I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -ΟΙ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ- ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}

.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-ΟΙ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ-
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}
.
.


Absolute White-3μ χ 4.5μ--χ,ν,κουβελης c.n.couvelis

ΟΙ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ-χ,ν,κουβελης c.n.couvelis

Πεμπτη,στο Διαφημιστικο Γραφειο του,λιγο πριν ειχε φυγει ενας πελατης,ωρα 11:15 πμ η γραμ-
ματεας τον ειδοποιησε:'κυριε,δυο κυριοι ειναι εδω στο προθαλαμο και ζητουν να σας δουν',
'τι θελουν;'τη ρωτησε,'λενε πως ειναι ακρως εμπιστευτικο και επειγον'απαντησε η κοπελα,
'οκει' ειπε'να περασουν',
ειδε δυο αγνωστους αντρες,η ακρα αντιθεση μορφων,ο ενας πολυ ψηλος αδυνατος με μακρυ
λαιμο,φορουσε πρασινο σκουρο κουστουμι με γαλαζια ανοιχτη γραβατα,ο αλλος κοντος χον-
τρος με  χοντρο κοντο λαιμο,φορουσε γαλαζιο ανοιχτο κοστουμι με πρασινη σκουρα γραβατα,
'τι θελετε;'ρωτησε,:'σας ειδοποιουμε,κυριε'μιλησε ο κοντος αντρας με πολυ σοβαρη φωνη 'πως
πρεπει να παρουσιαστητε για αυστηρως',τονισε το αυστηρως,'προσωπικη σας υποθεση στον
ανακριτη,την ερχομενη Κυριακη,ωρα 10 και μιση ακριβως,'εδω ειναι η διευθυνση' μιλησε ο ψη-
λος αδυνατος,με ψιλη φωνη,κι αφησε πανω στο τραπεζι του γραφειου μια καρτα,'περιοχη,οδος,
αριθμος,οροφος,αριθμος διαμερισματος',
εστρεψαν ταυτοχρονα,αυτοματοποιημενα,και οι δυο να φυγουν,στη πορτα ο χοντρος γυρισε
και ειπε αυστηρα:'μην αδιαφορησετε,κυριε,η υποθεση σας ειναι σοβαρη',
γελασε,'κι εγω,κυριοι,σοβαρα,σας προτεινω'τους φωναξε 'μια διαφημιση μπυρας',
εφυγαν,η γραμματεας εκλεισε τη πορτα,
πηρε τη καρτα,και χωρις να της δωσει σημασια,ανοιξε ενα συρταρι και την πεταξε μεσα,'γεμισε
ο κοσμος τρελους' σκεφτηκε 'και ενοχλητικους' ειπε δυνατα,
στην αρχη διασκεδασε με το γεγονος,υστερα παραξενευτηκε,και στο τελος απο απλη περιεργει-
α πηγε στο ραντεβου,
η περιοχη ηταν υποβαθμισμενη,οι δρομοι σε αθλια κατασταση.γεματοι λακουβες με νερα,πολυ
στενοι,νομιζες πως θα συνθλιβεις αναμεσα στα σπιτια,εστρεφαν συνεχως σε ατελειωτες καμπυ-
λες γραμμες,,λακουβες και νερα,τα σπιτια πανομοιοτυπα,ετοιμορροπα,πολυοροφα,πνιγερη
ατμοσφαιρα,κανενας θορυβος,πληρης ακινησια,πουθενα δεν ειδε ανθρωπινη μορφη,φοβηθηκε
πως θα χαθει μεσα σ'αυτον τον αρχιτεκτονικο λαβυρινθο,
ευτυχως,σταθηκε τυχερος,επεσε πανω στην οδο,στον αριθμο 41 μπηκε στο κτιριο,ανεβηκε τις
σκαλες στον 3ο οροφο,ελαχιστος αερας και φως,ζαλιστηκε,στο διαδρομο χτυπησε τη πορτα στο
διαμερισμα αριθμος 7,που του ειπαν,η ταμπελα εγραφε 'Μαρκο Τζιανινι,ζωγραφος',περιμενε,
ξαναχτυπησε,η πορτα μισανοιξε,ενας χλωμος νεαρος μ'ενα αραιο ξανθο γενακι και μυωπικα
γυαλια,στο βαθος,πισω,ισα που προλαβε,γιατι μπηκε μπροστα το σωμα του νεαρου,να δει μια
κοπελα,που εστρεψε το προσωπο της,μολις τον ειδε,να κρυφτει,
'ποιος ειστε;τι θελετε;'ρωτησε ο νεαρος,φανερα ενοχλημενος,
'τον κυριο ανακριτη' του ειπε,
'παλι τα ιδια,ειστε ο εικοστος,φτανει πια',φωναξε  ο ζωγραφος και του εκλεισε τη πορτα κατα-
μουτρα,και αμεσως ακουσε το τραβηγμα του συρτη,
εκεινη τη στιγμη ανοιξε η πορτα απ'το απεναντι διαμερισμα,γυρισε και ειδε μια γυναικα,εκεινη
του εκανε νοημα να μπει,'ελατε μεσα'του ειπε πολυ σιγα,'καντε γρηγορα,μη σας δει'
μπηκε στο διαμερισμα της γυναικας,σκοτεινα,
'ακουσα το θορυβο'ειπε η γυναικα 'τι αγενης,τι αγροικος'
η γυναικα τραβηξε τις κουρτινες στο παραθυρο να μπει λιγο φως,'καθηστε' του ειπε,'θελετε
καφε;',σκεφτηκε ν'αρνηθει και να φυγει,υστερα αλλαξε γνωμη,'αν δεν σας πειραζει'
'απο μια αποψη εχει δικιο,εικοσι ανθρωποι τη τελευταια εβδομαδα ηρθαν και ζητησαν τον
ανακριτη'του ειπε η γυναικα σερβιροντας του τον καφε και καθησε απεναντι του στον κανα-
πε,ηταν περιπου στα σαραντα,'το διαμερισμα του ηταν ξενοικιαστο,τουλαχιστον εδω εφτα
χρονια που μενω εγω εδω,αυτος το νοικιασε πριν ενα μηνα',
ειδε το δεξι της χερι,ο δειχτης με τον μεσο ηταν κολλημενοι,'με συγχωρητε'αντεδρασε η γυναι-
κα,σαν να ντραπηκε,και τραβηξε το χερι,'σας καταλαβαινω' δικαιολογηθηκε 'ειναι απαισιο θεα-
μα,ενα τερατουργημα της φυσης,κατι ζωωδες' και το εκρυψε μεσα σ'ένα μαυρο γαντι,τον κοι-
ταξε,τα ματια της εκαιγαν,γελασε 'η' σας αρεσει; στους πελατες μου αρεσει,το περιεργαζονται,
το χαιδευουν,το φιλουν,δεν ξερω γιατι τους αναστατωνει τοσο,καποιος ερχεται,ετσι μου λεει,
μονο γι'αυτο',το κοιτουσε,δεν μπορουσε ν'αντισταθει,'θελετε να βγαλω το γαντι;'του ειπε η
γυναικα  με φωνη που ετρεμε,ηταν ετοιμος ν'απαντησει ναι,να την παρακαλεσει,συγκρατηθηκε
κι απαντησε :'οχι',
'η κοπελα,που ειδατε στο ζωγραφο'αλλαξε θεμα η γυναικα 'ειναι κορη μου,μολις δεκατρισημισυ
χρονων,αρκετα αναπτυγμενη για την ηλικια της,μη βαζετε,ομως,κατι πονηρο στο μυαλο σας,πη-
γαινει στον Μαρκο και ποζαρει,τους πινακες τους πουλαει σε πλουσιους',σταματησε,'κανα δυο'
συνεχισε'δε λεω,τις εκαναν προτασεις να παει μαζι τους,δεν δεχτηκε,πρεπει και μεις καπως να
ζησουμε,ο πατερας της,ενας μεθυστακας,μας παρατησε οταν ακομα μωρο,εξαφανιστηκε,σχεδον
θα'λεγες ανοιξε η γης και τον καταπιε'  φωνη της δεν ειχε παραπονο,ουτε μισος,'λενε'τον κοιτα-
ξε 'πως δουλευει για το δικαστηριο,ειναι βασανιστης η' ρουφιανος η' δημιος,δεν ξερω',
'τι,πραγματικα υπαρχει δικαστηριο;'αντεδρασε,'και βεβαια'σοβαρεψε η γυναικα' με ανακριτες,
με φακελους,με δικαστες,με δικες,να εδω'ανοιξε ενα φακελο,'φωτογραφιες των ενοχων',
πηρε το φακελλο στα χερια του,κοιταξε μια-μια τις φωτογραφιες,αγνωστα προσωπα,ξαφνικα σε
καποια ειδε το προσωπο του,δεν ειπε τιποτα στη γυναικα,προσπαθησε να μην δειξει ταραγμε-
νος,κοιταξε και τις αλλες φωτογραφιες σαν να μην συνεβαινε τιποτα,της εδωσε το φακελο,
'ποιος σας εδωσε το φακελο;' τη ρωτησε,η γυναικα χαμογελασε 'ο ανακριτης,καποιος τελος
παντων απ'ολους αυτους τους ανακριτες,ειναι πελατης μου,και μαλιστα φανατικος,εραστης
μου,αν θελεις',την κοιταξε με αγωνια 'παρακαλω,συνεχιστε','ερχεται τακτικα εδω'συνεχιζει η
γυναικα,'μενει τη νυχτα και μεχρι αργα μελεταει τους φακελους των υποθεσεων,ετσι αφησε
αυτες τις φωτογραφιες,μαλιστα,τωρα τον περιμενω,οπου να'ναι θα χτυπησει','τι;,τωρα;'λεει
με αγωνια,'τωρα σε λιγο' απαντα η γυναικα 'και μια υποθεση'ανοιγει το φακελο και ψαχνει
'να αυτης της φωτογραφιας',του δειχνει τη φωτογραφια του 'ειναι παρα πολυ σοβαρη,η πιο
δυσκολη μου ειπε',
η γυναικα τον κοιταξε βαθεια στα ματια  'αν θελετε μπορω να τον ρωτησω για την υποθεση
σας'και βγαζοντας αργα-αργα το μαυρο γαντι απ' το δεξι της χερι συνεχισε 'και μαλιστα να τον
επηρεασω για χαρι σας',εκεινος δεν μπορουσε να τραβηξει τα ματια του απ'τα δυο κολλημενα
δαχτυλα,'απο σας εξαρταται'
ακουσε τη γυναικα,'πρεπει να σας πω'συνεχισε,'πως οι πινακες με τη κορη μου πουλιωνται,απο-
κλειστικα στους ανακριτες και στους δικαστες,ο ζωγραφος δεν το υποψιαζεται,λοιπον,δεν εχετε
χρονο,σας εκλιπαρω,αποφασιστε',
ακουστηκαν δυο σιγανα χτυπηματα στη πορτα και σε λιγο ενα ,'το συνθηματικο του'ψιθυρισε η
γυναικα ,'γρηγορα κρυφτητε στ'άλλο δωματιο,και μη κανετε τον παραμικρο θορυβο'
κλειστκε στο δωματιο,
μιλουσαν ψιθυριστα,μετα κατι ακαθοριστοι θορυβοι,στο σκοταδι και στη πνιγερη ατμοσφαιρα
του δωματιου ζαλιστηκε κι αποκοιμηθηκε,
τον ξυπνησε η γυναικα,'ελατε,εφυγε',
'με λενε Λενι'του ειπε 'η μικρη θ'αργησει να'ρθει',καθησε διπλα του,τον αγγιζε με το σωμα της,
'θελεις να μου βγαλεις το γαντι',κουνησε το κεφαλι ναι,η Λενι του εδωσε το χερι,αργα αργα το
εβγαλε,χαιδεψε τα δυο κολλημενα δαχτυλα 'ποσο ομορφα ειναι'ψιθυρισε,
ξεχασε να τη ρωτησει τι της ειπε ο ανακριτης,δεν τον ενοιαζε,
μετα απο ωρα σηκωθηκε να φυγει,
ανοιγωντας τη πορτα  επεσε πανω του η κοπελα  βγαινοντας ορμητικα απ'το διαμερισμα του
ζωγραφου,
'μπαρντον,κυριε'γελασε η μικρη,
εξω ειχε νυχτωσει,σ'αυτη την παραξενη ερημια της περιοχης ηταν ακαθοριστη η ωρα πριν η' με-
τα τα μεσανυχτα,χαθηκε στον λαβυρινθο των δρομων,
την αλλη μερα,ακριβως στις 11:15 πμ στο Διαφημιστικο Γραφειο του ξαναεμφανισθηκαν οι δυο
τυποι,ο κοντοχοντρος με πολυ αυστηρη φωνη του ειπε:
'κυριε,το χθεσινο να μην επαναληφθει,δεν θα υπαρξει καμια επιεικεια'
πετωντας του τη καρτα με το ραντεβου,σχεδον απειλητικα,πανω στο τραπεζι,'την επομενη Κυ-
ριακη'
φευγωντας ο ψηλος αδυνατος με το πρασινο σκουρο κουστουμι και τη γαλαζια ανοιχτη γραβα-
τα,γυρισε και του ειπε 'οσο γι'αυτους του δυο τιμωρηκαν παραδειγματικα'
μεχρι τη Κυριακη οι μερες περασαν ανησυχες,τη νυχτα ξαγρυπνουσε,στον λιγο υπνο τον βασα-
νιζαν εφιαλτες,στο Γραφειο δεν ξαναπηγε
την Κυριακη,ωρα 10 και μιση ακριβως,παρουσιαστηκε στο μερος που του ειχαν ορισει,
ενα μπελ εποκ κτιριο στο κεντρο της πολης,τον οδηγησαν σ'ενα τεραστιο αμφιθεατρο,και τον
καθησαν στη τελευταια σειρα,στην αιθουσα ημιφως,στο βαθος,λογω της μεγαλης αποστασης
και του υψους που βρισκονταν δυσκολα μπορουσε να δει καθαρα τι συνεβαινε,
ενας διπλα του του ψιθυρισε χωρις να τον κοιταξει,'παλια ημουνα στις πρωτη σειρα,εκει υπαρ-
χει μια θεατρικη σκηνη κι οι δικαστες σαν να παιζουν καποιο θεατρικο εργο εκδικαζουν τις δια-
φορες υποθεσεις',ο αντρας μιλουσε με δυσκολια,λαχανιαζε,'καποιες διευθετουνται γρηγορα
και ο κατηγορουμενος απαλλασεται,καποιες αλλες ομως'εδω η φωνη του ετρεμε'σαν τη δικη
μου συνεχως περιπλεκονται,γινονται αλυτες,ατελειωτες,θα'λεγα αιωνιες,και ο κατηγορουμενος
απο συνεδριαση σε συνεδριαση μετατιθεται ολο και περισσοτερο πισω,στο βαθος,με τη προ-
οπτικη της τειωτικης αθωωσης του να εξαφανιζεται',
'δηλαδη,εγω'τολμησε να του ψιθυρισει 'που απ'την αρχη βρισκομαι στη τελευταια σειρα,δεν
εχω καμια ελπιδα;',ο αλλος σαν να μην τον ακουσε δεν του απαντησε,αλλα ουτε και του ξανα-
μιλησε,σαν να μην υπηρχε και να μην ηταν διπλα του,
δεν εβλεπε ουτε ακουγε τι γινονταν κατω στη σκηνη και μεαα στο υπνωτικο ημιφως της τερα-
στιας αιθουσας αποκοιμηθηκε,μεχρι που τον ξυπνησαν τα μεγαφωνα:
'Κυριοι,η συνεδριαση ελαβε τελος.Αναμενετε μεχρι την επομενη ανακληση σας'
κοιταξε,δεν ειδε τον ανθρωπο διπλα του,
καποιος στα σκοτεινα τον σκουντησε ψιθυριζοντας του'Τον καταδικασαν και τον πηραν για
εκτελεση',
στη συγχιση του νομισε πως ηταν ιδια η φωνη,
περασε πολυς καιρος χωρις να τον ξαναενοχλησουν,σχεδον ξεχασε την υποθεση,ζουσε κανονι-
κα τη καθημερινοτητα,οι διαφημισεις πηγαιναν παρα πολυ καλα,
μια Κυριακη,για να αστειευθει,ωρα 10 και μιση ακριβως,πηγε στην περιοχη που εμενε η Λενι,
ανεβηκε στον 3ο οροφο,χτυπησε τη πορτα της,δεν πηρε απαντηση,ξαναχτυπησε τιποτα,τοτε
χτυπησε τη πορτα του ζωγραφου,ουτε κι αυτος ηταν εκει,τοτε θυμηθηκε τα λογια του ψηλου
αδυνατου αντρα στο Γραφειο του τη τελευταια φορα που τους ειδε:
'οσο γι'αυτους του δυο τιμωρηκαν παραδειγματικα'
'τι εννουσε 'σκεφτηκε ' η Λενι με το ζωγραφο; η' ' τρομαξε 'η Λενι με τη μικρη;'
'επομενως ο ζωγραφος' συμπερανε με οργη 'ηταν ρουφιανος του ανακριτη,πληρωμενος ανθρω-
πος των δικαστων,και μαρτυρησε πως ηταν εκει με τη Λενι',
την Πεμπτη,ακριβως στις 11:15 πμ στο Διαφημιστικο Γραφειο του ξαναεμφανισθηκαν οι δυο
τυποι,ο κοντοχοντρος με το γαλαζιο ανοιχτο κοστουμι και τη πρασινη σκουρα γραβατα του
ειπε:
'κυριε,ειμαστε ετοιμοι για τη διαφημιση μπυρας',
γελασε:'πολυ ευχαριστως,κυριοι,την ερχομενη Κυριακη',
φευγωντας ο ψηλος αδυνατος με το πρασινο σκουρο κουστουμι και τη γαλαζια ανοιχτη γραβα-
τα,γυρισε και του ειπε με πολυ σοβαρη φωνη:
'ακριβως εκει,κυριε,ειναι η επομενη συνεδρια'
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου