Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ η' Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ[σελ1-13]α'μερος[γραφτηκε στο Ηρακλειο Κρητης στα καφε του κεντρου τον Μαι'ο του 1999 ]

σελιδα 1

Τα Ονοματα των ανθρωπων στα πραγματα
Δοξολογω

η οραση μου επεστρεψε τροπαιοφορα απ'
το τοπιο
η κινηση στα μαλλια των δακτυλων στη μυρωδια
τους αργοσαλευει
ελπιδες καλυτερης τυχης ,τα μαγουλα ροδινα
ενα-ενα τα αποδημητικα πουλια οιωνοσκο -
πουσαν στην απεραντη διαφανεια / εκτοτε
τα καθημερινα πραγματα [ η' υποθεσεις] εξελιχτηκαν
με φυσικο τροπο/
στη μεγαλη κεντρικη πλατεια
αναμεσα στο δασος των καρε-
κλων επινες τον καφε σου , η μα-
τια λοξοδρομησε στα βλεφαρα / αχιβαδα
χρυση κοσμει το λοβο του αυτιου / οι

ανθρωποι πλησιαζαν κι απο τα τεσσερα σημεια του
οριζοντα πανοπλοι , μεταξυ των αλλων διαπιστωθηκε
η αλλαζονεια, οσοι επεδειξαν ταπεινωτητα ενομι-
σθηκαν μωροι/ το κοκκινο περιεβαλε το μερος
απο τα αρμονικα σχεδιασμενα γονατα εως τη λεπτη
μεση , πιο πανω η λεμονια ανθιζε καρποφορα

εφερε το τσιγαρο στα χειλη, επειτα το εσβη-
σε στο σταχτοδοχειο ,στο λογο δεν υπηρχαν
υπονοουμενα / επηρες
τηλεφωνο ;


σελιδα 2

διαλεχτηκαν για το χρωμα / το φεγγαρι
λιμναζε πανω στα αυτοκινητα, το τηλε-
φωνο ακινητοποιημενη αραχνη πανω
στο τραπεζι- '' φυγαμε κιολας δεν κατσαμε πολυ'΄
η ροδια περπατησε αναμεσα τους , δυο κουβεντες
ανταλλαξε αφωνο το παιδι / - τα ποτηρια με τις
πορτοκαλαδες σερβεριστηκαν διακοσμημενα τη
ματαιοδοξια και με εμφαντικη την επι-
δειξη της πολυτελειας /μεσα
στο πληθος ξεσπασε το γελιο ανερμηνευτο
το μηνυμα /
η δημοκρατια θα εγκαθιδρυθει
σ'ολοκληρη την επικρατεια των
οικισματων /
ν'ακους
ν 'αγορευει ο ερωδιος στ ' ακροκαλαμα

αυτο ειναι μια ανοησια οπως σε καποιες χωρες οπως
εδω / ο φθονος συμβουλευει κακα / η Μαρια εμακρυ-
νε με τα παιχνιδια της / το πρασινο υπερηφανευεται
στα αγκαλιασματα των δεντρων /ελα να παιξουμε
πριν μαραθουμε στη συνηθεια

σαν καραβι μ'ανοιγμενα πανια ορτσαρισες μεσα στη
Πολιτεια , εσυ ο τελευταιος

'' αποψε διαβαζα για την αδικια - τι

σελιδα 3

θ' απομεινει απ'το λαμπρο γαλαζιο ; σαν τα
λουλουδιασμενα λογια σιωπησαν / η
καμπυλοτητα της τρυγονας σαν ειναι φυλακι-
σμενη στη φαντασμαγορια της βιτρινας / δεν
ακουσα κανεναν να διαμαρτυρεται / αλη-
θεια , που ειναι τα ονοματα σας ;

μαζευε στοιχεια για το επερχομενο μελ-
λον , ποιοι ειναι αυτοι , που περπατουν ; το
γκαρσονι περιφερονταν αναμεσα στα τραπεζια
καθαριζοντας την επιφανεια τους και τακτο-
ποιοντας τις καρεκλες σε συμμετρικη
διαταξη/ - αυτη τη στιγμη
φτερουγισε η περδικα απο το πετρωτο προς
αγνωστη κατευθυνση, η αναμνηση της παρεμεινε
στα φορεματα των γυναικων

δεν μας βοηθαει η μνημη μας
να θυμηθουμε τον ανεμο
γλυκεια η ωρα , που διαβηκες ξαν-
θη η' σταροχρωμη την ιστορια
σου ,πουληθηκες στους εμπορουε αμο-
λυντη, σαν φρεγαδα αρμενισες στις
φωτεινες επιγραφες , τα ονειρα σου
αποψε δεν θα σ' εκδικηθουν , στο ομολογω εγω,που

σελιδα 4

ποτε δεν συντροφευτηκα μαζι σου , μητε αντικρισα
στα σεντονια την ασπρη κοιλια σου/ οσια
μοιχευμενη μυστικα

οι γρυλοι των τηλεφωνισμων πληθαινουν την
ανεφιχτη μοναξια της τιμωριας μας , η γατα αδικα
εστρεψε τα ματια στην αφαντη σεληνη

'' σ' αυτον τον πολιτισμο δεν αναγνωριζουμε παρα τις
εικονες ''

Τα βραχια ενσωματωθηκαν τον
βρυχισμο των κυματων , ο
κελαηδισμος των πουλιων δια-
κλαδιστηκε στα δεντρα , τα
κοραλλια ασπρισθηκαν στην
ηληκια της θαλασσας , ο
αετος φτεροκοπηθηκε απ'την
ατμοσφαιρα στους ωμους , ο
γλυκασμος των βυζαντινων
ιστορηθηκε στη μυστικη ιχνο-
γραφια τους, η σεληνη φωσφω-
ριζε τα οστα τους στην ανα-
στασιμη ωρα ,


'' μεχρι της 27 του μηνος μην με γυρεψεις καθολου ''

σελιδα 5

νυχτωνει. στο ζαρι εριξε 6 και 3 , δεν το ειδα , το
φανταστηκα

με τι γλυκο τροπο μιλουσε, στα ματια φωλιασμενα
περιτεχνα κοχυλια , το δακτυλο διεγραψε στην
ακρη του το κλαδι του φρυδιου της , μεσα
στα ρουχα κρατουσε τη δροσια των νερων της
γνωριζε πως εγραφε για κεινη , η ποιηση μου
θα διασωσει το ντοκουμεντο της, τεντωσε αγερω-
χη τα στηθη της στη λυπη μου , σε ποιο λιμανι
αραγε θα σε γνωρισω ; σε ποια μουσικη
μελωδιζει το στομα ; θα περιμενω να χαθεις
απροοπτα οπως φανηκες ξαφνικα, μια λεξη
εφτασε ταξιδεμενη '' το ονειρο '' , η πολιτεια
εκδηλωνε τη ψυχολογικη της διαθεση, το αε-
ροπλανο ξεφευγει στον ουρανο αριστερα πιο
γρηγοροτερα απ' το φεγγαρι στα δεξια , μεσα
στους ηχους των ανθρωπων ασημολαμπιζουν
τα συμφωνα σου , τα φωνηεντα σου κρυσταλλα
γυαλικα, ποιος ρυθμος συγκρατει τον
σκελετο σου ; τ' ασπρα ποδια θα μου ξεφυγουν
σαν τ' αγριοπεριστερα, μητε θα σ' αγγιξω
στον υπνο σου , ποτε δεν θα μαθω την ιστορια,
που θα διηγηθεις, ματια περασμενα στη
νοσταλγια , το τσιγαρο , που αναψες
στα χειλη σου δεν λογαριαζω αν ειναι το τριτο
η' το τεταρτο , δωρο ωραιοτητος, ποιηση ,
που υποχωρεις στο βλεμμα απαλη, τι να
στοχαζεσαι στις συναναστροφες σου ; σε ποιο

σελιδα 6

κυνικο μικροαστισμο αντιστεκεσαι ; η ανατολη κολ-
λημενη στα χειλη σου , κι ο κυκνος σε δωροθετησε,
η καμπυλοτητα του μετωπου ,η ευθεια της μυτης ,η
σφαιρικοτητα του σαγονιου , ο κυλινδρος του λαιμου,
τα διδυμα σφαιριδια του στηθους , η καμπυλοτητα
της κοιλιας , σ 'ακουσα : '' ασπρη
πλατη ,ασπρα ποδια''/ απομακρυνθηκες
στη θεση των αρχετυπων ,η Μεγαλη Ανοματιστη

νυχτωσε .στο ζαρι εριξες 5 και 4 ,ουτε
κι αυτο το ειδα ,το φανταστηκα/
απο τον θρηνο της απαρνημενης
''τον αδικο τον αρνητη πηγη
να μην τονε ξεδιψασει, μονο
ν'ανοιγουν αβυσσοι στα περπατηματα του
κι ως γυρει ν'αποκοιμηθει να μηνε
τυχει να ξυπνυστησει ,να μην αξιωθει
κερι , μητε ξυλινο σταυρο παρα σκορπιους
κι ακανθια στη κεφαλη του ''

και τουτο συνεγραψε συναξαριστης :''Την
εικοστη ενατη του μηνος Μαγιου , κρουοντας
ηλεκτρικες κιθαρες αγγελοι νεαροι
μακρυμαλληδες εξαπεστειλαν οξεα
μεταλλικα βελη κατα πασα κατευθυνση του
οριζοντα επαγγελοντας την Ουτοπια . Καποιος
κραζωντας .''ολοι μαζι να'' βωμολοχησε.Την επαυριο
λιαν πρωι τον κρεμασανε σ'ενα γραφειο ''

σελιδα 7

η λυρα αναληφθηκε στα
ραμφη των γλαρων
η ωρα ηρθε με ωραια περιτεχνη βουτια
ο βουτηχτης να κλειστει στα νερα- τα
δοξαρισματα στα χερια του λυραρη κεντουσανε
στη καρδια το φημισμενο τεμπλο του αγιου- ωσαν
τη ζαργανα ισκιωθηκε στην ακρογυαλια ,αν
ισως ομορφηνε η μερα ηταν ,που την συναντησε, ο
δοξαριστης
συγκαταλεγεται μεταξυ των βιρτοουζων στο
ειδος ,στη ζαλη των ποδιων ξεσηκωθηκε
η ψυχη τους / τ'απογευμα φερανε οι
γλαροι πισω το σχημα της λυρας ,αναζη-
τησε στ'αξια χειροδακτυλα της τη χρωμα-
τιστη παλετα της ομορφιας

Ποιος ονειρευτηκε στη δυστυχια του εκεινο το ονειρο;
οι λαμνοκοποι συντροφοι ολοι αποσυρθηκαν στα
γυρω ταβερνεια, θα επεστρεφαν το πρωι μεθυσμενοι,
εκεινος θα τους ξεχωριζε θολα μεσα στ'ανοιχτα του
ποντου, καθως θα σηκωνει το παραγαδι ψαρια κατα-
φορτο
στα ξεφωνηματα τους δεν θ' αποκριθει , μονος αυτος
θ ' απομακρυνθει ορκισμενος ταξιδευτης / πηρε
τη λυρα συντροφια οπ'εμαθε να γλυκοδοξαριζει


Εκεινα δεν ειχαν τελος , μιας κι αρχινησαν

σελιδα 8

μπορει τα παιδια να ερμηνευουν αυτους τους ηχους;
καθως απολαμβανουν τα παγωτα τους στις διπλανες
καρεκλες/ η κοιλια της γκαρσονας εξειχε
λευκη, ασπαρτη /
δολοφονοι,
στειλτε τ'αεροπλανα σας να μας βομβαρδισουν, η
ναρκικευμενη οργη στο κατεργο της μοδας, στο Βορεια'
στο Νοτια ενδιαμεσα
η θαλασσα μεγαλομε-
τωπη, στη μορφολογια του
κοντακιου αρθρωθηκε ο
τραγουδισμενος λογος . ο
ανεμος τους θα σαρωσει τα
κακα , αγγελοι εκδικητες
με πενταετη θητεια / Πανω τους. με πυρομαχικα
Δικαιοσυνης

''Δε τελειωσε, δεν τελειωσε ''με ερπυστριοφορα
λογια, επεδραμαν με ειρωνεια:'' Εγινα καλος ''

Σαββατο:απο τα κομμωτηρια αφιχθεντες , σημαδεμενοι
την ισοβια ειρκτη της βιτρινας στα μετωπα, σαστισμενοι ,
που τιποτα δεν τους αφιερωνουν , τιμωρημενοι να μην
τους βλεπουν αυτους τους πασιφανεις φωστηρες ,
οι κραυγες τους δεν ειναι για να τους απελευθερωσουν
αλλα να τους ριξουν στην καταισχυνη , την εσχατη ,
που αξιζουν

σελιδα 9

ειμαι ,εδω/ εκει , δεν ειμαι
σε ποια γλωσσα θα μιλησουν τα περιστερια
στον αυριανο σφαγιασμο της ανατολης; με
γελια περιφεραμε τα γυμνα ποδια μας
στο γυαλο, η μυρωδια των ανθρωπων εξαισια , αρα-
διασμενοι στα σκορπια πευκα με σχοινια σφιχτο-
δεμενοι στους κορμους γυμνωμενοι σημαδεμενοι
πολλαπλα με τοξα/

η γνωστη ρηχη ρητορεια : '' το μελλον
σας ειναι η ανεργια , τα ναρκωτικα , η
μονη εγγυηση η ψηφος σας σε μας ''

'' εαν ειχαμε ενα μεγαλο ποσοστο ''

''αρκει ενα μικρο παραδειγματακι ''
σαν ταφοπετρες πανω στη ψυχη τους,
η ψυχη μας ευκολα δεν συνειθι-
ζει στη δημαγωγικη απλοι'κοτητα,
ουτε παρηγοριεται με τετοια και τετοια

ανθιζοντας σωρο χαμογελα πειραματιζονταν στο
σχοινακι , με κλαματα δυνατα το διεκδικησε , πριν
απο λιγο καιρο περπατησε για πρωτη φορα

πρεπει να πληρωσω το παγωτο ,που εφαγα , η
στοιχειωδης οικονομικη πραξη , υπακουος
στο Νομο του Εμποριου

σελιδα 10

ανοιξε την πορτα, τα ελαφια
ξεχυθηκαν,τα δεντρα ανηφο-
ρισαν, σταθμευσαν στα
σπιτια παραδιπλα, τα συνοδευσαν
πληθος πουλια , η θαλασσα ηρθε
γαληνια απ'τα δυτικα , στα
μπαλκονια στοιβαχτηκαν τα παι-
δια , κατω στο δρομο θεατρινοι
παρισταναν τα παθηματα της Αρετουσας
και του Ερωτοκριτου, στο τελος
χειροκροτησαν εγκαρδιωμενοι κι επειτα
ενας-ενας ταπεινα χωθηκαν στις
εκκλησιες για την Ολονυχτια,
το πρωι κατεβηκαν να κολυμπησουν
στη γαλαζια θαλασσα, κανενας δεν
ντραπηκε για τη γυμνοτητα του, οταν
αργοτερα βρεθηκαν κλεισμενοι στα
διαμερισματα τους ανοιξαν τις
τηλεορασεις , θρηνησαν την
ανικανοτητα να ονειρευονται , απο
τις φωτογραφιες τους στα καδρα
του τοιχου εστελναν τα χαμογελα τους
σταματημενα , ελπιζουν στο παιδι,
που οσο να'ναι θα περπατησει ,
το κλαμα του στο θανατο τους
τους ζωντανευει,
τουτο ειπε ο μελωδος

σελιδα 11

η γλωσσα μου θ'αρμολογηθει ως οικια μ'αυτα τα μικρα
αποσπασματα των λεξεων

ανασα-
το στηθος φουσκωμενο ροδακινο απ'την ανασα σου,
ροδακινια διπλοφορη η ' και πορτοκαλια ομφαλοφορα

βηματα-
σταματωντας τα δεντρα τα βηματα τους σκορπισαν
στο χωμα χοντρες ριζες και ριζιδια , μια μηχανη αργαλειου

γαλα -
τα χρωματα της τεμπερας τ'αναμειξε με το γαλα της αγριας
συκιας ,σε σκονη το κιτρινο, η ωχρα , το χοντροκοκκινο,
το γαλαζιο , να ιστορηθει ο λιποσαρκος αναχωρητης , ως
αγριο πτηνο στους βραχους , μεσα στο ερημο τοπιο

δωματιο -
απ'το ανοιχτο παραθυρο ορμησαν μεσα στο δωματιο πουλια,
ωρα προμεσημβρινη , αφου γαληνεψαν πανω στα επιπλα
οταν ηρθε η ωρα τους αναληφθηκαν στα λαμπρα κρυσταλλα
του πολυελαιου, σ'αλλες εποχες θ'αποτελουσαν τα μορφωματα
των αστερισμων

εψιλον -
στο σχημα των χειλιων σχεδιασε το εψιλον ε,
πανευτυχης για την εφευρεση

σελιδα 12

ζητουμενο -
κανενα ζητουμενο δεν προεκυψε απο κεινο το ειδος των
δεδομενων , κατα συνεπεια η επιστημη καθυστερησε

ηληκια-
σ'εκεινη την ηληκια η χωριστρα των βαμενων μαλλιων σε καμια
περιπτωση δεν αντιστοιχουσε σε ευθυγραμμο τμημα μιας ευθειας

Θεος-
πως στις καφετεριες , τα συγχρονα μοναστηρια , οι νεοι
μοναχοι λατρευουν το θεο ;

Ικτινος-
'' απ'τα πετρωματα , τα πλεον εκλεκτα, να διασωσουμε την ομορφια
της απειροτητας'' , μ'αυτο τον τροπο διηφθηνε τις εργασιες ο Ικτινος

καλαμια-
τα καλαμια χαρισαν στη φλογερα το σχημα της, και σ'αυτα τα
βατραχια διδαξαν τα τραγουδια τους

λατρευω-
λατρευω τον δεικτη και τον παραμεσο , καθως προσαρμοζεται
στα λογια σου

ματαια-
παρ'ολες τις επιμονες προσπαθειες ματαια το ματι αναζητησε
να συναντησει το αλλο ματι , εκεινο αλλαζονικα αποφυγε τη
παγιδα του.Την αλλη μερα εξουθενωμενο παραδωθηκε στη
μαγεια του ανευ ορων

σελιδα 13

νηστεια-
ακουσε για πρωτη φορα τη λεξη , ρωτησε να μαθει το περιεχομενο της
, δεν πηρε σαφη απαντηση

ξεραμενα-
φυσηξε ο αερας το φθινοπωρο , τα φυλλα με χορογραφικες κινησεις
συναντησαν το χωμα , ξεραμενα

ομιλια-
δωδεκα τον αριθμο ομιλιες διασωθηκαν , εννεα σε αποσπασματα,
και σε περιληψεις εικοσι τον αριθμο.

παραδεισος-
στον αριστερο ωμο η κιτρινη λωριδα του υφασματος, στο αριστερο
αυτι ενας βοστριχος στη θεση του σκουλαρικιου, παπουτσια πανινα
στα ποδια, δεν θα φυτρωσουν στους ωμους της φτερουγες αγγελου,
σαν αλατι της αλυκης το χρωμα των δοντιων , σ'αυτον τον παραδεισο
μετεφερε το γαλαζιο τ'ουρανου στα βλεφαρα,κορη με παντελονια
...ετων...ονομα...επωνυμο...,που οσο την κοιταζω τοσο ομορφαινει
,συλλογιστηκα:'' Ειναι η ματια μας,που ομορφαινει τον αλλον.
Φυσικα αυτη η ευκαιρια μας δινεται πολυ σπανια ''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου