Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ο -Poetry Ποιηση -χ,ν,κουβέλης c.n.couvelis

 .

.

Ο -Poetry Ποιηση

-χ,ν,κουβέλης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης  c.n.couvelis

Αρμονία Αντισυμμετρίας Αντινομίας λόγοι


η λέξη γεννιέται διχασμένη στο ρήγμα 

τών ακροαιφνων  εξαιρεσεων

σπειροειδώς σε άναρχη τάξη

εξελκωμενων σωματων

όπου εκτρέφεται το άμωμον και το αμόλυντον

τής αδηφάγου έλλειψης

και η αιωνιοτητα η πιο εκλεπτυσμένη μορφή φθοράς.

ιδιοκαταληκτη εκκωφαντική 

πλεισμονή τού ελλείποντος

περίσσεια τού κενού

λευκή αδρανής πανταχού παρούσα βαρβαροτητα

αείμαχου χρόνου διαπρακτου 

διατέμνωντα  φωνήεντα αντιλογιων,

ως εκ τών αδιαιρέτων το Εν 

ως εκ τών διαιρετών η ονείρωξη τού πραγματικού,

αεί ορατη

συμμετρία αντιφρονούντων στο χείλος 

τής αειρροου ρηξης

ως πειθαρχημένη εκρυθμη απόκλιση

.

.

.


Ο θάνατος τού Άδωνη

(σαρκοφάγος,2ος αι. μ.Χ. 

Mantua,Ducal Palace)


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταγράφοντας

Βιωνος Σμυρναίου(120 πΧ-57πΧ):

Επιτάφιος Αδώνιδος

Ο Επιτάφιος τού Αδωνη


ο όμορφος χαθηκε Αδωνης,

ποτέ πια μην κοιμηθείς Κυπριδα 

στα πορφυρα σεντόνια σου 

τα μαύρα βάλε ρούχα

και δυνατα τα στήθια χτυπα

θρηνωντας:

ο όμορφος χαθηκε Άδωνης 


θρηνω τον Άδωνη


στα όρη δαγκωμενος βρίσκεται ο όμορφος Αδωνης 

στο μηρό

στον άσπρο του από δόντι ασπρο τρυπημένος

και μόνη τη Κυπριδα  αφήνει ξεψυχωντας

απ'την χιονατη σαρκα

το αίμα μαύρο στάζει

τα μάτια κάτω απ'τα φρύδια σβήνουν

και το ροδινο χάνεται απ'τα χείλη χρωμα


θρηνω τον Άδωνη


κακιά στο μηρό πληγή ο Άδωνης έχει κακιά,

μα μέσ'στη καρδιά τής Κυθέρεια

πιο βαριά η πληγή

και απ'τον νιο άντρα γυρω

τα πιστα σκυλιά του κλαινε


και η Αφροδίτη με τα μαλλιά λυμένα 

τρελη μέσ'στα δάση περιπλανιεται

ξυπόλητη αχτενιστη θλιμένη 

και τ'αγκαθωτα βάτα καθως περνα

την σχιζουν

και με θεϊκό της ποτιζονται αιμα,


και δυνατα σκουζοντας θρηνοντας

δώθε κειθε στα βαθιά τρεχει φαράγγια

τον Ασσύριο τον άντρα της φωνάζει,

τον νιο καλει


στον αφαλό του γύρω

το μαύρο αναβλυζε αιμα

κι έβαφε απ'τους μηρούς κόκκινα τα στήθια 

κι αυτοί τού Άδωνη οι μαστοί,

χιονάτοι πριν,κόκκινοι γινονταν


ωιμε στη Κυθερεια


τον όμορφο έχασε άντρα

και μαζί του την θεϊκή έχασε ομορφιά της,

όσο ο Άδωνης ζούσε ομορφη

η Κυπριδα ήταν,

όμως μαζί με τον Άδωνη

η ομορφιά της πέθανε


ωιμε στη Κυπριδα,

λένε όλα τα όρη τα βουνά 

και ωιμε στον Άδωνη τα δεντρα

κι οι ποταμοί για το πενθος τής Αφροδίτης 

κλαίνε,

κι οι πηγές στα όρη για τον Άδωνη δακρυζουν,

απ'τον πόνο τ'ανθη  κοκκινιζουν

και σ'ολα τα πλάγια σ'ολα τα λαγκάδια

η Κυθέρεια μοιργιολογαει


ωιμε στη Κυθερεια

ο όμορφος χαθηκε Αδωνης


ὤλετο καλὸς Ἄδωνις

μηκέτι πορφυρέοις ἐνὶ φάρεσι Κύπρι κάθευδε·

ἔγρεο, δειλαία, κυανόστολα καὶ πλατάγησον

5στήθεα καὶ λέγε πᾶσιν, ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις


αἰάζω τὸν Ἄδωνιν


κεῖται καλὸς Ἄδωνις ἐν ὤρεσι μηρὸν ὀδόντι,

λευκῷ λευκὸν ὀδόντι τυπείς, καὶ Κύπριν ἀνιῇ

λεπτὸν ἀποψύχων· τὸ δέ οἱ μέλαν εἴβεται αἷμα

10χιονέας κατὰ σαρκός, ὑπ᾽ ὀφρύσι δ᾽ ὄμματα ναρκῇ,

καὶ τὸ ῥόδον φεύγει τῶ χείλεος·


15αἰάζω τὸν Ἄδωνιν· 


ἄγριον ἄγριον ἕλκος ἔχει κατὰ μηρὸν Ἄδωνις,

μεῖζον δ᾽ ἁ Κυθέρεια φέρει ποτικάρδιον ἕλκος.

τῆνον μὲν περὶ παῖδα φίλοι κύνες ὠρύονται


ἁ δ᾽ Ἀφροδίτα

20λυσαμένα πλοκαμῖδας ἀνὰ δρυμὼς ἀλάληται

πενθαλέα νήπλεκτος ἀσάνδαλος, αἱ δὲ βάτοι νιν

ἐρχομέναν κείροντι καὶ ἱερὸν αἷμα δρέπονται·


ὀξὺ δὲ κωκύοισα δι᾽ ἄγκεα μακρὰ φορεῖται

Ἀσσύριον βοόωσα πόσιν, καὶ παῖδα καλεῦσα.


25ἀμφὶ δέ νιν μέλαν αἷμα παρ᾽ ὀμφαλὸν ᾀωρεῖτο,

στήθεα δ᾽ ἐκ μηρῶν φοινίσσετο, τοὶ δ᾽ ὑπὸ μαζοὶ

χιόνεοι τὸ πάροιθεν Ἀδώνιδι πορφύροντο.


«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν», 


ὤλεσε τὸν καλὸν ἄνδρα, σὺν ὤλεσεν ἱερὸν εἶδος.

30Κύπριδι μὲν καλὸν εἶδος ὅτε ζώεσκεν Ἄδωνις,

κάτθανε δ᾽ ἁ μορφὰ σὺν Ἀδώνιδι. 


«τὰν Κύπριν αἰαῖ».

ὤρεα πάντα λέγοντι, καὶ αἱ δρύες «αἴ τὸν Ἄδωνιν»·

καὶ ποταμοὶ κλαίοντι τὰ πένθεα τᾶς Ἀφροδίτας,

καὶ παγαὶ τὸν Ἄδωνιν ἐν ὤρεσι δακρύοντι,

35ἄνθεα δ᾽ ἐξ ὀδύνας ἐρυθαίνεται, 

ἁ δὲ Κυθήρα

πάντας ἀνὰ κναμώς, ἀνὰ πᾶν νάπος οἰκτρὸν ἀείδει,


«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν· ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις»·

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ηλεκτρα


στέκομαι ακίνητη στο ημιφως,έρημος γύρω μου,

νιώθω ξερό δέντρο,

ακούω κάποιον να ψιθυρίζει,αδιάκοπα,γιατί δεν σταματά;

ο πατέρας στο λουτρό πνιγμένος,βατράχια κολυμπούν στα νερά,

φύκια

φυτρώνουν στους βολβούς τών ματιών του,

στο διαδρομο ένα παιδί,κουλουριασμένο όπως βρέφος στη μήτρα,

αγέννητο,

η σκιά τής μητέρας,με μάσκα θεάτρου,αγγίζω με τα χείλη τη θηλή 

τού στήθους της,

με σπρώχνει,δεν κλαίω,

-μανα,φωνάζω,θα σε σκοτώσω,

ακούω να γελάει δυνατά,

-δεν μπορεις να το κάνεις,λέει,είσαι δειλη,

άναψαν τον προβολέα,το δυνατόν φως με τύφλωσε,πρέπει να'ταν τρεις,

-δεν τελειωσε η ανάκριση,άκουσα έναν να λέει,

-γδυσ'την,φώναξε ένας άλλος,

χέρια μού άνοιξαν τα πόδια,ήταν μεθυσμένοι βρωμουσαν, τούς κλώτσησα,

 δόντια μου στο λαιμό τους,τα νύχια μου στη πλατη τους,ματαια,

όταν τελείωσαν έφυγαν,

ποτέ δεν θα φύγει το σκοταδι 


η φωνή της έσπασε σε κομμάτια,θραύσματα,

σαν να την κυνηγούσε κάτι που μόνο εκείνη έβλεπε,

το δείπνο θυμόνταν,όχι δεν ηταν μύθος.Το τραπέζι,τα πιάτα γεμάτα 

με τις μαγειρεμένες σάρκες τών παιδιών,κι εκείνη ήξερε. 

Την εξανάγκασαν να φάει,μια γλυκειά και φρικτή οσμή.

Τα χέρια της ήταν λερωμένα,εκείνη είχε προσφέρει το δείπνο,

όχι οι Ατρείδες,

εκείνη.

 -Εγώ το έκανα,εγώ είμαι η ένοχη τού Θυεστειου δείπνου,είπε.

Κι ύστερα στο λουτρό,βλέπει ξανά και ξανά το νερό,τον ατμό,

τον πατέρα της  ανυποψίαστο.

Εκείνη μπήκε μέσα στη σκηνή,τα χέρια της κρατούσαν το δίχτυ,

το τύλιγε γύρω του,

το σώμα του αντιστέκονταν,πάλευε,σαν το ψάρι σπαρταρουσε,

κι εκείνη δεν ένιωθε τρόμο,αλλά μια παράξενη σκοτεινή βεβαιότητα τού φόνου. 

-Μητέρα ήμουν εγώ που σε σκότωσα,έλεγε.

Κι αλλάζοντας μάσκα βγήκε στη σκηνή,το αμφιθέατρο άδειο από θεατές,

το φεγγάρι πανσέληνο ανέτειλε,ένα ψηλό λεπτό κυπαρίσσι έσφαζε 

τον ουρανό,

μια κραυγή πουλιού εκτινάχτηκε.

Δεν ήξερε ποια ήταν.Η κόρη που θρηνούσε ή η γυναίκα που σκότωσε.

Και το αίμα στα δάκτυλα της ζεστό..

Κάποτε γελούσε,μιλούσε για κείνον,τον Αίγισθο,πως βρέθηκε 

στο κρεβάτι του, 

πως άκουγε την ανάσα του,πως δεν ένιωθε βάρος αμαρτίας,

δεν ήταν η εκδίκηση,ουτε η έλξη τής εξουσίας,

ήταν κάτι αλλο,ο πόθος τής γυναίκας για τον άντρα.

Και τότε μέσα στο ημίφως η σκηνή,το μαχαίρι στο χέρι της,

η πράξη βουβή,χωρίς κραυγή,η πληρωμή ενός κρίματος,

-Ολα εγώ τα έκανα,έλεγε,μην ψάξτε αλλού.

Εγώ η κόρη. Εγώ η μητέρα. Εγώ ο φονιάς. 

Η ανάσα της καυτή,τα μάτια της γυάλιζαν σκοτεινά.

Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Όλα συνέβαιναν ξανά και ξανά.

Η ίδια πάντα ήταν εκεί παρούσα,αμετακίνητη.

.

.

.




My own empire of Heteronyma Paintings

-ο νεκρός Εκτορας-


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τρεις Επιτάφιοι

Άδωνις Έκτορας Αστυανακτας


στα λαγκάδια που κυνηγούσε ο Άδωνις τα δόντια ενός αγριόχοιρου

τρύπησαν τις σάρκες στο πόδι,το αίμα χύθηκε στη γη σαν σπόρος,και

κόκκινες παπαρούνες φύτρωσαν τον Μάη καιρο,

στη μεγάλη της θλίψη και λύπη η Κύπριδα σε μικρά πήλινα δοχεία γεμάτα χώμα φυτεψε σπόρους,που φύτρωσαν γρήγορα,αλλά και γρήγορα μαραθηκαν,

οι κήποι τού Άδωνη,ο κύκλος της φθοράς και τής αναστασης,

τής Τροίας ήτανε στύλος ο Έκτορας,της πόλης τής γυναίκας τού παιδιού του,

πόσο φοβερός φαίνονταν με την αρματωσιά τού πολέμου στον μικρό

Αστυανακτα του,και πόσο το βρέφος τρόμαξε όταν το σήκωσε το πήρε

στην αγκαλιά του και η περικεφαλαία γυαλισε ελαμψε και η χαίτη σείστηκε,

εκείνος τοτε γέλασε αγκαλιάζοντας το,

ύστερα γυρίζοντας η μοίρα ο Αχιλλέας νεκρό σκοτωμένο στ'αρμα και 

στ'αλογα του έδεσε και γύρω έφερνε στα τείχη τής Τροίας πάνω 

στις πέτρες στα χώματα στη σκόνη,

και ο μικρός Ασυανακτας δεν πρόλαβε δεν γνώρισε το μέλλον,σταμάτησε 

η ολιγοήμερη ζωή του όταν οι Αχαιοί στη πτώση τού Ιλίου από τα τείχη 

κάτω τον πέταξαν πάνω στα βράχια ,κομμάτια τ'αγουρο κορμάκι,τροφή 

πουλιων και ορνιων τ'ουρανου


όλη η ζωή μέσα στη φθορά πορευεται

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τρία κενά 


Νύχτα. Εκείνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι,το τηλέφωνο στο χέρι.

Περιμένει.Το τηλέφωνο βουιζει.

Περιμένει.

Σηκώνεται.Πηγαινει στον καθρέφτη.Μακιγιαρεται.

Με το κόκκινο  κραγιόν γράφει στο γυαλί:

Αν δεν με βλέπουν,δεν υπάρχω.


μέσα στον σκοτεινό δωμάτιο,

γελάει δυνατά,σπάει ένα ποτήρι με ποτό  πάτωμα,ξαπλώνει 

πάνω στα σπασμένα γυαλιά,

Αν νιώθω τόσο έντονα, γιατί νιώθω άδεια; σκέφτεται.


Νυχτα.Εκεινη κουλουριασμένη στον καναπέ.

-Θέλω να σταματήσω να πονάω.

Το σκοταδι.


Μπροστά στον καθρέφτη.Αγγιζει το πρόσωπο της.

Ενα κενό πίσω από τη μάσκα,λέει.


ανάβει τσιγάρο,το πετάει.


Κλείνει τα μάτια.

Ο κόσμος έξω.

.

.

.



η Ανάσταση


Είναι η Λαμπρή  δυνατότητα ζωής που δεν ακυρώνεται

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Πόσοι άνθρωποι τού Alberto Giacometti δεν ζουν πια ανάμεσά μας;


Θυμήθηκα τον πατέρα μου στα χωραφια,πιο αδύνατος κάθε μέρα,

μια αόρατη βαρύτητα τον τραβούσε προς τη γη.


Θυμήθηκα τη μάνα μου στο λεωφορείο,κοίταζε έξω από το παράθυρο,

τον κόσμο να περνάει.


Και τότε κατάλαβα.

Οι άνθρωποι δεν είναι νεκροί.

Περπατούν ακόμη,δεν έχουν χάσει το βάρος τής παρουσίας τους.

Όμως έγιναν πιο λεπτοί,σαν τις φιγούρες τού Alberto Giacometti.

Και τότε δεν φοβήθηκα το θάνατο.


Η Ανάσταση είναι εκείνη η αργή αθόρυβη επανεμφάνιση,

που σε μετατρέπει σε έναν από τούς ανθρώπους τού Giacometti.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο Θάνατος και η Ανάσταση τού Ακριτη


στων ακρών τ'αγρια τα όρη 

στις εσχατιές τού κόσμου

στέκει Ακρίτης μοναχος

τρεις νύχτες δεν κοιμήθηκε

τρεις μέρες δεν εμίλη

αυτος οπού σε χίλιους εβγαινε

γιατί τον κάλεσε ο μαύρος Χάροντας 

στου κάτω κόσμου τα σκαλιά

στους ανήλιαγους τούς τοπους

ελα Ακριτη κανείς δεν ξέφυγε τη μοίρα,

κι εκείνος έτσι τού αποκρινεται 

τού κραινει 

εγώ δεν εφοβήθηκα ποτέ

ούτε θεριά μηδε χίλιους  πολεμισταδες,

κι αν θέλεις εβγα δω στο φως μπροστά

φανερωμενος

όχι κρυμμένος στις σκιές στα αραχνα 

τα σκοτη 

κι ως το ‘πε εσείστη η γη δεντρα ξεριζώθηκαν 

ποτάμια επάγωσαν τ'ανθη εμαραθηκαν

κι ο Χάροντας ταχιά  εφάνηκε 

σε μαύρο άλογο καβαλα

κι άρχισε η πάλη κι η φονερη αμαχη

τρεις μέρες μάχονταν σκληρά 

τρεις νύχτες αναπαμο δεν είχαν 

σπαθί αλυγιστα αντάμωναν και δόρυ  

ο ήλιος εσταματησε στη μέση στα ουράνια 

και στο τρίτο χάραμα τής γής 

ο Χάροντας βρίσκει στην καρδιά  του

και ετρανταχτη ο ακρίτης σαν βουνό 

έπεσε σαν ξεριζωμένο  δέντρο 

και λαβωμενο φεύγει πουλί η ψύχη του

ταχιά όμως αέρας τότε φύσηξε 

στα στήθια ξανά ζωή τού δινει

ο Ακρίτης αναστήθηκε προτού ο ηλιος δυσει

σηκώθηκε και κοίταξε τον Χαροντα 

και είπε,

όσο δω πάνω θα κρατά η γης 

εγώ σε πολεμάω

χαλιεμαι χάνομαι και πάλι ανασταινομαι 

και στου απατου γκρεμού το βάραθρο 

ο Χάροντας μαύρος ξαναγυρίζει.

.

.

.



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Θουκυδίδης, Ιστορία τού Πελοποννησιακού Πολέμου

Βιβλίο Γ',83

-Κερκυραικα,Η Παθολογια τού Πολεμου


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Εμφύλιο Σύμπτωμα


είχαν ναρκοθετησει ολες τις θέσεις

κανεις σκοτωμένος ένθεν και ένθεν 

δεν δικαιούται αναστασης

νεκροί είναι 


έτσι κάθε ειδος επικράτησε ηθικής διαστροφής εξαιτίας των εμφυλίων 

συγκρούσεων στον ελληνικό κόσμο,και η ευπρέπεια τού ήθους,που με την
ανωτερότητα τού χαρακτήρα συνδέεται,αφού γελοιοποιήθηκε εξελιπε,ενώ η αναμεταξύ τους αντιπαράθεση τής δυσπιστίας πολύ διήρκησε.

γιατί για να φέρει λύση δεν υπήρχε ούτε λόγος αξιόπιστος ούτε δεσμευτικός 

όρκος,αλλά αν και όλοι πολύ ικανοί ήταν στη λογική κάτι ανέλπιστο στην 

ασφαλεια τους να μην πάθουν μαλλον έπαιρναν μέτρα,παρά εμπιστοσύνη 

μπορούσαν να έχουν.

και οι χειρότεροι στη σύνεση συνήθως επικρατούσαν,γιατί φοβούμενοι και την

δική τους ανεπαρκεια και τών αντιπαλων την ικανότητα,μηπως υστερήσουν στα 

επιχειρήματα και εξαιτίας της πολυμήχανης σκέψης τους προφθάσουν να τους 

επιβουλευτουν,χωρίς δισταγμό στη δράση προχωρούσαν.

αυτοί όμως που σε αυτά δεν εδιναν σημασια  και οτι να προβλέψουν μπορούσαν 

και ότι καμία δράση αυτοί δεν πρεπει να αναλάβουν για όσα με τη λογική 

αντιμετωπίζονται,απροστάτευτοι σε μεγάλο αριθμό σκοτωνονταν.


83] [83.1] Οὕτω πᾶσα ἰδέα κατέστη κακοτροπίας διὰ τὰς στάσεις τῷ Ἑλληνικῷ, καὶ τὸ εὔηθες, οὗ τὸ γενναῖον πλεῖστον μετέχει, καταγελασθὲν ἠφανίσθη, τὸ δὲ ἀντιτετάχθαι ἀλλήλοις τῇ γνώμῃ ἀπίστως ἐπὶ πολὺ διήνεγκεν· [83.2] οὐ γὰρ ἦν ὁ διαλύσων οὔτε λόγος ἐχυρὸς οὔτε ὅρκος φοβερός, κρείσσους δὲ ὄντες ἅπαντες λογισμῷ ἐς τὸ ἀνέλπιστον τοῦ βεβαίου μὴ παθεῖν μᾶλλον προυσκόπουν ἢ πιστεῦσαι ἐδύναντο. [83.3] καὶ οἱ φαυλότεροι γνώμην ὡς τὰ πλείω περιεγίγνοντο· τῷ γὰρ δεδιέναι τό τε αὑτῶν ἐνδεὲς καὶ τὸ τῶν ἐναντίων ξυνετόν, μὴ λόγοις τε ἥσσους ὦσι καὶ ἐκ τοῦ πολυτρόπου αὐτῶν τῆς γνώμης φθάσωσι προεπιβουλευόμενοι, τολμηρῶς πρὸς τὰ ἔργα ἐχώρουν. [83.4] οἱ δὲ καταφρονοῦντες κἂν προαισθέσθαι καὶ ἔργῳ οὐδὲν σφᾶς δεῖν λαμβάνειν ἃ γνώμῃ ἔξεστιν, ἄφαρκτοι μᾶλλον διεφθείροντο.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία ω',στίχοι 328-344

-η αναγνώριση πατέρα και γιου

(Λαέρτη και Οδυσσέα)


και τότε ο Λαέρτης τού αποκριθηκε και μιλησε:

αν ο Οδυσσέας λοιπόν  πραγματικά έχεις έρθει,

κάποιο σημάδι τώρα  καθαρό πες μου για να πειστω

κιpι αποκρινομενος ο πολυμηχανος τού'πε Οδυσσέας:

πρώτα πρωτα την ουλή αυτή δω στα μάτια σου θα δείξω

που στον Παρνασσό αγριόχοιρος με δάγκωσε με το λευκό του δοντι

εκεί όταν πήγαινα,που εσύ κι η σεβαστή μάνα με στειλατε

στον παππού Αυτολυκο τής μάνας τον αγαπημένο,

δωρα για να λάβω,που όταν εδώ ήρθα

σε μένα υποσχέθηκε και επιβεβαιωσε,

και ελα και για τα δέντρα στο περιποιημένο να σού πω το περιβολι

που κάποτε σε μένα εδωκες,κι εγώ παιδί οντας για το καθένα 

σε ρωτούσα ένα προς ένα,στο κήπο καθώς σ'ακολουθουσα,

κι ανάμεσα τους περπατούσαμε,κι εσύ ονομαζες και το καθένα έλεγες 

ένα προς ενα,

σε μένα αχλαδιες εδωκες δεκατρειςκαι μηλιές δεκα

συκιές σαράντα και σειρές κλήματα σε μεναξεχώριζες πενηντα 

να δωσεις με διαφορετική τρύγου εποχή τρύγου να'χει το καθένα,

κι εκεί κάθε λογής τσαμπια σταφύλια ήτανε,

όταν κάθε φορά τού Δια οι εποχές με καρπούς από πάνω 

τα φορτωνουν


τὸν δ' αὖ Λαέρτης ἀπαμείβετο φώνησέν τε·

«εἰ μὲν δὴ Ὀδυσεύς γε, ἐμὸς πάϊς, εἰλήλουθας,

σῆμά τί μοι νῦν εἰπὲ ἀριφραδές, ὄφρα πεποίθω.»

τὸν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·330

«οὐλὴν μὲν πρῶτον τήνδε φράσαι ὀφθαλμοῖσι,

τὴν ἐν Παρνησῷ μ' ἔλασεν σῦς λευκῷ ὀδόντι

οἰχόμενον· σὺ δέ με προΐεις καὶ πότνια μήτηρ

ἐς πατέρ' Αὐτόλυκον μητρὸς φίλον, ὄφρ' ἂν ἑλοίμην

δῶρα, τὰ δεῦρο μολών μοι ὑπέσχετο καὶ κατένευσεν.335

εἰ δ' ἄγε τοι καὶ δένδρε' ἐϋκτιμένην κατ' ἀλῳὴν

εἴπω, ἅ μοί ποτ' ἔδωκας, ἐγὼ δ' ᾔτευν σε ἕκαστα

παιδνὸς ἐών, κατὰ κῆπον ἐπισπόμενος· διὰ δ' αὐτῶν

ἱκνεύμεσθα, σὺ δ' ὠνόμασας καὶ ἔειπες ἕκαστα.

ὄγχνας μοι δῶκας τρεισκαίδεκα καὶ δέκα μηλέας,340

συκέας τεσσαράκοντ'· ὄρχους δέ μοι ὧδ' ὀνόμηνας

δώσειν πεντήκοντα, διατρύγιος δὲ ἕκαστος

ἤην; ἔνθα δ' ἀνὰ σταφυλαὶ παντοῖαι ἔασιν,

ὁππότε δὴ Διὸς ὧραι ἐπιβρίσειαν ὕπερθεν

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Fragmenta 


αιώνια τρυφερά δεν αγγιζομαστε

ύπαρξη αιθέρια

.


και όταν θελήσεις

να μικρύνεις 

τις ενδιάμεσες θάλασσες

πλάσμα ακεραιο

στον θρίαμβο σου

.


απο τον Προκρούστη μάθαμε 

τα όρια

τού σώματος μας

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n couvelis

Σημερα είναι τ'Αη- Γιωργιού το Πανηγύρι


στ'Απριλιού όπου η γης ανθίζει

και καθαρωτατη ώρα λαμπρή ανοιγει

ήρθε καβαλάρης αδελφός μας 

και τον δρακο ως περα ετρυπησε

την όμορφη λυτρωνοντας τη κορη

και ποτίζοντας τα χωματα το νερό

εκυλησε


εκείνη τη μερα παλαιόν ήτο έθος

και αρχαία συνηθεια

εορταζοντας

τ'αλογα να ευλογούν και να βγαζουν στο λιβάδι,

ελεύθερα να τρέχουν δείχνοντας

δύναμη και χάρη

και νέοι καβαλάρηδες πανω σ' αυτά

όμοιοι τ'αγίου

κι ολος λαός εσταυροκοπιονταν,

Κάνε Κύριε να μην ερθει στο σπιτι μας

ο δρακος

κακό να μην έχουμε.


κι ένας τότε ετραγουδησε

τού καβαλάρη το τραγούδι:


απ'τις άκρες τών ακρών

σαν άνεμος καβαλάρης έρχεται 

ο Γιώργης με υψωμένο  το σπαθί 

άγριο δεν φοβείται δράκοντα

μήτε φωτιά που λιώνει σιδερα

ατρόμητος χυμά και παίρνει την καρδιά του

σείεται η γης το θεριο ως ξεψυχά

στα τάρταρα τα σκοτεινά γκρεμιεται

κι η κόρη η λευκή που τη μοιρα της θρηνει

ροδισε εις το μαγουλακι

και τα νερα ελύθηκαν τα και κύλησαν 

τη ξερή διψασμένη γης ποτίζοντας

ανοίγοντας τού πάνω κόσμου 

όλες τις χαρές 

.

.

.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου