησιώτες ιππικό  συγκροτούν δέκα χιλιάδες,και στις Σάρδεις και εναντίον σου σκέφτονται να εκστρατεύσουν,

τότε ο Κροισος πιστεύοντας πως του έλεγε εκείνος αλήθεια, είπε,μακάρι  αυτό οι θεοί να κάνουν 

να  σκεφτούν οι νησιώτες,να'ρθουν κατά των Λυδών γονων με ιππικό,

[1.27.4] αυτός τότε πήρε το λόγο κι είπε,βασιλιά,ενθουσιασμένος μου φαίνεσαι να εύχεσαι τους νησιώτες που ιππεύουν να συλλάβεις στη στερια,και σωστά πιστεύεις,

οι νησιώτες λοιπόν τι νομίζεις ότι θα ευχηθούν άλλο παρα όταν     μόλις μάθουν να σκοπεύεις 

εναντίον τους να ναυπηγείς καράβια,να παρακαλούν να συλλάβουν τους Λύκους στη θαλάσσα,για τους Έλληνες που κατοικούν στη στεριά να σε τιμωρήσουν,αυτούς που εσύ έχεις υποδουλωσει;

[1.27.5]πάρα πολύ του άρεσε του Κροίσου αυτο το συμπέρασμα, γιατί λογικό του φάνηκε ότι ειπε,

και αφού πείστηκε σταμάτησε τη ναυπήγηση,κι έτσι μ'αυτους που κατοικούν τα νησιά Ίωνες φιλια συνθηκολογησε,


   27.1 ὡς δὲ ἄρα οἱ ἐν τῇ Ἀσίῃ Ἕλληνες κατεστράφατο ἐς φόρου ἀπαγωγήν, τὸ ἐνθεῦτεν ἐπενόεε 

νέας ποιησάμενος ἐπιχειρέειν τοῖσι νησιώτῃσι.    27.2 ἐόντων δέ οἱ πάντων ἑτοίμων ἐς τὴν ναυπηγίην, οἳ μὲν Βίαντα λέγουσι τὸν Πριηνέα ἀπικόμενον ἐς Σάρδις, οἳ δὲ Πιττακὸν τὸν Μυτιληναῖον, εἰρομένου Κροίσου εἴ τι εἴη νεώτερον περὶ τὴν Ἑλλάδα, εἰπόντα τάδε καταπαῦσαι τὴν ναυπηγίην·    27.3 "ὦ βασιλεῦ, νησιῶται ἵππον συνωνέονται μυρίην, ἐς Σάρδις τε καὶ ἐπὶ σὲ ἐν νόῳ ἔχοντες στρατεύεσθαι." Κροῖσον δὲ ἐλπίσαντα λέγειν ἐκεῖνον ἀληθέα εἰπεῖν "αἲ γὰρ τοῦτο θεοὶ ποιήσειαν ἐπὶ νόον νησιώτῃσι, ἐλθεῖν ἐπὶ Λυδῶν παῖδας σὺν ἵπποισι.    27.4 τὸν δὲ ὑπολαβόντα φάναι "ὦ βασιλεῦ, προθύμως μοι φαίνεαι εὔξασθαι νησιώτας ἱππευομένους λαβεῖν ἐν ἠπείρῳ, οἰκότα ἐλπίζων. νησιώτας δὲ τί δοκέεις εὔχεσθαι ἄλλο ἤ, ἐπείτε τάχιστα ἐπύθοντό σε μέλλοντα ἐπὶ σφίσι ναυπηγέεσθαι νέας, λαβεῖν ἀρώμενοι Λυδούς ἐν θαλάσσῃ, ἵνα ὓπερ τῶν ἐν τῇ ἠπείρῳ οἰκημένων Ἑλλήνων τίσωνταί σε, τοὺς σὺ δουλώσας ἔχεις ;"    27.5 κάρτα τε ἡσθῆναι Κροῖσον τῷ ἐπιλόγῳ καί οἱ, προσφυέως γὰρ δόξαι λέγειν, πειθόμενον παύσασθαι τῆς ναυπηγίης. καὶ οὕτω τοῖσι τὰς νήσους οἰκημένοισι Ἴωσι ξεινίην συνεθήκατο.

.

.

.


-ο μουγγός γιος του Κροισου-

Ηροδότου Ιστορίαι, βιβλίο α'-Κλειω-85

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


[1.85.1] και μ'αυτον τον Κροίσο αυτα εδώ έγιναν,είχε ένα παιδί,που γι'αυτό πρωτυτερα ανεφερα,

σε όλα τα άλλα  εντάξει,όμως μουγγό,στα περασμένα ευτυχισμένα χρόνια ο Κροίσος το παν γι'αυτο είχε κάνει,και μεσ'τα αλλα που σκέφτηκε και στους Δελφούς γι'αυτό είχε στείλει να πάρουν χρησμό,

[1.85.2] η Πυθία σ'αυτον είπε αυτα εδω,


Λυδὲ το γένος, πολλῶν βασιλια,

παρα πολύ ανόητε Κροισε,

μη θέλεις την πολυπόθητη φωνη μεσ'το σπίτι ν'ακουσεις του παιδιού να μιλά,

για σένα πολύ προτιμοτερο περιπου να μείνει,γιατί θα πρωτομιλησει σε μέρα δυστυχή,


[1.85.3]τότε λοιπόν που κατακτούσαν το τειχος,όρμησε κάποιος απ'τους Πέρσες παραγνωριζοντας 

για άλλον τον Κροίσο να τον σκοτώσει,ο Κροίσος ενώ τον έβλεπε να'ρχεται πάνω του μέσα στην παρούσα συμφορά δεν τον ένοιαζε,σε τίποτα σ'αυτον διέφερε αφού πληγωθει πεθανει

[1.85.4]όμως το παιδί αυτό το μουγγό όταν είδε τον Πέρση να ορμά,κι από τρόμο και για το κακό φωναξε,κι ειπε,άνθρωπε,μη σκοτώνεις τον Κροισο,

αυτος τότε αυτό πρωτομιλησε,

όμως μετά πια απ'αυτο μιλουσε όλα τα χρόνια της ζωής του.


85.1 κατ᾽ αὐτὸν δὲ Κροῖσον τάδε ἐγίνετο. ἦν οἱ παῖς, τοῦ καὶ πρότερον ἐπεμνήσθην, τὰ μὲν ἄλλα ἐπιεικής, ἄφωνος δέ. ἐν τῇ ὦν παρελθούσῃ εὐεστοῖ ὁ Κροῖσος τὸ πᾶν ἐς αὐτὸν ἐπεποιήκεε, ἄλλα 

τε ἐπιφραζόμενος, καὶ δὴ καὶ ἐς Δελφοὺς περὶ αὐτοῦ ἐπεπόμφεε χρησομένους.    85.2 ἡ δὲ Πυθίη οἱ εἶπε τάδε.


Λυδὲ γένος, πολλῶν βασιλεῦ, μέγα νήπιε Κροῖσε,

μὴ βούλου πολύευκτον ἰὴν ἀνὰ δώματ᾽ ἀκούειν

παιδὸς φθεγγομένου. τὸ δέ σοι πολὺ λώιον ἀμφὶς

ἔμμεναι· αὐδήσει γὰρ ἐν ἤματι πρῶτον ἀνόλβῳ.


   85.3 ἁλισκομένου δὴ τοῦ τείχεος, ἤιε γὰρ τῶν τις Περσέων ἀλλογνώσας Κροῖσον ὡς ἀποκτενέων, Κροῖσος μέν νυν ὁρέων ἐπιόντα ὑπὸ τῆς παρεούσης συμφορῆς παρημελήκεε, οὐδὲ τί οἱ διέφερε πληγέντι ἀποθανεῖν·    85.4 ὁ δὲ παῖς οὗτος ὁ ἄφωνος ὡς εἶδε ἐπιόντα τὸν Πέρσην, ὑπὸ δέους τε καὶ κακοῦ ἔῤῥηξε φωνήν, εἶπε δὲ "ὤνθρώπε, μὴ κτεῖνε Κροῖσον." οὗτος μὲν δὴ τοῦτο πρῶτον ἐφθέγξατο, μετὰ δὲ τοῦτο ἤδη ἐφώνεε τὸν πάντα χρόνον τῆς ζόης.

.

.

.


-Ο Αιγύπτιος Σεσωστρης και τα δυο  παιδιά του που τα ξαπλωσε στη φωτιά να καουν σαν 

γέφυρα διασωσης-

Ηροδότου Ιστορίαι βιβλίο β'-Ευτερπη-107

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


[2.107.1]αυτόν λοιπόν τώρα τον Αιγύπτιο Σεσωστρη αφού ανεχώρησε και έφερνε πολλούς

ανθρώπους από τα έθνη των χωρών που είχε κατακτησει,έλεγαν οι ιερείς,όταν ανέβηκε στις 

Δάφνες των Πηλουσιων,ο αδελφός του,στον οποίο εμπιστεύτηκε ο Σεσωστρης την Αίγυπτο,

αυτον να τον φιλοξενήσει αφού τον κάλεσε αυτόν μαζί με τα παιδιά του,

σωριασε έξω απ'το σπίτι ξύλα,και σωριάζοντας τα τους αναψε φωτια,

 [2.107.2] αμέσως το'μαθε αυτό  θέλησε να συμβουλευτει τη γυναίκα του,γιατί την γυναίκα του 

μαζί του έφερνε,

αυτή τότε τον συμβουλευσαι απ'τα έξι παιδιά που είχαν τα δυο πάνω στη φωτιά αφού ξαπλώσει 

να γεφυρώσει αυτό που καίγονταν,κι αυτοι πάνω από  εκείνα αφου πατησουν να διασωθουν,

αυτά έκανε ο Σεσωστρης και τα δυο απ' τα παιδιά κάηκαν με τέτοιο τρόπο,όμως τα υπόλοιπα σώθηκαν μαζί με τον πατερα


σημείωση:Πηλούσιον, παραλιακη πόλη τῆς Αἰγύπτου,ανατολικά του Νείλου,που συνορεύει με 

τὴν Ἀραβίαν


[2.107.1] Τοῦτον δὴ τὸν Αἰγύπτιον Σέσωστριν ἀναχωρέοντα καὶ ἀνάγοντα πολλοὺς ἀνθρώπους 

τῶν ἐθνέων τῶν τὰς χώρας κατεστρέψατο, ἔλεγον οἱ ἱρέες, ἐπείτε ἐγίνετο ἀνακομιζόμενος ἐν 

Δάφνῃσι τῇσι Πηλουσίῃσι, τὸν ἀδελφεὸν αὐτοῦ, τῷ ἐπέτρεψε ὁ Σέσωστρις τὴν Αἴγυπτον, τοῦτον 

ἐπὶ ξείνια αὐτὸν καλέσαντα καὶ πρὸς αὐτῷ τοὺς παῖδας περινῆσαι ἔξωθεν τὴν οἰκίην ὕλῃ, 

περινήσαντα δὲ ὑποπρῆσαι. [2.107.2] τὸν δὲ ὡς μαθεῖν τοῦτο, αὐτίκα συμβουλεύεσθαι τῇ γυναικί· 

καὶ γὰρ δὴ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτὸν ἅμα ἄγεσθαι. τὴν δέ οἱ συμβουλεῦσαι τῶν παίδων ἐόντων ἓξ 

τοὺς δύο ἐπὶ τὴν πυρὴν ἐκτείναντα γεφυρῶσαι τὸ καιόμενον, αὐτοὺς δ᾽ ἐπ᾽ ἐκείνων ἐπιβαίνοντας ἐκσῴζεσθαι. ταῦτα ποιῆσαι τὸν Σέσωστριν, καὶ δύο μὲν τῶν παίδων κατακαῆναι τρόπῳ τοιούτῳ, 

τοὺς δὲ λοιποὺς ἀποσωθῆναι ἅμα τῷ πατρί. 

.

.

.



-η μετεμψύχωση κατά τα λεγόμενα των Αιγυπτίων-

Ηροδότου Ιστορίαι, βιβλίο β'-Ευτερπη-123

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


[2.123.1] τώρα τα λεγόμενα απ'τους Αιγύπτιους ας χρησιμεψουν σ'οποιον τα νομίζει αξιοπιστα,σε μένα όμως σ'ολη την εξιστόρηση κανόνας είναι τα λεγόμενα απ' τον καθένα όπως τ'ακούω να τα γράφω,αρχηγευουν στον κάτω κόσμο οι Αιγύπτιοι λένε η Δήμητρα κι ο Διόνυσος,

[2.123.2]πρώτοι λοιπόν κι αυτό εδώ το λόγο οι Αιγύπτιοι είναι που είπαν,πως του ανθρώπου η ψυχή αθάνατος είναι,κι όταν το σώμα είναι πεθαμενο σε άλλο ζώο που κάθε φορά γεννιέται μπαίνει,

κι αφού απ'ολα περάσει της  ξηράς και της θάλασσας και τα πουλιά,παλι σ'ανθρωπου σώμα που γεννιέται μπαινει,κι η περιφορά αυτή γίνεται σε τρεις χιλιάδες χρόνια,

[2.123.3]αυτό το λόγο είναι μερικοί απ'τους Έλληνες που διαδιδουν  άλλοι πρωτύτερα άλλοι ύστερα σαν δικός τους να ήταν,αυτών εγω γνωρίζωντας τα ονόματα δεν τα γραφω


123 

1 τοῖσι μέν νυν ὑπ᾽ Αἰγυπτίων λεγομένοισι χράσθω ὅτεῳ τὰ τοιαῦτα πιθανά ἐστι· ἐμοὶ δὲ παρὰ πάντα τὸν λόγον ὑπόκειται ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπ᾽ ἑκάστων ἀκοῇ γράφω. ἀρχηγετέειν δὲ τῶν κάτω Αἰγύπτιοι λέγουσι Δήμητρα καὶ Διόνυσον. 2 πρῶτοι δὲ καὶ τόνδε τὸν λόγον Αἰγύπτιοι εἰσὶ οἱ εἰπόντες, ὡς ἀνθρώπου ψυχὴ ἀθάνατος ἐστί, τοῦ σώματος δὲ καταφθίνοντος ἐς ἄλλο ζῷον αἰεὶ γινόμενον ἐσδύεται, ἐπεὰν δὲ πάντα περιέλθῃ τὰ χερσαῖα καὶ τὰ θαλάσσια καὶ τὰ πετεινά, αὖτις ἐς ἀνθρώπου σῶμα γινόμενον ἐσδύνει· τὴν περιήλυσιν δὲ αὐτῇ γίνεσθαι ἐν τρισχιλίοισι ἔτεσι. 3 τούτῳ τῷ λόγῳ εἰσὶ οἳ Ἑλλήνων ἐχρήσαντο, οἳ μὲν πρότερον οἳ δὲ ὕστερον, ὡς ἰδίῳ ἑωυτῶν ἐόντι· τῶν ἐγὼ εἰδὼς τὰ οὐνόματα οὐ γράφω.

.

.

.


Δαρειος Α'


 - δέσποτα, μέμνεο τῶν Ἀθηναίων-

Ηροδότου Ιστορίαι, βιβλίο ε'-Τερψιχορη-105

-μετάφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


[5.105.1] ο Ονήσιλος λοιπόν πολιορκούσε την Αμαθούντα,και στον βασιλιά έφτασε μήνυμα ότι

οι Σάρδεις αφού κυριεύτηκαν πυρπολήθηκαν κι απ'τους Αθηναίους και τους Ίωνες,ο αρχηγός 

που τους συγκεντρωσε  ώστε να κάνουν την αποστασια ήταν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας,

κατά πρωτον λέγεται γι'αυτον,μόλις έμαθε αυτά,για τους Ίωνες δεν έκανε κανένα λόγο,καλά γνωριζοντας πως αυτοί δεν θα μείνουν ατιμώρητοι για την αποστασία,ρώτησε όμως ποιοι ήταν 

οι Αθηναίοι,αφού έμαθε ζητησε το τόξο,το πήρε και βάζοντας βέλος ψηλα προς τον ουρανό το έριξε,και στον αέρα πετώντας είπε,

[5.105.1]Δια,κάνε με τους Αθηναίους να τιμωρησω,

αφού είπε αυτά πρόσταξε έναν απ'τους υπηρέτες όταν για το δείπνο κάθεται σ'αυτον τρεις φορές 

κάθε φορά να λέει,

Κύριε,θυμήσου τους Αθηναιους


105 

1 Ὀνήσιλος μέν νυν ἐπολιόρκεε Ἀμαθοῦντα. βασιλέι δὲ Δαρείῳ ὡς ἐξαγγέλθη Σάρδις ἁλούσας ἐμπεπρῆσθαι ὑπό τε Ἀθηναίων καὶ Ἰώνων, τὸν δὲ ἡγεμόνα γενέσθαι τῆς συλλογῆς ὥστε ταῦτα συνυφανθῆναι τὸν Μιλήσιον Ἀρισταγόρην, πρῶτα μὲν λέγεται αὐτόν, ὡς ἐπύθετο ταῦτα, Ἰώνων οὐδένα λόγον ποιησάμενον, εὖ εἰδότα ὡς οὗτοί γε οὐ καταπροΐξονται ἀποστάντες, εἰρέσθαι οἵτινες εἶεν οἱ Ἀθηναῖοι, μετὰ δὲ πυθόμενον αἰτῆσαι τὸ τόξον, λαβόντα δὲ καὶ ἐπιθέντα δὲ ὀιστὸν ἄνω πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀπεῖναι, καί μιν ἐς τὸν ἠέρα βάλλοντα εἰπεῖν 2 “ὦ Ζεῦ, ἐκγενέσθαι μοι Ἀθηναίους τίσασθαι„, εἴπαντα δὲ ταῦτα προστάξαι ἑνὶ τῶν θεραπόντων δείπνου προκειμένου αὐτῷ ἐς τρὶς ἑκάστοτε εἰπεῖν “δέσποτα, μέμνεο τῶν Ἀθηναίων

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου