Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

From Summer's Ending[ The Game of the Fish in emptied space ][ Το παιχνιδι του ψαριου σ' αδειασμενο χωρο ]

.
.
Το παιχνιδι του ψαριου σ'αδειασμενο χωρο
[καλοκαιριου ,που τελειωσε καπου ]
.
.
εφυγαν
.

.
κι αυτο συνεχισε να κινειται στον λαβυρινθο
του ονειρου του
.
.

FROM PAINTING [ Leonardo Da Vinci MONA LISA- ism ]by c.n.couvelis's painting-machine

.
.






.
.

Acarnania Xiromero Greece [ Acheloos river bysides Ancient Savria ] Στον Χρονο των Νερων [ ο Αχελωος ποταμος παρα την Αρχαιαν Σαυριαν ]

.
.
Ο Αχελωος Ποταμος Παρα Την Αρχαιαν Σαυριαν
[Ακαρνανια Ξηρομερο ]
.
Στον Χρονο των Νερων
.
ποια Μυθολογια πλαθει την κινηση
του Νερου
τα παραλληλα της ελιας / η ροη
του καθρεφτη
ο ρυθμος μεταβολης
του Πραγματικου Στερεου στο
Πλατωνικο Δια/
φανο
και πως παρατηρεις το Εκλαμπρο / και
πως θαυμαζεις
να
τρεχουν τα νερα με τα λογια μας
[κι αυτο το σχημα ειναι κατα καποιο τροπο
μια ευστοχη ερμηνεια ]
του ποταμου ως βοων ταυρος,
στις πετρες
εδω η Ιστορια αποσπασματα μνημης ,
δηλαδη Μυθολογια
μας αφηγηθηκε ο Ηρακλειτος
''ο Νους απειρος ''
κι εδειξε ταυτοχρονα το παιδι στην ακροποταμια
να παιζει
.
η επικρατεια της βελανιδιας φθανει στο
συνορο της, η
Ακαρνανια εδωθε
.
.

.
.
οι ληψεις εγιναν το 2005 [ πριν απο τα εργα του δρομου]
.

FROM PAINTING [Abstract-ISM ] c.n.couvelis's painting-machine

.
.







.
.

Acarnania Xiromero Greece [ Lake Ozeros] Συνειρμοι Παραλιμνιοι [ Λιμνη Οζερος Ξηρομερο

.
.
Λιμνη Οζερος [ Ακαρνανια Ξηρομερο ]
.
Παραλιμνιοι Συνειρμοι
.
βοτσαλα Ποιησης
ακουστηκαν να πεφτουν στη λιμνη
κατα την μαρτυρια του ερωδιου
επειδη και η Φυση εκφραζεται
με καθρεφτες
γραφει:
'' Η Λογοτεχνια Α-Τελους Συμφωνια Αν-Ιδεων''
σ'αυτο το Θεατρο το Εργο
με ποιο Συμμετρικο Μεταμορφισμο
γραφει η Εικονα την Ορθογραφια της
και τοτε οι Νομοθετες Συμφωνησαν
να χαραξουν τον Κοσμο στην Δια/
φανεια
ποιο Νοημα δινει στα Υδατογραφηματα ,
με την μαιευτικη Μεθοδο αποκαλυπτει
την αντι-φατικοτητα του Απολυτου
τι δηλωνει ο ορος;
'' Επανασταση του Ελαχιστου ''
σ'αυτο το Ερμηνευτικο Συστημα
ο Διανυσματικος Τοπος της Φαντασιας
.
.

.
.
οι ληψεις εγιναν το 2005
.

LITERATURE [ STORIES OF THE FANTASTIC] ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ

.
.

.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ
.
Το Πραγματικο ειναι Φανταστικο,
Το Φανταστικο ειναι Πραγματικο,
ετσι ο Κυκλος Τελειωνει με το Πραγματικο
.
.
I
Οταν βγηκε απο τη θαλασσα ο ηλιος ηταν ψηλα
στον οριζοντα .Μια νεαρη γυναικα επαιζε μ'ενα
παιδι στην αμμο εκει που χτυπαει το κυμα.Τους
παρατηρισε ,εκεινη καποια του θυμιζε.Εμεινε
στον ηλιο να στεγνωσει.Τοτε θυμηθηκε:δεκα χρο-
νια πριν περιπου μια εφημεριδα στην πρωτη σελι-
δα ειχε για πολλες μερες την φωτογραφια της.Ειχε
δολοφονηθει μεσα στο διαμερισμα της,ο δολοφο-
νος δεν βρεθηκε.Σκεφτηκε να την ρωτησει,διστασε,
τελικα την πλησιασε και την ρωτησε:''Κυρια,με
συγχωρητε,ειστε εκεινη η γυναικα τοτε;''.Εκεινη
τρανταχτηκε ,φοβισμενη,κοιταξε το παιδι κι επειτα
σαν συνηλθε απαντησε σχεδον ψιθυριστα:''ναι,ειμαι
εκεινη''.Εκεινος δεν περιμενε ν'ακουσει τιποτα αλλο,
ντυθηκε κι απομακρυνθηκε απο την παραλια.Ο η-
λιος ηταν ψηλα,στο ιδιο σημειο,εκαιγε τη μερα.Για
αλλη μια φορα συναντησε τη γυναικα,που ειχε δο-
λοφονησει.
.
II
.
Εβλεπε τηλεοραση μεχρι αργα τη νυχτα,την εκλει-
σε,ανοιξε ενα μπουκαλι ουισκι κι εβαλε σ'ενα ποτηρι.
Την ιδια στιγμη ακουσε βηματα στον διαδρομο.Τα
βηματα πλησιαζαν,οταν την ειδε της χαμογελασε.''Σε
περιμενα να'ρθεις''ειπε και της προσφερε το ποτηρι
με το ουισκι.Εκεινη αρνηθηκε,μ'ενα κουνημα του
κεφαλιου,και καθισε στον καναπε.'' Εχεις ωρα εδω;''
ρωτησε.''Δεν βγηκα εξω'' απαντησε ''εδω ειμαι απο
το απογευμα,εβλεπα τηλεοραση,μολις την εκλεισα.
Εσυ;''την ρωτησε.''Εγω,τι εγω;''απαντησε και χωρις
να προσθεσει κατι σηκωθηκε απ'τον καναπε,περασε
απο μπροστα του και προχωρησε προς τον μεγαλο
καθρεφτη στον απεναντι τοιχο,χωρις να σταματησει
βαδισε στο εσωτερικο του.Αφου απομακρυνθηκε
αρκετα,σταματησε και γυριζοντας προς το μερος
του φωναξε,ισα που την ακουσε,''Εγω,τωρα θα ερ-
θω εκει''
.
III
Εκεινη τη μερα εκανε πολυ ζεστη.Καθονταν σ'ενα
παγκακι ,στο παρκο.Στο απεναντι παγκακι ηρθε
και καθισε μια νεαρη κοπελα,κρατουσε μια κοκ-
κινη τσαντα,την ανοιξε κι απο μεσα της εβγαλε ενα
κραγιον, μ'αυτο εβαφε τα χειλη της .Πηρε τη εφη-
μεριδα ,που ειχε αφησει διπλα του,την ανοιξε να
διαβασει.Οταν μετα απο καποια ωρα κοιταξε απεν-
τι η κοπελα ειχε φυγει.Γυρισε στη εφημεριδα.Κατι
τον εκανε να ξανακοιταξει,εκει απεναντι η κοπε-
λα εβαφε τα χειλη της,οταν τελειωσε εβαλε το
κραγιον στην τσαντα και την εκλεισε.Τον ειδε,που
την κοιτουσε και του χαμογελασε,εκεινος ντραπηκε
και κρυφτηκε πισω απο την εφημεριδα.Οταν ξανα-
κοιταξε με προσοχη,εκεινη ειχε φυγει,ειδε την τσα-
ντα της την ειχε παρατημενη στο παγκακι,που κα-
θονταν.Σηκωθηκε ,πηρε τη τσαντα ,ετρεξε να την
βρει,πουθενα,ειχε χαθει μεσα στο λαβυρινθο των
δρομων του παρκου.Βγηκε απ'το παρκο,πηρε το
λεωφορειο και γυρισε σπιτι.Αφησε την τσαντα πα-
νω στο τραπεζι,ανοιξε την τηλεοραση,ανοιξε το
ψυγειο ,πηρε ενα γαλα ,το ανοιξε και καθισε στον
καναπε να το πιει.Κοιταξε τη κοκκινη τσαντα,ση-
κωθηκε,πηγε στο τραπεζι,την πηρε στα χερια του
και την ανοιξε,αδειασε το περιεχομενο της στην
επιφανεια του τραπεζιου,τα συνειθισμενα πραγμα-
τα μια κοπελας.Ετοιμαζονταν να τα ξαναβαλει με-
σα στην τσαντα,οταν προσεξε ενα χαρτακι,το πη-
ρε ,διαβασε:''Αυτο,που σημερα ειδες στο παρκο
ηταν στο ονειρο μου'',τα γραμματα ηταν με κοκκι-
νο κραγιον.
.
IV
.
Ζωγραφιζε ενα πινακα,με μεγαλες διαστασεις.Οταν
τον τελειωσε τον επισκεφτηκε ενας γνωστος του
συλλεκτης εργων τεχνης.και γκαλεριστας.Συζητου-
σαν περι ζωγραφικης.Ο συλλεκτης αναφερθηκε
στον πινακα ,που ειχε κανει.Τον αφησε να μιλα,
καποια στιγμη τον εκοψε:''Για ποιον πινακα μου
μιλας;'',''Μα,γι'αυτον ,που μολις τωρα τελειωσες''
''Θελεις να πεις για τον πινακα ,που μολις τωρα
καταστραφηκε''
.
V.
Ηταν στη καφετερια ,που συνηθως πηγαινε,επινε
τον καφε του,γυρω του πολυς κοσμος εκεινη την
ωρα,οι φωνες ανθρωπων ,που συζητουσαν.Ξαφνικα
δεν ακουγε το παραμικρο,σαν να ειχαν βουβαθει οι
ανθρωποι,ομως εβλεπε πολυ καθαρα τα χειλια τους
να κινουνται,οπως καποιος μιλαει σε καποιον.Πα-
ραξενευτηκε,απευθυνθηκε σε καποιον στο διπλανο
τραπεζι και τον ρωτησε:,οσο πιο δυνατα μπορουσε
''Παρακαλω,Κυριε,τι ωρα εχεται;'',εκεινος κοιταξε
το ρολοι του και του απαντησε.Δεν ακουσε τιποτα,
Τον ξαναρωτησε παλι ευγενικα,ο αλλος του απαντη-
σε .Ουτε αυτη τη φορα ακουσε,απολυτως τιποτα.
Ντραπηκε να τον ξαναρωτησει η ' να ρωτησει καποι-
ον αλλο.Δεν μπορουσε,για πολυ ωρα ,να καταλαβει
τι εγινε.Καμμια αλλαγη στον ηχο,δεν ακουγε τιποτα.
Δεν εφυγε ,καθισε και παρατηρουσε τους αλλους να
μιλουν.Ξαφνικα ακουγε παλι,ειχαν ανοιξει την τηλεο-
ραση,γυρισε προς το μερος της,ακουγε καθαρα τι ε-
λεγαν στην τηλεοραση,ομως συνεχιζε να μην ακουει
τις φωνες των ανθρωπων στη καφετερια
.
VI
.
Η ιστορια αυτη αρχιζει απο το τελος,εκτυλισεται ως
την αρχη και ξαναρχιζει την ιστορια ως το τελος.Εκει-
νο επαναλαμβανεται πολλες φορες,αδυνατο να σταμα-
τισεις την κινηση αυτης της ιστοριας.Αν η αρχη γινει
τελος τοτε αρχιζει η ιστορια,που τελειωνει στην αρχη
της, και τελειωνοντας ξαναρχιζει,...
.
VII
Τη νυχτα ονειρευονταν εναν αγνωστο ανθρωπο,πνιγ-
μενο ,μεσα στα νερα,γυρω του μικρα ψαρια τον ετρω-
γαν.Την αλλη μερα μαγειρευε κι ετρωγε ψαρια,ετσι
αναπληρωνε τις απωλειες του.
.
VIII
Αυτο,που του συνεβαινε στο παρον το συνεδεε με ολη
τη σειρα των γεγονοτων στο παρελθον.Εκεινη η συνδε-
ση ηταν εξαντλητικη σε ολες τις λεπτομερειες,αναπτυσον-
ταν σαν φθινουσα ακολουθια:P[n],P[n-1],P[n-2],...P[3],
P[2],P[1],P[0].Τον τελευταιο καιρο εγινε ξαφνικη μετα-
βολη,η συνδεση του παροντος γινονταν με τα συμβαντα
στο μελλον.Εκεινο δεν του προκαλεσε αγχος και φοβο,
αντιθετα τον χαροποιησε.Η σειρα τωρα εγινε αυξουσα:
F[n],F[n+1],F[n+2],...
.
IX
Ο ανθρωπος,απεναντι του στο καθισμα,ειχε ανεβει στο
τρενο πριν δυο στασεις.Ο ηλεκτρικος ειχε μπει στα πυ-
κνοκατοικημενα τμηματα της πολης.Ο αλλος απεναντι
του απεφευγε το αυστηρο διαπεραστικο του βλεμμα.
Εκεινος ανοιξε την εφημεριδα ,και γυρισε επιδεικτικα
προς το μερος του τη σελιδα με το ρεπορταζ για τον φο-
νο.Τον ειδε,με την ακρη του ματιου του,τα χερια του
ετρεμαν,εκλεισε την εφημεριδα,δεν τον κοιτουσε κατευ-
θειαν,του φανηκε για μια στιγμη, πως ο αλλος βουβα
προσπαθησε με τα ματια να τον εκλιπαρησει για ελεος.
.
Χ
Αυτα ,που του διηγηθηκαν ειχαν συμβει πριν απο πολ-
λα χρονια,εκεινος δεν ειχε γεννηθει ακομα.Ομως ενιω-
σε τυψεις και μεγαλη ντροπη.Εψαξε και με μεγαλη δυ-
σκολια βρηκε μερικους συγγενεις μακρυνους.Τον αντι-
μετωπισαν με αδιαφορια,σαν ποτε να μην ειχαν συμβει
εκεινα τα εγκληματα
.
ΧΙ
Εκεινος ο ανθρωπος του κινησε την περιεργεια.Ολες οι
κινησεις του υπολογισμενες σαν να υπακουε σε καποι-
ους απαραβατους κανονες.Ο τροπος,που καθισε στην κα-
ρεκλα,ο τροπος,που επινε τον καφε του,ο τροπος με τον
οποιο εβγαλε ενα μπλοκακι,ο τροπος με τον οποιο κατι
σημειωσε,ο τροπος με τον οποιο το εκλεισε και το εβαλε
στην τσεπη του.Για να διασκεδασει σκεφτηκε μηπως
κι αυτος ο ιδιος συμπεριλαμβανονταν στο συστημα του
η' ηταν ανυπαρκτος σ'αυτο.Οταν το ξανασκεφτηκε σοβα-
ροτερα ενιωσε φοβο.Η υποψια του εγινε βεβαιοτητα,στην
ζωη του επικρατουσε μεγαλη ακαταστασια.
.
ΧΙΙ
Οι σχεσεις ,που ειχε με τους ανθρωπους και τα αντικει-
μενα του προκαλουσαν διαφορα συναισθηματα.Φαντα-
στηκε να ζει αυτος μονος στον κοσμο και τα συναισθη-
ματα ,που θα ειχε.Ενιωσε τρομο,σαν να 'χανε τη ζωη του.
Η επιθυμια του εκπληρωθηκε,να ζει για παντα αναμεσα
στους ανθρωπους.
.
ΧΙΙΙ
Ο στοχος του στη ζωγραφικη ηταν να αποκλεισει τον ο-
ρατο κοσμο.Στην αρχη στους πινακες του υπηρχαν παρα-
δοξες συνευρεσεις ορατων αντικειμενων,αυτο δεν τον
ικανοποιουσε,περιειχαν σε εμφαση τον ορατο κοσμο.Πε-
ρασαν πολλα χρονια πειραματισμων και ερευνων .Οι κρι-
τικοι εγραψαν για μια νεα αντικειμενικοτητα του ορατου,
και για την μη-εικονικοτητα του μη-ορατου.Διαισθανθηκε
πως ο αποκλεισμος του ορατου ειναι αντιφαση:αποκλει-
οντας το ορατο του κοσμου προκαλειται η ''μεγαλη εμ-
φαση του ορατου''
Συνεχισε το προγραμμα του ,τα αντικειμενα αποκτησαν
ακαθοριστη μορφη,η συνδεση μεταξυ των αντικειμενων
ηταν αδυνατη,φαινομενα ενος απροβλεπτου μη ορατου
κοσμου,παρ'ολ'αυτα ομως ηταν ορατα.Καταλαβε τελικα
πως ηταν δεσμιος για παντα ενος διαρκως επανερχομε-
νου ''ορατου''
.
XIV
Σιγα σιγα η πραγματικοτητα η' αυτο ,που θεωρουμε,πραγ-
ματικοτητα εγκλωβιστηκε [η ' συσωρευτηκε ]μεσα στα
ονειρα του.Το πηρε αποφαση:η πραγματικοτητα ηταν σαν
το ονειρο και το ονειρο σαν την πραγματικοτητα.Στην προ-
χωρημενη ηληκια,που βρισκονταν λιγο ειχε σημασια τι
πραγματικα συνεβαινε,αν ηταν αληθεια η απατη,οτι και
να ισχυε αυτο τωρα τον βολευε.
.
XV
Τον πηρε τηλεφωνο στο γραφειο του,του ζητησε να παει σπι-
τι της οσο πιο συντομα μπορουσε.Διεκοψε την εργασια του.
Η μεγαλη κυκλοφορια στο κεντρο της πολης τον καθυστερη-
σε.Βρηκε την εξωπορτα του διαμερισματος μισοανοιγμενη,
την εσπρωξε και μπηκε.Την βρηκε πεσμενη στο πατωμα,νε-
κρη,την ειχαν χτυπησει στο κεφαλι.Τον συνελαβαν,στο δικα-
στηριο αρνηθηκε να απολογηθει.Καταδικαστηκε.Οταν μετα
απο χρονια αποφυλακηστικε την πηρε τηλεφωνο να παει στο
σπιτι της.Εκτελεσε τον φονο τοσο τελεια,που κατεφερε να ξε-
φυγει,κανενας ποτε δεν τον υποψιαστηκε
.
XVI
Μπηκε στο μισοσκοτεινο δωματιο,του ειπε στο μπανιο ειχε
ζεστο νερο ,μετα απ'αυτον εκεινη μπηκε στο μπανιο,ακουσε
το νερο,οταν βγηκε σταθηκε μπροστα του να τη δει μεσα στο
χαμηλο φως του δωματιου,επειτα πηγαν στο κρεβατι.Ηταν
αργα,του ειπε πως δεν ειχε αλλο πελατη,αν ηθελε μπορουσε
να κοιμηθει εκει,να περασει τη βραδυα του.Οταν ξυπνησε,η
γυναικα κοιμονταν ακομα διπλα του ,την κοιταξε,τα ματια
της ειχαν μαυρους κυκλους,και το σωμα της χοντρο,ασχημο,
βρωμουσε αλκοολ.Αηδιασε,σηκωθηκε ,ντυθηκε βιαστικα κι
εφυγε χωρις να κλεισει την πορτα
.
XVII
.
Απο το σπιτι περνωντας το μονοπατι μεσα στις ελιες κατε-
βηκε στο μερος,που ηταν το πηγαδι,συνεχισε κι εφτασε στον
κηπο,οι μηλιες ηταν ανθισμενες,απο εκει κατηφοριζοντας
εφτασε στην πολιτεια ,μια μικρη πολιτεια ψαραδων,φυσου-
σε νοτιας εδω και τρεις μερες του ειπανε,τα νερα ειχαν φου-
σκωσει,τα καφενεια στην προκυμαια γεματα κοσμο,αργοτερα
πηρε τον δρομο της επιστροφης,κουρασμενος,περασε απο τον
κηπο,στο πηγαδι δεν σταματησε,ανηφορισε το μονοπατι μεσα
στις ελιες,οταν τελικα εφτασε το σπιτι του ειχε χαθει,δεν το
βρηκε.
.
XVIII
Μεσα στον λαβυρινθο των δρομων τυλιγμενα τα σπιτια,
βαμενα στον ασβεστη ασπρα,τα παραθυρα μικρα ,σκουρο
γαλαζιο,ηταν μεσημερι οταν ακουστηκε δυνατη κραυγη,
ολοι βγηκαν απο τα σπιτια τους κι ετρεξαν,μια γυναικα
ειχε δολοφονηθει,ηταν πανω στις πετρες του δρομου με-
σα στα αιματα,εψαξαν για τον ενοχο,ευκολα τον εντοπι-
σαν,ενας αντρας γυρω στα τριαντα,πρωην ηθοποιος,εκει-
νος αρνηθηκε,φωναζε δυνατα πως ηταν αθωος,κανενας
δεν τον ακουγε,τον εδεσαν ,τον σηκωσαν και τον φορτωσαν
σ'ενα καραβι,ανοιχτηκαν στη θαλασσα κι οταν εφτασαν
μακρυα σε μερος απατο σταματησαν,εκει τον εριξαν στα
σκοτεινα νερα να τον φανε τα ψαρια.
.
XIX
Εζησε την ζωη του μονοτονα ,ανιαρα,οι συνθηκες δεν
ηταν ευνοικες για κατι καλυτερο ,διαφορετικο,αποφασι-
σε να απομονωθει,αντιμετωπισε μεγαλες δυσκολιες,
μετα απο επιπονη και πολυχρονη εργασια εφτασε στη
διατυπωση μιας Γενικης Εξισωσης για το Ολον,προσπα-
θησε να τη λυσει,με εκπληξη βρηκε πως μια μερικη της
λυση ειναι και ο κοσμος ,που απαρνηθηκε,πως συστατικο
στοιχειο της Μεγαλης Τελειοτητας ειναι αυτος ο ασημαν-
τος μονοτονος και ανιαρος κοσμος.Τοτε αποφασισε να
να επιστρεψει στον κοσμο.Μονο ,που τωρα εκεινος ο
κοσμος περνουσε μια μεγαλη περιοδο παρακμης ,εκεινος
εμπλεξε σε πολλα ,κι εδρασε σαν παλιανθρωπος
.
XX
Απο διαφορα ,που του συνεβαιναν εβγαλε το συμπερασμα,
πως ζουσε στο ονειρο ενος αλλου ανθρωπου η ' στο ονει-
ρο καποιου αλλου οντος,μιας πεταλουδας ισως.Αυτος συνε-
χιζε κανονικα να ζει,μπορει να μην τον ονειρευονταν ενας
ανθρωπος,αλλα περισσοτεροι ,σ'αυτη την περιπτωση δεν
τον φοβιζε αν ο αλλος για καποιο λογο επαυε να ονειρευ-
εται,οταν πεθανε,παντα καποιος θα βρισκονταν να τον
ονειρευεται.Προσπαθησε να σκεφτει τη ζωη του,να θυμη-
θει τα παιδικα του χρονια,τα εφηβικα,μεχρι τωρα,να
ανακαλυψει τι ειδους ανθρωποι τον ονειρευονταν.Πολυ
μπερδευτηκε,δεν ηταν ευκολο κατι τετοιο.Εφτανε καπου
κι απο εκει διακλαδιζονταν ο δρομος κι αν καποιον ακο-
λουθουσε παλι διακλαδωση , και παλι διακλαδωση,...
Σκεφτηκε πως αυτος ο ιδιος,που τον ονειρευονται,ζει κα-
νονικα,σαν αυτο να μην συμβαινει,και αυτος ονειρευεται,
μεσα στα ονειρα των αλλων,αν κατα καποιο τροπο γινει
μια μεταβολη,αντι να τον ονειρευονται ,αυτος να τους ο-
νειρευεται, που τον ονειρευονται,τοτε ολοι ζουν μεσα στα
ονειρα του,κι εξαρταται η ζωη τους απ'τη δικη του ζωη.
Του φανηκε εγωιστικο ενας μονο ανθρωπος να ζει,ολους
τους αλλους να τους ονειρευεται,σ'ενα μεγαλο υπνο,που
δεν ειναι παρα ενα απο τα ονειρα του,οχι,αυτο μπορει
να συμβαινει μ'ολους του ανθρωπους,σε ονειρευουμαι,
που με ονειρευεσαι,να σε ονειρευουμαι,...
.
.

FROM PAINTING [ Icon-isM ] c.n.couvelis's painting-machine

.
.








.
.

GREEK POETRY [ PAC[K] MAN ]

.
.

.

PAC[K] MAN
.

Herr
there are not true propositions about
this politic
my childhood had birds in words
don't be confusing Immanuel Kant
if all objects are thinking of packets
back to ideas of Aristotle
και ο
Schopenhauer redirects History
an aristocratic pupil του Θουκυδιδη
how
all literature is an enormous language-game
when he began to study to Gottlob Frege
and logic
'' there is not a white horse in this room''
but neither a red elephant in my hat
neither a green frog in tomatoo's color
now back to the ideas of Aristotle
to prove or to disprove it
παν κινουμενον μεταβλητον εstι
Herr
.
.

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

GREEK POETRY [ ON HOMER ] Στον Ομηρο : '' Εκ Χρεους ''

.
.
Ομηρος [ Homer ]
.
Στον Ομηρο
.
Εκ Χρεους
.
[τὸ τρίτον αὖτ᾽ Αἴαντα ἰδὼν ἐρέειν᾽ ὁ γεραιός·
τίς τὰρ ὅδ᾽ ἄλλος Ἀχαιὸς ἀνὴρ ἠΰς τε μέγας τε
ἔξοχος Ἀργείων κεφαλήν τε καὶ εὐρέας ὤμους;]
.
.
.

ουτος δ 'Αιας εστι πελωριος ερκος Αχαιων
και τι καταντησε ο Αιαντας,να
γυρνα στα βραχια ,χαμενος
στο τελος εστησε στην αμμο το ξιφος και
καρφωθηκε πανω του ,και παει το πελωριο
σωμα,το ερκος των Αχαιων,
αρνυμενος την ψυχην και νοστον
η μηνις ενος ταπεινου ανθρωπου,που
παιρνει βαρια την αδικια,ειχε
αυτη τη ρητορικη μεταχειριση,πολυ
καλα εκανε ο Πλατων να εξορισει
την ποιηση απο την Πολιτεια του,με
ψευτιες θ'ασχολουμαστε τωρα;
.
την ωρα αυτη στη Τροια
επι Σκαιηισι πυληισι η Ελενη παρουσιαζει
στον βασιλια Πριαμο τους Ελληνες
ως αρ'εφαν,Πριαμος δ'Ελενην εκαλεσσατο φωνηι
τον δ'Ελενη μυθοισιν αμειβετο
.
''Ουτος δ'Αιας εστι πελωριος ερκος Αχαιων
.
''Ουτος δ'αυ Λαερτιαδης πολυμητις Οδυσσευς
.
''Ουτος γ'Ατρειδης ευρυ κρειων Αγαμεμνων
.
.

.

GREEK POETRY [ Στον Νικο Εγγονοπουλο :'' Εκ Χρεους '' ]

.
.
Νικος Εγγονοπουλος [ ποιητης , ζωγραφος ] 1907 - 1985
γεννηθηκε στην Αθηνα
.
.
Στον Νικο Εγγονοπουλο
.
Εκ Χρεους
.
τι αρμοζει να σου δωρισω,Ποιητη;
για σενα ,Οδυσσεα Αντρουτσο,
θα πω σαν ερθει η ωρα,
ο νους μου το καλλος ,ως
δογμα ετηρησα
ας περασουμε ομως γρηγορα στις φωνες
των πουλιων,σε ορη υψη και ερημιες
με τα αιματα βαφω τον ζητιανο ηρωα
αγιο,ο αξιοτερος
αναμεσα στους αξιοτερους απο εμας,πως
ζουν στην Υδρα τα δελφινια; οι
Υψηλοι Ευγενεις της Νοτιας Αμερικης
σ'αυτους
χαραζω λιθινες λεξεις,το Ονομα σου
οροσειρα σεισμων
Ποιητη,εισαι ωραιος
σαν Εγγονοπουλος
στις ψυχες Πυρ
υπαρχουν και τωρα ανθρωποι
να παιδευσεις,βαλε ολη την τεχνη σου
Χαιρε ,ανθρωπινων πραγματων Δοξαστικε
Χαιρε,πνευμα συνθετον και πολυμορφον
Χαιρε,του Ρηγα Φερραιου παιδι
.
.
.

για καθε πραξη η' γνωμη μοναδικη μας
εγνοια η αληθεια
.
.

GREEK POETRY [ Στον Οδυσσεα Ελυτη :''Εκ Χρεους'' ]

.
.
Οδυσσεας Ελυτης [ ποιητης ] 1911 - 1996
γεννηθηκε στο Ηρακλειο της Κρητης
.
.
Στον Οδυσσεα Ελυτη
.
Εκ Χρεους
.
μην πλανασθαι
ου λοιδοροι,ουχ αρπαγες
των κρινων,φαυλο το εργο
των δημαγωγων,
υπερ το ζην, η ωραιοτητα
η καθαροτητα της βρεφικης ηληκιας/του
μη οντος / το εγκρατες
των δεντρων, η πετρα σιγη φυσεως
Χαιρε,
...........το φως
ευγενη βλαστηση αντινομιων/ η συμβιωση
των ανθεων,μεχρι θανατου η υπερασπιση
του δικαιου,
και ειδα εθνη συντριφθεντα,
και ειδα ανθρωπους
εν κλαυθμω και οδυρμω, και ακουσα
φωνη δικαιοσυνης φωνη Κρισεως
οξυτατη,και ακουσα :''σου δε υψηλοτερον
η πολιτεια'', και
μετρησα τον ανθρωπο,το υστερουν και το
πλεοναζον των Ιδεων,το αρτιον και το ελλειπες,
και τοτε ειπα:τις λεξεις της Γλωσσας μου
δωριζω,μην απαιδευτως λαλης,
και ειπα παλι:ουδεν πλεον παρα
το καλλος,την ωραιοτητα μη σε
στερησης
.
.

GREEK POETRY [ Στον Τακη Σινοπουλο : '' Εκ Χρεους '' ]

.
.
Τακης Σινοπουλος [ ποιητης ] 1917-1981
γεννηθηκε στον Πυργο της Ηλειας
.
.
Στον Τακη Σινοπουλο
.
Εκ Χρεους
.
τον βρηκαν στο κρεβατι, τον σηκωσαν
τον πηραν,πολλες ανακρισεις,τη νυχτα κυριως,
δεν μιλησε,τον χτυπησαν με ροπαλο
στα ποδια ,δεν μιλησε
''γιατι δεν μιλας παλιοτομαρο;''
τους κοιταξε στα ματια,τρομαξαν,
τοτε τον κλωτσησαν στο προσωπο
''να. να μαθεις να βλεπεις'' τρεις μερες
τρεις νυχτες δεν εσπασε,
τον πηραν ,τον φορτωσαν σε καραβι,
τον πεταξαν σαν τσουβαλι
αδειο στο νησι,μαζυ μ'αλλους
τον Κωστα,τον Γιωργο,τον Νικο,
τον Γιαννη,τον Μανωλη,τον Νωντα
το πηρε κατακαρδα,''ποιον αδικησα;''
''ποιον αδικησα;''φωναζε,γυριζε
στα βραχια που σκαει το κυμα,εκεινοι
φοβηθηκαν μην τους παρει για κοπαδι προβατα
και τους σφαξει,βρηκαν την ευκαιρια
''πηγε να το σκασει'',τον εσυραν
στις πετρες,εμεις βλεπαμε,μας
ειχαν κι απο τις δυο μεριες του δρομου
παρατεταγμενους να βλεπουμε ,
''σαν τον Εχτορα ''σκεφτηκα
''σαν τον Εχτορα''
''κοιταχτε τον'' φωναζαν ''κοιταχτε τον,ρε''
αναισθητο τον περασαν πανω στις πετρες,αιμοφυρτο
κρατησαν οι τυραννοι τα προσχηματα
τον περασαν απο δικη, φυσικα,τον καταδικασαν,
κι ακουσαμε το ξημερωμα τον τουφεκισμο του
Εγω ο Κωστας,Εγω ο Γιωργος,Εγω ο Νικος
Εγω ο Γιαννης,Εγω ο Μανωλης,Εγω ο Νωντας
.
.

FROM PAINTING [ 1 ] c.n.couvelis's painting -machine

.
.
ο Προμηθεας Δεσμωτης [Prometheus bound ]
.
Ο Ηρακλης κλεβει τον τριποδα των Δελφων [Hercules ]
.
ο Αχιλλεας [ Achilles ]
.
ο Αγιος Σεβαστιανος [ Saint Sebastian ]
.
.

GREEK POETRY [ SUB-SENSES D'AMOUR ] ΥΠΟ ΝΟΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ

.
.
ΥΠΟ ΝΟΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ
.


ανθρωπινο εσωτερικο [ 1 ]
.
λευκο βυζι
πινεζα θηλη
η Μ
.
Χαιρε,κεχαριτωμενη,εσυ πορνη
αρετης,επιμονη του γαλαζιου
.

ανθρωπινο εσωτερικο [ 2 ]
.
την δε οση λευκη γυψου η' χιονος λευκοτεραν
ως γυψος συντριφτηκε
ως χιονι ελιωσε
στα δυο χερια μου
.
σωμα [το κρατος μου και πασα η
δυναστεια μου των παντων]σωμα
.
ανθρωπινο εσωτερικο [ 3 ]
.
ευγλωττια
γλουτων ρητορικη
και συνεργια ποθου
ιδιομελο
.
οπου επλεονασεν το φως
η σιγη
του νυμφωνος,το Ενδοξον
.
.

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

FROM PAINTING [ 2 ] c.n.couvelis's painting-machine

.
.

Abstractismus Geometricous
topologing in Fayum cle

topologing on ancient eidolion and the cretan's tavros head

tetrising modernism
topologing into Fayum imposing
.

LITERATURE [ 11 παραγοντικο ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ]

.
.
.
.
11 παραγοντικο ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
.
[ αυτες οι 11 μικρες ιστοριες μπορει να διαβαστουν
με οποιαδηποτε σειρα ,καθε φορα κατασκευαζοντας
μια συνολικη ιστορια απο τις 11 ιστοριες.
Ο αριθμος τους ειναι 11 παραγοντικο =
1.2.3.4.5.6.7.8.9.10.11=39916800 ιστοριες των 11 μικρων
ιστοριων ]
.
Ο ανεμος παρεσερνε τα συννεφα στον ουρανο,
και τα στοιβαζε μπροστα στον ηλιο,να σκοτει-
νιασει τη γη , την ανοιξη και το φθινοπωρο
απλωνουν πανω της κιτρινα καφετια χρωματα
και το λευκο σκαλωνει στις αμυγδαλιες απαλο,
φετος ο αριθμος των πουλιων λιγοστεψε,και
τα ψαρια στη θαλασσα ελαχιστα,απο τις μαρτυ-
ριες των ψαραδων,η καρδια του θλιβεται και
τα λογια του ματαια ,η πληγη του μολυνθηκε
και τον τυρανναει τις νυχτες.
.
οταν παντρευτηκε πηρε ομορφη γυναικα με
μαυρα μαλλια και ματια,ηρθαν αναποδοι και-
ροι,τα κακα πολλα,αδελφια πολεμουσαν αδελ-
φια,τα παιδια τους οσα εζησαν τα κυνηγησαν
οι νικητες,τα δικα του ξενιτευτηκαν,εκει δου-
λεψαν σκληρα προοδευσαν,τις ωρες ,που ζεστε-
νει το καλοκαιρι καθεται στον ισκιο της κλημα-
ταριας κι εκει τον φθανουν σαν δροσια φωνες
παιδιων, οταν ο αποσπεριτης δυσει αποτραβιεται
μεσα στο σπιτι να κρυφτει τη νυχτα.
.
οι κυνηγοι με δυνατες φωνες και τα αγρια αλυ-
χτισματα των σκυλιων τρομαξαν τα αλογα,
που'ναι ειρηνικα απο τη φυση τους,τοτε ετρεξε,
τους βγηκε μπροστα και τους φωναξε να παψουν,
να'ναι προσεκτικοι,εκεινοι τον περιφρονησαν
κι αφου τον περικυκλωσαν απ'ολες τις μεριες
εκαναν δηθεν στ'αστεια οτι τον σημαδευαν,ο-
ταν χορτασαν με τους απαισιους αστεισμους
τους τον σκοτωσαν.
.
τη μανα την εχασαν οταν ηταν μωρο η μικρη
του αδερφη,μετα χαθηκε ο πατερα,τα μεγαλυ-
τερα αδερφια ξενιτευτηκαν,αυτος απομεινε με
τη μικρη,δεν της ελειψε τιποτα,οσα στολιζουν
τα κοριτσια,κι εκεινη πολυ ασπρη κι ομορφη,
οταν ηρθε η σειρα της την ρωτησε ποιον θελει
η καρδια της να παρει για αντρα,εκεινη κοκκι-
νισε εσκυψε το κεφαλι,την ρωτησε παλι,κι εκει-
νη καταπιε τη ντροπη και με χαμηλα λογια ψιθυ-
ριστα του ειπε,εκεινον για αντρα της λαχταραει
κι ως τ'ακουσε πηρε μαχαιρι και την εσφαξε
σαν χηνα σαν παπια την περδικα.
.
Μετα απο το κακο ,που εκαμε δεινοπαθησε,και
σαν τον αρχαιο εκεινο γιγαντα,που τον εδεσαν
σε βραχο της ερημιας κι ερχονταν γυπας να τον
κατασπαραξει,βασανιστηκε,λυπηση δεν ειχε απο
κανεναν,κι ως επεθυμουσε τον θανατο δεν επεθυμισε
ποτε τη ζωη,περασε πολλα ,ταπεινωθηκε να καθαρι
σθει απο το κριμα του,περασαν καιροι ,αποκτησε
σοφια,οι ανθρωποι τον σεβονταν και μια μερα εφε-
ραν μπροστα του ενα αλυτη να τον δικασει,ταραχτη-
κε οταν εκεινος ο ελειηνος αγυρτης τον κοιταξε βα-
θεια στα ματια και του ειπε:''Ο αναμαρτητος πρωτος
τον λιθον βαλετω'',μετα απο εκεινο το συμβαν παραι
τηθηκε απο το αξιωμα του
.
η νυχτα με γεματο το φεγγαρι λαμπρο φως στη πλατη
της θαλασσας και τοτε αναπηδησε μεσα απ'τα νερα
δελφινι ευλιγιστο ,το σπιτι στο θαμπος του μεση-
μεριου με κηπο λουλουδια ανθισμενο μυρωδιες χιλιες
χρυσα φρουτα στα δεντρα πουλιων κελαηδισμοι,και
η βαρια καρδια του ελαφρωσε,τη νυχτα ξαναρθε γεμα-
το το φεγγαρι, κοιμηθηκε κι ονειρευτηκε πως ξυπνη-
σε σ'αυτον τον κοσμο,πολλες φορες στην ιδια πραγμα-
τικοτητα.
.
στην ατμοσφαιρα κυματισε το γελιο,επειτα διαλυθηκε
μεσα στο φως,ξεφλουδιζε το πορτοκαλι προσεκτικα
με το μαχαιρι να μην κοπει,πριν τελειωσει το παρατησε
στο τραπεζι διπλα στο κομμενο γαρυφαλο,τον πλησιασε
η φωνη της στα αυτια:''Ειναι λιγα τα πραγματα ,που
χρειαζονται οι ανθρωποι για να ευτυχισουν'',ακουσε,''πο-
τε τα γαρυφαλλα δεν ειχαν τοσο κοκκινο χρωμα μαζεψει'',
εξω περα στο δρομο περνουσε μια παρεα παιδιων με τις
φωνες τους.
.
εστρωσε ασπρο τραπεζομαντηλο,τα φαγητα σερβεριστικαν
με τη σειρα,ψαρι ψητο στη σχαρα ,σαλατες και κοκκινο
κατακοκκινο κρασι,πολλες μερες ειχαν να ανταλλαξουν
εστω και μια τυπικη ασημαντη κουβεντα,εκεινη τη μερα
το ειχε αποφασισει, εκεινη κατι διαισθανθηκε κι ηταν ανη-
συχη,εξω στα δεντρα γατζωμενα τα τζιτζικια σε ξεκουφεναν,
αν δεν γινει τωρα δεν θα γινει ποτε,σκεφτονταν,την παρα-
τηρησε,ειχε βγαλει αδεξια τις τριχες απο τα φρυδια της,
κι αυτα τα βαρια παλιομοδιτικα σκουλαρικια στ'αυτια
της τον νευριαζαν ,τα βυζια της πεσμενα,βαρια,τον αηδια-
ζαν,ολα ενα καλοστημενο σκηνικο για την πραξη του.
.
απομακρυνθηκε απο τα εγκοσμια ,με δυσκολια κοιμονταν,
σπανια πλησιαζε φαγητο,το τελος του ηταν κοντα,οι
δικοι του προσπαθησαν να τον μεταπεισουν,χωρις απο-
τελεσμα,εκεινος τους εδειξε τα πουλια στον ουρανο,που
ουτε σπερνουν ουτε θεριζουν,τον πηραν για τρελλο και
τον παρατησαν,εκεινος πηγαινε στους ανθρωπους,κι
επιανε το λογο να τους διδαξει να κανουν υπομονη να
αντεξουν τη ζωη,μερικοι τον ακολουθησαν,τον πηραν
για αγιο ανθρωπο,πολλοι ηταν εναντιον του,ενας τσαρ
λατανος ενας μαγος ηταν,τον κατηγορισαν και καταφε-
ραν να τον καταδικασουν ,τον πεταξαν στην φυλακη
να σαπισει με τα χρονια ,ξεχασμενος.
.
ενα σμηνος μελισσες αναληφθηκε μεσα απο τα λου-
λουδια στον καθαρο αερα ,και μετα απο καιρο απο
τον βορρα κατεφθασαν ανθρωποι πολλοι να μεινουν
σε τουτους τους τοπους,ποτε δεν μαθαμε για το λογο
της φυγης τους,εδω ιδρυσαν τις κοινωνιες τους,ηταν με-
τριοι στο αναστημα,με γερο κορμι,οι αντρες και λεπτη
μεση οι γυναικες ,τα βλεφαρα εβαφαν με γαλαζιο χρωμα,
ποτε κανενας δεν τους ακουσε να τραγουδουν,εμεις τους
σεβαστηκαμε,δεν τους πειραξαμε,με τα χρονια αναμει-
χτηκαμε μαζυ τους,πηραμε γυναικες απ'αυτους κι αυτοι
απο εμας,και πληθυναμε.
.
τα κοχυλια σωρους τα σωριαζε στη παραλια το κυμα,
βαδιζε στην αμμο,μαζευε τα κοχυλια,επαιρνε καποιο
στα χερια του και το εξεταζε,τον γοητευε η γεωμετρια
τους,απορροφημενος στην εξεταση του δεν προσεξε
τη κοπελλα,ποτε κατεβηκε στη παραλια,εκεινη τον
πλησιασε,ομορφη κοπελλα,και του μιλησε πρωτη,
ξεντυθηκε και μπηκε στη θαλασσα,τον φωναξε να
της κανει παρεα,στην αρχη αδιαφορισε,εκεινη επε-
μεινε,δεν αντισταθηκε αλλο στο καλεσμα της,την
ακολουθησε και καταστραφηκε η ζωη του,πολλα συ-
νεβησαν,κι οταν ξεμπλεξε επεστρεψε στη παραλια,
ο ηλιος την εκαιγε,ματαια εψαξε για κοχυλια,τα κο-
χυλια με τα σχηματα τους ειχαν εξαφανισθει.
.
.

GREEK BUZUKI [ Improvisations ] Ο Αηδονης Καρανικας αυτοσχεδιαζει στο τριχορδο μπουζουκ [ ιΑστακος Ξηρομερο ]

.
.

.
.

LITERATURE [ FRAGMENTS OF A LOGOS ] IN ATHENS CITY [ Αποσπασματα ενος Λογου [ στη Πολη ]

.
.

.
.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΛΟΓΟΥ
[ στη Πολη ]
.
συχνα εμπενε στα σπιτια με τις κοινες γυναικες
με αναμεικτα αισθηματα ντροπης και επιθυμιας,
εκει στις πολυθρονες εβρισκε κι αλλους αντρες
διαφορων ηλικιων,ολοι σιωπηλοι,μερικοι καπνι-
ζαν περιμενοντας τη κοπελλα,εκεινη αφου τελει-
ωνε καποιο πελατη εμφανιζονταν,μ'ενα ημιδιαφα-
νο κομπινεζον,εκανε μια βολτα το σωμα της για
επιδειξη και εξαφανιζονταν,η πατρωνα φωναζε
τον επομενο,αφου την προπληρωνε,καποιοι ση-
κωνονταν να φυγουν,αν δεν ηταν του γουστο τους
η κοπελα,κι αλλοι επειδη ειχαν ερθει μονο να δουν,
οι υπολοιποι εμειναν και περιμεναν τη σειρα τους
υπομονετικα,εκεινη με βραχνη φωνη απ'τα τσιγαρα
και τα ποτα του ελεγε να ετοιμασθει,και ξαπλωνε
στο κρεβατι,το δωματιο βαμενο κοκκινο ροζ,βαριες
κουρτινες στα παραθυρα,αν ειχε,και καποια λαικη
εικονα ενος γυμνου γυναικας κρεμασμενη στον τοι-
χο,η γυναικα τον περιμενε,οταν τελειωνε καθαριζε
τα χερια του στον νεροχυτη,που ειχε εκει μεσα.
.
τ'απογευματα της κυριακης κατεβαινε στο λιμανι,
χαζευε τα καραβια,επειτα ανηφοριζε στην κεν-
τρικη πλατεια με το Θεατρο,εξω ταμπλο με το
εργο ,που παιζονταν,απο εκει κατεβαινε στο αλλο
λιμανι με τα κοττερα,γεματο καφετεριες και μπαρ,
ανθρωποι επιναν καφε ,μπυρες ,αναψυκτικα,ετρω-
γαν γλυκα,παγωτα,οι αντρες μιλουσαν για πολιτικα,
για τα αθλητικα,οι γυναικες ειχαν το νου τους για
τα παιδια,που αν δεν τα προσεχες τα'χανες μεσα
στο δασος των καρεκλων,αυτος όλα αυτα τα προ-
σπερνουσε αμετοχος,αδιαφορος,σχεδον αορατος.
.
περπατουσε στο κεντρο της πολης χωρις σχεδιο,
σταματουσε στις βιτρινες των βιβλιοπωλειων,
εβλεπε τα βιβλια τους,σταματουσε και σε βιτρι-
νες με γυναικεια εσωρουχα,με καποια ενοχη,οι
ανθρωποι που τον προσπερνουσαν χανονταν δια-
λυμενοι στην ανωνυμια τους,τυχαινε να ακολου-
θησει για λιγο καποια γυναικα,σκεφτονταν πως
γινεται να χανεται το κουνημα των γοφων,το
ανεμισμα των μαλλιων,το λυγισμα της μεσης,
στη μεγαλη αδιαφορια,πλησιαζοντας τη μεγαλη
πλατεια συναντουσε τους ζητιανους,πισω απ'τη
πλατεια στις παροδους οι κινηματογραφοι με τα
πορνο.
.
η επαφη με τους ανθρωπους του γεννησε ιστοριες:
ο συζυγος εκανε δυο δουλειες,τα παιδια κακομαθη-
μενα,μηχανακια,τ'απογευματα στα γυμναστηρια,τα
βραδυα στις καφετεριες ,στα μπαρ ανταλλασαν κενα
συναισθηματα με υπερβολικα επιφωνηματα,η μανα
ειχε εραστη, ενα πουρο πλουσιο θυμα να το μασησει,
χρυσα δαχτυλιδια,γουνες,εκεινη εβαφε εντονα τα
ματια ποτε μαυρα ποτε γαλαζια,το σωμα εχασε την
ελαστικοτητα του,πλαδαρο,ο γυιος εμπλεξε σ'ασχημες
παρεες,η κορη προκλητικη με τους αντρες,,μολις η
μανα χωρισε το γερο τα'φτιαξε μ'ενα νεαρο στην ηλη-
κια του γυιου της,ενα ρεμαλι,την στριμωχνε μεσα
στα παρκα,πισω απο παρατημενα βαγονια του τρενου,
τραβηχτηκε μαζυ του παραπανω απο ενα χρονο,του
ειπε πως εμεινε μαζυ του γιατι εκανε αυτα ,που δεν
εκανε με τον αντρα της,την χωρισε,τον επερνε τις
νυχτες τηλεφωνο εκεινος την εβριζε και της εκλεινε
το τηλεφωνο,τον αντρα της τον μισουσε,τον αλλον
τον αγαπουσε παραφορα,ενιωθε κουρασμενη,ολη
τη μερα δεν ησυχαζει,εγινε νευρωτικη,τα απορρυπαν-
τικα της εκαψαν τα χερια,παχυνε,το τελευταιο καιρο
τρωει σαν γουρουνα,ενιωθε μονη απελπισμενη,πολλες
φορες σκεφτηκε να τερματησει τη ζωη της
.
τα πρωινα τις κυριακες ανεβαιναν με το τρενο στα
βορεια προαστεια ,τα μεσημερια γεματα με φιλα-
θλους ,για το ματς,γυριζαν το βραδυ,οι μεν απο μια
ψευτικη επαφη με τη φυση και οι αλλοι απο μια
απατηλη περιπετεια,εβλεπε μεσα απο τις αντανα-
κλασεις στα τζαμια του τρενου τα ειδωλα τους,
τα παιδια κουρασμενα στις αγκαλιες των μαναδων,
οι φιλαθλοι φωνακλαδες σχολιαζαν το ματς,εβρι-
ζαν και υμνολογουσαν,στους κεντρικους σταθμους
τους καταπινε η αδυσωπητη πραγματικοτητα,ξεμπου-
καραν απο τα βαγονια,οχλος μαζα,υστερα αναδυον-
ταν απο τα υπογεια στην επιφανεια,διασκορπιζονταν
στους δρομους διαλυμενοι μεσα στα φωτα ενας
ενας κανενας,στα αυτοκινητα ,στους θορυβους της
πολης,επεστρεφοντας στην ανωνυμια,του ηρθε
να φωναξει
.
επεσε πανω σε ανθρωπους που φωναζαν για τα
δικαιωματα τους,δεν τον ενδιεφερε να μαθει τι δι-
εκδικουσαν,τον γοητευε η επικη ρυθμικοτητα των
φωνων,ο ανθρωπος πρεπει να επιζησει
.
σε μια συναυλια συγχρονης μουσικης,στο Γκαιτε,
ο εκτελεστης χτυπουσε τα ξυλοφωνα χωρις να τα
αγγιξει,μια στιγμη πριν τα χτυπησει,μια στιγμη
πριν αναπηδησει απο μεσα τους ο ηχος,μια παρα-
σταση της μουσικης εργασιας,μετα-μουσικη,η χει-
ρονομια του δισταγμου,ηχος ηχηρος απο τα ανε-
παφα ξυλοφωνα,οι ακροατες,αρκετοι,αμυητοι στη
συγχρονη τεχνη,στριφογυριζαν στα καθισματα τους
ανησυχοι,μην μπορωντας να αντεξουν τη μη- μουσι-
κη της μουσικης,περα απο τα συντηρητικα γουστα
τους,τελικα σηκωθηκαν και βγηκαν απο την αιθου-
σα,υπεροπτες,στο φουαγιε ανταλλαξαν κοινοτυπιες
αερολογοντας για την παρακμη της τεχνης,πινοντας
κοκτειλς και φλερταροντας σαχλες γυναικες της τα-
ξης τους,μην κατανοωντας πως η συναυλια πετυχε
επειδη αυτο το αποτελεσμα επεδιωκε,να τους εκδιω-
ξει
.
την συναντησε τυχαια στην πανεπιστημιου κοντα
στο ρεξ,φορουσε μαυρες δερματινες γυαλιστερες
μποτες μεχρι πανω απ'τα γονατα,μινι βελουδινη
φουστα,το προσωπο εντονα βαμμενο,τα μαλλια
ξανθο οξυζενε,του ζητησε να πανε για καφε,πηγαν
στο ατρεουμ ,τους κοιτουσαν περιεργα,εκεινος ντρα-
πηκε,την πηραν για πουτανα πολυτελειας,κι αυτον
για νταβατζη της,σερβεριστηκαν ,ουτε που προσε-
χε τι της ελεγε,κοιτουσε πισω του ,αριστερα απο τον
ωμο του,εριξε επιτηδες το κουταλακι του εσπρεσο
κατω και σκυβοντας να το σηκωσει γυρισε το κε-
φαλι ,ειδε ενα δυο τραπεζια πιο πισω ενα φιογγο,
αυτον κοιτουσε,δεν της ειπε τιποτα,δεν θελησε
να της χαλασει τη δουλεια,της ειπε πως δεν ειχε
χρονο,ειχε αργησει,και σηκωθηκε να φυγει,εκει-
νη τον ακολουθησε,στη γωνια του δρομου χωρη-
σαν.
.
ειχε ερθει απο τη θρακη,καθαριζε σκαλες σε φτηνο
ξενοδοχειο ,εικοσιπεντε χρονων,ακομα ομορφη,
το αφεντικο της ριχτηκε,αντισταθηκε,την εδιωξε,
πηγε σ'αλλο,τα ιδια,με τρια παιδια απο δυο αποτυ-
χημενους γαμους,με αντρα τεμπελη και μικροαπα-
τεωνα στον τριτο γαμο και δυο ακομα παιδια,ο αν-
τρας της αδελφης της ,ενα τομαρι,της ριχτηκε στο
ιδιο της το σπιτι μπροστα στα μικρα παιδια,ειχε
και τη γυναικα του,την αδελφη της συνεργο,αντι-
σταθηκε φωναξε κλωτσησε δαγκωσε,και μια νυχτα
δανειστες απο τα χρεη του αντρα της ηρθαν και
της χτυπουσαν τη πορτα και τα παραθυρα,φωναζαν
θα σπασουν την πορτα,πως αν τον πετυχουν θα τον
λιωσουν σαν σκουληκι κι εκεινη,αν δεν τους κατσει
να ξεπληρωσει,θα την βιασουν ,
.
αυτοι ,που συναντας και περνουν δεν γνωριζεις τι
ειναι,ειναι και δεν ειναι,υπαρχουν οσο χρονο τους
βλεπεις,ισως οι μεγαλυτεροι εγκληματιες να περα-
σαν διπλα του,να σταθηκαν διπλα διπλα να περασουν
στις διασταυρωσεις των δρομων,αλλα και ποσους
ευγενεις ανθρωπους δεν τους καταλαβε,ηταν κοντα
και δεν τους ειδε,δεν τους γνωρισε,
.
εμενε με τη μικρη κορη της στο μεταξουργειο,
σ'ενα παλιο σπιτι,με εσωτερικη αυλη και γυρω
γυρω τα δωματια,που τα νοικιαζαν διαφοροι αν-
θρωποι,φοιτητες απο την επαρχια,εργατες,και
αλλοι,ηταν χωρισμενη, η κορη της ηταν δεκατεσ-
σαρων χρονων,ο αντρας της τους ειχε παρατησει
πανω απο δεκα χρονια,δεν εδωσε σημεια ζωης,δεν
εμαθε,αν ζουσε η' πεθανε,,καποιος της ειπε πως ξε-
νιτευτηκε ,αλλος πως σε καυγα πανω καποιον μα-
χαιρωσε και σαπιζει στη φυλακη,εκεινη απροστα-
τευτη,νεα ακομα,επεσε στα χερια ενος παληαν-
θρωπου,αυτος την πουλουσε σε πλουσιους πελα-
τες,η μικρη εμενε μονη τα βραδυα,η μανα της
γυρνουσε το ξημερωμα μεθυσμενη και ξερνου-
σε στη τουαλετα,συχνα κουβαλουσε τους πελα-
τες στο σπιτι,και δεν μπορουσε να κοιμηθει απο
τα βλαστημια,τα δυνατα γελια και τις φωνες των
μεθυσμενων πελατων,ηταν και φορες που την
εδερναν και ουρλιαζε, η μικρη τρομαζε,ετρεμε
απο τον φοβο της,δεν διστασαν να της ζητησουν
τη μικρη στα βρωμικα παιχνιδια τους,εκεινη δεν
ηθελε φωναξε,την χτυπησαν ,εγινε αυτο,που θε-
λησαν,καποτε ξεσηκωθηκαν οι ενοικοι,πηγαν στην
αστυνομια ,ηρθαν και τις μαζεψαν μανα και κορη,
απο τοτε κανεις δεν εμαθε για κεινες τις ψυχες
.
τοτε δεκαπεντε χρονων,θυμαται καλα,εκανε δια-
φορες δουλειες ,απο το πρωι μεχρι ,που νυχτωνε,
γυριζε σπιτι,ετρωγε κατι,εκλεινε τα φωτα κι εμενε
κρυμμενος μεσα στο σκοταδι κοντα στο παραθυρο
και απο κει παρακολουθουσε τις σκιες στα φωτισμε-
να παραθυρα ,με τις σκιες και τις φωνες εκεινες απο-
κοιμιονταν,δεν τολμησε να εκμυστηρευτει σε κανε-
ναν τα μυστικα της καρδια του,αργοτερα η γυναικα
του αφεντικου του ,μια χοντρη γυναικα,του ριχτηκε,
αντεδρασε,τον απειλισε πως θα πει στον αντρα της
πως εκεινος της ριχτηκε,θα τον εδιωχνε,παραδωθηκε
για δυο ολοκληρα χρονια στις ορεξεις της,τελικα
καταφερε να ξεφυγει,γνωρισε μια κοπελλα ,την αγα-
πησε κι εκεινη το ιδιο,δεν παντρευτηκαν,εμαθε πως
εκεινη ατυχησε,χωρισε με τρια παιδια,ολα ειχαν τε-
λειωσει, δεν προσπαθησε να την συναντησει ξανα.
.
Την περιμενε στην καφετερια σαν την γαλα-
ζια θαλασσα κι επειτα απο ωρες ευτυχιας την
συνοδευσε μεχρι το σπιτι της αδερφης της.Την
ειχε στο μυαλο του για καιρο.
Οταν την συναντησε εκεινη τη μερα στο κεν-
τρο της πολης εκεινη σαστισε.Στο ζαχαροπλα-
στειο ,που πηγανε για γλυκο ματαια προσπα-
θησε να κρυψει τη βερα που φορουσε στο
δαχτυλο της:ειχε αρραβωνιαστει καποιον,που
δεν ηθελε,δεν τολμησε να αντιδρασει.Εκεινος
πικραμενος την κατηγορησε πως λεει ψεματα,
εκεινη εκλαψε κι αρνηθηκε πως ηταν ετσι.
Της ζητησε να του υποσχεθει πως θα τον
ακολουθουσε παντου οπου αυτος ηθελε.Του
το υποσχεθηκε.Την εσυρε σ'ενα δωματιο ενος
ξενοδοχειου,στο κεντρο,σ'ενα απο κεινα τα
παληα νεοκλασσικα που ξεμειναν.Βρεθηκε
κλεισμενη σ'εκεινο το δωματιο μαζι του,δεν
τον φοβηθηκε,αντιθετα χαρηκε,εβγαλε
τη βερα απ'το δαχτυλο και την πεταξε απ'
τ'ανοιχτο παραθυρο εξω στο δρομο.Μετα
απο λιγο ακουσε το θορυβο που εκανε
πεφτοντας στο πεζοδρομιο.Επειτα τον
αγκαλιασε και κυλισε ο χρονος.
Οταν τελειωσαν ,στο δρομο ακομα κυ-
λουσαν αυτοκινητα , πιο λιγοστα ομως
αυτη την ωρα.Ακουμπισε το κεφαλι της
στο μπρατσο του κι αποκοιμηθηκε.
Στον υπνο της την τυραννισαν εφιαλτες:
Περπατουσε αμεριμνη στην ακρογυαλια,
οταν ξαφνικα καποιος αμολυσε σκυλια
να την κυνηγησουν.Ετρεχε μ'ολη τη δυ-
ναμη που ειχε,ενιωθε την ανασα τους
να την αγγιζει κι ισως να την εφταναν
και να την κατασπαραζαν αν δεν ανοι-
γε ξαφνικα μια πορτα και δεν εκλεινε
γρηγορα πισω της,Η καρδια της πηγαι-
νε να σπασει απ'τον τρομο.Ανεβηκε
συγχισμενη τη σκαλα που βρεθηκε
μπροστα της ,μπηκε σ'ενα δωματιο και
καθισε στο κρεβατι.Οταν συνηλθε παρα-
τηρησε στην οροφη του μια παρασταση,
πλαισιωμενη με γυψινες διακοσμησεις
απο φυτικα μοτιβα.Αναγνωρισε τη κατα-
διωξη του Αδωνι ,αγριεμενα σκυλια τον
κυνηγουσαν σ'ενα καταπρασινο λιβαδι.
Οπως ηταν απορροφημενη στη σκηνη
δεν ειδε αμεσως τη γυναικα ,που μπηκε
μεσα στο δωματιο.Εκεινη την πλησιασε
,την πηρε απ'το χερι και την οδηγησε
σ'εναν λαβυρινθο.Μεσα απο αναριθμη-
τους διαδρομους και αναριθμητα δωμα-
τια εφτασαν σ'ενα δωματιο,εκει μπρο-
στα σ'εναν καθρεφτη ειδε με τρομο πως
η ομορφια της ειχε χαθει,τα ματια της
ειχαν θολωσει,το στομα της ρυτιδωμενο.
Τρομαξε μ'αυτη την εικονα και ουρλιαξε.
Ξυπνησε ιδρωμενη ,χωρις στην αρχη να
εχει αντιληψη του χωρου στον οποιο βρι-
σκονταν.Σιγα-σιγα συνηλθε .Εκεινος δεν
ηταν διπλα της ,τον φωναξε μα δεν
πηρε απαντηση.Σηκωθηκε και πηγε στον
καθρεφτη.Η ιδια εικονα .Γυρισε στο κρε-
βατι, βρηκε τα χρηματα πανω στο σεν-
τονι,τα μαζεψε ,τα κρατησε για λιγο στα
χερια της κι αφου τα μετρησε προσεκτικα
τα εχωσε βιαστικα στη τσαντα της.Ντυθη-
κε ,εβαψε με εντονο κοκκινο κραγιον τα
χειλη της και κατεβηκε στο δρομο.
Απο τοτε πολλες φορες επισκεφθηκε εκει-
νο το δωματιο.
Καποτε σταματησε εκεινη τη ζωη,γυρισε
στον αρραβωνιαστικο της.Κανεις δεν την
ρωτησε για τη μεταβολη στην εμφανιση
της ,ουτε αυτη ειπε κουβεντα,εζησε σαν
να μην ειχε συμβει τιποτα.Μονο καποιοι
παρατηρησαν πως μερικες φορες ηταν
πολυ σκεφτικη κι απομονονονταν ωρες.
Οταν μεγαλωσαν τα παιδια της γυρνουσε
για ωρες στις παροδους,γυρω απ'το κεντρο
της πολης,χαζευοντας στις βιτρινες.Στο
σπιτι οταν την ρωτουσαν γι'αυτες τις πε-
ριπλανησεις απαντουσε αινιγματικα.Μια
φορα απαντησε :πως ''μ'αρεσει να γυριζω,
εκει που αυτο ειναι.Καποια μερα θα σταθω
τυχερη''
Εκεινο το ονειρο η'τον εφιαλτη δεν τον ειχε
ξαναδει απο τοτε.
Τον τελευταιο καιρο ομως ονειρευτηκε κατι,
που αρχισε να της δινει θαρρος και πεποιθη-
ση πως θα πραγματοποιηθει η επιθυμια της.
Εκει στην αγορα,μια μερα,τον ειδε μεσα στο
πληθος , ορθιος ακουμπουσε στον τοιχο της
αγορας.Δεν ειχε αλλαξει αισθητα,ευτυχως
αυτη ειχε αλλαγμενο το προσωπο ,σαν
μασκα,και δεν θα την αναγνωριζε.Τον πλη-
σιασε ,του προτεινε να περασει μαζι του
μια νυχτα,να μην τον νοιαζει για χρηματα.
Εκεινος την κοιταξε αδιαφορα, δεν την
αναγνωρισε,φαινονταν να πειναει, τα
ματια του με δυσκολια κρατουσε ανοιχτα,
σαν να τον ταλαιπωρουσε αυπνια πολ-
λων ημερων.Εκεινη επεμενε στη προταση
της.Εκεινος ,διχως θεληση,κουνησε το
κεφαλι ασυναισθητα,''ναι,παμε'' ψιθυ-
ρισε,μολις κουνοντας τα χειλη.Την ακου-
λουθησε στο ξενοδοχειο,στο ιδιο δωματιο
βρεθηκαν κλεισμενοι.
Επειτα τον αφησε ν'αποκοιμηθει .Τοτε
σηκωθηκε σιγα-σιγα προσεχοντας να
μην κανει θορυβο και τον ξυπνησει,περ-
πατησε στις μυτες των ποδιων και φθα-
νοντας στην πορτα την ανοιξε προσε-
κτικα.Εβγαλε το κεφαλι εξω και τα
προσκαλεσε με φωνη γλυκεια να μπουν
κι εκεινα ορμησαν μεσα αγριεμενα.Ε-
κεινη βγηκε εξω κι εκλεισε τη πορτα πι-
σω της και τον αφησε μονο του με τα
σκυλια να τον κατασπαραξουν.
Αυτο το ονειρο το εβλεπε συνεχως καθε
νυχτα το ιδιο ,χωρις αλλαγες.
Δεν περασαν πολλες μερες και μια
μερα αποφασισε να σταθει μπροστα
στον καθρεφτη:το προσωπο που ειδε
ηταν ομορφο και παλι.
Στις επιμονες ερωτησεις των αλλων
για την ξαφνικη αλλαγη στην εμφα-
νιση της δεν απαντησε παρα μ'ενα
αινιγματικο χαμογελο στα χειλη της.
.
.

FROM PAINTING [ 3 ] c.n.couvelis's painting-machine

.
.

Multi-Seeing entering philosophicus speaking
figuring into Giacometti's Working
Henry Moore [ γλυπτης ] into Giacometti's figuring

balancing thoughts of
.
.