I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

GREEK POETRY -2-3 πραγματα που ξερω για την Μηδεια- Μηδεια Ευριπιδη [3ο Χορικό-στιχοι 627-633] μεταφραση χ.ν.κουβελης- ΜΗΔΕΙΑ ,ΠΡΙΝ ΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ- Στην Καλλας Μηδεια Τοσκα Νορμα- POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελη

.
.
GREEK POETRY
-2-3 πραγματα που ξερω για την Μηδεια-
Μηδεια Ευριπιδη [3ο Χορικό-στιχοι 627-633]
μεταφραση χ.ν.κουβελης-
ΜΗΔΕΙΑ ,ΠΡΙΝ ΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ-
Στην Καλλας Μηδεια Τοσκα Νορμα-
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης
.
.
2-3 πραγματα που ξερω για την Μηδεια

Μηδεια Ευριπιδη [3ο Χορικό-στιχοι 627-633]
μεταφραση χ.ν.κουβελης

Χορος

ἔρωτες ὑπὲρ μὲν ἄγαν  
ἐλθόντες οὐκ εὐδοξίαν
οὐδ΄ ἀρετὰν παρέδωκαν
ἀνδράσιν· εἰ δ΄ ἅλις ἔλθοι  630
Κύπρις͵ οὐκ ἄλλα θεὸς εὔχαρις οὕτως.
μήποτ΄͵ ὦ δέσποιν΄͵ ἐπ΄ ἐμοὶ χρυσέων τόξων ἐφείης
ἱμέρῳ χρίσασ΄ ἄφυκτον οἰστόν.
.
Χορος

ερωτες παν'απ'τα μετρα
σαν ερχονται μητ'ονομα καλο
μητ'αρετη φερνουν
στους ανθρωπους.μ'αν συνετα ομως ερθει 630
η Κυπρις,μητ'αλλη θεα γεματη χαρι ετσ'ειναι.
ποτε,ω δεσποινα,σε με απ'τα χρυσα τοξα μη ριξεις
στον ποθο που'ναι βαμενη την αφευκτη σαιτα
.
.
ΜΗΔΕΙΑ ,ΠΡΙΝ ΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ-χ.ν.κουβελης

απο το μπαλκονι του σπιτιου της ειχε θεα στην Ακροπολη.αυτο το εκπληκτικο
φως της Αττικης.τρυπωνε στο εσωτερικο.σερνονταν στο πατωμα,ανεβαινε στις
καρεκλες.στοιβαζονταν στα τραπεζι.καρφιτσωνονταν στο κρυσταλλο του καθρε-
φτη.εκει στο βαθος που ηταν τα μαλλια της.ακουσε διαπεραστικη τη σειρηνα
της πυροσβεστικης η' ενος περιπολικου της αστυνομιας.η ακουη της ακολουθη-
σε τον επαναλαμβανομενο ηχο που απομακρυνομενος μειωθηκε κι εξαφανισθηκε.
διαλυθηκε μεσα στη ζωντανη τεραστια πολη.στο τραπεζι τα δυο εισητηρια για
το Ηρωδειο αποψε το βραδυ.στο σεικερ ανακατεψε ενα κοκτειλ.πορτοκαλι μηλο
ανανας ,δυο τρεις στογονες βοτκα και παγακια.δροσιστηκε.φορεσε το μαυρο
φορεμα που της πηγαινε,μαυρα παπουτσια με τακουνι.κοιταχτηκε στο καθρεφτη.
η κοκεταρια της αιωνιας γυναικας,σκεφτηκε και χαμογελασε.αμεσως μετα σοβα-
ρευτηκε.καθισε μπροστα στον καθρεφτη,χτενισε τα μαλλια της,εβαψε προσεχτι-
κα τα χειλη της κοκκινα.ακουσε το καναρινι στο μπαλκονι.σαν να κοιμονταν και
να ξυπνησε.βγηκε εξω και του εβαλε τροφη και νερο.εκεινο στην αρχη φοβηθηκε
τη παρουσια της και  μαζευτηκε,υστερα ξεθαρρεψε κι αρχισε το κελαηδημα.ειδε
τη πολη μεσα στη φωτεινη αχλυ της διαλυμενη.γυρισε στο βαθος του καθρεφτη.
ειδε τα πρασινα λιβαδια και τις αμμουδερες παραλιες της πατριδας της,κατω απ'
τον χρυσο ηλιο ,εκλεισε τα ματια,ακουσε τις φωνες του πατερα και της μανας της,
κατι της φωναζαν δεν ξεχωριζε τι λεγανε,σαν καποια ισχυρη δυναμη να την αρπαζε
σφιχτα και να την απομακρυνε,σ'εκεινη τη θαλασσα τα ψαρια ειχαν ανεβει στην
επιφανεια της και το'να ετρωγε τ'αλλο,και στ'αλλα που διαπραχτηκαν δεν ηξε-
ρε τι εκανε,αυτο την τραβουσε ανελεητα,δεν μπορουσε,και δεν ηθελε να  του
αντισταθει,εκουσια ολα εγιναν,τι σημασια εχει αν μετανοιωσε,εγιναν και δεν  αλ-
λαζουν,τα παιδια της ηταν πολυ ομορφα,ποσο αγαπουσε τη φωνουλα της μικρης,
και τη ζωηραδα τ'αγοριου της,σαν να'χαν παρει απ'τις δυο φυσεις της,την τρυφε-
ροτητα και την αγριαδα,ανοιξε τα ματια,αργησε να συνελθει ,της φανηκε πολυ πα-
ραξενο να βρισκεται σ'αυτον τον τοπο και να υπαρχει,σ'αυτο το δωματιο,σ'αυτη
τη πολη,αυτη και η μνημη της ολοκληρη,σκληρη σαν ατσαλι και πικρη,στον αντρα
της τα ειπε ολα,τιποτα δεν του εκρυψε,και στις ερωτησεις του απαντησε με ειλι-
κρινεια,αλλοτε εννοιωθε απεραντη ανακουφιση κι αλλοτε τρομερη στεναχωρια,
εκεινος την αγαπουσε και της συμπαρασταθηκε,μονολογουσε ακατασχετα χωρις
νοημα,ειχε ισχυρες εκρηξεις εσπαγε οτι βρισκονταν μπροστα της,τα κομματιαζε,
εκεινος ηταν διακριτικος μαζι της και υπομονετικος,επειτα βυθιζονταν στη σιωπη
της,εκανε μερες να βγει απο εκει,ξαπλωμενη ακινητη στο κρεβατι,σιγα σιγα περ-
νωντας ο καιρος συνηρθε,αρχισε να γελαει να χαιρετε,εκεινος ευτυχισμενος της
ειπε πως τωρα θυμαται μ'αλλον τροπο,το καταλαβε,γιατι ετσι ηταν,οτι ερχεται
στο μυαλο,στη σκεψη της ειναι σαν να'χει συμβει σ'εναν αλλον ανθρωπο,κι εκει-
νη να παρακολουθει τη ζωη του,σαν θεατης ,οπως στο θεατρο παρακολουθεις
μια παρασταση,μια μερα της ειπε πως ειναι ετοιμος να γραψει το εργο,συμφωνη-
σε,ωρες τον εβλεπε στο γραφειο να γραφει,πολλες φορες την φωναζε να καθισει`
κοντα του,τοτε της διαβαζε τι ειχε γραψει και της ζητουσε να κουβεντιασουν,
να κρινει και να προτεινει διορθωσεις,για ζητηματα υφους,πλοκης,γλωσσας,
περιστατικων,εβλεπε το εργο σιγα σιγα να χτιζεται να αποκτα οντοτητα,τα προ-
σωπα,οι πραξεις του,η δομη του,να τελειωνει, αυτο την εκανε να καταλαβει
πως η λογοτεχνια,κι αυτος ειναι ο στοχος της,μετασχηματιζει τη πραγματι-
κοτητα και δειχνει,αποκαλυπτει τις κρυμμενες πτυχες της,την αληθινη της
ουσια,''εισαι ετοιμη;'' ακουσε τη φωνη του,γυρισε και τον ειδε,θολα,σιγα σιγα
ξεκαθαρισαν τα ματια της,''ναι,ετοιμη,σε περιμενα''
.
.
Μηδεια-χ.ν.κουβελης
.
Παρατημενη ,ατιμασμενη και διωγμενη η
Μηδεια μετα απο εκεινα τα αποτροπαια
γεγονοτα βρεθηκε στην Αθηνα .Για να ζησει
ειχε στησει ενα παγκο στην Αγορα και που-
λουσε φρουτα και λαχανικα.Σκεφτοταν:
''Ο ανθρωπος ενας λογος βαρυς η' ελαφρυς
στο στομα του αλλου ανθρωπου''
Παρα τα βασανα ηταν ομορφη,πυκνα σγουρα
μακρυα μαλλια, ματια μεγαλα μαυρα, λεπτο
και ψηλο κορμι, γυρω στα τριαντα τοτε.
Ζουσε μονη σ'ενα σπιτι κοντα στη θαλασσα.
Ανθρωπος δεν μπηκε στο σπιτι της.
Με τον καιρο μαθευτηκε πως γνωριζε τη τεχνη
της μαιας , κι ετρεχαν να την καλεσουν να
ξεγεννησει καποια εγγυο γυναικα. Δεν επαιρνε
αμοιβη . Ελεγαν :''Κριμα τετοια αγια γυναικα
να μην εχει αντρα και παιδια''
Οταν εφυγε απο' κεινα τα μερη για τη πατριδα
της ,ολοι στεναχωρηθηκαν πολυ.Κι οταν αργο-
τερα κυκλοφορησαν εκεινες οι φυλλαδες εκεινου
του αγυρτη αναστατωθηκαν ,ουτε ενας τον
πιστεψε και κανενας δεν πατησε στο θεατρο
να δει το εργο του.
.
.
Στην Καλλας Μηδεια Τοσκα Νορμα-χ.ν.κουβελης
.
μετα τα αποτροπαια γεγονοτα η πριγκιπισσα Μηδεια
παρουσιασθηκε στην Αγορα μπροστα στο λαο και
ζητησε τους δικαστες να την καταδικασουν,εκεινοι
τα ηξεραν ολα με την παραμικρη λεπτομερεια ,
αν και με καποια υπερβαση ,απο τον ποιητη Ευριπιδη,
την πηραν οι στρατιωτες στην αυλη του δικαστηριου,
οι δικαστες συσκεφθηκαν,και με τρομο ανακαλυψαν
πως δεν υπηρχαν νομοι για μια τετοια πραξη,για ενα
τοσο ειδεχθες εγκλημα,ανησυχησαν για το κενο νομου,
επειτα τα χρονια περασαν και βαραιναν στους ωμους
και στη κριση τους,κι επειτα τι συμφερει τον αρχοντα ,
το πιο συμφερον γι'αυτον ειναι που γλυτωσε
απο τη βαρβαρη γυναικα και τα παιδια της,ηταν
μια λυση αυτο,θα βρουν τροπο να την τιμωρησουν,
δεν θα κωλισιεργησουν,ειναι ζητημα ωρων,εστω ημερων,
οσο για κεινον τον αγυρτη τον ψευδοκαινοτομο ποιητη
θα τον κανονισουν,του ετοιμαζουν,τι του ετοιμαζουν ;ηδη
την εχουν ετοιμασει,την εξορια στη Μακεδονια,
ας παει εκει να παιξει τα μοντερνα θεατρα του,εκει
μπορει να τους ξεγελασει ετσι απολιτιστοι που ειναι,
ενας λαος σε παρακμη ,χωρις προσωπο και μελλον
στην ιστορια,ακους ο σαλτιμπαγκος ο αταλαντος να θελει
να τους γελοιοποιησει,να βρουν τον μπελα τους,με κενα νομων,
με οικογενειακα δικαια,με δικαιωματα γυναικων,καλα εχουν
την ησυχια τους,ας παει αλλου να δοξασθει,κι αυτη
τη φονισσα διεταξαν και την πηραν στρατιωτες
και την πηγαν μακρυα στην ακρη του κοσμου σε πυκνο δασος
που συνορευει με αποκρεμνους τοπους και πελωρια βραχια
ως τη θαλασσα,να κλειστει εκει μεσα να μην ξεφυγει,
κι ετσι εγινε κι οταν γινονταν νυχτα κι ειχε πανσεληνο
τραγουδουσε η ερημη γυναικα και διαλυονταν η φωνη της
στο φως του φεγγαριου σε χιλια κομματια πονου,
κι οσα καραβια τ'ακουσαν πετρωσαν στο μεσο του ποντου
κι οσοι παιδια ναυτικοι τ'ακουσαν χαθηκαν στα μαυρα νερα
.
.
Μηδεια-χ.ν.κουβελης

η θαλασσα [εκλεισε το παραθυρο]
ακουσε τον ανεμο[''να'ταν να μην ακουγα'']
μια φωνη -μια δευτερη φωνη
επειτα γελιο
[το μηλο παρατημενο πανω στο κιτρινο τραπεζι]
ειδε την εικονα της σχισμενη στον καθρεφτη
[[μήτηρ
κινεῖ κραδίαν͵ κινεῖ δὲ χόλον.]]
μια κουκλα με βγαλμενα ματια σπασμενα χερια
ενα ποδι ελειπε τραβηγμενα τα μαλλια
[η μνημη της πατριδας τοτε.ο πατερας πηγε να την εμποδισει]
[ἄγριον ἦθος στυγεράν τε φύσιν
φρενὸς αὐθάδους]
''ο ηλιος γιατι δεν δυει; ποτε να μην ξαναβγει.
σκοταδι θελω.γιατι με τυρανναει το φως;
τι μεγαλη μερα''
[λύει δ΄ ἄλγος]
.
.
.
Τα Συναισθηματα της Μηδειας-Medea's Emotions-painting emotions c.n.couvelis χ.ν.κουβελης-
Μηδεια Ευρυπιδη Επιδαυρος 1976 Ελενη Χατζηαργυρη-music Jody Pou Udite Amanti
.
.
.
.
Η ΜΗΔΕΙΑ ΜΗΔΕΤΑΙ [η Μηδεια θυμαται]Maria Callas' Medea-painting c.n.couvelis χ.ν.κουβελης
.
.
.
.
.


Μηδεια-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

στη μέση της ορχήστρας του θεάτρου ένα πιάνο,ερχεται μία γυναίκα και ανακοινώνει
με σοβαρή,εως αυστηρή,φωνη "ή παραστάσις αναβαλετε,στη θέση της θα παιχθεί ενα
αλλο εργο,παρακαλω οι θεατές να εκενώσουν το θέατρο"ακούστηκαν από το μέρος του
αμφιθεατρου έντονες διαμαρτυρίες ","σε περίπτωση άρνησης θα ασκηθεί βία"φωναξαν
απο τα μεγάφωνα,"προσοχή,απαγορευονται οι φωτογραφίες και τα βίντεο,οι παραβατες
Θα τιμωρηθουν παραδειγματικά",το θέατρο άδειασε από τους θεατές,ή γυναίκα κάθησε
στο πιάνο,σήκωσε τα χέρια της για να χτυπήσει τα πλήκτρα,ακουστησε ένας παρατετα
μενος ψιθυρος,"σιωπη"ούρλιαξε ή πιανίστρια,"δεν μπορώ να ακούω",το ψιθυρισμα στα-
ματησε,η γυναίκα έπαιζε στις χαμηλές νότες,ακουγονταν έντονη ή αναπνοή της,περασε
στις ψηλές,"γιατί σωπασατε,γιατι δεν μιλάτε;"φώναξε,αρχισαν οι φωνές,αντιδρουσε στο
ρυθμο και την ένταση τους στο πιανο,οταν ακουστηκε ή φωνή "Μηδεια ,τα παιδιά σου",
στάθηκε ακινητη,"που είναι τα παιδιά μου;"φωναξε μία γυναίκα από τη κερκίδα,φορουσε
θεατρική προσωπίδα,γρηγορα ανέβηκαν τα σκαλιά οι φύλακες να την πιάσουν,η γυναίκα
δεν αντισταθηκε,παραδοθηκε,της έβγαλαν βίαια τη μάσκα,"μία ηθοποιός είναι" φωναξαν
"τι να την κάνουμε" ,"να σταματησει αμεσως αυτο το έργο" αντηχησαν τα μεγάφωνα,
"οι θεατές να επιστρέψουν στις θέσεις τους,η προγραμματισμένη παράστασις αρχίζει"
.
.


Ή Μηδεια στη θάλασσα στο Φαληρο-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ενοικιαζε το καλοκαίρι ένα σπίτι στο Φαληρο,διπλα στη θάλασσα,τα παιδιά διασκέδαζαν,
το ιώδιο το αλάτι ο ήλιος τους κάνει καλό,η μικρή κάνει συνέχεια βουτιες,κάνει
πως ειναι ψαράκι,μια φαίνεται μία κρύβεται εδώ εκεί,το αγόρι πιάνεται με την άμμο,
τη σκαλίζει τη πλάθει και κατασκευάζει,ανθρωπους πόλεις ζώα,ιστοριες,τη
φωνάζει και της αφηγείται τις παραστάσεις του,εχει πολλή φαντασία,σ'αυτη
μοιαζει,ετσι κι αυτή μικρή έπαιζε στη πατρίδα της τη Κολχιδα,,μία ιστορία,
θυμάται ακόμα,ειχε ένα χρυσόμαλλο δέρμα,ενα δράκοντα που το φύλαγε,
και φοβερους πολεμιστές τεράστιος στο σώμα με τρία μάτια,και πίστευε
πως έφτασε καράβι από μακρυνη ξένη χώρα ν'αρπαξει το χρυσόμαλλο δερμα,
νομίζει,και δεν κάνει λάθος,πως αυτή είναι ή αιτία που βρίσκεται στην
Αθηνα,επαιξε σαν πρωταγωνίστρια ένα παρόμοιο έργο στο θέατρο,βεβαια
ειχε πολλές παραλλαγές,μετα από αυτό άλλαξε ή ζωή της,διαλυθηκε ο γάμος της,,
μετα το χωρισμό από τον άντρα της έκανε ψυχανάλυση,τωρα ειναι καλύτερα,η μικρή
τη χαιρετάει,πισω από το κεφάλι της ο ήλιος ειναι χρυσος,τη χαίρεταει κι αυτη
.
.
.
.

Μηδεια,Medea woman's portrait-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΜΗΔΕΙΑΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗ.ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

κοιταξε εξω απο το παραθυρο,η Μηδεια,
περα η απεραντη θαλασσα
τη δυστυχη,ο πονος με διελυσε,
ας αφανιζομουν
ξαφνικος ανεμος σαρωσε την αμμο στη παραλια,μια θολη οθονη υψωθηκε,
το βλεμμα της θολωσε
τα βασανα μου μεγαλα,
καταραμενα παιδια φριχτης μανας
που μαζι με τον πατερα ν'αφανισθητε,
κι ολοκληρο το σπιτι  να καταρρευσει
τοτε ειδε εναν νεαρο αντρα με λευκο κουστουμι καβαλλα πανω σ'ενα λευκο αλογο να
μπαινει μεσα στη θαλασσα,'τι κανει;','τι κανεις;'φωναξε,ο αντρας δεν ακουσε,το αλογο
καλυφθηκε απο τα νερα,'γυρνα πισω' φωναξε παλι,'ειναι ανοησια,τρελα',μια αγρια καταιγιδα
ξεσπασε,δεν εβλεπε τιποτα,ακουσε τον τρομακτικο θορυβο ενος πυροβολισμου,η καταιγιδα
σταματησε,καθαρισε ο οριζοντας κι ειδε αλαφιασμενο τ'αλογο να βγαινει απ'τα νερα και
να χανεται δεξια απ'το παραθυρο,ενας τρομερος ανεμος εσβυσε τα ιχνη του στην αμμο,
κοιταξε τη θαλασσα,η βουβη ηρεμια της τυραννισε το βλεμμα,
ετρεμε
να'ταν απ'τον ουρανο φωτια στο κεφαλι μου
να'πεφτε,ποιο το κερδος που ζω;
με το θανατο ν'αποτελειωσω
φριχτη ζωη εγκαταλειποντας
ειδε τα παιδια να τα φερνει εντρομη η γκουβερναντα,τα βηματα τους στη σκαλα,γυρισε
το κεφαλι,περνουσαν,πηγε στη πορτα,οι γρηγορες σκιες τους αιχμηρες στους τοιχους ,
καμπυλωσαν στο προσωπο της βαθαινοντας στο σκοταδι,κλειστηκαν στο δωματιο,κλειδω-
θηκε η πορτα,τρομακτικη ησυχια,αφησε τη πορτα ανοικτη,καθισε στον καθρεφτη,
με γαλαζιο μολυβι σχεδιασε τα ματια της,ακουσε το piano concerto no.3 in D minor, Op. 30
του Σεργκει Ραχμανινοφ,Allegro ma non tanto D minor,'ο μικρος εχει ταλεντο,ποσο τον θαυ-
μαζω',κοιταξε τα χερια της,μακρια χερια και τεραστιο ανοιγμα χεριων που μπορουσε να παιξει
τη συγχορδια  C E♭ G C G με το αριστερο της χερι,εκλεισε αυτο το χερι,θυμηθηκε το περιστατι-
κο,ηταν εντεκα χρονων,πληρη παραλυσια στα χερια,αρνιονταν να μιλησει,ακουγε στ'αυτια της
ηχους,δυο χρονια κρατησε,τα νυχια της εσχισαν τη σαρκα της παλαμης της,'το γυμναζουν για
να παιξει στη τελετη των γαμων τους',ανοιξε τα δαχτυλα,ειδε τη σχισμενη σαρκα,'το δικο μου
παιδι,να τους διασκεδαζει',απο το συρταρι τραβηξε ενα φυλλο χαρτιου,διαβασε:
Μηδεια. ὦ μεγάλα Θέμι καὶ πότνι’ Ἄρτεμι    160
λεύσσεθ’ ἃ πάσχω, μεγάλοις ὅρκοις
ἐνδησαμένα τὸν κατάρατον
πόσιν; ὅν ποτ’ ἐγὼ νύμφαν τ’ ἐσίδοιμ’
αὐτοῖς μελάθροις διακναιομένους,
οἷ’ ἐμὲ πρόσθεν τολμῶσ’ ἀδικεῖν.    165
ὦ πάτερ, ὦ πόλις, ὧν ἀπενάσθην
αἰσχρῶς τὸν ἐμὸν κτείνασα κάσιν.
ξαπλωσε στο κρεβατι με τα ρουχα,ακινητη,δεκα λεπτα,ακουσε φωνες,βρηκαν το φουσκωμενο
απ'το νερο και μισοφαγωμενο απ'τα ψαρια σωμα του πνιγμενου,ακουστηκαν οι ροδες ενος
αυτοκινητου που σπιναρισαν στην σαθρη αμμο,μια γυναικεια φωνη ακουστηκς,'αυτος ειναι',
εφυγαν,τα κυματα της θαλασσας εφταναν στην ακτη,υστερα υποχωρουσαν,το παιδι ακομα
επαιζε,Intermezzo: Adagio D minor → F♯ minor → D♭ major → B♭ minor → F♯ minor → D
minor,Finale: Alla breve D minor → D major,ακουσε το θερμο χειροκροτημα,η νυφη αγκαλιασε
το παιδι,μια αναμνηστικη φωτογραφια,το παιδια αναμεσα απο τους νεονυμφους,
μεγαλη Θεμιδα και σεβαστη Αρτεμιδα
δεστε τι πασχω,μεγαλοι ορκοι
μας δεναν με τον καταραμενο αντρα
που καποτε να τους δω αυτον και τη νυφη
απ'το σπιτι καταπλακωμενους
αυτους που πρωτοι μ'αδικησαν,
πατερα,πολη μου,απο σας ξενιτευθηκα
απανθρωπα σκοτωνοντας τον αδερφο μου
ουρλιαξε,το γελιο παγωσε στα χειλη τους,'τα παιδια,παρτε τα παιδια'φωναξε ο αντρας,
το χρυσο στεφανι στα ομορφα μαλλια της νυφης ελαμπε,'με καιει'φωναξε,'ειναι φωτια',
η Μηδεια σηκωνεται,περπαταει στο διαδρομο,ανοιγει τη πορτα,μπαινει στο δωματιο,
τη βλεπουν,'πως τολμησες,μαγισα'ουρλιαζει ο αντρας,'δεν σε φοβαμαι'λεει η Μηδεια
και τον πλησιαζει,'τη κοπελα λυπαμαι,εσενα σε μισω','μη πειραξεις τα παιδια'τη φοβερισε,
εκεινη τον πλησιαζε,'σε ικετεω' την παρακαλουσε,'τα παιδια ειναι δικα μου',τον εφτασε,
του ακουμπουσε το προσωπο με το δικο της,'δεν ειναι δικα σου',εφεραν τα παιδια,κοιταξε
τα ματια,'αν αντεχεις κοιταξε,δειλε,τα εργα σου',του εμπηξε  τα χερια στα ματια,τραβηξε
τους βολβους,τους πεταξε στο πετρινο πατωμα,'τροφη για τα σκυλια' φωναξε,τον εσπρωξε,
'φερτε τα παιδια μου',ξεσπασε σε λυγμους,τα'σφιξε στην αγκαλια της και ξεγυμνωντας τα
στηθη της κολλησε σε καθεμια ρογα το στομα τους,σηκωσε το κεφαλι κι ειδε τις γυναικες
Κορινθιες γυναικες,απ'το σπιτι βγηκα
να μη εχετε κατι να με κατηγορηστε,γιατι πολλους
θνητους ανθρωπους αδιαφορους εχω γνωρισει,
αλλους δημοσια κι αλλους ιδιωτικα,
κι απ'τη νωθροτητα αποχτησαν κακη φημη
πως αδιαφορουν και εφησυχαζουν,γιατι η δικαιοσυνη
δεν βρισκεται στα ματια των θνητων,
που πριν να μαθουν εναν ανθρωπο απ'τα σπλαχνα ο μεσα καλα
τον μισουν βλεποντας τον,αν και δεν τους αδικησε,
πρεπει ο ξενος εντελως να προσαρμοζεται στη πολη,
ουτ'εναν της πολης συγχωρω που με την αυθαδεια του
πικραινει τους πολιτες ενω δεν τον ξερουν,
εμενα το απροσμενο αυτο δω κακο μου'πεσε
τη ψυχη μου εχοντας καταστρεψει,εχασα πια
τη χαρα της ζωης και δεν με νοιαζει να πεθανω,φιλες μου,
γιατ'αυτος που για μενα τα παντα ηταν,το ξερω καλα,
ο πιο κακος μεσ'στους ανθρωπους εχει βγει ο αντρας μου.
απ'ολα οσα ειναι εμψυχα κι εχουν λογικη
εμεις οι γυναικες ειμαστε το πιο αξιολυπητο πλασμα,
καθως πρωτα πρεπει με χρηματα παρα πολλα
αντρα ν'αγορασουμε,και δεσποτη στο κορμι
να παρουμε,γιατ'αυτο ακομα πιο επωδυνο κακο,
κι αυτη δω η δοκιμη πολυ βαρια,αν κακο θα παρεις
η' καλο,γιατι δεν ειν'ευχαριστοι οι χωρισμοι
στις γυναικες,ουτε και ν'αρνηθεις αντρα,
καθως σε νεα ηθη και νομους φθανει,
πρεπει μαντισα να'ναι,αφου τα'μαθε στο σπιτι,
πως σωστα να φερθει στον συντροφο της,
κι αν αυτα δω εμεις καλα τα κανουμε
ο συζυγος συγκατοικει χωρις κοπο σηκωνοντας το ζυγο,
τοτε θαυμασιος ο βιος,αν οχι,να πεθανουμε πρεπει,
αλλ'ο αντρας,οταν στου σπιτιου τα κοινα  φορτωνεται,
εξω βγαινοντας θα σβησει της καρδιας τη καυση,
εμεις ομως αναγκαζομαστε προς μια ψυχη μονο να βλεπουμε,
λενε εμεις χωρις κινδυνο το βιο ζουμε στο σπιτι,
ενω αυτοι μαχονται με το κονταρι,
λαθος σκεπτονται,καθως τρεις φορες διπλα στην ασπιδα
θα'θελα να σταθω καλλιτερα παρα να γεννησω μια φορα μοναχα ,
πηγε στο παραθυρο,κοιταξε εξω,κατω το θεατρο,πληθος θεατων,περα η απεραντη θαλασσα,
βουβη κατεβηκε στο θεατρο,καθησε σε μια θεση,απο εκει ακουγε την ηθοποιο,που απευθυ-
νονταν στον χορο των γυναικων
αλλα γιατ'αυτα σε σενα και σε μενα δεν ειναι ιδια τα λογια;
τη πολη αυτη δω πατριδα εχεις και του πατερα το σπιτι
και του βιου την ευτυχια και των φιλων τη συντροφια,
εγω ερημη χωρις πατριδα που'μαι βριζομαι
απ'αντρα που απο βαρβαργη χωρα μ'εχει αρπαγμενη,
ουτε μανα,ουτ'αδερφο ουτε συγγενη εχω
να βρω παρηγορια σ'αυτη τη συμφορα που'χω.
καποιοι ετρεξαν προς τη μερια της θαλασσας,ακουστηκαν φωνες,δεν τις ξεχωρισε,η Μηδεια
στη σκηνη συνεχισε
ετσι το ελαχιστο απο σε θελω να ζητησω,
αν εγω καποιο τροπο η' και σχεδιο βρω
τον αντρα μου να τιμωρησω γι'αυτα δω τα κακα,
να σιωπησεις,γιατι η γυναικα τ'αλλα πολυ φοβαται
κι ειναι δειλη οταν σωματικη δυναμη και σιδερο αντικριζει,
οταν ομως στο κρεβατι της συμβει να προδωθει,
δεν ειν'αλλος νους πιο φονικος
κοιταξε με μεγαλη ανησυχια προς τη μερος της θαλασσας,σηκωθηκε,κατεβηκε τα σκαλια
ενω ο χορος εψελνε
αυτο θα κανω,γιατι δικαια θα τιμωρηθει ο αντρας σου
Μηδεια,                                                                           
οταν εφτασε στην ακτη ειδε τον πνιγμενο αντρα ,πλησιασε,προσπαθησε να συγκρατηθει να μην
προδωθει,'αυτος ειναι με τ'αλογο που πριν δωδεκα μερες μπηκε στη θαλασσα κι αυτοπυροβο-
ληθηκε' της ειπε καποιος,'και πριν ενα χρονο περιπου αλλος ενας το ιδιο εκανε,φαινεται θα'ναι
μοδα,ποιος ξερει,αβυσσος η ψυχη του ανθρωπου',τον πνιγμενο τον τυλιξαν σ'ενα ασπρο σεντο-
νι και τον φορτωσαν σ'ενα τζιπ της αστυνομιας,
γυρισε στο θεατρο,καθησε στη θεση της,
ο χορος
πενθεῖν δ’ οὔ σε θαυμάζω τύχας.
ὁρῶ δὲ καὶ Κρέοντα, τῆσδ’ ἄνακτα γῆς,
στείχοντα, καινῶν ἄγγελον βουλευμάτων.    270
ΚΡΕΩΝ
σὲ τὴν σκυθρωπὸν καὶ πόσει θυμουμένην,
Μήδειαν, εἶπον τῆσδε γῆς ἔξω περᾶν
φυγάδα, λαβοῦσαν δισσὰ σὺν σαυτῇ τέκνα·
καὶ μή τι μέλλειν· ὡς ἐγὼ βραβεὺς λόγου
τοῦδ’ εἰμί, κοὐκ ἄπειμι πρὸς δόμους πάλιν,    275
πρὶν ἄν σε γαίας τερμόνων ἔξω βάλω.
Μη. αἰαῖ· πανώλης ἡ τάλαιν’ ἀπόλλυμαι.
ἐχθροὶ γὰρ ἐξιᾶσι πάντα δὴ κάλων,
κοὐκ ἔστιν ἄτης εὐπρόσοιστος ἔκβασις.
ἐρήσομαι δὲ καὶ κακῶς πάσχουσ’ ὅμως·    280
τίνος μ’ ἕκατι γῆς ἀποστέλλεις, Κρέον;
.
.
Μήδεια Ευριπίδη
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9C%CE%AE%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B1

ΤΡΟΦΟΣ
Εἴθ’ ὤφελ’ Ἀργοῦς μὴ διαπτάσθαι σκάφος
Κόλχων ἐς αἶαν κυανέας Συμπληγάδας,
μηδ’ ἐν νάπαισι Πηλίου πεσεῖν ποτε
τμηθεῖσα πεύκη, μηδ’ ἐρετμῶσαι χέρας
ἀνδρῶν ἀρίστων. οἳ τὸ πάγχρυσον δέρας    5
Πελίᾳ μετῆλθον. οὐ γὰρ ἂν δέσποιν’ ἐμὴ
Μήδεια πύργους γῆς ἔπλευσ’ Ἰωλκίας
ἔρωτι θυμὸν ἐκπλαγεῖσ’ Ἰάσονος·
οὐδ’ ἂν κτανεῖν πείσασα Πελιάδας κόρας
πατέρα κατῴκει τήνδε γῆν Κορινθίαν    10
ξὺν ἀνδρὶ καὶ τέκνοισιν, ἁνδάνουσα μὲν
φυγῇ πολιτῶν ὧν ἀφίκετο χθόνα,
αὐτή τε πάντα ξυμφέρουσ’ Ἰάσονι·
ἥπερ μεγίστη γίγνεται σωτηρία,
ὅταν γυνὴ πρὸς ἄνδρα μὴ διχοστατῇ.    15
νῦν δ’ ἐχθρὰ πάντα, καὶ νοσεῖ τὰ φίλτατα.
προδοὺς γὰρ αὑτοῦ τέκνα δεσπότιν τ’ ἐμὴν
γάμοις Ἰάσων βασιλικοῖς εὐνάζεται,
γήμας Κρέοντος παῖδ’, ὃς αἰσυμνᾷ χθονός·
Μήδεια δ’ ἡ δύστηνος ἠτιμασμένη    20
βοᾷ μὲν ὅρκους, ἀνακαλεῖ δὲ δεξιάς,
πίστιν μεγίστην, καὶ θεοὺς μαρτύρεται
οἵας ἀμοιβῆς ἐξ Ἰάσονος κυρεῖ.
κεῖται δ’ ἄσιτος, σῶμ’ ὑφεῖσ’ ἀλγηδόσι,
τὸν πάντα συντήκουσα δακρύοις χρόνον,    25
ἐπεὶ πρὸς ἀνδρὸς ᾔσθετ’ ἠδικημένη,
οὔτ’ ὄμμ’ ἐπαίρουσ’ οὔτ’ ἀπαλλάσσουσα γῆς
πρόσωπον· ὡς δὲ πέτρος ἢ θαλάσσιος
κλύδων ἀκούει νουθετουμένη φίλων·
ἢν μή ποτε στρέψασα πάλλευκον δέρην    30
αὐτὴ πρὸς αὑτὴν πατέρ’ ἀποιμώξῃ φίλον
καὶ γαῖαν οἴκους θ’, οὓς προδοῦσ’ ἀφίκετο
μετ’ ἀνδρὸς ὅς σφε νῦν ἀτιμάσας ἔχει.
ἔγνωκε δ’ ἡ τάλαινα συμφορᾶς ὕπο
οἷον πατρῴας μὴ ἀπολείπεσθαι χθονός.    35
στυγεῖ δὲ παῖδας οὐδ’ ὁρῶσ’ εὐφραίνεται.
δέδοικα δ’ αὐτὴν μή τι βουλεύσῃ νέον·
βαρεῖα γὰρ φρήν, οὐδ’ ἀνέξεται κακῶς
πάσχουσ’· ἐγᾦδα τήνδε, δειμαίνω τέ νιν
μὴ θηκτὸν ὤσῃ φάσγανον δι’ ἥπατος,    40
σιγῇ δόμους εἰσβᾶσ’, ἵν’ ἔστρωται λέχος,
ἢ καὶ τύραννον τόν τε γήμαντα κτάνῃ,
κἄπειτα μείζω συμφορὰν λάβῃ τινά.
δεινὴ γάρ· οὔτοι ῥᾳδίως γε συμβαλὼν
ἔχθραν τις αὐτῇ καλλίνικον οἴσεται.    45
ἀλλ’ οἵδε παῖδες ἐκ τρόχων πεπαυμένοι
στείχουσι, μητρὸς οὐδὲν ἐννοούμενοι
κακῶν· νέα γὰρ φροντὶς οὐκ ἀλγεῖν φιλεῖ.
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
παλαιὸν οἴκων κτῆμα δεσποίνης ἐμῆς,
τί πρὸς πύλαισι τήνδ’ ἄγουσ’ ἐρημίαν    50
ἕστηκας, αὐτὴ θρεομένη σαυτῇ κακά;
πῶς σοῦ μόνη Μήδεια λείπεσθαι θέλει;
Τρ. τέκνων ὀπαδὲ πρέσβυ τῶν Ἰάσονος,
χρηστοῖσι δούλοις ξυμφορὰ τὰ δεσποτῶν
κακῶς πίτνοντα, καὶ φρενῶν ἀνθάπτεται.    55
ἐγὼ γὰρ ἐς τοῦτ’ ἐκβέβηκ’ ἀλγηδόνος,
ὥσθ’ ἵμερός μ’ ὑπῆλθε γῇ τε κοὐρανῷ
λέξαι μολούσῃ δεῦρο δεσποίνης τύχας.
Πα. οὔπω γὰρ ἡ τάλαινα παύεται γόων;
Τρ. ζηλῶ σ’· ἐν ἀρχῇ πῆμα κοὐδέπω μεσοῖ.    60
Πα. ὦ μῶρος—εἰ χρὴ δεσπότας εἰπεῖν τόδε·
ὡς οὐδὲν οἶδε τῶν νεωτέρων κακῶν.
Τρ. τί δ’ ἔστιν, ὦ γεραιέ; μὴ φθόνει φράσαι.
Πα. οὐδέν· μετέγνων καὶ τὰ πρόσθ’ εἰρημένα.
Τρ. μή, πρὸς γενείου, κρύπτε σύνδουλον σέθεν·    65
σιγὴν γάρ, εἰ χρή, τῶνδε θήσομαι πέρι.
Πα. ἤκουσά του λέγοντος, οὐ δοκῶν κλύειν,
πεσσοὺς προσελθών, ἔνθα δὴ παλαίτατοι
θάσσουσι, σεμνὸν ἀμφὶ Πειρήνης ὕδωρ,
ὡς τούσδε παῖδας γῆς ἐλᾶν Κορινθίας    70
σὺν μητρὶ μέλλοι τῆσδε κοίρανος χθονὸς
Κρέων. ὁ μέντοι μῦθος εἰ σαφὴς ὅδε
οὐκ οἶδα· βουλοίμην δ’ ἂν οὐκ εἶναι τόδε.
Τρ. καὶ ταῦτ’ Ἰάσων παῖδας ἐξανέξεται
πάσχοντας, εἰ καὶ μητρὶ διαφορὰν ἔχει;    75
Πα. παλαιὰ καινῶν λείπεται κηδευμάτων,
κοὐκ ἔστ’ ἐκεῖνος τοῖσδε δώμασιν φίλος.
Τρ. ἀπωλόμεσθ’ ἄρ’, εἰ κακὸν προσοίσομεν
νέον παλαιῷ, πρὶν τόδ’ ἐξηντληκέναι.
Πα. ἀτὰρ σύ γ’—οὐ γὰρ καιρὸς εἰδέναι τόδε    80
δέσποιναν—ἡσύχαζε καὶ σίγα λόγον.
Τρ. ὦ τέκν’, ἀκούεθ’ οἷος εἰς ὑμᾶς πατήρ;
ὄλοιτο μὲν μή· δεσπότης γάρ ἐστ’ ἐμός·
ἀτὰρ κακός γ’ ὢν ἐς φίλους ἁλίσκεται.
Πα. τίς δ’ οὐχὶ θνητῶν; ἄρτι γιγνώσκεις τόδε,    85
ὡς πᾶς τις αὑτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ,
οἳ μὲν δικαίως, οἳ δὲ καὶ κέρδους χάριν,
εἰ τούσδε γ’ εὐνῆς οὕνεκ’ οὐ στέργει πατήρ.
Τρ. ἴτ’—εὖ γὰρ ἔσται—δωμάτων ἔσω, τέκνα.
σὺ δ’ ὡς μάλιστα τούσδ’ ἐρημώσας ἔχε    90
καὶ μὴ πέλαζε μητρὶ δυσθυμουμένῃ.
ἤδη γὰρ εἶδον ὄμμα νιν ταυρουμένην
τοῖσδ’, ὥς τι δρασείουσαν· οὐδὲ παύσεται
χόλου, σάφ’ οἶδα, πρὶν κατασκῆψαί τινα . . .
ἐχθρούς γε μέντοι, μὴ φίλους, δράσειέ τι.    95

ΜΗΔΕΙΑ <ἔνδοθεν>
ἰώ,
δύστανος ἐγὼ μελέα τε πόνων,
ἰώ μοί μοι, πῶς ἂν ὀλοίμαν;
Τρ. τόδ’ ἐκεῖνο, φίλοι παῖδες· μήτηρ
κινεῖ κραδίαν, κινεῖ δὲ χόλον.
σπεύσατε θᾶσσον δώματος εἴσω    100
καὶ μὴ πελάσητ’ ὄμματος ἐγγύς,
μηδὲ προσέλθητ’, ἀλλὰ φυλάσσεσθ’
ἄγριον ἦθος στυγεράν τε φύσιν
φρενὸς αὐθάδους.—
ἴτε νῦν, χωρεῖθ’ ὡς τάχος εἴσω.—    105
δῆλον δ’ ἀρχῆς ἐξαιρόμενον
νέφος οἰμωγῆς ὡς τάχ’ ἀνάψει
μείζονι θυμῷ· τί ποτ’ ἐργάσεται
μεγαλόσπλαγχνος δυσκατάπαυστος
ψυχὴ δηχθεῖσα κακοῖσιν;    110
Μη. αἰαῖ,
ἔπαθον τλάμων ἔπαθον μεγάλων
ἄξι’ ὀδυρμῶν· ὦ κατάρατοι
παῖδες ὄλοισθε στυγερᾶς ματρὸς
σὺν πατρί, καὶ πᾶς δόμος ἔῤῥοι.
Τρ. ἰώ μοί μοι, ἰὼ τλήμων.    115
τί δέ σοι παῖδες πατρὸς ἀμπλακίας
μετέχουσι; τί τούσδ’ ἔχθεις; οἴμοι,
τέκνα, μή τι πάθηθ’ ὡς ὑπεραλγῶ.
δεινὰ τυράννων λήματα καί πως
ὀλίγ’ ἀρχόμενοι, πολλὰ κρατοῦντες 120
χαλεπῶς ὀργὰς μεταβάλλουσιν.
τὸ γὰρ εἰθίσθαι ζῆν ἐπ’ ἴσοισιν
κρεῖσσον· ἐμοὶ γοῦν ἐν μὴ μεγάλοις
ὀχυρῶς γ’ εἴη καταγηράσκειν.
τῶν γὰρ μετρίων πρῶτα μὲν εἰπεῖν    125
τοὔνομα νικᾷ, χρῆσθαί τε μακρῷ
λῷστα βροτοῖσιν· τὰ δ’ ὑπερβάλλοντ’
οὐδένα καιρὸν δύναται θνητοῖς·
μείζους δ’ ἄτας, ὅταν ὀργισθῇ
δαίμων οἴκοις, ἀπέδωκεν.    130

ΧΟΡΟΣ
ἔκλυον φωνάν, ἔκλυον δὲ βοὰν
τᾶς δυστάνου Κολχίδος, οὐδέ πω
ἤπιος· ἀλλ’ ὦ γηραιά,
λέξον· ἐπ’ ἀμφιπύλου γὰρ ἔσω μελάθρου βοὰν
ἔκλυον· οὐδὲ συνήδομαι, ὦ γύναι, ἄλγεσιν
δώματος· ἐπεί μοι φίλον κέκρανται.
Τρ. οὐκ εἰσὶ δόμοι· φροῦδα τάδ’ ἤδη.
τὸν μὲν γὰρ ἔχει λέκτρα τυράννων,    140
ἃ δ’ ἐν θαλάμοις τάκει βιοτὰν
δέσποινα, φίλων οὐδενὸς οὐδὲν
παραθαλπομένα φρένα μύθοις.

Μη. αἰαῖ· ὦ Ζεῦ καὶ Γᾶ καὶ Φῶς·
διά μου κεφαλᾶς φλὸξ οὐρανία    145
βαίη· τί δέ μοι ζῆν ἔτι κέρδος;
φεῦ φεῦ· θανάτῳ καταλυσαίμαν
βιοτὰν στυγερὰν προλιποῦσα.

Χο.
 ἄιες· ὦ Ζεῦ καὶ γᾶ καὶ φῶς· [στρ.
ἀχὰν οἵαν ἁ δύστανος    150
μέλπει νύμφα;
— τίς σοί ποτε τᾶς ἀπλάτου
κοίτας ἔρος, ὦ ματαία;
σπεύσει θανάτου τελευτά·
μηδὲν τόδε λίσσου.
— εἰ δὲ σὸς πόσις
καινὰ λέχη σεβίζει,
κείνῳ τόδε· μὴ χαράσσου·
— Ζεύς σοι τάδε συνδικήσει. μὴ λίαν
τάκου δυρομένα σὸν εὐνάταν.
Μη. ὦ μεγάλα Θέμι καὶ πότνι’ Ἄρτεμι    160
λεύσσεθ’ ἃ πάσχω, μεγάλοις ὅρκοις
ἐνδησαμένα τὸν κατάρατον
πόσιν; ὅν ποτ’ ἐγὼ νύμφαν τ’ ἐσίδοιμ’
αὐτοῖς μελάθροις διακναιομένους,
οἷ’ ἐμὲ πρόσθεν τολμῶσ’ ἀδικεῖν.    165
ὦ πάτερ, ὦ πόλις, ὧν ἀπενάσθην
αἰσχρῶς τὸν ἐμὸν κτείνασα κάσιν.
Τρ. κλύεθ’ οἷα λέγει κἀπιβοᾶται
Θέμιν εὐκταίαν Ζῆνά θ’, ὃς ὅρκων
θνητοῖς ταμίας νενόμισται;    170
οὐκ ἔστιν ὅπως ἔν τινι μικρῷ
δέσποινα χόλον καταπαύσει.

Χο.
 πῶς ἂν ἐς ὄψιν τὰν ἁμετέραν [ἀντ.
ἔλθοι μύθων τ’ αὐδαθέντων
δέξαιτ’ ὀμφάν;    175
— εἴ πως βαρύθυμον ὀργὰν
καὶ λῆμα φρενῶν μεθείη,
μήτοι τό γ’ ἐμὸν πρόθυμον
φίλοισιν ἀπέστω.
— ἀλλὰ βᾶσά νιν    180
δεῦρο πόρευσον οἴκων
ἔξω· φίλα καὶ τάδ’ αὔδα.
— σπεῦσον πρίν τι κακῶσαι τοὺς εἴσω·
πένθος γὰρ μεγάλως τόδ’ ὁρμᾶται.
Τρ. δράσω τάδ’· ἀτὰρ φόβος εἰ πείσω
δέσποιναν ἐμήν·
μόχθου δὲ χάριν τήνδ’ ἐπιδώσω.
καίτοι τοκάδος δέργμα λεαίνης
ἀποταυροῦται δμωσίν, ὅταν τις
μῦθον προφέρων πέλας ὁρμηθῇ.
σκαιοὺς δὲ λέγων κοὐδέν τι σοφοὺς    190
τοὺς πρόσθε βροτοὺς οὐκ ἂν ἁμάρτοις,
οἵτινες ὕμνους ἐπὶ μὲν θαλίαις
ἐπί τ’ εἰλαπίναις καὶ παρὰ δείπνοις
ηὕροντο βίου τερπνὰς ἀκοάς·
στυγίους δὲ βροτῶν οὐδεὶς λύπας    195
ηὕρετο μούσῃ καὶ πολυχόρδοις
ᾠδαῖς παύειν, ἐξ ὧν θάνατοι
δειναί τε τύχαι σφάλλουσι δόμους.
καίτοι τάδε μὲν κέρδος ἀκεῖσθαι
μολπαῖσι βροτούς· ἵνα δ’ εὔδειπνοι    200
δαῖτες, τί μάτην τείνουσι βοήν;
τὸ παρὸν γὰρ ἔχει τέρψιν ἀφ’ αὑτοῦ
δαιτὸς πλήρωμα βροτοῖσιν.

Χο. ἰαχὰν ἄιον πολύστονον γόων,
λιγυρὰ δ’ ἄχεα μογερὰ βοᾷ    205
τὸν ἐν λέχει προδόταν κακόνυμφον·
θεοκλυτεῖ δ’ ἄδικα παθοῦσα
τὰν Ζηνὸς ὁρκίαν Θέμιν,
ἅ νιν ἔβασεν
Ἑλλάδ’ ἐς ἀντίπορον    210
δι’ ἅλα νύχιον ἐφ’ ἁλμυρὰν
πόντου κλῇδ’ ἀπέραντον.

ΜΗΔΕΙΑ
Κορίνθιαι γυναῖκες, ἐξῆλθον δόμων,
μή μοί τι μέμφησθ’· οἶδα γὰρ πολλοὺς βροτῶν
σεμνοὺς γεγῶτας, τοὺς μὲν ὀμμάτων ἄπο,
τοὺς δ’ ἐν θυραίοις· οἱ δ’ ἀφ’ ἡσύχου ποδὸς
δύσκλειαν ἐκτήσαντο καὶ ῥᾳθυμίαν.
δίκη γὰρ οὐκ ἔνεστ’ ἐν ὀφθαλμοῖς βροτῶν,
ὅστις πρὶν ἀνδρὸς σπλάγχνον ἐκμαθεῖν σαφῶς    220
στυγεῖ δεδορκώς, οὐδὲν ἠδικημένος. . . .
χρὴ δὲ ξένον μὲν κάρτα προσχωρεῖν πόλει . .
οὐδ’ ἀστὸν ᾔνεσ’ ὅστις αὐθάδης γεγὼς
πικρὸς πολίταις ἐστὶν ἀμαθίας ὕπο.
ἐμοὶ δ’ ἄελπτον πρᾶγμα προσπεσὸν τόδε    225
ψυχὴν διέφθαρκ’· οἴχομαι δὲ καὶ βίου
χάριν μεθεῖσα κατθανεῖν χρῄζω, φίλαι.
ἐν ᾧ γὰρ ἦν μοι πάντα γιγνώσκειν καλῶς,
κάκιστος ἀνδρῶν ἐκβέβηχ’ οὑμὸς πόσις.
πάντων δ’ ὅσ’ ἔστ’ ἔμψυχα καὶ γνώμην ἔχει    230
γυναῖκές ἐσμεν ἀθλιώτατον φυτόν·
ἃς πρῶτα μὲν δεῖ χρημάτων ὑπερβολῇ
πόσιν πρίασθαι, δεσπότην τε σώματος
λαβεῖν· κακοῦ γὰρ τοῦτ’ ἔτ’ ἄλγιον κακόν.
κἀν τῷδ’ ἀγὼν μέγιστος, ἢ κακὸν λαβεῖν    235
ἢ χρηστόν. οὐ γὰρ εὐκλεεῖς ἀπαλλαγαὶ
γυναιξίν, οὐδ’ οἷόν τ’ ἀνήνασθαι πόσιν.
ἐς καινὰ δ’ ἤθη καὶ νόμους ἀφιγμένην
δεῖ μάντιν εἶναι, μὴ μαθοῦσαν οἴκοθεν,
ὅτῳ μάλιστα χρήσεται ξυνευνέτῃ.    240
κἂν μὲν τάδ’ ἡμῖν ἐκπονουμέναισιν εὖ
πόσις ξυνοικῇ μὴ βίᾳ φέρων ζυγόν,
ζηλωτὸς αἰών· εἰ δὲ μή, θανεῖν χρεών.
ἀνὴρ δ’, ὅταν τοῖς ἔνδον ἄχθηται ξυνών,
ἔξω μολὼν ἔπαυσε καρδίαν ἄσης·    245
[ἢ πρὸς φίλον τιν’ ἢ πρὸς ἥλικα τραπείς·]
ἡμῖν δ’ ἀνάγκη πρὸς μίαν ψυχὴν βλέπειν.
λέγουσι δ’ ἡμᾶς ὡς ἀκίνδυνον βίον
ζῶμεν κατ’ οἴκους, οἳ δὲ μάρνανται δορί·
κακῶς φρονοῦντες· ὡς τρὶς ἂν παρ’ ἀσπίδα    250
στῆναι θέλοιμ’ ἂν μᾶλλον ἢ τεκεῖν ἅπαξ.
ἀλλ’ οὐ γὰρ αὑτὸς πρὸς σὲ κἄμ’ ἥκει λόγος·
σοὶ μὲν πόλις θ’ ἥδ’ ἐστὶ καὶ πατρὸς δόμοι
βίου τ’ ὄνησις καὶ φίλων συνουσία,
ἐγὼ δ’ ἔρημος ἄπολις οὖσ’ ὑβρίζομαι    255
πρὸς ἀνδρός, ἐκ γῆς βαρβάρου λελῃσμένη,
οὐ μητέρ’, οὐκ ἀδελφόν, οὐχὶ συγγενῆ
μεθορμίσασθαι τῆσδ’ ἔχουσα συμφορᾶς.
τοσοῦτον οὖν σου τυγχάνειν βουλήσομαι,
ἤν μοι πόρος τις μηχανή τ’ ἐξευρεθῇ    260
πόσιν δίκην τῶνδ’ ἀντιτείσασθαι κακῶν,
[τὸν δόντα τ’ αὐτῷ θυγατέρ’ ἥ τ’ ἐγήματο]
σιγᾶν. γυνὴ γὰρ τἄλλα μὲν φόβου πλέα
κακή τ’ ἐς ἀλκὴν καὶ σίδηρον εἰσορᾶν·
ὅταν δ’ ἐς εὐνὴν ἠδικημένη κυρῇ,    265
οὐκ ἔστιν ἄλλη φρὴν μιαιφονωτέρα.
Χο. δράσω τάδ’· ἐνδίκως γὰρ ἐκτείσῃ πόσιν,
Μήδεια. πενθεῖν δ’ οὔ σε θαυμάζω τύχας.
ὁρῶ δὲ καὶ Κρέοντα, τῆσδ’ ἄνακτα γῆς,
στείχοντα, καινῶν ἄγγελον βουλευμάτων.    270

ΚΡΕΩΝ
σὲ τὴν σκυθρωπὸν καὶ πόσει θυμουμένην,
Μήδειαν, εἶπον τῆσδε γῆς ἔξω περᾶν
φυγάδα, λαβοῦσαν δισσὰ σὺν σαυτῇ τέκνα·
καὶ μή τι μέλλειν· ὡς ἐγὼ βραβεὺς λόγου
τοῦδ’ εἰμί, κοὐκ ἄπειμι πρὸς δόμους πάλιν,    275
πρὶν ἄν σε γαίας τερμόνων ἔξω βάλω.
Μη. αἰαῖ· πανώλης ἡ τάλαιν’ ἀπόλλυμαι.
ἐχθροὶ γὰρ ἐξιᾶσι πάντα δὴ κάλων,
κοὐκ ἔστιν ἄτης εὐπρόσοιστος ἔκβασις.
ἐρήσομαι δὲ καὶ κακῶς πάσχουσ’ ὅμως·    280
τίνος μ’ ἕκατι γῆς ἀποστέλλεις, Κρέον;
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου