I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Λουκιανός Λούκιος ἢ Ὄνος -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας 

Λουκιανός 

Λούκιος ἢ Ὄνος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης





χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας 


Λουκιανός 

Λούκιος ἢ Ὄνος


Κάποτε πήγαινα στη Θεσσαλια και είχα κάποια 

κληρονομική πατρική υπόθεση εκεί με έναν ντόπιο άνθρωπο,ένα άλογο μετεφερε εμενα  και τις  αποσκευές,και ενας υπηρέτης ακολουθούσε,

προχωρούσα λοιπόν στο δρόμο που ήταν μπροστά μου και τυχαία συνάντησα κι άλλους που πήγαιναν στην Υπάτη πόλη τής Θεσσαλίας,από κει όντας,και ψωμί κι αλάτι μοιραζομασταν

κι έτσι εκείνο τον κουραστικό δρόμο αφου διανυσαμε όταν κοντά πια στην πόλη ημασταν ρώτησα τούς Θεσσαλούς αν γνωρίζουν έναν αντρα που κατοικεί στην Υπάτη με τ'ονομα Ιππαρχος,σ'αυτον έφερνα επιστολές απ'την πατρίδα μου,ώστε να μείνω σ'αυτον,

αυτοί λοιπον έλεγαν ότι τουτον τον Ίππαρχο τον ήξεραν και σε ποιο μέρος τής πόλης κατοικεί και ότι χρήμα αρκετό εχει,και ότι μια υπηρέτρια συντηρεί και την σύζυγό του μοναχα,

γιατί υπέρβολικα παρά πολύ φιλάργυρος είναι,

κι όταν είχαμε φτάσει στη πόλη,κάποιος κήπος ήταν και μέσα ένα καπως υποφερτό σπιτακι,όπου εκεί ο Ιππαρχος κατοικούσε,εκείνοι λοιπόν αφού με χαιρέτησαν εφυγαν,κι πλησιαζοντας χτυπώ τη πορτα,και μόλις και με καθυστέρηση με άκουσε λοιπον μια γυναικα και ύστερα βγήκε,κι εγώ τη ρώτησα αν μέσα είναι ο Ιππαρχος,

-μέσα,είπε,κι εσύ ποιος είσαι και τι θέλεις και ρωτάς;

-γράμματα ήρθα φερνοντας σ'αυτον από τον Δεκριανο τον πατρινό σοφιστη

.

.

εμείς αφού μπανιαριστηκαμε  βγήκαμε,ο Ιππαρχος πολύ φιλικά μάς προσκάλεσε να κάτσουμε στο τραπέζι του,το δείπνο δεν ήταν καθόλου φτωχό και το κρασί γλυκό και παλιό,κι αφού φάγαμε ακολούθησε πιοτό και συζήτηση όπως συνειθιζεται σε δείπνα φιλοξενίας,κι έτσι περνώντας τη βραδιά πίνοντας κοιμηθήκαμε,

Την επόμενη μέρα ο Ιππαρχος με ρώτησε ποιο τώρα δρόμο θα πάρω και αν θα μείνω μαζί του όλες τις μέρες. 

-Φεύγω,τού είπα,για τη Λάρισσα,αλλά μού φαίνεται πως θα μείνω εκεί τρεις -πέντε μέρες.

Αυτό όμως ήταν πρόφαση, γιατί ήθελα πολύ,αν εκεί εμενα,να βρω κάποια γυναίκα να ξέρει μάγια,και να δω κάνα παράξενο,όπως άνθρωπο να πετά,η' πέτρα να γίνεται,

και μ'αυτο τον ποθο να δω

τριγύριζα στη πόλη,μην ξέροντας από πού το ψάξιμο ν'αρχίσω,

κι ενώ έτσι βόλτες έκανα να και βλέπω μια γυναίκα νέα ακόμη να περνά,καλοστεκουμενη,

όσο μπορούσα εκει στο δρόμο να καταλάβω,φορούσε λουλουδενια ρούχα και είχε πολλούς συνοδούς και χρυσά στολίδια πολλα,

όταν λοιπόν την πλησίασα η γυναίκα με χαιρετά,εγω 

ανταποδίδω παρομοιως και μου λέει.

-Εγω η Αβροία είμαι,αν από κάποια φιλενάδα τής μάνας σου μ'εχεις ακουστα,και σένα που εκείνη γέννησε σ'αγαπώ σαν η ίδια εγώ να σε γέννησα,γιατί λοιπόν δεν έρχεσαι να μεινεις στο σπίτι μου,αγόρι μου;

Ω σας ευχαριστω,είπα,σας  είμαι υπόχρεος,και καθόλου δεν θα ντραπω ένα γνωστο μου να ρίξω και να φύγω απ'το σπίτι του,αλλά,Κυρία μου,όπως καλά το βλέπω μαζί σου

θα'ρθω να μείνω,

-τώρα πού μένεις;είπε.

-Στον Ίππαρχο;

-Στον φιλάργυρο,ειπε,

-Ω καθόλου μην το λες αυτό,μάνα μου,γιατί και εξαιρετικός και πολύ ανοιχτοχερης σε μένα ήταν,που κάποιος θα τον κατηγορήσει για τρυφηλη ζωη,

κι εκείνη χαμογελώντας απ'το χερι πιάνοντας μέ πάει παραπέρα και μού λέει.

-Φυλαξου,είπε,απ'τη γυναίκα τού Ιππάρχου με κάθε τρόπο,γιατί τρανή μάγισσα είναι κι όλους τούς νεαρούς τούς βάζει στο μάτι,κι αν κάποιος δεν υπακούσει σ'αυτη,αυτόν με την τέχνη της τον τιμωρεί,και πολλούς μεταμόρφωσε σε ζώα,άλλους ολοκληρωτικά τούς κατέστρεψε,κι εσένα όπως νέος είσαι,αγόρι μου,κι όμορφος,και στις γυναίκες αρέσεις,και μάλιστα ξένος,εύκολο πράγμα είναι να σ'εκμεταλλευτεί.


1 Ἀπήιειν ποτὲ ἐς Θετταλίαν· ἦν δέ μοι πατρικόν τι συμβόλαιον ἐκεῖ πρὸς ἄνθρωπον ἐπιχώριον· ἵππος δέ με κατῆγε καὶ τὰ σκεύη καὶ θεράπων ἠκολούθει εἷς. ἐπορευόμην οὖν τὴν προκειμένην ὁδόν· καί πως ἔτυχον καὶ ἄλλοι ἀπιόντες ἐς Ὕπατα πόλιν τῆς Θετταλίας, ἐκεῖθεν ὄντες· καὶ ἁλῶν ἐκοινωνοῦμεν,[1] καὶ οὕτως ἐκείνην τὴν ἀργαλέαν ὁδὸν ἀνύσαντες πλησίον ἤδη τῆς πόλεως ἦμεν, κἀγὼ ἠρόμην τοὺς Θετταλοὺς εἴπερ ἐπίστανται ἄνδρα οἰκοῦντα ἐς τὰ Ὕπατα, Ἵππαρχον τοὔνομα. γράμματα δὲ αὐτῶι ἐκόμιζον οἴκοθεν, ὥστε οἰκῆσαι παρ᾽ αὐτῶι. οἱ δὲ εἰδέναι τὸν Ἵππαρχον τοῦτον ἔλεγον καὶ ὅπηι τῆς πόλεως οἰκεῖ καὶ ὅτι ἀργύριον ἱκανὸν ἔχει καὶ ὅτι μίαν θεράπαιναν τρέφει καὶ τὴν αὑτοῦ γαμετὴν μόνας· ἔστι γὰρ φιλαργυρώτατος δεινῶς. ἐπεὶ δὲ πλησίον τῆς πόλεως ἐγεγόνειμεν, κῆπός τις ἦν καὶ ἔνδον οἰκίδιον ἀνεκτόν, ἔνθα ὁ Ἵππαρχος ὤικει.

2 Οἱ μὲν οὖν ἀσπασάμενοί με ὤιχοντο, ἐγὼ δὲ κόπτω προσελθὼν τὴν θύραν, καὶ μόλις μὲν καὶ βραδέως, ὑπήκουσε δ᾽ οὖν γυνή, εἶτα καὶ προῆλθεν. ἐγὼ μὲν ἠρόμην εἰ ἔνδον εἴη· Ἵππαρχος· Ἔνδον, ἔφη· σὺ δὲ τίς ἢ τί βουλόμενος πυνθάνηι;

Γράμματα ἥκω κομίζων αὐτῶι παρὰ Δεκριανοῦ

Πατρέως σοφιστού.

.

.

 ἡμεῖς δὲ λουσάμενοι ἀναστρέψαντες εἴσω εὐθὺς παρήλθομεν, καὶ ὁ Ἵππαρχός με δεξιωσάμενος ἐκέλευε συνανακλίνεσθαι μετ᾽ αὐτοῦ. τὸ δὲ δεῖπνον οὐ σφόδρα λιτόν· ὁ δὲ οἶνος ἡδὺς καὶ παλαιὸς ἦν. ἐπεὶ δὲ ἐδεδειπνήκειμεν, πότος ἦν καὶ λόγος οἷος ἐπὶ δείπνου ξένου, καὶ οὕτω τὴν ἑσπέραν ἐκείνην πότωι δόντες ἐκοιμήθημεν.

 Τῆι δ᾽ ὑστεραίαι ὁ Ἵππαρχος ἤρετό με, τίς μὲν ἔσται ἡ νῦν μοι ὁδὸς καὶ εἰ πάσαις ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ προσμενῶ. Ἄπειμι μέν, ἔφην, εἰς Λάρισσαν, ἔοικα δὲ ἐνταῦθα διατρίψειν τριῶν ἢ πέντε ἡμερῶν.

4 ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἦν σκῆψις. ἐπεθύμουν δὲ σφόδρα μείνας ἐνταῦθα ἐξευρεῖν τινα τῶν μαγεύειν ἐπισταμένων γυναικῶν καὶ θεάσασθαί τι παράδοξον, ἢ πετόμενον ἄνθρωπον ἢ λιθούμενον. 

καὶ τῶι ἔρωτι τῆς θέας ταύτης δοὺς ἐμαυτὸν περιήιειν τὴν πόλιν, ἀπορῶν μὲν τῆς ἀρχῆς τοῦ ζητήματος, ὅμως δὲ περιήιειν· 

κἀν τούτωι γυναῖκα ὁρῶ προσιοῦσαν ἔτι νέαν, εὐπορουμένην, ὅσον ἦν ἐκ τῆς ὁδοῦ συμβαλεῖν· ἱμάτια γὰρ ἀνθινὰ καὶ παῖδες συχνοὶ καὶ χρυσίον περιττόν. ὡς δὲ πλησιαίτερον γίνομαι, προσαγορεύει με ἡ γυνή, καὶ ἀμείβομαι αὐτῆι ὁμοίως,

 καὶ φησίν, Ἐγὼ Ἄβροιά εἰμι, εἴ τινα τῆς σῆς μητρὸς φίλην ἀκούεις, καὶ ὑμᾶς δὲ τοὺς ἐξ ἐκείνης γενομένους φιλῶ ὥσπερ οὓς ἔτεκον αὐτή· τί οὖν οὐχὶ παρ᾽ ἐμοὶ καταλύεις, ὦ τέκνον

Ἀλλὰ σοὶ μέν, ἔφην, πολλὴ χάρις, αἰδοῦμαι δὲ οὐδὲν ἀνδρὶ φίλωι ἐγκαλῶν ἔπειτα φεύγων τὴν ἐκείνου οἰκίαν· ἀλλὰ τῆι γνώμηι, ὦ φιλτάτη, κατάγομαι παρὰ σοί.

 Μηδαμῶς, εἶπον, ὦ μῆτερ, τοῦτο εἴπηις. λαμπρὸς γὰρ καὶ πολυτελὴς γέγονεν εἰς ἐμέ, ὥστε καὶ ἐγκαλέσαι ἄν τις τῆι τρυφῆι.

 ἡ δὲ μειδιάσασα καί με τῆς χειρὸς λαβομένη ἄγει ἀπωτέρω καὶ λέγει πρὸς ἐμέ, Φυλάττου μοι, ἔφη, τὴν Ἱππάρχου γυναῖκα πάσηι μηχανῆι· 

μάγος γάρ ἐστι δεινὴ καὶ μάχλος καὶ πᾶσι τοῖς νέοις ἐπιβάλλει τὸν ὀφθαλμόν· καὶ εἰ μή τις ὑπαχούσηι αὐτῆι, τοῦτον τῆι τέχνηι ἀμύνεται, καὶ πολλοὺς μετεμόρφωσεν εἰς ζῶια, τοὺς δὲ τέλεον ἀπώλεσε· σὺ δὲ καὶ νέος εἶ, τέκνον, καὶ καλός, ὥστε εὐθὺς ἀρέσαι γυναικί, καὶ ξένος, πρᾶγμα εὐκαταφρόνητον.

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου