I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Adam Smith An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια τού Πλούτου τών Εθνών -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Adam Smith

An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations

Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια τού Πλούτου τών Εθνών

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας


Adam Smith

An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations

Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια τού Πλούτου τών Εθνών


Όταν ο καταμερισμός τής εργασίας έχει πλέον πλήρως εδραιωθει,

δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος τών αναγκών ενός ανθρώπου το οποίο το προϊόν τής δικής του εργασίας μπορεί να καλύψει.

Καλύπτει το πολύ μεγαλύτερο μέρος από αυτές ανταλλάσσοντας εκείνο το πλεονάζον μέρος τού προϊόντος τής δικής του εργασίας,το οποίο υπερβαίνει την δική του κατανάλωση,με αντίστοιχα μέρη τού προϊόντος τής εργασίας τών άλλων ανθρώπων,όσα έχει αναγκη.

Κάθε άνθρωπος έτσι ζει μέσω τής ανταλλαγής,η' γίνεται,κατά κάποιο βαθμό,ένας έμπορος,και η κοινωνία η ίδια καταλήγει να γίνεται αυτό που ορθά ονομάζεται μία εμπορική κοινωνία.

Αλλά όταν ο καταμερισμός τής εργασίας για πρώτη φορά αρχισε να λαμβάνει χώρα,

αυτή η δύναμη τής ανταλλαγής πρέπει συχνά να ήταν πάρα πολύ παρεμποδισμενη και σε δυσχερή κατάσταση στη λειτουργία της.

Ένας άνθρωπος,ας υποθέσουμε,έχει περισσότερο από ένα ορισμένο αγαθό από όσο ο ίδιος έχει αναγκη γι'αυτό,ενώ ένας άλλος έχει λιγότερο.

Ο πρώτος,συνεπώς,θα ήταν πρόθυμος να το διαθέσει,και ο δεύτερος να αγοράσει ένα μέρος αυτού τού πλεονάσματος.

Άλλα αν αυτός ο δεύτερος τυχαίνει να μην έχει τίποτα από όσα ο πρώτος βρίσκεται σε ανάγκη,καμιά ανταλλαγή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μεταξύ τους.

Ο κρεοπώλης έχει περισσότερο κρέας στο κατάστημα του από όσο αυτός ο ίδιος μπορεί να καταναλώσει,και ο ζυθοποιός και ο αρτοποιός θα ηταν ο καθένας τους πρόθυμος να αγοράσει ένα μέρος του.

Αλλά αυτοί δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν για ανταλλαγή,εκτός από τα διαφορετικά προϊόντα τών αντίστοιχων επιχειρήσεων τους,

και ο κρεοπώλης είναι ήδη εφοδιασμένος με όλο το ψωμί και τη μπύρα που έχει άμεση ανάγκη.

Καμιά ανταλλαγή,σ'αυτη τη περίπτωση,δεν μπορεί να γίνει μεταξύ τους.

Αυτός δεν μπορεί να είναι ο έμπορος τους,ούτε αυτοί οι πελάτες του,

και έτσι είναι όλοι τους αμοιβαια λιγότερο χρήσιμοι ο ένας στον άλλον.

Προκειμένου να αποφυγει τη δυσχέρεια τέτοιων καταστάσεων,κάθε συνετός άνθρωπος σε κάθε περίοδο τής κοινωνίας,μετά την πρώτη εγκαθίδρυση τού καταμερισμου τής εργασίας,πρέπει φυσικά να έχει επιδιώξει να  διευθετήσει τις υποθέσεις του με τέτοιο τροπο,ώστε να έχει πάντοτε στη κατοχή του,εκτός από το προϊόν για τον ίδιον τής δικής του παραγωγικής δραστηριοτητας,μια ορισμένη ποσότητα καποιου αγαθού,ή άλλου,

τέτοιου που να φαντάζεται ότι λίγοι άνθρωποι θα ήταν πιθανόν να αρνηθούν για ανταλλαγή με προϊόν τής επιχείρησης τους.

Πολλά διαφορετικά αγαθά,είναι πιθανό,το ένα μετά το άλλο και να επινοήθηκαν και να χρησιμοποιήθηκαν γι'αυτό το σκοπό.

Στις πρωτόγονες εποχές τής κοινωνίας,τα βοοειδή λεγεται οτι έχουν υπάρξει το κοινό εργαλειο τού εμπορίου,

και,αν και πρέπει να ήταν ένα πάρα πολύ δύσχρηστο πρακτικα μεσο,όμως,στους παλιούς χρόνους,βρίσκουμε πράγματα που συχνά ήταν αξιολογημενα σύμφωνα με τον αριθμό τών βοοειδών που είχαν δωθεί σε ανταλλαγή γι'αυτα.

Η πανοπλία τού Διομήδη,λέει ο Όμηρος,κόστισε μόνο εννιά βόδια,ενώ εκείνη τού Γλαύκου κόστισε εκατό βόδια.

Το αλάτι λέγεται οτι είναι το κοινό μέσο τού εμπορίου και τών ανταλλαγών στην Άβυσσινια,

ενα είδος κοχυλιών σε κάποια μέρη τών Ινδικών ακτών,

αποξηραμένος μπακαλιάρος στη Νέα Γη,

καπνός στη Βιρτζίνια,

ζαχαρι σε κάποιες από τις δικές μας αποικίες τής Δυτικης Ινδίας,

τομαρια η' επεξεργασμένα δέρματα σε κάποιες άλλες χώρες,

και υπάρχει ώς τα σήμερα ενα χωριό στη Σκωτία,όπου δεν είναι ασυνήθιστο,όπως μού λένε,για ένα εργάτη να μεταφέρει καρφιά αντί για  χρήματα στο αρτοποιείο η' στο στο καπηλειο που σερβίρει μπίρα.

Σ' όλες τις χώρες,εντούτοις,οι άνθρωποι φαινεται τελικά να έχουν ωθηθει απο ακατανίκητους λόγους το προτιμησουν,γι'αυτη τη χρηση,τα μέταλλα πάνω από κάθε άλλο αγαθό.

Τα μέταλλα μπορούν όχι μόνο να διατηρηθούν με τόση λίγη απώλεια όσο  οποιοδήποτε άλλο αγαθο,

αφού ελάχιστα πράγματα είναι λιγότερο φθαρτά από αυτα,αλλά μπορούν επίσης,χωρίς καμιά απώλεια,να είναι διαιρεμένα σε οποιοδήποτε αριθμό μερών,καθώς με την τήξη αυτών τών μερών μπορεί εύκολα να επανενωθούν ξανά,μια ιδιότητα που κανένα άλλο εξίσου ανθεκτικό αγαθό δεν κατέχει,και η οποία,περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα,τα καθιστά κατάλληλα να είναι τα μέσα τού εμπορίου και τής κυκλοφοριας τών αγαθών.

Ο άνθρωπος που θα ήθελε να αγοράσει αλάτι,για παράδειγμα,και τίποτα άλλο δεν είχε παρά βοοειδη να δώσει σε ανταλλαγή γι'αυτο,θα πρέπει να ήταν υποχρεωμένος γνα αγοράσει αλάτι στην αξία ενός ολόκληρου βοδιού,η' ενός ολόκληρου προβάτου,κάθε φορα.

Αυτός μπορούσε σπάνια να αγοράσει λιγότερο από αυτό,γιατί ότι θα έδινε γι'αυτό σπάνια μπορούσε να είναι διαιρεμένο χωρίς απωλεια,κι αν σκέφτονταν να αγοράσει περισσότερο,επρεπε,για τους ίδιους λόγους,να είναι υποχρεωμένος να αγοράσει διπλη η' τριπλή ποσότητα,την αξία, συγκεκριμένα,δύο η' τριών βοδιών,η' δύο η' τριών προβάτων.

Αν,αντίθετα,αντί για πρόβατα η' βόδια,είχε μέταλλα να δώσει σε ανταλλαγή γι'αυτο,μπορούσε εύκολα αναλογία να προσαρμόσει τη ποσότητα τού μετάλλου στην ακριβή ποσότητα τού αγαθού για το οποίο είχε την άμεση ανάγκη.


CHAPTER IV.

OF THE ORIGIN AND USE OF MONEY.

When the division of labour has been once thoroughly established, it is but a very small part of a man’s wants which the produce of his own labour can supply. He supplies the far greater part of them by exchanging that surplus part of the produce of his own labour, which is over and above his own consumption, for such parts of the produce of other men’s labour as he has occasion for. Every man thus lives by exchanging, or becomes, in some measure, a merchant, and the society itself grows to be what is properly a commercial society.


But when the division of labour first began to take place, this power of exchanging must frequently have been very much clogged and embarrassed in its operations. One man, we shall suppose, has more of a certain commodity than he himself has occasion for, while another has less. The former, consequently, would be glad to dispose of; and the latter to purchase, a part of this superfluity. But if this latter should chance to have nothing that the former stands in need of, no exchange can be made between them. The butcher has more meat in his shop than he himself can consume, and the brewer and the baker would each of them be willing to purchase a part of it. But they have nothing to offer in exchange, except the different productions of their respective trades, and the butcher is already provided with all the bread and beer which he has immediate occasion for. No exchange can, in this case, be made between them. He cannot be their merchant, nor they his customers; and they are all of them thus mutually less serviceable to one another. In order to avoid the inconveniency of such situations, every prudent man in every period of society, after the first establishment of the division of labour, must naturally have endeavoured to manage his affairs in such a manner, as to have at all times by him, besides the peculiar produce of his own industry, a certain quantity of some one commodity or other, such as he imagined few people would be likely to refuse in exchange for the produce of their industry. Many different commodities, it is probable, were successively both thought of and employed for this purpose. In the rude ages of society, cattle are said to have been the common instrument of commerce; and, though they must have been a most inconvenient one, yet, in old times, we find things were frequently valued according to the number of cattle which had been given in exchange for them. The armour of Diomede, says Homer, cost only nine oxen; but that of Glaucus cost a hundred oxen. Salt is said to be the common instrument of commerce and exchanges in Abyssinia; a species of shells in some parts of the coast of India; dried cod at Newfoundland; tobacco in Virginia; sugar in some of our West India colonies; hides or dressed leather in some other countries; and there is at this day a village in Scotland, where it is not uncommon, I am told, for a workman to carry nails instead of money to the baker’s shop or the ale-house.


In all countries, however, men seem at last to have been determined by irresistible reasons to give the preference, for this employment, to metals above every other commodity. Metals can not only be kept with as little loss as any other commodity, scarce any thing being less perishable than they are, but they can likewise, without any loss, be divided into any number of parts, as by fusion those parts can easily be re-united again; a quality which no other equally durable commodities possess, and which, more than any other quality, renders them fit to be the instruments of commerce and circulation. The man who wanted to buy salt, for example, and had nothing but cattle to give in exchange for it, must have been obliged to buy salt to the value of a whole ox, or a whole sheep, at a time. He could seldom buy less than this, because what he was to give for it could seldom be divided without loss; and if he had a mind to buy more, he must, for the same reasons, have been obliged to buy double or triple the quantity, the value, to wit, of two or three oxen, or of two or three sheep. If, on the contrary, instead of sheep or oxen, he had metals to give in exchange for it, he could easily proportion the quantity of the metal to the precise quantity of the commodity which he had immediate occasion for.

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου